Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009

Η απάνθρωπη γοητεία των φενακισμών

του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος αντιπαλεύει τον χρόνο, ότι ο χρόνος είναι αντίπαλος του ανθρώπου. Οτι στην πάλη αυτή αν νικήσει ο χρόνος, η λήθη καταπίνει τον άνθρωπο, χάνεται στη ροή του χρόνου η προσωπική μοναδικότητα, σβήνει από τη συλλογική μνήμη. Βαυκαλιζόμαστε ότι μπορεί ο άνθρωπος να νικήσει τον χρόνο με το έργο του και τότε το έργο του ανθρώπου γίνεται Ιστορία. Οτι διαρκεί η ετερότητα του ανθρώπινου λόγου (λόγου της σκέψης, λόγου της πράξης: της τέχνης ή της κοινωνικής προσφοράς) μόνο όταν ο άνθρωπος νικάει τον χρόνο – τότε το έργο του ανθρώπου γίνεται κοινό θησαύρισμα, επίκαιρο από γενιά σε γενιά.
Συγχέουμε τις συμβολικές εικόνες με τη συμβολιζόμενη πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα η ύπαρξη είναι σχέση και ο χρόνος συμβατικό μέτρο αυτής της σχέσης – μετράει ο χρόνος το γίγνεσθαι της ύπαρξης - σχέσης. Ο άνθρωπος υπάρχει σε οργανική σχέση με τον κόσμο: θέλει αέρα να ανασάνει, τροφή και ποτό για να συντηρηθεί. Σχετίζεται με τον κόσμο σε ζωτική εξάρτηση, η σχέση του είναι και ένδυμα, εργαλείο, κοινωνία της χρείας με τους συνανθρώπους του. Μέτρο της σχέσης, κατά συνθήκη, ο χρόνος.
Αίνιγμα μεταφυσικό είναι το σίγουρο λάθος που υπάρχει στην οργανική σχέση του ανθρώπου (και κάθε έμβιου όντος) με τη φυσική πραγματικότητα – «λάθος», αν το κριτήριο για τον προσδιορισμό της «σωστής» ύπαρξης είναι η συνέχεια και η πληρότητα. Πραγματικά, ενώ η σχέση με τον κόσμο συνιστά το έμβιο υπαρκτό, αυτή η σχέση ταυτόχρονα το φθείρει, το οδηγεί νομοτελειακά στον αφανισμό του, στον θάνατο. Συμβατικό μέτρο της ύπαρξης - σχέσης ο χρόνος, μετράει συνεπέστατα και την αποτυχία ή το «λάθος» της σχέσης: τη φθορά, τη βαθμιαία προσέγγιση στον θάνατο.
Πότε η παρουσία και το έργο του ανθρώπου «νικάνε» τον χρόνο και γίνονται Ιστορία; Αίνιγμα και αυτό το ερώτημα. Μια τέτοια «νίκη» που τη λέμε και «εύνοια της Ιστορίας», σίγουρα δεν υπακούει ούτε στη λογική της ποιότητας ούτε καν στη λογική της κοινωνικής προσφοράς. Ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Πολ Ποτ ή ο Αριέλ Σαρόν θα μείνουν τόσο αθάνατοι στην Ιστορία όσο και ο Γκάντι, ο Ερρίκος Ντυνάν ή η Μητέρα Τερέζα. Θέση στην Ιστορία εξασφαλίζει και η φρίκη, το έγκλημα, η ιδιοφυής εξουσιολαγνεία, όπως και οι συγκυρίες ή η τυχαιότητα – ίσως ευκολότερα από ό,τι το ταλέντο, η αυταπάρνηση, η αξιοκρατική ανάδειξη.
Με ορθολογικούς όρους (τους μόνους που διαθέτουμε σκοπεύοντας στο «ορθώς κοινωνείν») μας απομένει αντίδοτο στο «λάθος» της φθοράς και του θανάτου η γνησιότητα της ύπαρξης - σχέσης. Αποκλεισμένοι από το ενδεχόμενο συνέχειας και πληρότητας της ύπαρξης στοχεύουμε στη γνησιότητα της σχέσης – και γνήσια είναι η σχέση όταν δεν αλλοτριώνεται σε επιβολή, κυριαρχία, εξάρτηση, υποταγή. Αυτή η μη-αλλοτρίωση κερδίζεται (αν κερδίζεται) στο άθλημα της αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς. Ο εαυτός μας (το εγώ μας, η φύση μας) καθορίζεται από την ορμέμφυτη, ενστικτώδη ανάγκη (τυφλή ανάγκη) της αυτοσυντήρησης, της κυριαρχίας, της ηδονής. Για να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες θέλουν τον «άλλον» της σχέσης υποταγμένον στην εξυπηρέτηση της εγωτικής μας ανάγκης – ακυρώνουν τα ορμέμφυτα τη σχέση. Για να κατορθωθεί «γνήσια» σχέση χρειάζεται να υπερβαθεί ο εαυτός μας, να είναι η σχέση αυτοσκοπός και αυταξία (γεύση πληρότητας - χαράς), όχι μέσον ηδονισμού του εγώ μας.
