Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΚΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ ΚΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Η ανάγκη για κοινωνική δύναμη

του Γιάννη Βελίκη

Μια κοινωνία εξελιγμένων όντων, όπως είναι οι κοινωνίες των θηλαστικών και των ανθρώπων, δεν μπορεί ποτέ να είναι ισότιμη! Δεν μπορεί ποτέ με άλλα λόγια, όλα τα μέλη της να χαίρουν ίση ηθική αξία, κύρος, δικαιώματα, υποχρεώσεις και αξία. Ο λόγος είναι ότι η εξέλιξη του κάθε μέλους είναι πάντα διαφορετική από των άλλων, γεγονός που τους τοποθετεί αυτόματα σε ιεραρχία, δηλαδή άλλους ψηλότερα και άλλους χαμηλότερα. Είτε η ιεραρχία έχει βάση της τη φυσική δύναμη και την ικανότητα της πάλης (όπως στις κοινωνίες των λιονταριών), είτε έχει βάση της την οικονομική ισχύ ή τη μόρφωση, τα άτομα κατατάσσονται σε ιεραρχία και χαίρουν εκτίμηση ανάλογη με τη θέση τους!
Τα περισσότερα κοινωνικά «πειράματα» για την επίτευξη μια ισότιμης κοινωνίας απέτυχαν: και οι θρησκευτικές κοινότητες (είναι εξαίρεση η ισότιμη διαβίωση σε ορισμένα μοναστήρια ή απομονωμένες θρησκευτικές ομάδες) και ο κομμουνισμός, και οι κοινότητες των χίπις. Και ακόμη και εκεί που πέτυχαν, αναμένουμε ότι με το χρόνο θα διαβρωθούν… Γιατί; Γιατί, η Ιστορία δείχνει ότι διαχρονικά οι άνθρωποι διψούν για κοινωνική κύρος /δύναμη, με σκοπό να γίνουν ιεραρχικά δυνατότεροι από τους ομοίους τους! Καλώς ή κακώς, η δίψα για κοινωνική δύναμη είναι από τις σπουδαιότερες ψυχολογικές ανάγκες των ανθρώπων!

Ορισμοί του κοινωνικού κύρους




Ως κοινωνικό κύρος ή στάτους ή δύναμη μπορεί να οριστεί ο βαθμός τιμής ή πρεστίζ που αποδίδεται στο μέλος μιας κοινωνίας. Οι περισσότερες κοινωνίες διαρθρώνονται μέσα από κοινωνικές ιεραρχίες όπου άλλοι βρίσκονται σε ισχυρές – υψηλές και άλλοι σε χαμηλές κοινωνικές θέσεις.

Όταν ένα άτομο έχει μεγάλη κοινωνική δύναμη, οι συμπεριφορές, οι σκέψεις και τα λόγια του έχουν επίσης μεγάλη επιρροή. Το αντίθετο συμβαίνει για τα άτομα με χαμηλό κοινωνικό κύρος. Όχι μόνο δεν επηρεάζουν παρά ελάχιστους, αλλά το είναι και περισσότερο επιρρεπείς σε εκδηλώσεις βίας, ψυχικές διαταραχές και χρήση ναρκωτικών ουσιών. Σε πολλά ψυχολογικά πειράματα αποδείχτηκε ότι όταν ένα άτομο τεθεί σε χαμηλή ιεραρχική θέση στην ομάδα του, αυξάνεται η πιθανότητα εκδήλωσης από μέρους του η πιθανότητα εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς.

Τα άτομα με μεγαλύτερη κοινωνική δύναμη έχουν κατά κανόνα πρόσβαση σε καλύτερες κοινωνικές παροχές όπως π.χ. περίθαλψη, και πετυχαίνουν καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση. Αυτή η ανισότητα σε εξουσία και πόρους δεν γίνεται συχνά συνειδητή στις χαμηλές κοινωνικές ομάδες. Στις δε περιπτώσεις που αυτό αναγνωρίζεται, τα μέλη των κατώτερων ομάδων διεκδικούν κοινωνικές αλλαγές και αρχίζουν οι κοινωνικές συγκρούσεις.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι το κοινωνικό κύρος δεν έχει σχέση μόνο με τα αποκτήματα και το εισόδημα κάποιου. Το ποιός έχει δικαίωμα να «μιλάει» και να επηρεάζει με τους λόγους του ή τις πράξεις του τους άλλους είναι αιτία συνεχούς διαμάχης στον καθημερινό κοινωνικό στίβο. Έτσι πολλές από τις κοινωνικές συγκρούσεις μπορεί να μεταφραστούν ως πάλη μεταξύ διαφορετικών ομάδων για την υπερίσχυση των αξιών στις οποίες πιστεύει η κάθε μία από αυτές.

Έτσι, το πιο φυσικό είναι το να θέλουν οι κατώτερες σε κοινωνικό κύρος ομάδες να «ανέβουν» και οι ανώτερες να θέλουν να παραμείνουν στην υψηλή τους θέση. Το αποτέλεσμα είναι να μην αλλάζει ποτέ η ιεραρχία της κοινωνίας: πάντα κάποιοι θα είναι «πάνω» και κάποιοι άλλοι «κάτω». Αυτό που αλλάζει είναι το ποιά ομάδα θα είναι κάθε φορά πάνω και ποιά κάτω.

Ο νομπελίστας οικονομολόγος John Harsanyi κάποτε είπε «πέρα από την οικονομική κατάσταση, το κοινωνικό στάτους φαίνεται να είναι το πιο σημαντικό συστατικό της κοινωνικής συμπεριφοράς». Ή όπως έγραφε ο νευροεπιστήμονας Michael Gazzaniga «όταν ξυπνάς το πρωί, δεν σκέφτεσαι τρίγωνα και τετράγωνα και άλλα τέτοια θέματα με τα οποία ασχολούνται οι ψυχολόγοι τα τελευταία 100 χρόνια. Σκέφτεσαι μόνο τη δύναμη. Σκέφτεσαι μόνο τη θέση σου απέναντι στους υπολοίπους της ομάδας σου». Αυτό φαίνεται να ισχύει ειδικά σήμερα, που η κοινωνική διαστρωμάτωση είναι τόσο μεγάλη και πολύπλοκη που δεν έχει ξαναυπάρξει ποτέ ξανά στον κόσμο.

Κοινωνικό στάτους θα πει βασικά το πόση δύναμη έχεις. Όποιος έχει κοινωνική δύναμη μπορεί να επηρεάζει περισσότερο τα πράγματα (συνήθως προς συμφέρον του). Όλες οι κοινωνίες έχουν φτιάξει κοινωνική ιεράρχηση σύμφωνα με την οποία οι πληθυσμοί τους και οι κοινωνικές τους ομάδες κατατάσσονται σε συγκεκριμένη θέση στην κοινωνική ιεραρχία.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συστήματα με πολύ έντονη κοινωνική ιεραρχία όπου δεν επιτρέπεται η αλλαγή κοινωνικής θέσης είναι αυτό της Ινδίας. Με το σύστημα των καστών, κάποιος θα πρέπει να ζήσει, να παντρευτεί και να εργαστεί μόνο σύμφωνα με τα δικαιώματα που απορρέουν από την κάστα του, και σε καμία περίπτωση κάτι άλλο. Στην Αγγλία, αντίστοιχα, όταν κάποιος γεννηθεί με έναν τίτλο ευγένειας, συνήθως δεν πρόκειται ποτέ να τον χάσει. Στις πιο «χαλαρές» κοινωνίες του δυτικού κόσμου, η κοινωνική θέση μπορεί να ανεβεί με συγκεκριμένα προσόντα και δεξιότητες (π.χ. πτυχία, επαγγελματική επιτυχία κ.λπ.).

Όπως αναφέρει ο Anderson « ένας από τους πιο σημαντικούς στόχους στην κοινωνική ζωή είναι η επίτευξη κοινωνικής θέσης στις ομάδες όπου ανήκουμε». Τέτοιο κύρος προκύπτει από την ποσότητα σεβασμού, επιρροής και σπουδαιότητα που έχει ο καθένας στα μάτια των άλλων. Οι τρόποι με τους οποίους επιχειρούμε να παρουσιάσουμε τους εαυτούς μας στους άλλους, δίνουν αμέσως την εντύπωση του σε ποιά κοινωνική θέση ανήκουμε.

Το άτομο καταλαμβάνει συγκεκριμένη θέση σε κάθε ομάδα που συμμετέχει και στην κοινωνία γενικότερα. Ανάλογα με την κοινωνική του θέση κατέχει περισσότερη ή λιγότερη εξουσία / δύναμη, υποχρεώσεις και δικαιώματα σε σχέση με τους άλλους. Οι κοινωνικές θέσεις αποδίδονται στα άτομα με βάση τα κοινωνικά τους χαρακτηριστικά, είτε από τη γέννηση τους (οι κάστες στην Ινδία) ή με βάση τα ατομικά προσόντα των ατόμων.

Η συμπεριφορά που οφείλει να έχει το άτομο, επειδή κατέχει μια θέση σε μια κοινωνική ομάδα, προσδιορίζει τον κοινωνικό του ρόλο. Κάθε θέση συνδέεται με ρόλους και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και δικαιώματα. Οι κοινωνικοί ρόλοι προσδιορίζονται από συγκεκριμένους κοινωνικούς κανόνες που καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων. Κάθε άτομο προσαρμόζει τη συμπεριφορά του για κάθε ρόλο στη δική του προσωπικότητα.

Η ελευθερία προσαρμογής του κοινωνικού ρόλου στην προσωπικότητα του ατόμου εξαρτάται από την κοινωνία στην οποία ζει. Το άτομο ασκεί πολλούς κοινωνικούς ρόλους ταυτόχρονα. Οι υποχρεώσεις που συνεπάγεται ένας ρόλος μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση με τις υποχρεώσεις ενός άλλου ρόλου.

Οι κοινωνικοί κανόνες είναι πρότυπα συμπεριφοράς που διαμορφώνονται με βάση τις κοινωνικές αξίες κάθε κοινωνίας ή κοινωνικής ομάδας. Οι γενικοί κανόνες αφορούν στο κοινωνικό σύνολο, ενώ οι ειδικοί αφορούν στις επιμέρους κοινωνικές ομάδες. Οι αυστηροί κανόνες προβλέπουν ποινές σε όσους τους παραβαίνουν ενώ οι ελαστικοί αφήνουν περιθώρια ελευθερίας. Ο τυπικοί είναι οι γραπτοί νόμοι του κράτους, ενώ οι άτυποι αφορούν σε άγραφα έθιμα και συνήθειες.

Η κοινωνική ανισότητα επικρατεί σε κάθε κοινωνία, εφόσον τα άτομα δεν διαθέτουν τα ίδια κοινωνικά χαρακτηριστικά. Κοινωνική κινητικότητα είναι η δυνατότητα μετακίνησης ενός ατόμου από μια κοινωνική τάξη σε μία άλλη. Η θέση που καταλαμβάνει κανείς στην κοινωνική ιεραρχία έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα και είναι πιθανόν, εκτός των άλλων, να οφείλεται και στα γονίδια. Μια έρευνα από τη Χαϊλαν Χου που προσέθεσε γονίδιο σε ποντίκια με το οποίο αυξάνοντας οι συνάψεις και η δραστηριότητα του προμετωπιαίου εγκεφαλικού τους λοβού τα έκανε ηγέτες, ενώ η προσθήκη ενός άλλου γονιδίου που μείωνε τις συνάψεις και τη δραστηριότητα του προμετωπιαίου λοβού τα έκανε υποτελή. Άλλες έρευνες βρήκαν ότι οι κοινωνίες δίνουν μεγαλύτερο στάτους σε αυτούς που δωρίζουν περισσότερο από τα χρήματα τους σε κοινά ταμεία και σε αυτούς που θυσιάζουν τα ατομικά τους ενδιαφέροντα για το κοινό καλό. Βέβαια αυτό συμβαίνει μόνο αν αυτοί οι άνθρωποι συνδέονται και είναι μέλη της κοινότητας. Αν δεν ανήκουν στην ομάδα δεν αυξάνεται το κύρος τους. Από την άλλη, άτομα με υψηλότατο κύρος μπορεί να κάνουν τις πιο ανήθικες πράξεις, θεωρώντας ότι έχουν αυτό το δικαίωμα λόγω της πολύ υψηλής τους θέσης.

Τα οικονομικά του κοινωνικού στάτους




Σε ένα πολύ διαφωτιστικό άρθρο, ο Kevin Simler, πραγματεύεται το κοινωνικό στάτους (ή κύρος ή δύναμη) σα να ήταν ένας τραπεζικός λογαριασμός στον οποίο κάνουμε καταθέσεις και αναλήψεις και συνεπώς άλλοτε αυξάνεται και άλλοτε μειώνεται.

Για τον Simler, το κοινωνικό στάτους είναι κάτι το ευμετάβλητο, το οποίο μπορούμε να ανταλλάξουμε για χρήματα, χάρες, σεξ, πληροφορίες ή το ανάποδο! Οι καθημερινές μας ζωές χαρακτηρίζονται από μικρά κέρδη και μικρές απώλειες της κοινωνικής μας δύναμης.

Το στάτους ζει στα μυαλά των μελών μιας κοινότητας και πιο συγκεκριμένα το στάτους του καθενός μέλους ζει στα μυαλά των υπολοίπων μελών της κοινότητας του.

«Πουλάμε» το στάτους μας για να μας κάνουν χάρες και κάνουμε χάρες σε άλλους για να «αγοράσουμε» στάτους. Ακόμη και οι λέξεις «παρακαλώ» και «ευχαριστώ» που χρησιμοποιούμε, δεν κάνουμε τίποτα άλλο από το να αυξάνουμε το κύρος του ανθρώπου στον οποίο απευθυνόμαστε με σκοπό να σχηματίσει για εμάς μια θετικότερη εικόνα. Αντίστοιχα, όταν τα συναισθήματα μας μάς πληροφορήσουν ότι κάποιος μας «έκλεψε» κοινωνικό στάτους, τότε αντιλαμβανόμαστε αυτόν που μας το έκανε με αρνητικό τρόπο. Φυσικά, όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι ή σε σύγκριση με κάποιον που έχει μεγαλύτερο στάτους μπορεί να νιώσουμε ασήμαντοι (και επομένως αρνητικά), ενώ το αντίθετο μπορεί να συμβεί όταν συγκριθούμε με κάποιον που έχει μικρότερη κοινωνική δύναμη από εμάς. Ένας από τους πιο συνηθισμένους και ανώδυνους τρόπους προκειμένου να μειώσουμε τη δύναμη των ισχυρών της κοινωνίας μας απέναντι μας είναι το κουτσομπολιό. Κουτσομπολεύοντας τις αδυναμίες κάποιου αστέρα της τηλεόρασης ( το βάρος του, τη σεξουαλική του ταυτότητα, τη σύντροφο του) νιώθουμε αμέσως δυνατότεροι και μηδενίζεται το αρνητικό μας συναίσθημα όταν συγκρινόμαστε μαζί του. Βεβαίως υπάρχουν και οι άνθρωποι που δίπλα σε άτομα με κύρος νιώθουν σημαντικότεροι και πιο ασφαλείς, και επομένως η διαχείριση του κύρους εξαρτάται από πολλά προσωπικά και ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία.

Το κοινωνικό στάτους, τέλος, δεν αναφέρεται μόνο σε άτομα που το κατέχουν και το διαχειρίζονται, αλλά και σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες, έθνη, ή φυλές. Είναι ευνόητο ότι οι ανώτερες κοινωνικές ομάδες (π.χ. εύποροι, λευκοί, υπήκοοι ισχυρών κρατών) χρησιμοποιούν τη δύναμη τους για να μην επιτρέψουν στις κατώτερες κοινωνικές ομάδες να αποκτήσουν κύρος και αυτό το κάνουν με κοινωνικούς αποκλεισμούς, στιγματισμό, καλλιέργεια στερεοτύπων κ.λπ.

Οι τρόποι με τους οποίους διαχειριζόμαστε καθημερινά την κοινωνική μας δύναμη είναι πολυποίκιλοι. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα:

Ένα μέρος των χρημάτων μας (για μερικούς ένα μεγάλο μέρος) δαπανώνται για την ενίσχυση του κοινωνικού μας πρεστίζ! Τί άλλο κάνουμε, αλήθεια, όταν αγοράζουμε καινούργιο πολυτελές αυτοκίνητο, ακριβά ρούχα, εξοχικό ή γιότ; Όταν από την άλλη αποφασίζουμε να πάμε διακοπές στο Μαϊάμι, το κάνουμε για να εξερευνήσουμε το μέρος, ή για να το πούμε αργότερα στους γείτονες μας να ζηλέψουνε; Για τον ίδιο λόγο, συνήθως, δεν αγοράζουμε και σκύλο ράτσας αντί να περιθάλψουμε ένα σκυλάκι των δρόμων;

Συνήθως οι περισσότερες ενέργειες των ανθρώπων αποβλέπουν στην αύξηση του κοινωνικού πρεστίζ! Σπουδάζουμε και δαπανούμε χρόνο και χρήμα στην απόκτηση ενός πτυχίου με την ελπίδα αυτό να μας εξασφαλίσει ένα επάγγελμα υψηλού κοινωνικού κύρους (γιατρός, δικηγόρος κ.λπ.). Αν το επάγγελμα κάποιου δεν βοηθά στην αύξηση της κοινωνικής του δύναμης δημιουργείται μεγάλο πρόβλημα σε αυτόν που θέλει να συνεχίσει να το ασκεί. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένας πτυχιούχος μαθηματικός έχει τελειώσει τις μεταπτυχιακές του σπουδές, βραβεύεται στην επιστήμη του, δημοσιεύει εργασίες σε επιστημονικά περιοδικά, αλλά παρά την αναγνώριση του επιστημονικού του έργου παραμένει άνεργος. Για χαρτζιλίκι μπορεί να παραδίδει και κάποια ιδιαίτερα μαθήματα. Το κύρος που αυτός ο άνθρωπος έχει στο χωριό του, ένα χωριό π.χ. στην Ήπειρο, θα είναι μηδαμινό. Πρώτον γιατί κανείς δεν καταλαβαίνει τι θα πει «ανώτερα μαθηματικά» και δεύτερον διότι δεν έχει εισοδήματα, κάτι που σημαίνει κοινωνική αποτυχία. Αν όμως, αντί για τις περγαμηνές στις σπουδές του, εμφανιζόταν στο χωριό του να οδηγεί μια Mercedes, τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά γι’ αυτόν… Η Mercedes, σύμβολο ευμάρειας και ανωτερότητας της κοινωνικής τάξης του κατόχου της, θα «χτυπούσε στο μάτι» πολύ περισσότερο από τα μεταπτυχιακά, τις βραβεύσεις και την επιστημονική αναγνώριση.

Το πού θα πάμε διακοπές, είναι ένα επίσης τρανταχτό παράδειγμα του πώς επιχειρούμε μέσω του ταξιδιού μας να αυξήσουμε την κοινωνική μας δύναμη. Οι περισσότεροι θέλουν να ταξιδέψουν σε μέρη που ακούγονται εξωτικά ή συμβολίζουν πλούτο ή κουλτούρα. Π.χ. Σεϋχέλλες, Ταϊλανδή, Παρίσι, Ρώμη, Βερολίνο Νέα Υόρκη. Το ίδιο ισχύει και για μέρη της χώρας μας: Μύκονος, Σαντορίνη, Ρόδος, Κρήτη, Κέρκυρα. Μπορεί μια παραλία του Πηλίου ή της Ξάνθης να είναι ισάξια με τις προαναφερόμενες. Δεν έχει όμως την ίδια δύναμη. Εντελώς αλλιώς θα ακουστεί η Μύκονος από το Χορευτό Πηλίου ή τα Μάγγανα της Ξάνθης.

Το ανάλογο συμβαίνει για όλα αυτά που κάνουμε καθημερινά: το σχολείο που πηγαίνουν τα παιδιά μας, το μαγαζί που διασκεδάζουμε το Σαββατόβραδο, το εμπορικό κέντρο που αγοράζουμε τα ρούχα μας, η περιοχή που είναι το σπίτι μας, η μάρκα του αυτοκινήτου μας, η δουλειά που κάνουμε, τα χόμπι που έχουμε, οι σύλλογοι που ανήκουμε, οι συναυλίες και τα θεατρικά που παρακολουθούμε, το μαύρισμα του δέρματος μας το καλοκαίρι, κ.ο.κ. όλα μπαίνουν στο χρηματιστήριο της κοινωνικής δύναμης μας και προσθέτουν ή αφαιρούν πόντους από τη συνολική μας εικόνα.

Ο ιστορικός πολιτικός Ανδρέας Παπανδρέου όταν ρωτήθηκε σε συνέντευξη σχετικά με το τί άφησε στα παιδιά του σαν κληρονομιά, είπε ότι τους άφησε τις σπουδές τους και το όνομα του (δηλ. το κοινωνικό του κύρος).

Το κοινωνικό στάτους μπορεί και να χαθεί πρόσκαιρα ή μόνιμα: ένα τέτοιο παράδειγμα μπορούμε να βρούμε στους τραγουδιστές της Ελλάδος που δοκίμασαν την τύχη τους στην Eurovision και απέτυχαν (η τελική βαθμολόγηση τους ήταν πολύ κακή). Παρά την πρότερη φήμη που απολάμβαναν, η αποτυχία στη Eurovision παρέσυρε προς τα κάτω όλη την προηγούμενη καλή τους εικόνα.

Τα καλλιστεία, τα τηλεπαιχνίδια, τα ριάλιτι κ.λπ. εκμεταλλεύονται κατά κόρον την επιθυμία των ανθρώπων να αποκτήσουν κοινωνική αναγνωρισιμότητα και επομένως κοινωνικό στάτους.

Τα σύμβολά του κύρους είναι συγκεκριμένα και εκτίθενται πάντα για τη δημιουργία συγκεκριμένων εντυπώσεων: ιδιαίτερα φουλάρια, παράξενα χτενίσματα, εκκεντρικά ρούχα, έντονα κοσμήματα, υπεροπτικό ύφος. Όλα αυτά θα μπορούσαν να κάνουν κάποιον να μοιάζει διαφορετικός: ή προς το ένα άκρο (αυτό της τρέλας) ή προς το άλλο άκρο (αυτό του υψηλού κοινωνικού στάτους). Το πώς θα κατηγοριοποιηθεί κανείς τελικά εξαρτάται από το υπόλοιπο υπόβαθρο του. Αν ο εκκεντρικά ντυμένος είναι γνωστός πλούσιος, καλλιτέχνης, ή επιτυχημένος επιχειρηματίας, για παράδειγμα, το εκκεντρικό του ντύσιμο θα ενισχύσει την κοινωνική του εικόνα. Σε έναν άσημο και φτωχό, από την άλλη, ένα εκκεντρικό ντύσιμο θα προκαλούσε μάλλον δυσμενή σχόλια.



Κοινωνική Νοημοσύνη


(αφιερωμένο στην κυρία Μαριάννα Βαρδινογιάννη, που συνδυάζει την απόλυτη οικονομική δύναμη με τη φροντίδα για τον πόνο του άλλου)

Το δίλημμα του κρατούμενου


Αν και δεν είναι αναμενόμενο σε πρώτη σκέψη, επιστημονικά έχει αποδειχθεί ότι οι άνθρωποι συνήθως λειτουργούν ανταγωνιστικά, παρόλο που το κοινό τους συμφέρον θα απαιτούσε να συνεργαστούν.

Σε άρθρο του Λεωνίδα Μανιάτη διαβάζουμε για τη νέα σύγκλιση βιολογίας και οικονομικών υποβοηθήθηκε από μια κοινή μεθοδολογία -τη θεωρία παιγνίων, την οποία εισήγαγε στη βιολογία ο John Maynard Smith.

Ιδού μια δραματοποιημένη εκδοχή ενός παιχνιδιού που έχει αποδειχθεί εξαιρετικά περιεκτικό σε πληροφορίες και για τις δύο επιστημονικές ειδικότητες, «το δίλημμα του κρατουμένου».

Δύο συνένοχοι οδηγούνται σε χωριστά κελιά και ανακρίνονται από την αστυνομία. Ο καθένας τους έρχεται αντιμέτωπος με ένα δίλημμα. Εάν και οι δύο ομολογήσουν, θα πάνε και οι δύο στη φυλακή για τρία χρόνια. Εάν και οι δύο μείνουν σιωπηλοί, θα πάνε στη φυλακή για ένα μόνο χρόνο, για κάποιο μικρότερο παράπτωμα το οποίο μπορεί να αποδείξει η αστυνομία. Αλλά εάν ο ένας ομολογήσει και ο άλλος δεν μιλήσει, ο προδότης θα αφεθεί ελεύθερος κατόπιν συμφωνίας με την αστυνομία, ενώ αυτός που έμεινε πιστός στην συνεργασία τους θα πάει φυλακή για πέντε χρόνια.

Υποθέτοντας ότι οι δύο κρατούμενοι δεν είχαν συζητήσει το δίλημμα πριν συλληφθούν, εμείς βλέπουμε ότι θα συνέφερε και τους δύο κρατουμένους να δράσουν αλτρουιστικά και να μείνουν πιστοί στη συνεργασία τους χωρίς να καρφώσουν ο ένας τον άλλο, γιατί έτσι θα πάνε από ένα μόνο χρόνο φυλακή ο καθένας.

Από τη μεριά του κάθε ενός κρατουμένου όμως, το δίλημμα τίθεται ως εξής: μπορώ να εμπιστευτώ το συνεργάτη μου ότι δεν θα μιλήσει; αν ναι, με συμφέρει να μιλήσω εγώ και να τον προδώσω, γιατί τότε δεν θα πάω καθόλου φυλακή. Αν όχι (οπότε θα με καρφώσει αυτός), με συμφέρει και πάλι να καρφώσω, ώστε τουλάχιστον να πάω μέσα τρία χρόνια και όχι πέντε.

Το αποτέλεσμα είναι ότι τελικά κατηγορούν έτσι ο ένας τον άλλο και πάνε από τρία χρόνια φυλακή, αντί για ένα που θα πήγαιναν εάν κανένας δε μιλούσε. Στη γλώσσα των παιγνίων, λέμε ότι ατομικά ορθολογικές στρατηγικές καταλήγουν σε ένα συλλογικά παράλογο αποτέλεσμα.

Η κοινωνική συνεργασία


Οι βιολόγοι ενδιαφέρονται για το δίλημμα του κρατουμένου ως ένα μοντέλο για την εξέλιξη της συνεργασίας. Υπό ποιες συνθήκες, αναρωτιώνται, θα συνέφερε ένα ζώο να αναπτύξει μια στρατηγική βασισμένη στη συνεργασία μάλλον παρά στην αποστασία;

Όταν δοκίμασαν το δίλημμα στην πράξη, βγήκαν πρωτότυπα συμπεράσματα. Εάν το παιχνίδι είναι ένα μόνο ανάμεσα σε μια μακρά σειρά, που πράγματι παίχτηκαν από φοιτητές, ερευνητές, ή υπολογιστές, για πόντους μάλλον παρά για χρόνια στη φυλακή, βρέθηκε ότι υπό τέτοιες περιστάσεις η καλύτερη ατομική στρατηγική είναι να συνεργαστείς στην πρώτη δίκη, και ύστερα να κάνεις ότι έκανε και ο άλλος την τελευταία φορά. Αυτή η στρατηγική έγινε γνωστή ως ο κανόνας της ανταπόδοσης (tit-for-tat, στα ελληνικά κάτι σαν «μία σου και μία μου», όχι με την αρνητική μόνο έννοια).

Η απειλή της αντεκδίκησης μειώνει κατά πολύ τα πιθανά κέρδη μιας αποστασίας. Ερευνητές που μελέτησαν αθλητικούς αγώνες, βρήκαν ότι δεν υπάρχει στρατηγική ικανή να χτυπήσει την tit-for-tat. Η στρατηγική tit-for-two-tats, δηλαδή να συνεχίσεις τη συνεργασία ακόμη και αν ο άλλος αποστατήσει μια φορά, αλλά όχι εάν αποστατήσει δεύτερη, είναι η μόνη που κάπως την πλησιάζει, αλλά ανάμεσα σε εκατοντάδες στρατηγικές που δοκιμάστηκαν, καμιά δεν δουλεύει καλύτερα. Έκτοτε οι βιολόγοι βρίσκουν τη στρατηγική να εφαρμόζεται σε ολόκληρο το ζωικό βασίλειο. Μία θηλυκή νυχτερίδα βαμπίρ θα προσφέρει αίμα (!) σε μια άλλη θηλυκιά, όχι όμως εάν η τελευταία της αρνήθηκε ανάλογη προσφορά στο παρελθόν.

Τέτοιες περιπτώσεις έχουν πείσει τους βιολόγους ότι η βάση της κοινωνικής ζωής σε ζώα όπως τα πρωτεύοντα και τα δελφίνια, είναι η αμοιβαιότητα. Οι μπαμπουίνοι και οι χιμπατζήδες θυμούνται περασμένες χάρες όταν έρχονται ο ένας σε βοήθεια του άλλου στους καυγάδες. Αλλά και οι άνθρωποι κάνουν το ίδιο. Βρέθηκε, για παράδειγμα, ότι μεταξύ των Ache της Παραγουάης, οι κυνηγοί που έπιασαν θήραμα μοιράζονται το κρέας με αυτούς που τους έχουν βοηθήσει στο παρελθόν ή είναι πιθανό να τους βοηθήσουν στο μέλλον.

Η συνέπεια αυτών των ερευνών είναι ότι όπου η συνεργασία μεταξύ ατόμων πράγματι αναπτύσσεται, υπερνικώντας το δίλημμα του κρατουμένου, το κάνει με τη στρατηγική της ανταπόδοσης. Μια προσεκτική ανταλλαγή εξυπηρετήσεων, επιτρέπει να χτιστεί εμπιστοσύνη πάνω σε μια σκαλωσιά ατομικών αμοιβών. Το συμπέρασμα της βιολογίας, με άλλα λόγια, είναι ελπιδοφόρο: Η συνεργασία μπορεί πράγματι να αναδυθεί φυσιολογικά. Το συλλογικό συμφέρον μπορεί να εξυπηρετηθεί από την επιδίωξη των εγωιστικών συμφερόντων.

Όπως λοιπόν δείχνουν περιπτώσεις όπως της Βαλέντσια, όπου το πρόβλημα των κοινωνικών αγαθών έχει λυθεί, η απάντηση δεν είναι ούτε η ιδιωτικοποίηση ούτε ο συγκεντρωτισμός. Οι ντόπιοι μπορούν και πράγματι λύνουν τα προβλήματά τους από κοινού, στο βαθμό που η κοινότητα παραμένει μικρή, σταθερή, με ανοιχτές γραμμές επικοινωνίας, και έχει ένα ισχυρό ενδιαφέρον για το μέλλον.

Μεταξύ των παραδειγμάτων που αναφέρονται είναι και μια μικρή κοινότητα ψαράδων στο Alanya της Τουρκίας. Τη δεκαετία του '70 οι ντόπιοι ψαράδες έπεσαν στη συνήθη παγίδα της υπεραλίευσης, της διαμάχης και της πιθανής εξάντλησης των φυσικών πόρων. Αλλά τότε ανάπτυξαν ένα ευφυές και πολύπλοκο σύστημα κανόνων, με το οποίο σε κάθε ψαρότοπο επιτρέπεται ένας μόνο ψαράς κυκλικά, ανάλογα με τις εποχές. Τους κανόνες επιβάλλουν οι ψαράδες από μόνοι τους, αν και η κυβέρνηση αναγνωρίζει το σύστημα με νόμο.

Στη Βαλέντσια συμβαίνουν λίγο - πολύ τα ίδια. Τα άτομα γνωρίζονται μεταξύ τους και μπορούν γρήγορα να προσδιορίσουν τους κλέφτες. Επειδή το παιχνίδι παίζεται ξανά και ξανά, κάθε απατεώνας διακινδυνεύει οστρακισμό και κυρώσεις στον επόμενο γύρο. Έτσι μια μικρή, σταθερή κοινότητα, που αλληλεπιδρά επαναλαμβανόμενες φορές, μπορεί να βρει τρόπο να προωθήσει το κοινό συμφέρον -μεταβάλλοντας τους ιδιωτικούς υπολογισμούς.

Μερικοί βιολόγοι ισχυρίζονται ότι ακόμη και αρκετές μεγάλες ομάδες μπορούν να συνεργαστούν. Τα προβλήματα κοινών πόρων έχουν βαθιές ρίζες στη γενετική των φυτών και των ζώων. Για να λειτουργήσει ένας ανθρώπινος οργανισμός, 75.000 διαφορετικά γονίδια πρέπει να συνεργαστούν και να αντιμετωπίσουν τα γονίδια εισβολείς και γενικώς τα καταφέρνουν.

Η αντικοινωνική συμπεριφορά και η θεραπεία της


Τα κοινωνικά πειράματα που απέδειξαν ότι το βασικό μοντέλο της ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι ο κανόνας της ανταπόδοσης (μία σου και μία μου), μας επιτρέπουν να δούμε την αντικοινωνική συμπεριφορά και από μια άλλη γωνία: ο αντικοινωνικός άνθρωπος είναι ένα άτομο, που στο παρελθόν έχει βιώσει πολλές απογοητεύσεις, ματαιώσεις και τραύματα και σήμερα «ανταποδίδει» αυτά που έχει ήδη «πάρει». Υπό αυτό το πρίσμα, αν σήμερα δεχτεί μια άλλη συμπεριφορά με θετικά στοιχεία (εμπιστοσύνη, αποδοχή, σεβασμό), είναι πολύ πιθανόν να «ανταποδώσει» αυτά τα νέα στοιχεία και να συμπεριφερθεί με αποδεκτό κοινωνικά τρόπο!

Η σκέψη αυτή δεν είναι ούτε πρωτότυπη ούτε καινούργια. Πολλοί ιερείς και ψυχολόγοι το έχουν αποδείξει αυτό δουλεύοντας σε ψυχιατρεία και φυλακές, όπου ένα μεγάλο ποσοστό τροφίμων (πρώην εγκληματιών) άλλαξαν συμπεριφορά προς το θετικότερο. Το ίδιο έχουν πετύχει και άλλοι φωτισμένοι άνθρωποι στη δουλειά τους με τσιγγάνους, ινδιάνους και άλλες κοινωνικά απομονωμένες ομάδες.

Σε θεωρητικό επίπεδο, την ανάγκη του κάθε ανθρώπου για θετική κοινωνική συμπεριφορά και πραγμάτωση του δυναμικού του, την περιέγραψε πρώτος ο Rogers, που αναγνώρισε ως θεμελιώδη τάση του ανθρώπινου οργανισμού την προσπάθεια του για βελτίωση με απώτερο σκοπό την αυτοπραγμάτωση. Αυτό είναι και το μοναδικό κίνητρο που προσδίδει ο Rogers στην ανθρώπινη φύση. Το άτομο, δεν αντιδρά παθητικά στο περιβάλλον αλλά προχωράει, με γνώμονα, σκοπό και κινητήρια δύναμη την τάση του να πραγματωθεί, να διατηρήσει και να επεκτείνει την εμπειρία του. Η τάση αυτή είναι έμφυτη και αν και δύναται να καταπιεστεί, δεν δύναται να καταστραφεί χωρίς την καταστροφή του οργανισμού. Ο Maddi (1996) το περιγράφει αυτό σαν μια «βιολογική πίεση για να ολοκληρωθεί το γενετικό σχέδιο δράσης. Ο κάθε άνθρωπος, έχει την θεμελιώδη εντολή να εξελίξει το δυναμικό του».

Ίσως η πιο σημαντική επιταγή της Παλαιάς Διαθήκης να ήταν το «οφθαλμός αντί οφθαλμού», και λογοτεχνικά να το διαβάσαμε στην πλήρη της έκφραση στο έργο «Κόμης του Μόντε Κρίστο» (γαλλ.: Le Comte de Monte-Cristo). Ωστόσο, οι μεγαλύτερες μορφές της ανθρώπινης Ιστορίας και της θρησκείας (Σωκράτης, Χριστός) έχουν υπερβεί την σκληρότητα και την εκδίκηση αυτού του κανόνα και θυσιάστηκαν για να αποδείξουν ότι υπάρχει πάντα και ο δρόμος της συγχώρεσης!

Η προέλευση της κοινωνικής δύναμης


Όλοι οι άνθρωποι, μηδενός εξαιρουμένου, επιθυμούν την κοινωνική δύναμη! Από τη στιγμή, που καμία κοινωνία δεν μπορεί για μεγάλο χρονικό διάστημα να είναι ισότιμη, θεωρητικά όλοι θα επιθυμούν να είναι στα υψηλά κλιμάκια αντί των χαμηλών. Απόδειξη η ψυχοπαθολογία και σωματική νόσος που αναπτύσσεται σε πολύ μεγαλύτερα ποσοστά στις χαμηλές κοινωνικά τάξεις και τους κοινωνικά αποκλεισμένους, και η αίσθηση απαξίωσης που νιώθουν σε κοινωνικά πειράματα τα υποκείμενα που τοποθετούνται σε χαμηλές θέσεις.

Ωστόσο, το να είναι κανείς σε υψηλή κοινωνική θέση με μεγάλη δύναμη αποτελεί τη μία όψη του νομίσματος: το πώς απέκτησε αυτή τη δύναμη είναι η άλλη!

Η κοινωνική δύναμη δεν είναι κάτι που υπάρχει κάπου σε αφθονία, όπως το οξυγόνο για παράδειγμα, το οποίο κάποιος αναπνέει και χρησιμοποιεί όσο θέλει. Η κοινωνική δύναμη είναι μοιρασμένη στα μέλη μιας κοινωνίας και για να την κερδίσει κάποιος απαιτείται να την «πάρει» από κάποιον άλλο. Συνεπώς, η απόκτηση της κοινωνικής δύναμης απαιτεί τη νικηφόρα μάχη έναντι άλλου ή άλλων. Το κρίσιμο ζήτημα είναι με ποιόν τρόπο μάχεται κάποιος προκειμένου να αποκτήσει κοινωνική δύναμη: με ηθικό, τίμιο και θεμιτό τρόπο, ή «πατά επί πτωμάτων» για να αποκτήσει αυτό που θέλει.

Καλώς ή κακώς, πολλά επιτίμα και σεβαστά μέλη της παγκόσμιας κοινότητας απέκτησαν τη δύναμη τους με αθέμιτα και παράνομα μέσα. Πολλά άτομα του λεγόμενου «καλού κόσμου» έχουν κάνει χρήματα με «κυβερνητικές χάρες», με «χαρισμένα δάνεια», με «ψεύτικους διορισμούς», και ακόμη χειρότερα εμπορευόμενοι την χειρουργική τους τεχνογνωσία, τη θέση τους στην εφορία, το τελωνείο, την πολεοδομία, και ακόμη πολύ χειρότερα και εγκληματικά πουλώντας ανθρώπους (trafficking) και ναρκωτικά!

Η κοινωνική δύναμη, για να είναι αποδεκτή, πρέπει να αποκτιέται και με νόμιμους και με κοινωνικά δίκαιους τρόπους (π.χ. νόμιμο εμπόριο). Και όπου έχει αποκτηθεί με παράνομους ή ανήθικους τρόπους θα πρέπει, αν μη τι άλλο, να μην αναγνωρίζεται!

Κοινωνική δύναμη και κοινωνική νοημοσύνη


Ίσως σχετικά με την κοινωνική δύναμη, ακόμη και από το πώς αποκτήθηκε, σημαντικότερο να είναι το πώς χρησιμοποιείται! Η πιο διαδεδομένη, και διαχρονικά πιο χρησιμοποιούμενη στρατηγική είναι το να χρησιμοποιείται, με τρόπο ώστε να αποκτήσει ο κάτοχος της κι άλλη δύναμη: ο πλούσιος προσπαθεί να γίνει πλουσιότερος, ο πατέρας προσπαθεί να προικίσει τα παιδιά του και να τα πείσει να συνεχίσουν την επιχείρηση του, ο πολιτικός να κάνει πολιτικούς τα τέκνα του, ο λευκός να μην αφήσει την εξουσία στους μαύρους, οι άντρες να μην δεχτούν στην κυβέρνηση γυναίκες κ.ο.κ.

Με όλες αυτές τις τόσο διαδεδομένες και γνωστές στρατηγικές, ο κόσμος μας είναι άνισος, άδικος, άρρωστος και αυτοκαταστροφικός (σε μερικές δεκαετίες η γη θα στερέψει από πόρους)!

Οι πλούσιοι και δυνατοί αυτού του κόσμου συνήθως περιχαρακώνουν τη δύναμη τους: μένουν σε απομονωμένα μέρη, με ψηλούς τοίχους και σεκιούριτι, κυκλοφορούν με μπράβους, κάνουν παρέες μόνο μεταξύ τους και πηγαίνουν διακοπές σε εξωτικά μέρη όπου η μόνη σύνδεση που έχουν με τους ντόπιους είναι ο ξεναγός.

Ωστόσο, όπως αποδεικνύουν οι ψυχολόγοι και περιγράφει πολύ διεξοδικά ο Daniel Goleman στο έργο του «Κοινωνική Νοημοσύνη», ο εγκέφαλος των ανθρώπων είναι κοινωνικός και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος αν είναι «αποστειρωμένος» από τα υπόλοιπα κοινωνικά στρώματα. Η γνωστή χριστουγεννιάτικη ιστορία του Σκρουτζ που είναι πλούσιος και δυστυχισμένος και χαίρεται μόνο όταν αρχίζει να δίνει φαίνεται να λέει μια μεγάλη, παγκόσμια και διαχρονική αλήθεια: κανείς δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος αν δεν δίνει!

Άνθρωποι σαν τον ιδρυτή του facebook (χάρισε 2 δις δολάρια στους άστεγους), τον Hilton, τον Sting, τη Jolie, ή τη Μαριάννα Βαρδινογιάννη, ομολογούν ότι μόνο με την κοινωνική προσφορά τα λεφτά τους βρίσκουν τη θέση τους!

Και πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει: ο άνθρωπος έχει εγκεφαλικές δομές (π.χ. τους καθρεπτικούς νευρώνες  κ.α.), εξαιτίας των οποίων επηρεάζεται στο συναίσθημα του από το συναίσθημα του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Συνεπώς, είναι προς συναισθηματικό συμφέρον του κάθε δυνατού, το να έχει ευχαριστημένους, ειλικρινείς και ευγνώμονες ανθρώπους γύρω του. Και αυτό μπορεί να το πετύχει μόνο με την κοινωνική προσφορά! Σε κάθε άλλη εγωιστικό τρόπο ζωής αναγκαστικά δυστυχεί ή αρρωσταίνει… Υπάρχουν δε πολλά παραδείγματα, όπου κάποιος εγωιστικά σκεπτόμενος άνθρωπος έζησε σε μια δική του «ψευδαισθητική» ευτυχία, αλλά δεν γλύτωσαν από τη δυστυχία και την αρρώστα τα παιδιά του.

Και φυσικά, το κύρος δεν έχει να κάνει μόνο με το χρήμα: κύρος και δύναμη έχει για το παιδί ο γονιός και ο δάσκαλος, για τον πιστό ο ιερέας, για τον πολίτη ο πολιτικός, για το φοιτητή ο καθηγητής, για τον τηλεθεατή ο δημοσιογράφος. Για όλους τους ανθρώπους με κοινωνική δύναμη ισχύει ο ίδιος κανόνας: αν η δύναμη δεν μοιράζεται και δεν προσφέρεται, στην αρχή δυστυχούν αυτοί που έχουν λιγότερη δύναμη και στο τέλος αυτός που έχει την περισσότερη.

Συμπερασματικά, η ανάγκη για κοινωνική δύναμη είναι μεγάλη, πανανθρώπινη και διαχρονική: το από πού όμως προέρχεται και ακόμη πιο σημαντικό, το πώς χρησιμοποιείται, καθορίζει την κοινωνική λειτουργικότητα και συνοχή και υγεία. Αξίες όπως η ηθική, η άμιλλα, και η επιμονή προκειμένου να αποκτηθεί η κοινωνική δύναμη, και η δικαιοσύνη, η γενναιοδωρία, η αλληλεγγύη και η προσφορά όταν αυτή η δύναμη αποκτηθεί είναι η μόνη δυνατότητα ώστε να υπάρξει μία ευτυχισμένη, υγιής και βιώσιμη κοινωνία στον ταλαιπωρημένο μας μικρό πλανήτη!

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

Βιομηχανία Διαζυγίων: Ο άπλυτος πολιτικός ‘πολιτισμός’ της χώρας μας


Δρ Νίκου Σπιτάλα, (http://spitalas.blogspot.com) καθηγητού Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης, Προέδρου του ΣΥΓΑΠΑ (www.sos-sygapa.eu)
Η κρίση στην Ελλάδα ξεκίνησε από 30ετίας με την ευημερία, την εύκολη κτήση χρημάτων, την λεγόμενη ‘πρόοδο’ σύμφωνα με τα δυτικο-ευρωπαϊκά και αμερικανικά δεδομένα και συνήθειες.
Ένα από τα ήθη της νέας τάξης πραγμάτων είναι και το διαζύγιο. Δηλαδή, με το πρόσχημα της γρήγορης λύσης του γάμου, της διευθέτησης των περιουσιακών και της λεγόμενης ‘ανεξαρτησίας’, χωρίζουν με την ευλογία της Πολιτείας και της Εκκλησίας, δίχως να υπάρχει κατάλληλη κουλτούρα για τα υπόλοιπα θέματα που κατά την άποψη των ειδικών είναι τα σπουδαιότερα: Τα παιδιά και το ηθικό μέρος της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης.
Ετσι, εμφανίζονται σήμερα, ένα εκατομμύριο διαζευγμένα ζευγάρια, 200.000 παιδιά εκτός γάμου, 20.000 επίσημα-νομικά διαζύγια το χρόνο.  Μαζί μ’αυτά, έχουμε διεκδικήσεις, κακοποιήσεις (ή δήθεν κακοποιήσεις, χάριν των συμφερόντων) και καθημερινές ιστορίες τρέλας που διαδραματίζονται στα δικαστήρια ή/και σε ψυχολόγους/κέντρα στήριξης.
Τα αποτελέσματα του μοντερνισμού έχουν και αυτή τη μορφή. Η νέα γενιά γαλουχείται με αυτά τα μοντέλα, με αυτές τις συνήθειες. Σ’αυτά προστέθηκαν και τα πρότυπα της τηλεόρασης που προβάλει συνεχώς και αδιαλείπτως τις ίδιες αυτές καταστάσεις, την μονογονική οικογένεια, την μάνα με παιδί, την δήθεν κακοποίηση.
Το Κράτος σε όλα αυτά έμεινε απαθές. Οι άνθρωποι που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας όχι μόνο δεν ενδιαφέρονται αλλά επιπλέον αρέσκονται να έχουν ανθρώπους εξαρτώμενους, υποτελείς και ψυχολογικά ασθενείς.
Οι μισές υποθέσεις που εκδικάζονται καθημερινά στα δικαστήρια, έχουν σχέση με τα οικογενειακά θέματα. Οι ψυχολόγοι/ψυχίατροι έχουν δουλειά. Ο κρατικός όμως μηχανισμός αποδείχθηκε ανεπαρκής και το νομοθετικό πλαίσιο ελλιπές. Οι λειτουργοί της δικαιοσύνης και της υγείας ανεπαρκείς και ανημέρωτοι, οι δάσκαλοι δίχως γνώσεις επί του θέματος, και καμία υπηρεσία δεν είναι σε θέση να διορθώσει τα εγκληματικά λάθη και ελλείψεις.
Η νέα γενιά, μεγαλώνει σε ένα κυκεώνα αποστροφής του συστήματος, δίχως το πρότυπο του πατέρα/άνδρα, με ψυχολογικά προβλήματα, παραβατικότητα και μίσος για την κοινωνία δίχως να αντιλαμβάνεται ότι το πρόβλημα προέρχεται από όσα τους δώσανε ως πρότυπα, χθες, όση (μισή) εκπαίδευση τους πρόσφεραν, όσα χτυπήματα δέχθηκε η οικογένεια έως τώρα από την αδιαφορία και καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προέρχεται από το ίδιο το κράτος και την κρατική εξουσία. Η ανικανότητα διαχείρισης του άκρως πολιτικού θέματος των διαζυγίων σε συνδυασμό με την κατασπατάληση του χρήματος στο θέμα αυτό, έφερε την κατάντια της χώρας μας.
Συγκεκριμένα: Ενώ στην Αμερική, υπολογίζεται το κόστος ενός διαζυγίου στα 50.000.000.000 $ το έτος, στην Ελλάδα δε, αυτό ξεπερνά το παραπάνω ποσό.
Κάθε παράσταση στο δικαστήριο μπορεί να κοστίσει από 200 έως 1500 ευρώ (παράβολα), συν τα δικηγορικά έξοδα, τα δικαστικά ένσημα, τα χαρτόσημα/μεγαρόσημα, έντυπα/φωτοτυπίες, φάκελοι, τετραπλότυπα, παραστάσεις δικηγόρου, αναβλητικά ένσημα, επιδόσεις, κτλ προστίθενται άλλα τόσα. Εάν υποθέσουμε ότι έχουμε τουλάχιστον μία αναβολή, τότε3 το κόστος ανέρχεται στα 5000 ευρώ το ελάχιστο, μόνο για το διαζύγιο. Το θέμα όμως δεν είναι το διαζύγιο μεταξύ των γονέων αλλά πολλαπλασιάζεται με τα θέματα επιμέλειας, επικοινωνίας, διατροφής των παιδιών. Εδώ, παίζονται πολλά άλλα πράγματα που είναι η ψυχολογία του γονέα που δεν θέλει να χάσει τα παιδιά του και δίνει τα πάντα, ακόμα και τη ζωή του, πολύ περισσότερο τον χρόνο και το χρήμα του. Ο χρόνος που χάνουν και διαθέτουν οι διάδικοι, οι μάρτυρες και άλλοι παράγοντες της δίκης αποτελεί σημαντικό πρόβλημα σπατάλης χρήματος (ο χρόνος είναι χρήμα). Επιπλέον, η φθορά των ανθρώπων, η διακύβευση της αξιοπρέπειάς τους και η σπατάλη του δυναμικού της χώρας σε πάνε-έλα, χρονοβόρες διαδικασίες που αναγκάζουν να απουσιάζουν από την υπηρεσία τους και η χώρα μας να χάνει έμψυχο δυναμικό που μπορούσε να χρησιμοποιήσει ουσιαστικά και δημιουργικά διότι στις ηλικίες αυτές (30-50) που χωρίζουν συνήθως, θα μπορούσαν να απασχοληθούν σε εργασίες του κρατικού μηχανισμού και σε εποικοδομητικά θέματα.
Οι δικηγόροι κερδίζουν και τα ταμεία του κράτους γεμίζουν από τις εισπράξεις  δισεκατομμυρίων, ενώ εισπράττουν και οι δικηγορικοί σύλλογοι (20%) για τα ταμεία τους ώστε να τα χρησιμοποιήσουν σε πολιτικά τερτίπια και παρεμβάσεις. Δηλαδή κανένα κοινωνικό έργο παρά μόνο εισπρακτική τακτική. Εφόσον κανείς δεν μιλά, κανείς δεν διαμαρτύρεται για την κατασπατάληση αυτού του Εθνικού πλούτου που είναι χρήμα και ανθρώπινο δυναμικό, το σύστημα καλά κρατεί.
Οι διατροφές δεν περνούν από κρατικό έλεγχο και δεν δηλώνονται στην εφορία (ούτε ως εισπράξεις από την γυναίκα ούτε ως έξοδα από τον άνδρα) έτσι, συνεχίζει να υπάρχει ‘μαύρο χρήμα’, αφορολόγητο που διακινείται ακόμα στη χώρα μας. Τα ποσά που υπολογίζονται έτσι (διατροφές) είναι της τάξεως του 200.000.000 ευρώ σαν μαύρο αφορολόγητο από διατροφές.
Οσο για τα περιουσιακά στοιχεία που βγαίνουν ακόμα και στον πλειστηριασμό από κακία/μίσος είναι χαρακτηριστικό της χώρας μας διότι και αυτό χρησιμοποιείται από απατεώνες δικηγόρους και δικαστικούς επιμελητές για κέρδος διότι χρεώνουν τα χρήματα στον πατέρα και σαν τα όρνεα κατασπαράσσουν περιουσίες που κάποιοι δυστυχισμένοι έκαναν χρόνια για να δημιουργήσουν. Φυσικά όλα αυτά αφορολόγητα έως προ τινος, στα χέρια των επιτήδειων, δίχως αποδείξεις, δίχως κανένα ηθικό φραγμό και ενδοιασμό.
Παλαιότερα, υπήρχαν και τα ‘κοράκια’ των πλειστηριασμών που συχνά ήταν οι ίδιοι. Αυτοί που με γραβάτες, σήμερα είναι στα έδρανα της Βουλής και συνεχίζουν ανενόχλητοι το ‘έργο’ τους δηλαδή της καταστροφής αυτής της χώρας.
Τώρα, αρχίζουν να συμμετέχουν στο ίδιο παιχνίδι και λειτουργοί της ψυχικής υγείας, παίζοντας το ίδιο παιχνίδι με τις ψυχές αθώων παιδιών που αποτελούν το μέλλον της πατρίδας μας. Δεν κατάλαβαν ότι παίζουν παιχνίδια ενάντια στη πατρίδα μας? Η χώρα μας έχει δείκτη γονιμότητας 1,00 δηλαδή αντιστοιχεί ένα παιδί (και αυτό προβληματικό) ανά οικογένεια. Η χώρα γερόντων που (δεν) μεγαλώνει, δεν αναπτύσσεται, δεν προοδεύει αλλά οπισθοδρομεί, έδωσε χώρο να πει αυτά σε ακραίους που λίγο αντιλαμβάνονται το τραγικό της υπόθεσης. Οι ίδιοι ανίκανοι βουλευτές που έχουν και εκτελεστική εξουσία και σχετίζονται με κάθε άλλη αρχή και εξουσία (δικαστική, εκκλησιαστική, κτλ) δεν επιθυμούν ή/και είναι ανίκανοι να λύσουν προβλήματα όπως αυτό που είναι το σοβαρότερο.
Και όμως θα ήταν ευκολότερα τα πράγματα εάν διορθώνονταν κάποια πράγματα όταν από 15ετίας διατυμπανίζαμε, μέσω του ΣΥΓΑΠΑ, δηλαδή να αρχίσουν κάποιες αλλαγές όπως: Ο θεσμός του διαμεσολαβητή ώστε να μην οδηγούνται αυτόματα στα δικαστήρια, οι κοινωνικές υπηρεσίες σε τοπική αυτοδιοίκηση, τοποθέτηση ειδικών πραγματογνωμόνων, ειδικών οικογενειακών δικαστών και δικαστηρίων, συνεπιμέλεια, εναλλασσόμενη κατοικία, τιμωρία άμεση σε γονείς που συκοφαντούν και δικηγόρους που συντάσσουν παράνομα ή συκοφαντικά έγγραφα. Γρήγορη επίλυση δίχως χρονοτριβή της επιμέλειας/επικοινωνίας, ερώτηση των τέκνων από ειδικούς την πρώτη στιγμή του διαζυγίου και όχι όταν τα παιδιά έχουν αποξενωθεί από τον συκοφάντη και ακατάλληλο γονέα. Μετά, τα παιδιά έχουν μίσος κατά των γονέων, κατά των δικαστηρίων, κατά της κοινωνίας και έτσι ήλθε η κατάντια της χώρας μας να ψηφίζουν Χρυσή Αυγή. Όχι ότι οι υπόλοιποι είναι αθώοι και ευεργέτες. Κανένας δεν ασχολήθηκε σοβαρά με το μέλλον των παιδιών μας. Και η Παιδεία έχει μέρος της ευθύνης, όπως η Δικαιοσύνη και οι υπεύθυνοι του Πολιτισμού, της Υγείας, της Ασφάλειας. Στο σημείο αυτό, να σημειωθεί ότι οι αστυνομικοί τα έχουν χαμένα όταν βρίσκονται  σε περιστατικά οικογενειακών υποθέσεων διότι δεν έχουν επίσης την κατάλληλη εκπαίδευση όπως και οι δάσκαλοι/καθηγητές.
Κανείς από τους δήθεν ειδικούς, εδώ, δεν γνωρίζει καλά πως προέρχεται το Σύνδρομο Γονικής Αλλοτρίωσης/Αποξένωσης το οποίο είναι ψυχιατρικό φαινόμενο που προκαλείται από τον αποξενωτή γονέα μέσω συκοφαντικής δυσφήμισης, πολλών δικαστηρίων, πλύσης εγκεφάλου, παιδιού που έχει στην επίβλεψη/επιμέλειά του. Το κακό που έχει γίνει με τη νεολαία αυτή η οποία δεν μπορεί να αντιληφθεί το ζήτημα παρά μόνο όταν θα ενηλικιωθεί και όταν θα αποκτήσει το ίδιο πρόβλημα αλλά τότε θα είναι αργά. Η Ελλάδα όπως και οι γονείς του θα έχουν πεθάνει. Δεν θα ξέρει ότι έγινε πιόνι του συστήματος, ότι βοήθησε τους εχθρούς του να καταστραφεί η χώρα μας. Οσοι ακόμα είναι ενεργοί και ζωντανοί έφυγαν και άφησαν φελλούς να επιπλέουν και να συντηρούν την ανηθικότητα, να έχουν την εξουσία και να καταστρέφουν με την πλήρη ανικανότητά τους. Τα παιδιά αυτά μεγαλώνουν με έλλειψη αυτοπεποίθησης (κυρίως τα αγόρια) και δίχως όνειρα και ιδανικά διότι τους τα έχουν καταστρέψει.
Τα τραύματα των παιδιών σε συγκρουσιακά διαζύγια δεν επουλώνονται ποτέ και το μαρτύριο του πατέρα που δεν βλέπει τα παιδιά του εξ αιτίας της μανίας της μαμάς ή/και του βρώμικου συστήματος αποτελούν σοβαρά θέματα που πρέπει να απασχολήσουν την Πολιτεία και τους ειδικούς.
Ο ΣΥΓΑΠΑ ενημερώνει και προσπαθεί με τα ολίγα μέσα που διατηρεί να οδηγήσει στο σωστό δρόμο μακριά από υλικά αγαθά και με ιδεολογία του μέλλοντος και των νέων. Στις προηγούμενες ευρωεκλογές δημιουργήσαμε για το σκοπό αυτό το ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ (http://europeansocialmovement.blogspot.gr/) που σε επίπεδο ευρωκοινοβουλίου μπορεί να δώσει λύσεις και στο Ελληνικό πρόβλημα. Φέτος, το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ έχει πρόθεση να διατηρήσει την ελπίδα στους νέους και να δώσει φως στους γηραιότερους.
Film. Κινηματογραφικό έργο για την βιομηχανία διαζυγίων στις ΗΠΑ.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Γιατί τα σχολεία δε μορφώνουν, ομιλία του δασκάλου της χρονιάς στις ΗΠΑ


tvxs.gr/
Όταν το 1990, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, απονεμήθηκε στον John Taylor Gatto ο τίτλος του «Δασκάλου της Χρονιάς της Νέας Υόρκης» στην ομιλία αποδοχής του τίτλου που εκφώνησε, δεν αρκέστηκε σε απλές ευχαριστίες, αλλά εξαπέλυσε ένα δριμύ κατηγορώ στην συμβατική λογική που διέπει την εκπαίδευση. Μίλησε για το ρόλο που πρέπει να διαδραματίζει η εκπαίδευση για το άτομο, την οικογένεια και την κοινωνία στην σύγχρονη εποχή. Δεν απευθύνθηκε μόνο στη Νέα Υόρκη και τους μαθητές του.
Τα λόγια του εκφράζουν και τις ανησυχίες των εκπαιδευτικών και των γονιών όπου και αν βρίσκονται. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στη μόρφωση και την δημιουργική απασχόληση των παιδιών μας είναι σοβαρά και πολύπλοκα και δεν αποτελούν αποκλειστική ευθύνη των σχολείων. Κι όμως τα σχολεία μπορούν να δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες για την διαμόρφωση της κοινωνίας και του κόσμου που ονειρευόμαστε. Έτσι έχουμε την ευχαρίστηση να δημοσιεύσουμε αυτή την φλογερή ομιλία ενός από τους πιο ένθερμους οπαδούς της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης.

Η ομιλία του John Taylor Gatto

Αποδέχομαι αυτό το βραβείο για λογαριασμό όλων των καλών δασκάλων που έχω γνωρίσει όλα αυτά τα χρόνια. Όλων των δασκάλων που πάσχισαν να οικοδομήσουν σχέσεις με τους μαθητές τους. Σχέσεις βασισμένες στην τιμή. Άνδρες και γυναίκες που δεν ήταν ποτέ εφησυχασμένοι, που πάντοτε, στην αδιάκοπη προσπάθεια τους να προσδιορίσουν και να επαναπροσδιορίσουν την σημασία της λέξης «Παιδεία» έθεταν ερωτήματα. Ο «Δάσκαλος της Χρονιάς» δεν είναι ο καλύτερος δάσκαλος. Οι καλοί δάσκαλοι είναι πολύ χαμηλών τόνων για να γίνουν εύκολα αντιληπτοί. Ο «Δάσκαλος της Χρονιάς» όμως, είναι ένας σημαιοφόρος, ένα σύμβολο γι’ αυτούς τους αφανείς ήρωες που πρόθυμα αφιερώνουν τη ζωή τους στα παιδιά. Η διάκριση αυτή τους ανήκει εξ’ ίσου.

Ζούμε σε μία εποχή βαθιάς κοινωνικής κρίσης. Η χώρα μας βρίσκεται πίσω από 19 βιομηχανικές χώρες όσον αφορά στην ανάγνωση, την γραφή και την αριθμητική που μαθαίνουν τα παιδιά. Το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα στηρίζεται πάνω στο «ναρκωτικό» του καταναλωτισμού. Αν δεν αγοράζαμε τόσα «πουδραρισμένα» όνειρα, το σύστημα θα κατέρρεε. Και τα σχολεία ακόμα, είναι σήμερα ένα «προϊόν προς πώληση» Έχουμε τον υψηλότερο δείκτη εφηβικών αυτοκτονιών στον κόσμο. Στο Μανχάταν, από τους νέους γάμους, το 70% διαλύεται πριν να συμπληρωθεί πενταετία.

Η κρίση στα σχολεία αντανακλά την ευρύτερη κοινωνική κρίση. Είναι προφανές ότι έχουμε χάσει την αίσθηση της ταυτότητας μας. Μαντρώνουμε τα παιδιά και τους ηλικιωμένους και τους βγάζουμε εκτός του κοινωνικού γίγνεσθαι. Κανείς δεν τους απευθύνει πλέον τον λόγο. Όμως χωρίς τα παιδιά και τους ηλικιωμένους, μια κοινωνία δεν έχει ούτε παρελθόν αλλά ούτε και μέλλον. Μόνο ένα διαρκές παρόν. Στ’ αλήθεια, η λέξη «κοινωνία» δεν έχει καμία σχέση με την φύση των σχέσεων που δημιουργούμε. Ζούμε δικτυωμένοι και όχι μέσα σε κοινωνίες. Αυτό ευθύνεται για όλους τους μοναχικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Κατά περίεργο τρόπο, το σχολείο έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης γι’ αυτή την τραγωδία.

Όπως επίσης ευθύνεται για την διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις. Χρησιμοποιώντας το σχολείο σαν ένα διαχωριστικό μηχανισμό, οδηγούμαστε στην δημιουργία ενός συστήματος καστών που πλαισιώνεται από παρίες. Αυτοί περιπλανώνται στους υπόγειους σιδηροδρόμους και κοιμούνται στον δρόμο. Στα 25 χρόνια της καριέρας μου σαν δάσκαλος συνειδητοποίησα ένα καταπληκτικό φαινόμενο -ότι τα σχολεία και η εκπαίδευση βρίσκονται πίσω και μακριά από τις σημαντικές εξελίξεις στον πλανήτη μας. Κανείς δεν πιστεύει πλέον ότι οι μεγάλοι επιστήμονες οφείλουν την επιστημοσύνη τους στα μαθήματα φυσικής ή χημείας, οι μεγάλοι πολιτικοί στα μαθήματα πολιτικών επιστημών και οι ποιητές στα μαθήματα γλώσσας και λογοτεχνίας.

Η αλήθεια είναι ότι τα σχολεία δεν σου μαθαίνουν τίποτε άλλο πέρα από το να υπακούς εντολές. (Κάτι που στη συνέχεια το μαθαίνουν ακόμη πιο βάναυσα στον.. υποχρεωτικό στρατό!) Αυτό μου φαίνεται ανεξήγητο, γιατί υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι που εργάζονται στα σχολεία ως δάσκαλοι, βοηθοί ή διευθυντές, που νοιάζονται και συμπεριφέρονται ανθρώπινα στους μαθητές. Όμως η απρόσωπη λογική του συστήματος καταπνίγει την συνεισφορά των μεμονωμένων προσωπικοτήτων. Παρ’ όλο που οι δάσκαλοι νοιάζονται και δουλεύουν σκληρά, το σύστημα είναι «ψυχοπαθητικό». Δεν έχει συνείδηση. Χτυπάει το κουδούνι και ο νεαρός που γράφει ένα ποίημα, πρέπει να κλείσει το τετράδιο του και να μεταφερθεί σε ένα διαφορετικό κελί όπου εκεί μαθαίνει ότι ο άνθρωπος και η μαϊμού κατάγονται από έναν κοινό πρόγονο.

Το δικό μας σύστημα υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι μια εφεύρεση της πολιτείας της Μασαχουσέτης το 1850. Συνάντησε αντίσταση -μερικές φορές ένοπλη- από το 80% περίπου του πληθυσμού. Ο τελευταίος αντιστασιακός προμαχώνας ήταν το Μπάρνστεϊμπλ (Barnstable) στο Ακρωτήριο Κοντ (Cape Cod). Εκεί οι κάτοικοι αρνούνταν να δώσουν τα παιδιά τους μέχρι το 1880, όταν η περιοχή καταλήφθηκε από την Εθνοφυλακή και τα παιδιά πήγαιναν σχολείο με την συνοδεία φρουράς. Εδώ συμβαίνει κάτι παράδοξο.

Το γραφείο του Γερουσιαστή Τεντ Κέννεντι (Ted Kennedy), πριν από λίγο καιρό, δημοσίευσε μια έκθεση όπου αναφέρεται ότι πριν από την επιβολή της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, το ποσοστό των ανθρώπων που γνώριζαν γραφή και ανάγνωση ανερχόταν στο 98% ενώ, μετά από την επιβολή της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ο δείκτης δεν ξεπέρασε το 91% το οποίο ισχύει και στην δεκαετία που διανύουμε. Ελπίζω αυτό να σας κινήσει το ενδιαφέρον.

Επίσης αξιοπρόσεκτο είναι και αυτό: Η τάση για την εκπαίδευση μέσα στο σπίτι έχει αυξηθεί σημαντικά. Περίπου 1.500.000 άνθρωποι μορφώνονται αποκλειστικά από τους γονείς τους. Τον προηγούμενο μήνα, περιοδικά που ασχολούνται με εκπαιδευτικά θέματα, έγραφαν το εξής εκπληκτικό: Τα παιδιά που μορφώνονται στο σπίτι φαίνεται ότι προηγούνται στην ικανότητα του «σκέπτεσθαι» κατά 5 ή ακόμα και 10 χρόνια από τους συνομήλικους τους που εκπαιδεύονται με τον παραδοσιακό τρόπο, πηγαίνοντας στο σχολείο.

Δεν πιστεύω ότι τα σχολεία πρόκειται να καταργηθούν μέσα στα επόμενα χρόνια -τουλάχιστον όχι όσο ζω. Αν θέλουμε όμως να ανατρέψουμε αυτό που εξελίσσεται σε καταστροφή, λόγω της άγνοιας μας, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι τα σχολεία παρέχουν εκπαίδευση και όχι μόρφωση. Αυτό είναι σύμφυτο στον σχεδιασμό του συστήματος. Δεν φταίνε οι κακοί δάσκαλοι ή τα λίγα χρήματα που ξοδεύονται για την Παιδεία. Η έννοια της «σχολικής διδασκαλίας» και η έννοια της Παιδείας δεν ταυτίζονται.

Τα σχολεία σχεδιάστηκαν από τον Χόρας Μαν (Horace Mann), τον Μπάρνας Σίαρς (Barnas Sears) και τον Γ. Ρ. Χάρπερ (W. R. Harper) του Πανεπιστημίου του Σικάγο, τον Θόρνταϊκ του Κολεγίου Κολούμπια και άλλους, σαν εργαλεία επιστημονικής χειραγώγησης της μαίας. Ο σκοπός τους είναι να παράγουν, με την εφαρμογή τυποποιημένων μεθόδων, «τυποποιημένους» ανθρώπους, των οποίων την συμπεριφορά θα μπορούν να προβλέπουν και να ελέγχουν.

Σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό το καταφέρνουν. Η κοινωνία μας όμως βρίσκεται σε αποσύνθεση και σε μια τέτοια κοινωνία επιτυχημένοι θεωρούνται οι άνθρωποι που δρουν ατομικιστικά, είναι αυτάρκεις και έχουν αυτοπεποίθηση -κι αυτό επειδή η κοινωνία που προστάτευε τους αδύνατους και τους εξαρτημένους ανήκει πλέον στο παρελθόν. Τα αποτελέσματα της σύγχρονης εκπαίδευσης είναι ασήμαντα. Οι άνθρωποι που έχουν τύχει «καλής εκπαίδευσης» είναι κυριολεκτικά άσχετοι. Μπορούν να πουλήσουν από φιλμ μέχρι ξυριστικές μηχανές, να διεκπεραιώσουν δουλειές γραφείου και να μιλούν στο τηλέφωνο, ή να κάθονται αποχαυνωμένοι μπροστά σε μια οθόνη υπολογιστή που αναβοσβήνει αλλά, σαν ανθρώπινα όντα είναι άχρηστοι -άχρηστοι για τους άλλους και άχρηστοι για τον ίδιο τους τον εαυτό. Η καθημερινή μιζέρια γύρω μας, νομίζω, οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός -όπως το έθεσε ο Τζον Γκούντμαν (John Goodman) πριν από τριάντα χρόνια- ότι αναγκάζουμε τα παιδιά μας να «μεγαλώνουν παράλογα». Οποιαδήποτε μεταρρύθμιση και να γίνει στην Παιδεία πρέπει να σταματήσει αυτούς τους παραλογισμούς.

Είναι παράλογο και αντίθετο με τη Ζωή να είσαι μέρος ενός συστήματος το οποίο σε υποχρεώνει να είσαι έγκλειστος μαζί με άτομα της ίδιας ηλικίας και κοινωνικής τάξης. Το σύστημα αυτό σε απομονώνει από την απέραντη πολυμορφία της ζωής και την απόλαυση της ποικιλίας των εμπειριών. Σε αποκόπτει από το παρελθόν σου και το μέλλον σου, και σε φυλακίζει σε ένα ατέρμονο παρόν. Ακριβώς ό,τι κάνει και η τηλεόραση.

Είναι παράλογο και ενάντιο στους φυσικούς νόμους να είσαι μέρος ενός συστήματος που σε υποχρεώνει να ακούς έναν ξένο να απαγγέλλει ποίηση όταν εσύ θέλεις να μάθεις πως χτίζονται τα σπίτια ή να κάθεσαι σ’ ένα μέρος με έναν ξένο που σου λέει πως χτίζονται τα σπίτια όταν εσύ θέλεις να ασχοληθείς με την ποίηση.

Είναι παράλογο και αντίθετο με τους νόμους της ζωής να μετακινείσαι από κελί σε κελί με τον ήχο ενός κουδουνιού, κάθε ημέρα της νεότητας σου, μέσα σε έναν οργανισμό που δεν σου αφήνει καθόλου ιδιωτική ζωή και σε ακολουθεί ακόμα και μέσα στο άσυλο του σπιτιού σου «απαιτώντας να κάνεις τις εργασίες σου».

Ρωτάτε «…και πώς θα μάθουν να διαβάζουν;» Απαντώ. «Θυμηθείτε το παράδειγμα της Μασαχουσέτης» Αν τα παιδιά ζουν με φυσιολογικό τρόπο, αντί να συναγελάζονται σε κελιά, θα μάθουν να γράφουν, να διαβάζουν και να κάνουν την αριθμητική τους με ευκολία -αφού αυτά είναι σήμερα τα σημαντικά εφόδια για τη ζωή που ξεδιπλώνεται μπροστά τους.

Να έχετε όμως υπ’ όψη ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες δεν εκτιμούμε και τόσο αυτόν που γράφει, διαβάζει και ασχολείται με την αριθμητική. Είμαστε μια χώρα πολυλογάδων. Πληρώνουμε αυτούς που ξέρουν να μιλάνε, τους θαυμάζουμε, και έτσι τα παιδιά μας μιλούν κι αυτά συνεχώς, ακολουθώντας τα πρότυπα της τηλεόρασης και των καθηγητών τους. Είναι πολύ δύσκολο να διδάξει κανείς τα «βασικά» γιατί δεν είναι πια βασικά για την κοινωνία που έχουμε δημιουργήσει.

Δύο θεσμοί είναι αυτοί που ελέγχουν σήμερα τη ζωή των παιδιών μας: Η τηλεόραση και τα σχολεία, με αυτήν ακριβώς τη σειρά προτεραιότητας. αυτοί «θεσμοί» αποπροσανατολίζουν. Υποβαθμίζουν την αληθινή σοφία, τη γενναιότητα, την εγκράτεια και τη δικαιοσύνη σε μια διαρκή αοριστία, σε κάτι το αφηρημένο.

Αιώνες πιο πριν, ο χρόνος του παιδιού και του εφήβου, αφιερωνόταν στην παραγωγή πραγματικού έργου, αληθινής αγαθοεργίας, πραγματικής περιπέτειας και ουσιαστικής αναζήτησης του πνευματικού καθοδηγητή που θα τους δίδασκε αυτό που πραγματικά ήθελαν να μάθουν. Τα παιδιά και οι έφηβοι ανάλωναν το χρόνο τους στην προσπάθεια επίτευξης κοινωνικών στόχων, η στοργή και η τρυφερότητα αποτελούσαν καθημερινή πρακτική, γνώριζαν και μελετούσαν κάθε πτυχή της κοινότητας τους, μάθαιναν πώς να κάνουν οικογένειες και δεκάδες άλλα πράγματα που χαρακτηρίζουν τον ολοκληρωμένο άνδρα και την ολοκληρωμένη γυναίκα.

Τώρα όμως εγώ και τα παιδιά μου πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ζήτημα του χρόνου. Από τις 168 ώρες της εβδομάδας, τα παιδιά ξοδεύουν τις 56 στον ύπνο. Αυτό τους αφήνει περιθώριο 112 ώρες την εβδομάδα. Μέσα σ’ αυτές τις ώρες πρέπει να διαμορφώσουν τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα τους. Τα παιδιά μου βλέπουν 55 ώρες τηλεόραση την εβδομάδα. Έτσι τουλάχιστον αναφέρουν πρόσφατες στατιστικές. Αυτό τους αφήνει 57 ώρες την εβδομάδα για να «μεγαλώσουν».

Τα παιδιά μου παρακολουθούν τα μαθήματα του σχολείου 30 ώρες την εβδομάδα. Χρειάζονται ακόμα 8 ώρες για να ετοιμαστούν, να φύγουν για το σχολείο και να επιστρέψουν στο σπίτι, και σπαταλούν -κατά μέσον όρο- 7 ώρες την εβδομάδα για να κάνουν τις εργασίες τους και να διαβάσουν τα μαθήματα τους. Δηλαδή 45 ώρες συνολικά. Όλον αυτόν τον καιρό βρίσκονται υπό διαρκή επιτήρηση, δεν έχουν χώρο ή χρόνο για τον εαυτό τους και αν προσπαθήσουν μόνα τους να ορίσουν το χρόνο τους και τις ασχολίες τους «συνετίζονται» αναλόγως. Έτσι λοιπόν μένουν 12 ώρες την εβδομάδα για να δημιουργήσουν την ατομική τους συνείδηση και προσωπικότητα. Φυσικά, τα παιδιά τρώνε, και αυτό απαιτεί κάποιο χρόνο, αλλά όχι πολύ αφού η παράδοση του οικογενειακού γεύματος αποτελεί πλέον παρελθόν. Εάν αφαιρέσουμε τις τρεις ώρες του φαγητού, έχουμε 9 ώρες ελεύθερου χρόνου για κάθε παιδί.

Δεν αρκεί. Έτσι δεν είναι; Όσο πιο πλούσιο είναι ένα παιδί τόσο λιγότερη τηλεόραση βλέπει.. Όμως ο χρόνος του είναι εξ’ ίσου περιορισμένος εξ αιτίας μιας ευρύτερης γκάμας διασκεδάσεων και αναπόφευκτων δεσμεύσεων όπως τα ιδιαίτερα μαθήματα -που τελικά σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις τα έχει επιλέξει.

Όλα τα παραπάνω είναι, όλως παραδόξως, απλά ένας πιο εύσχημος τρόπος δημιουργίας εξαρτημένων ανθρώπων που δεν θα είναι ποτέ σε θέση να δώσουν νόημα και ουσία στις ζωές τους και να διασκεδάσουν πραγματικά. Αυτή η εξάρτηση και η έλλειψη στόχων έχει καταντήσει εθνική αρρώστια και κατά τη γνώμη μου γι’ αυτό ευθύνονται η τηλεόραση και τα σχολεία.

Σκεφτείτε τα πράγματα που μας δολοφονούν ως έθνος: Τα ναρκωτικά, ο ανελέητος ανταγωνισμός, το σέξ ως μέσον αναψυχής, η πορνογραφία της βίας, ο τζόγος, το αλκοόλ και η χειρότερη πορνεία απ’ όλες: Ζωές αφιερωμένες στην αγορά αγαθών -ο καταναλωτισμός ως φιλοσοφία και στάση ζωής. Σε όλα αυτά τα «ναρκωτικά» είναι εθισμένος ο εξαρτημένος άνθρωπος που κι αυτός με τη σειρά του είναι ένα μοιραίο προϊόν του εκπαιδευτικού μας συστήματος.

Θα ήθελα να σας μιλήσω για τις επιπτώσεις που έχει στα παιδιά το να τους αφαιρούμε όλο τους το χρόνο -χρόνος που τους είναι απαραίτητος για να μεγαλώσουν- και να τα εξαναγκάζουμε να ασχολούνται συνε χώς με γενικότητες. Οποιαδήποτε μεταρρύθμιση και να γίνει -που δεν θα συνοδεύεται από προσπάθεια να εξαλειφθούν αυτές οι συγκεκριμένες ασθένειες- θα είναι μια παρωδία.

1. Τα παιδιά που διδάσκω δείχνουν αδιαφορία για τον κόσμο των μεγάλων. Αυτό ανατρέπει την εμπειρία χιλιάδων ετών. Η στενή παρακολούθηση του τι σκοπεύουν να κάνουν οι μεγάλοι, ήταν πάντοτε η πιο συναρπαστική ασχολία για τη νεολαία. Όμως σήμερα κανένα παιδί δεν θέλει να μεγαλώσει -και ποιος μπορεί να το κατηγορήσει γι’ αυτό; Εμείς είμαστε τα παιχνίδια τους.

2. Τα παιδιά που διδάσκω δεν έχουν καμιά περιέργεια για ό,τι συμβαίνει γύρω τους, και αν έχουν κάποια, αυτή είναι παροδική. Δεν μπορούν να συγκεντρωθούν για πολλή ώρα, ακόμα και στα πράγματα που τους αρέσουν. Μπορείτε να διακρίνετε τη σχέση ανάμεσα στο συνεχές χτύπημα του κουδουνιού και στην συνεχή αλλαγή αιθουσών διδασκαλίας με την έλλειψη αυτοσυγκέντρωσης;

3. Τα παιδιά που διδάσκω δεν έχουν αίσθηση του μέλλοντος, την αίσθηση ότι το αύριο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο με το σήμερα. Ζουν σε ένα διαρκές παρόν. Η στιγμή την οποία ζουν είναι το όριο της συνειδητότητάς τους.

4. Τα παιδιά που διδάσκω είναι ανιστόρητα. Δεν έχουν συναίσθηση του τρόπου με τον οποίο το παρελθόν καθόρισε το παρόν διαμορφώνοντας τις αξίες τους και τις ζωές τους και περιορίζοντας τις επιλογές τους.

5. Τα παιδιά που διδάσκω είναι σκληρά στις σχέσεις τους με τα άλλα παιδιά. Δεν συμπάσχουν με την δυστυχία, γελούν με τις αδυναμίες των άλλων και νιώθουν περιφρόνηση για τους ανθρώπους που φαίνεται καθαρά ότι χρειάζονται βοήθεια.

6. Τα παιδιά που διδάσκω δεν ανοίγονται εύκολα και δεν είναι ειλικρινή στις σχέσεις τους. Έχουν μάθει να κρύβουν τον αληθινό εαυτό τους πίσω από ένα εξωτερικό προσωπείο που έχουν «συναρμολογήσει» με κομμάτια από χαρακτήρες και συμπεριφορές που έχουν δανειστεί από τα τηλεοπτικά τους πρότυπα ή έχουν δημιουργήσει μόνα τους για να ξεγελούν τους δάσκαλους τους. Επειδή δεν είναι αυτό που δείχνουν προς τα έξω, η μάσκα πέφτει όταν εκθέτουν τις εσώτερες πτυχές του εαυτού τους σε μια στενή σχέση. Γι’ αυτό και τις αποφεύγουν.

7. Τα παιδιά που διδάσκω είναι υλιστές. Ακολουθούν το παράδειγμα των δασκάλων τους που «βαθμολογούν» τα πάντα με υλιστικά κριτήρια και τους τηλεοπτικούς αστέρες που ξεπουλούν ό,τι έχουν και δεν έχουν.

8. Τα παιδιά που διδάσκω είναι εξαρτημένα, παθητικά και φοβισμένα μπροστά στις νέες προκλήσεις. Αυτή η δειλία πολλές φορές εκδηλώνεται με έναν επιφανειακό «τσαμπουκά» ή θυμό ή επιθετικότητα, όμως κατά βάθος υπάρχει έλλειψη θάρρους.

Θα μπορούσα να απαριθμήσω κι άλλες καταστάσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν από μία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση αν θέλουμε να σταματήσουμε την κατρακυλά του έθνους μας, αλλά πιστεύω ότι μέχρι τώρα έχετε αντιληφθεί τις θέσεις μου, είτε συμφωνείτε είτε διαφωνείτε. Αυτή την ασθένεια την έχει προκαλέσει ή το σχολείο ή η τηλεόραση ή και τα δύο μαζί. Είναι απλά θέμα αριθμητικής. Τα παιδιά τρώνε το χρόνο τους στην τηλεόραση και στο σχολείο. Αυτό είναι που κατέστρεψε την Αμερικανική οικογένεια. Η οικογένεια δεν είναι πλέον το σχολείο των παιδιών της.

Τι μπορεί να γίνει; Πρώτα απ’ όλα χρειαζόμαστε έναν εφ’ όλης της ύλης, αδιάκοπο, διάλογο σε εθνικό επίπεδο. Έναν διάλογο που θα γίνεται συνέχεια, κάθε μέρα, κάθε χρόνο. Πρέπει να του δοθεί τόση έμφαση, να διεξάγεται με τέτοια επιμονή που οι εφημερίδες και τα μέσα ενημέρωσης να αρχίσουν να τον βαριούνται -όπως βαριούνται κάθε τι που έχει διάρκεια. Πρέπει να διατυπώσουμε επιχειρήματα, να φωνάξουμε μέχρι να βρεθεί λύση για το ζήτημα των σχολείων ή να διαπιστώσουμε ότι η ζημιά είναι ανεπανόρθωτη. Εάν μπορέσουμε να το λύσουμε έχει καλώς. Αν όχι, τότε η επιτυχία της κατ’ οίκον μόρφωσης ανοίγει έναν διαφορετικό και πολλά υποσχόμενο δρόμο.

Διοχετεύοντας τα χρήματα που ξοδεύονται για την μόρφωση των παιδιών, πίσω στην οικογένεια, πετυχαίνουμε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Κάνουμε καλό και στην οικογένεια και στα παιδιά.

Η πραγματική μεταρρύθμιση είναι εφικτή. Δεν κοστίζει τίποτα. Πρέπει να επανεξετάσουμε τις θεμελιώδεις αρχές της εκπαίδευσης και να αποφασίσουμε τι θέλουμε να διδάξουμε στα παιδιά μας και γιατί. Εδώ και 140 χρόνια αυτό το έθνος προσπάθησε να επιβάλλει τους στόχους της εκπαίδευσης από ένα απρόσιτο κέντρο αποφάσεων, απαρτιζόμενο από «ειδικούς» -μια συγκεντρωτική ελίτ κοινωνικών καθοδηγητών. Όμως αυτό απέτυχε. Ούτε πρόκειται να πετύχει ποτέ. Είναι πρώτομεγέθης προδοσία του δημοκρατικού οράματος που καθιστούσε κάποτε αυτό το έθνος ένα ευγενές πείραμα.

Μπροστά στα μάτια μας διαδραματίστηκε η απόπειρα των Ρώσων να κυριαρχήσουν και να ελέγξουν την Ανατολική Ευρώπη. Η προσπάθεια μας να επιβάλουμε την δική μας κοινωνική ορθότητα, χρησιμοποιώντας σαν εργαλείο τα σχολεία, είναι εκ θεμελίων σαθρή και καταρρέει, αν και με πιο αργό και επώδυνο τρόπο. Δεν έχει φέρει αποτελέσματα γιατί οι θεμελιώδεις αρχές της είναι μηχανιστικές, απάνθρωπες και εχθρικές προς τις αρχές της οικογενειακής ζωής. Η μηχανιστική εκπαίδευση μπορεί να ελέγξει τις ανθρώπινες ζωές. Η πραγματικότητα όμως εκδικείται με φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας: Ναρκωτικά, βία, αυτοκαταστροφή, αδιαφορία και τα συμπτώματα που βλέπω στους μαθητές μου.

Είναι καιρός να ανατρέξουμε στο παρελθόν για να αποκτήσουμε ξανά μια λειτουργική εκπαιδευτική φιλοσοφία. Εκείνη που προτιμώ εγώ, είναι αυτή που εφάρμοζαν για χιλιάδες χρόνια οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης. Θεωρώ ότι λειτουργεί το ίδιο καλά και για τα φτωχά παιδιά και για τα πλούσια. Την χρησιμοποιώ όσο μπορώ στα πλαίσια της δικής μου διδασκαλίας -δηλαδή όσο μου αφήνουν περιθώρια οι κανονισμοί της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.

Στον πυρήνα αυτού του ελιτιστικού εκπαιδευτικού συστήματος βρίσκεται η πίστη ότι η αυτογνωσία είναι η μοναδική βάση της πραγματικής γνώσης. Σε πολλές περιπτώσεις, και σε κάθε ηλικία, το παιδί καλείται να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα μόνο του. Χωρίς να το βοηθήσει κανείς. Μερικές φορές η δοκιμασία αυτή είναι επικίνδυνη, όπως το να καλπάσει πάνω σ’ ένα άλογο ή να το κάνει να πηδήξει, αλλά αυτή βέβαια, είναι μια δοκιμασία που ξεπερνούν με επιτυχία πριν να συμπληρώσουν τα δέκα τους, χιλιάδες παιδιά κοινωνικά επιφανών οικογενειών. Μπορείτε να φανταστείτε ένα παιδί που έχει ξεπεράσει μόνο του ένα τέτοιο πρόβλημα να μην έχει την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βγάλει πέρα με οτιδήποτε καταπιαστεί;

Μερικές φορές το πρόβλημα είναι να δαμάσεις τη μοναξιά, όπως έκανε ο Θορώ (Thoreau) στη λίμνη Γουόλντεν.

Ένας πρώην μαθητής μου, ο Ρόλαντ Λεγκιάρντι-Λάουρα (Roland Legiardi-Laura), αν και οι γονείς του είχαν πεθάνει και ο ίδιος δεν είχε κληρονομήσει τίποτα, διέσχισε τις Ηνωμένες Πολιτείες μόνος του, με ποδήλατο. Δεν είχε μπει ακόμα ούτε καν στην εφηβεία. Αρα δεν μας προξενεί καμία έκπληξη που όταν πια έγινε άντρας γύρισε ένα φιλμ για τη Νικαράγουα και κέρδισε ένα διεθνές βραβείο -αν και η κανονική του δουλειά ήταν ξυλουργός. Αυτό που κάνουμε τώρα, είναι να αφαιρούμε από τα παιδιά το ζωτικό χρόνο που τους είναι απαραίτητος για να αποκτήσουν αυτογνωσία. Αυτό πρέπει να σταματήσει.

Πρέπει να βρούμε εκπαιδευτικές διαδικασίες για να κερδίσουν τα παιδιά τον χαμένο τους χρόνο. Πρέπει να δείχνουμε εμπιστοσύνη στα παιδιά, από την πολύ μικρή τους ηλικία, αναθέτοντας τους ανεξάρτητες εργασίες, που θα μπορούν ίσως να έχουν προκαθοριστεί από τα σχολεία τους, αλλά θα γίνονται εκτός των σχολικών κτιρίων. Πρέπει να φτιάξουμε ένα πρόγραμμα σπουδών όπου το κάθε παιδί θα έχει την ευκαιρία να αναπτύξει τα στοιχεία της προσωπικότητας του που είναι μοναδικά και να μάθει να στηρίζεται στις δυνάμεις του.

Λίγο καιρό πριν, έστειλα με ένα λεωφορείο (δίνοντας τους 70 δολάρια) ένα δωδεκάχρονο κορίτσι και τη μητέρα του -που δεν μιλάει αγγλικά- στην ακτή του Νιου Τζέρσι. Εκεί το κορίτσι γευμάτισε με τον διοικητή του αστυνομικού τμήματος του Σι Μπράϊτ (Sea Bright) και του ζήτησε συγγνώμη γιατί είχε ρυπάνει την παραλία, πετώντας ένα άδειο κουτί αναψυκτικού. Γι’ αυτή τη δημόσια παραδοχή του λάθους της, είχα κανονίσει να ανταμειφθεί το κορίτσι με το να «προσληφθεί» για μια ημέρα από την αστυνομία και να βοηθά στις μικροϋποθέσεις. Λίγες μέρες αργότερα, άλλοι δύο δωδεκάχρονοι μαθητές μου ταξίδεψαν μόνοι τους από το Χάρλεμ μέχρι την 31 η οδό Γουέστ (West 31 st Street), όπου δούλεψαν ως βοηθοί στην έκδοση μιας εφημερίδας. Την επόμενη εβδομάδα, τρεις από τους μαθητές μου θα βρεθούν στους βάλτους του Νιου Τζέρσι, και θα παρατηρούν το πώς σκέφτεται και δρα ένας πρόεδρος μεταφορικής εταιρίας όταν στέλνει τριαξονικά φορτηγά στο Ντάλας, το Σικάγο και το Λος Αντζελες.

Αυτά είναι «παιδιά θαύματα» που έχουν ενταχθεί σ’ ένα «ειδικό» πρόγραμμα; Όχι. Απλώς είναι καλά παιδιά από το κεντρικό Χάρλεμ, έξυπνα και ζωντανά, που είχαν όμως τόσο κακή εκπαίδευση που τα περισσότερα απ’ αυτά όταν ήλθαν σ’ εμένα δεν ήξεραν καλά -καλά να προσθέτουν και να αφαιρούν. Κανένα απ’ αυτά δεν ήξερε ούτε καν πόσο πληθυσμό έχει η Νέα Υόρκη, ή την απόσταση της Ν. Υόρκης από την Καλιφόρνια.

Πρέπει αυτό να με ανησυχεί; Μα φυσικά και πρέπει. Είμαι όμως σίγουρος ότι αν αποκτήσουν γνώση του εαυτού τους, θα μπορέσουν και να διδάξουν τον εαυτό τους, γιατί μόνο αυτού του είδους η γνώση έχει δια χρονική αξία. Πρέπει να δώσουμε στα παιδιά ελεύθερο χρόνο. Τώρα! Αυτό είναι το κλειδί της αυτογνωσίας τους. Πρέπει να τους φέρουμε σε επαφή με τον πραγματικό κόσμο όσο πιο γρήγορα μπορούμε, έτσι ώστε ο ελεύθερος χρόνος τους να μην ξοδεύεται σε αοριστίες και αφηρημένα πράγματα. Αυτό είναι κατεπείγουσα προτεραιότητα. Χρειάζεται δραστική παρέμβαση για να διορθωθούν τα λάθη. Τα παιδιά μας πεθαίνουν στα σχολεία σαν τις μύγες. Είτε καλό είτε κακό, το σχολείο παραμένει το ίδιο: Άσχετο με την πραγματική ζωή.

Τι άλλο χρειάζεται μια εκπαιδευτική μεταρρύθμιση; Να παύσει να είναι ένα παράσιτο στην κοινωνία που εργάζεται. Πρέπει να κάνουμε την κοινωνική εργασία μέρος της εκπαίδευσης. Είναι ο πιο γρήγορος τρόπος για να μάθουμε τα παιδιά μας να είναι υπεύθυνα.

Επί πέντε χρόνια διηύθυνα ένα «αντάρτικο» σχολικό πρόγραμμα. Κάθε παιδί, πλούσιο ή φτωχό, έξυπνο ή όχι, έπρεπε να συμπληρώσει μέσα σ’ ένα χρόνο 320 ώρες σκληρής κοινωνικής εργασίας. Πολλά από αυτά τα παιδιά, χρόνια αργότερα, ήλθαν σ’ εμένα και μου είπαν ότι αυτή η εμπειρία άλλαξε τη ζωή τους, ότι τους έμαθε να βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, και τους βοήθησε να επανεξετάσουν τους στόχους και τις αξίες τους. Αυτό συνέβη στα 13 τους χρόνια, όταν ήταν στο πειραματικό σχολείο. Αυτό πέτυχε, γιατί στην πλούσια περιοχή που βρισκόταν το σχολείο μου, επικρατούσε χάος. Όταν αποκαταστάθηκε η «τάξη» το πρόγραμμα μου σταμάτησε. Ήταν περισσότερο επιτυχημένο και ανέξοδο απ’ ότι έπρεπε για να το αφήσουν να λειτουργεί. Αποδεικνύαμε τα ακριβά και ελιτίστικα προγράμματα σκάρτα. Σε αυτή την πόλη δεν υπάρχει έλλειψη προβλημάτων. Τα παιδιά μπορούν να βοηθήσουν να λυθούν αυτά τα προβλήματα. Σε αντάλλαγμα θα κερδίσουν την προσοχή και τον σεβασμό των μεγάλων. Αυτό είναι καλό και γι’ αυτά και για εμάς τους υπολοίπους.

Ανεξάρτητη μελέτη, κοινωνική εργασία, εναλλαγές εμπειριών, ελεύθερος χρόνος και ενδοσκόπηση. Αυτές είναι πολλές και διαφορετικές μαθητείες. Είναι εφικτές, φθηνές και αποτελεσματικές μέθοδοι για το ξεκίνημα μιας αληθινής αναμόρφωσης των σχολείων. Καμία όμως μεταρρύθμιση μεγάλης κλίμακας δεν πρόκειται να επανορθώσει το κακό που έχει γίνει στα παιδιά μας και στην κοινωνία, αν δεν συμπεριλάβουμε και την οικογένεια στο βασικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

Οι Σουηδοί το έχουν καταλάβει αυτό από το 1976 και εγκατέλειψαν το σύστημα της υιοθεσίας ανεπιθύμητων στους γονείς τους παιδιών. Αντί γι’ αυτό ξοδεύουν τις ώρες τους και τον εθνικό τους πλούτο ενισχύοντας τον θεσμό της οικογένειας, ώστε τα παιδιά που γεννιούνται να μην εγκαταλείπονται από τους γονείς τους. Μείωσαν τον αριθμό των ανεπιθύμητων γεννήσεων. Από 6000 το 1976 σε 15 το 1986. Οπότε κάτι μπορεί να γίνει. Οι Σουηδοί κουράστηκαν να πληρώνουν τα σπασμένα από τις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και αποφάσισαν να κάνουν κάτι. Άρα κι εμείς μπορούμε να κάνουμε κάτι.

Η οικογένεια είναι η κινητήρια δύναμη της εκπαίδευσης. Αν χρησιμοποιούμε τα σχολεία για να απομακρύνουνε τα παιδιά από τους γονείς τους, θα εξακολουθήσουμε να βλέπουμε το τρομακτικό θέαμα που βλέπου με σήμερα. Αυτή ήταν η βασική λειτουργία των σχολείων από το 1650, τότε που ο Τζον Κόττον (John Cotton) ανακοίνωσε ότι αυτός ήταν ο κύριος στόχος των σχολείων της αποικίας Μπέϊ (Bay), και ο Χόρας Μαν (Horace Mann) το 1850 το ανακοίνωσε σαν σκοπό των σχολείων της Μασαχουσέτης.

Η βάση κάθε καλής ζωής είναι το πρόγραμμα μαθημάτων της οικογένειας. Απομακρυνθήκαμε απ’ αυτό το πρόγραμμα. Καιρός είναι να επιστρέψουμε. Ο μοναδικός δρόμος για την επιστροφή σε μια υγιή Παιδεία είναι να αναλάβουμε πρωτοβουλίες για να απελευθερώσου με την οικογενειακή ζωή από την ασφυκτική μέγγενη των εκπαιδευτικών οργανισμών. Να ενθαρρύνουμε, την ώρα του σχολείου, την συνάντηση γονιών και μαθητών. Έτσι θα σφυρηλατηθούν ισχυροί οικογενεια κοί δεσμοί. Αυτό είχα στο μυαλό μου όταν έστειλα το κορίτσι και τη μητέρα του στην ακτή του Ν. Τζέρσι για να συναντήσουν τον διοικητή του αστυνομικού τμήματος.

Έχω πολλές ιδέες για τη δημιουργία ενός οικογενειακού προγράμματος μαθημάτων, και είμαι βέβαιος ότι και εσείς μπορείτε -αν το σκεφτείτε καλά- να προτείνετε πολλά. Το μεγαλύτερο εμπόδιο για μια πλήρη αναθεώρηση της εκπαίδευσης είναι τα μεγάλα συμφέροντα που έχουν επενδύσει κεφάλαια στο τωρινό εκπαιδευτικό σύστημα, και δεν επιθυμούν να αλλάξει -όσο κι αν υποστηρίζουν το αντίθετο.

Πρέπει να απαιτήσουμε να ακουστούν νέες ιδέες. Οι δικές μου και οι δικές σας. Έχουμε χορτάσει από τις απόψεις των «ειδικών» της τηλεόρασης και των εφημερίδων. Τώρα απαιτείται ένας ανοιχτός διάλογος. Φτάνουν πια οι γνώμες των ειδικών. Οι ειδικοί δεν εξέφρασαν ποτέ σωστή άποψη για την εκπαίδευση. Οι λύσεις τους είναι δαπανηρές. Εξυπηρετούν μόνο τους εαυτούς τους και ευνοούν τον συγκεντρωτισμό. Φτάνει πια! Καιρός να επιστρέψουμε στην δημοκρατία, στον σεβασμό του ατόμου, και την οικογένεια.

Είπα ό,τι είχα να πω. Σας ευχαριστώ.

Τ.Γ. Περιοδικό HOPE
Εκπαιδευτική Παρέμβαση Ημαθίας