Την αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά, τη γνησιότητα της σχέσης, τη λέμε στη γλώσσα μας «αγάπη», τη λέμε «έρωτα». Οταν αλλοτριώνεται η σχέση, αλλοτριώνεται (αναπόφευκτα) και η γλώσσα. Τότε λέμε «αγάπη» και εννοούμε συμπεριφορά, όχι την ύπαρξη ως σχέση. Εννοούμε αισθήματα «φιλαλληλίας», αλτρουισμού, όχι αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά. Λέμε «έρωτας» και εννοούμε σεξουαλική επιθυμία, όχι την έκπληξη και τη συναρπαγή από την ετερότητα του «άλλου» που την αποκαλύπτει μόνο η σχέση.
Η αγάπη νικάει τον χρόνο, γίνεται Ιστορία; Αν είναι η αγάπη ρεαλισμός γνησιότητας της σχέσης, γνησιότητας της ύπαρξης, μάλλον εκτοπίζει το ενδιαφέρον για διαιώνιση του εγώ. Εστω και ως άθλημα που είναι (γιατί η δυναμική της αγάπης «ατέλεστη τελειότητα», ποτέ δεν τελειούται), συνιστά μάλλον τη μοναδική εμπειρία υπαρκτικής πληρότητας. Και υπαρκτική πληρότητα θα πει ελευθερία από την υποταγή σε βιολογικές αναγκαιότητες, ελευθερία από τα ορμέμφυτα και τη μεζούρα τους: τον χρόνο. Αρα ελευθερία και από τη ναρκισσιστική αγωνία να απομνημειωθεί στην Ιστορία το ακοινώνητο εγώ. Δεν κρίνει η Ιστορία την υπαρκτική πληρότητα, την κρίνει η αγάπη. Γι’ αυτό και η Ιστορία «καταργηθήσεται», η αγάπη «ουδέποτε εκπίπτει». Εχει υπαρκτικό ρεαλισμό μια τέτοια ελπίδα.
Σήμερα ζούμε σε πολιτισμό, κοινό τρόπο βίου, όπου ο χρόνος (αυτή η σύμβαση) λογαριάζεται σταθερή βάση στόχων και προσδοκιών – πασχίζουμε να στεριώσουμε στόχους στο τίποτα. Τα εγώ που κυριαρχούν στη δημοσιότητα νομίζουμε ότι δαμάζουν και τον χρόνο, ότι «γράφουν Ιστορία». Σχεδόν δεν υπάρχουμε, βιώνουμε εντυπώσεις. Κεντρική ευχή στις κατ’ επίφασιν «γιορτές» μας (και κυρίως την Πρωτοχρονιά, στην αλλαγή της συμβατικής αρίθμησης του χρόνου) η φράση: «χρόνια πολλά με υγεία». Ευχή, η βιολογική διάρκεια με τελική ευθανασία. Οπτική για προηγμένα θηλαστικά παραιτημένα από το άθλημα της ελπίδας για την υπαρκτική πληρότητα, την αυθυπερβατική «σχέση», τον «όντως έρωτα».
Με μέτρο το ερώτημα: πώς νικιέται ο χρόνος, θα προκαλούσα τον αναγνώστη να κρίνει τις ατομικές και συλλογικές μας επιδιώξεις – πόσο πραγματικές ή πόσο ανυπόστατες είναι. Τι κυνηγάμε μέρα και νύχτα, με ξέφρενους ρυθμούς, άγχος, πανικό. Να κρίνει ο αναγνώστης όχι το καλό ή το κακό των επιδιώξεων, το ηθικό ή το ανήθικο, το δίκαιο ή το άδικο, αλλά μόνο το υπαρκτό ή το ανυπόστατο: Σε ό,τι εμφανίζεται σήμερα σαν πολιτική, σε ό,τι εμφανίζεται σαν πληροφόρηση, σαν ευζωία, ψυχαγωγία, εκσυγχρονισμός, μεταρρύθμιση, παιδεία, ακόμα και σαν εμπορική δοσοληψία, διαφήμιση προϊόντος, τραπεζικό δάνειο. Να κρίνει και να σταθμίσει, αν ζούμε πραγματικές σχέσεις υπαρκτών ανθρώπων με υπαρκτά πράγματα ή μήπως έχουμε συλλογικά περιπέσει σε ανεπίγνωστο ντρογκάρισμα, πάνδημη εξάρτηση από παραισθησιογόνα. Και λογαριάζουμε σαν υπαρκτά τα ανύπαρκτα, ονομάζουμε με ονόματα πραγματικών οντοτήτων ή πραγματικών ενεργημάτων τεχνουργήματα απάτης ή ανθρώπινες φιγούρες γυμνωμένες από όλα τα γνωρίσματα του πραγματικού ανθρώπου: ελευθερία, ευθύνη, αξιοπρέπεια, νοημοσύνη, αυτοσεβασμό, διακριτή και ενεργό ταυτότητα.
Να κρίνει και να σταθμίσει ο αναγνώστης μήπως τη μία και μοναδική ζωή μας την έχουμε εκχωρήσει να τη διαχειρίζονται απάνθρωποι φενακιστές της πολιτικής, της τηλεόρασης, του συνδικαλισμού, της διανόησης. Και εμείς εθελότυφλοι ευχόμαστε σήμερα: «Καλή χρονιά, χρόνια πολλά, με υγεία»!

Δεν υπάρχουν σχόλια: