Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

Αλλαγή εποχής

του Τίμπορ Ντέσεφι

Οι λόγοι που ο κόσμος έφτασε σε μία κρίση τέτοιας έκτασης μπορεί να είναι πολύ διδακτικοί για το μέλλον. Αυτό που συμβαίνει εμπρός στα μάτια μας, είναι η κατάρρευση του καπιταλισμού των απορρυθμισμένων αγορών. Το παράδοξο με όσα συμβαίνουν σήμερα -παράδοξο που δεν είναι απαλλαγμένο από ηθική διάσταση- είναι πως οι επενδυτικές τράπεζες που σήμερα έχουν ανάγκη κρατικής στήριξης, αγωνίζονταν επί 30 χρόνια με νύχια και με δόντια για την αποδόμηση του κράτους. Εξίσου ειρωνική είναι η κάπως χιουμοριστική παρατήρηση πως με το πρόγραμμα εθνικοποιήσεών του, ο Τζορτζ Μπους (G.W. Bush), συνεισέφερε στην υπόθεση του σοσιαλισμού όσο κανείς άλλος από την εποχή του... Καρλ Μαρξ (Karl Marx).
Σπάζοντας σταδιακά τις αλυσίδες της ρύθμισής τους, οι χρηματοπιστωτικές αγορές υποτίθεται πως υλοποιούσαν την ιδεολογία της αποτελεσματικότητας. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι τιμές της αγοράς αντανακλούν όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και δεν υπάρχει εναλλακτική λύση σε αυτή την οικονομική προσέγγιση: η πληροφορία φτάνει ισότιμα στους παράγοντες της αγοράς προκαλώντας δίκαιες διακυμάνσεις στις τιμές, οπότε δεν μπορεί να υπάρξει αθέμιτο κέρδος.
Μολοταύτα σήμερα ακόμα και οι νεοσυντηρητικοί αναγνωρίζουν πως η Ουολ Στριτ βιώνει ένα είδος γνωστικής διαταραχής: στην πραγματικότητα το σύστημα ουδέποτε λειτούργησε -και τελικά οι εμπορικές συναλλαγές που βασίζονταν στην (ασύμμετρη και παραπλανητική) πληροφόρηση κατάληξαν να μοιάζουν μάλλον με καζίνο, παρά με μηχανισμό που παρήγαγε δίκαιη κατανομή του πλούτου.
Πρακτικά, όλοι οι μηχανισμοί αυτορρύθμισης των χρηματοοικονομικών αγορών απέτυχαν παταγωδώς. Οι τραπεζικοί μηχανισμοί αξιολόγησης των κινδύνων απέτυχαν να συγκρατήσουν την κερδοσκοπική μανία, και όσοι καλούνταν να ελέγχουν και να ρυθμίζουν τα ολοένα και πιο πολύπλοκα χρηματοπιστωτικά προϊόντα απέτυχαν να σταθεροποιήσουν το επιχειρηματικό έδαφος κάτω από τα πόδια τους (όπως και απέτυχαν να ελέγξουν στοιχειωδώς τα χρηματιστήρια, εδώ που τα λέμε).
Η κοινωνική ευθύνη των επιχειρήσεων συνίσταται στη μεγέθυνση των κερδών τους: αυτό διακήρυσσε, με στεντόρεια φωνή, ο Μίλτον Φρίντμαν (Milton Friedman). Αυτή όμως η φιλοσοφική προσέγγιση δεν μπορεί πλέον να αγνοεί -ή να αδιαφορεί για- το πελώριο κοινωνικό και οικονομικό κόστος που προκαλεί. Η μεταρρύθμιση που απαιτείται δεν μπορεί να περιοριστεί στο να θέσει όρια στα λάφυρα των μάνατζερ ή στο να συστήνει επιτροπές ελέγχου των κρατικών δαπανών.
Το μεγάλο δίδαγμα της παρούσας κρίσης είναι πως το κοινωνικό κόστος και η διακινδύνευση της ελεύθερης λειτουργίας των αγορών θα πρέπει να συμπεριληφθούν εκ των προτέρων στους θεμελιώδεις υπολογισμούς του νέου οικονομικού συστήματος. Κάτι πρέπει να γίνει με τη μόνιμη τάση των αγορών να μεταθέτουν τις διακινδυνεύσεις και τις ζημίες τους στο κράτος όταν καταρρέουν, ενώ τις εποχές των παχιών αγελάδων να απεχθάνονται να μοιραστούν και να αναδιανείμουν τα παχυλά κέρδη τους.

Μετά το όργιο του καταναλωτικού ηδονισμού
Το σημερινό καταρρέον ήθος δεν το συνόψισε καλύτερα ο Ρόναλντ Ρέιγκαν (Ronald Reagan) ούτε καν η Μάργκαρετ Θάτσερ (Margaret Thatcher) αλλά –πράγμα μάλλον παράδοξο- ο Ντεγκ Σιάο Πινγκ (Deng Xiaoping): ο ηγέτης της Κίνας είχε δηλώσει στις αρχές της δεκαετίας του '80 πως «είναι τιμή να είναι κανείς πλούσιος», θέτοντας τις βάσεις για την εντυπωσιακή οικονομική εκτόξευση της Κίνας.
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη δύση. Η αξιακή μεταβολή εκεί συνέβη ως διττή διαδικασία, όπου η ανάδυση των μετα-υλιστικών αξιών -για την οποία τόσος λόγος έγινε από τους κοινωνιολόγους- επισκίαζε το γεγονός πως αυτό που κυριαρχούσε, ολοένα και περισσότερο, ήταν ο καταναλωτισμός.
Ο ανθρωπολογικός τύπος που αναδύθηκε από τον τρόπο ζωής που βασιζόταν στον καταναλωτισμό ονομάζεται -ή ονομάστηκε- «μεταβιομηχανικός», στην πραγματικότητα όμως εντασσόταν οργανικά στη λογική του καπιταλισμού-καζίνο. Ο πλουτισμός και η ευημερία διαμόρφωσε σε τόσο καθοριστικό βαθμό τις κοινωνικές αξίες, ώστε ένας από τους βασικούς λόγους των σοσιαλδημοκρατικών επιτυχιών της δεκαετίας του '90 ήταν ακριβώς πως τα κεντροαριστερά κόμματα υπερασπίστηκαν αυτό το νέο ήθος του πλούτου. Όπως είχε πει ο Τόνι Μπλερ (Tony Blair) «πραγματικά, δεν "καίγομαι" κιόλας να δω τον Ντέιβιντ Μπέκαμ (David Beckham) να κερδίζει λιγότερα χρήματα».
Είναι μια καταπληκτική φράση, στην οποία στριμώχνονται δύο ισχυρισμοί: πρώτον, υπονοείται πως τα υπέρογκα κέρδη οφείλονται σε καταπληκτικά επιτεύγματα -ποιος αλήθεια θα ήταν τόσο μίζερος ώστε να φθονεί το μισθό του λατρεμένου μέσου της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ, που μόλις είχε οδηγήσει την ομάδα του στην κατάκτηση του ευρωπαϊκού κυπέλλου; Υπάρχει όμως και μια δεύτερη «στρώση» νοημάτων: συνδέοντας τα πλούτη με την ικανότητα, ο πρωθυπουργός υπονοεί πως αυτού του είδους τα λεφτά είναι καινούργια λεφτά -πράγμα όχι εντελώς λάθος. Πού αλήθεια βρίσκονταν εδώ και είκοσι πέντε μόνο χρόνια οι Ουόρεν Μπάφετ (Warren Buffet), Κάρλος Σλιμ Ελού (Carlos Slim Helú) και Μπιλ Γκέιτς (Bill Gates) για να κατονομάσουμε τους τρεις πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου σήμερα; Δεν ήταν πουθενά, πράγμα που σημαίνει πως η επιτυχία τους προκύπτει από τη σώρευση καινούργιων χρημάτων -η παραγωγή των οποίων ήταν κοινωνικά αποδεκτή.
Οι ιστοριογράφοι των «νέων Εργατικών» δεν παρέλειψαν να σημειώσουν πως η επιτυχία του Μπλερ τη δεκαετία του '90 προέκυψε και από την υποστήριξη των χρηματιστηριακών κύκλων, του Σίτι και της ελίτ των ΜΜΕ. Αλλά ήταν μια υποστήριξη αντεστραμμένη: στην πραγματικότητα, αυτές οι ελίτ εκτίμησαν πως μπορούσαν να στοιχηθούν δίπλα στους «νέους Εργατικούς» διότι το κόμμα αυτό έτρεφε ειλικρινή εκτίμηση προς το κερδοσκοπικό ήθος της δεκαετίας του '90. Η αλήθεια είναι πως η μοίρα και οι επιδόσεις των «νέων Εργατικών» και άλλων τριτοδρομικών κυβερνήσεων καθορίστηκαν σε σημαντικό βαθμό από αυτό το παράδοξο. Αν και με τις πολιτικές τους κατόρθωσαν πράγματι να μειώσουν σε σημαντικό βαθμό τις κοινωνικές ανισότητες -π.χ. καταπολέμησαν την παιδική φτώχεια ή υποστήριξαν τις λιγότερο ευνοημένες κοινωνικές ομάδες- τα επιτεύγματά τους αυτά εξαφανίστηκαν σχεδόν από το «πνεύμα των καιρών» όπως το παρουσίαζε η μαζική κουλτούρα, που ανταπάντησε με μια πλημμυρίδα μηνυμάτων που εκθείαζαν τον πλούτο.
Αυτή η λατρεία του πλούτου και της «μεγάλης ζωής» -που συνδυαζόταν μάλιστα με την περιφρόνηση προς την κοπιώδη, γεμάτη «αίμα και δάκρυα» παραδοσιακή εργασία- ταίριαζε «γάντι» με τη δραστηριότητα του χρηματιστηριακού κεφαλαίου ­-και δεν πολυανεχόταν αντιρρήσεις. Επιπλέον, η νέα αντίληψη δεν ήταν εντελώς αποκύημα της φαντασίας· στο κάτω-κάτω, όποιος είχε επενδύσει στα αμοιβαία κεφάλαια του Τζορτζ Σόρος (George Soros) κέρδιζε ετήσια, χωρίς να κουνήσει το δακτυλάκι του, σταθερά 30% του κεφαλαίου του, την ίδια στιγμή που στην παλιομοδίτικη «πραγματική οικονομία», ένα κέρδος της τάξης του 7-8% θεωρούνταν αξιοπρεπέστατο.
Κάπως έτσι αναδείχθηκε σε ήρωα των μοντέρνων καιρών ο χρηματιστής, ο ριψοκίνδυνος τύπος που «κάνει δουλειές» στην άλλη άκρη του κόσμου με όπλο μόνο το κινητό του. Από τη στιγμή που όποιος διέθετε την αναγκαία πληροφόρηση, τη γνώση και το πολιτιστικό κεφάλαιο μπορούσε να κερδίζει πελώρια ποσά πατώντας μερικά πλήκτρα, άλλαξε άρδην η κοινωνική εκτίμηση για το νόημα της εργασίας και των επενδύσεων, αλλά και για τις αξίες στις οποίες θεμελιώνονται αυτές.

Προς τα πού πνέουν οι ιδεολογικοί άνεμοι;
Όπως φαίνεται, η εποχή της ασυγκράτητης κερδοσκοπίας τελείωσε, και το τέλος της θα φέρει αλλαγές στην αξιακή συγκρότηση των ηγεμονικών κοινωνικών αντιλήψεων στις κοινωνίες μας. Ασφαλώς δεν πρόκειται να εξαφανιστεί η ανάγκη του ανθρώπου για ευημερία. Μάλλον όμως θα επιστρέψουμε σε μεγαλύτερη ταπεινοφροσύνη, του τύπου «κάλλιο πέντε και στο χέρι...» ή «ας έχουν τα παιδιά μου καλύτερη μοίρα από μένα».
Τη μέρα που ανακοινώθηκε η χρεοκοπία της τράπεζας «Λέμαν μπράδερς» ο Βρετανός οικονομολόγος Ουιλ Χάτον (Will Hutton) χαμογέλασε και είπε: «αυτή είναι η λαμπρότερη ημέρα για τη σοσιαλδημοκρατία!». Ο Χάτον δε το είπε αυτό από χαιρεκακία για τα δεινά των τραπεζιτών. Αυτό που είχε στο νου του ήταν πως πλέον η αριστερή σκέψη διεύρυνε τα περιθώρια κινήσεών της, και μπορούσε ξανά να αναπτύξει τη θεματολογία της αλληλέγγυας κοινωνίας, την ίδια ώρα που συντηρητικοί και φιλελεύθεροι μοιάζουν καταδικασμένοι στην αναδίπλωση και την ιδεολογική προσαρμογή. Το «μυστικό όπλο» της επιτυχίας του «τρίτου δρόμου» εξάλλου ήταν πως αφομοίωσε τον φιλελευθερισμό, που τον είδε ως μία επιτυχημένη οικονομική πρακτική, που κυριαρχούσε στη μαζική κουλτούρα.
Σήμερα από την άλλη, οι αχαλίνωτες αγορές και ο καταναλωτικός ηδονισμός, καθώς και η σύνδεσή τους, μοιάζει να βουλιάζουν. Μετά από πολλές δεκαετίες, επιτέλους η προοδευτική σκέψη έχει την ευκαιρία να αναλάβει θαρραλέες πρωτοβουλίες και να επιδείξει αυθεντική προγραμματική εφευρετικότητα, αντί απλά να αντιδρά «έξυπνα» στη συγκυρία.
Από πού όμως θα έπρεπε να ξεκινήσει αυτή η νέα προγραμματική εφευρετικότητα; Πολλοί θεωρούν πως η αντιμετώπιση της κρίσης περνά αυτονόητα από την αναζωογόνηση της παλιάς, καλής κεϊνσιανής οικονομίας. Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν ματαιοπονία. Ο ξέφρενος σημερινός κόσμος δεν πρόκειται να τιθασευτεί με τα παλιά εργαλεία, ούτε με την επιστροφή στο παρελθόν.
Εξίσου αδύνατη θα ήταν μία αντισυστημική αλλαγή, αν και σε ολόκληρο τον κόσμο έχει ξεκινήσει ένα κύμα αναβίωσης της αριστεράς. Την ίδια ώρα που στην Ουγγαρία το κοινό δονείται από τις πολεμικές κραυγές της κυρίαρχης «νεοφιλελεύθερης» κάστας των τελευταίων τριάντα ετών, αλλού είναι ήδη φανερό πως οι προοδευτικές δυνάμεις νιώθουν ισχυρή την πίεση της αριστεράς. Βέβαια, αυτό είναι μάλλον αναμενόμενο, ενώ κάθε λεπτό εξανεμίζονται δισεκατομμύρια δολάρια. Τη στιγμή που καταρρέουν εμβληματικοί τομείς της βιομηχανίας, όπως η αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία -κι ενώ η ανεργία εκτοξεύεται απότομα, μοιάζει αρκετά λογικό να προβάλλει η παραδοσιακή, προστατευτική λογική της παλιάς αριστεράς ως αξιόπιστη εναλλακτική λύση στις υπερβολές του ανεξέλεγκτου και ανήθικου καπιταλισμού.
Είναι μολοταύτα σημαντικό να μπορέσουμε να κάνουμε τη διάκριση μεταξύ των φαινομένων που απαξιώθηκαν από την κρίση και εκείνων των που θα εξακολουθούν να διαμορφώνουν τον κόσμο: οι διαδικασίες της «κοινωνίας της πληροφορίας» θα συνεχιστούν. Και δεν είναι λογικό να προσδοκούμε να ανακτά έδαφος η παραδοσιακή βιομηχανία εις βάρος των υπηρεσιών. Ούτε βέβαια θα δούμε να υλοποιείται έξαφνα η εργατική αυτοδιαχείριση. Και πάνω απ' όλα -εκτός βέβαια αν έχουμε κατακλυσμιαίες εξελίξεις- δεν πρόκειται να αντιστραφεί η τάση της παγκοσμιοποίησης.
Από την άλλη, το κράτος οφείλει να προσαρμοστεί. Υπάρχει ανάγκη για συστηματική ανανέωση στον τομέα των ελέγχων και των ρυθμίσεων, στην αλλαγή της θεσμικής συγκρότησης των κρατών, αλλά και για τεχνολογικές καινοτομίες και νέα χρήση της γνώσης.
Περισσότερο από ποτέ, σήμερα οφείλουμε να μάθουμε να ελέγχουμε τους πολύπλοκους μηχανισμούς της αγοράς, που η ίδια η αγορά δεν κατόρθωσε να τιθασεύσει. Θα πρέπει να βρούμε το δρόμο μας μέσα στον κυκεώνα των πολλαπλών επιστρώσεων των κεφαλαιακών συναλλαγών. Ο ρόλος του κράτους όμως δεν θα αυξηθεί μόνο στον τομέα της ρύθμισης των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, αλλά και στην αγορά εργασίας. Αυτό διακήρυξε εξάλλου ο Μπάρακ Ομπάμα (Barack Obama) επικαλούμενος το δικό του «νιου ντιλ», που θα φέρει όμως το διακριτό του χρώμα -το πράσινο.
Τα δημόσια έργα που θα κληθούν να απογειώσουν την οικονομία τούτη τη φορά δε θα επικεντρώνονται σε αυτοκινητοδρόμους που θα διασχίζουν πέρα-δώθε τη χώρα, αλλά σε επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ). Φυσικά το πρόβλημα με τις ΑΠΕ είναι πως απαιτείται ακόμα πολλή ανάπτυξη και πολυάριθμες καινοτομίες και εφευρέσεις πριν μπορέσουν να γίνουν ανταγωνιστικές με το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο.
Κοντολογίς, όσα πλήγματα κι αν έχει δεχθεί τελευταία ο καπιταλισμός, η έξοδος από την κρίση είναι δυνατή μόνο με την τεχνολογία που θα προέρθει από καινοτόμες ιδέες, που θα επιλεγούν από μία αγορά δημιουργικών, καινοτόμων επιχειρήσεων. Προκειμένου να αποκρούσουμε την επέλαση του χάους στον ξέφρενο κόσμο μας, θα χρειαστεί δίχως άλλο να αναστοχαστούμε πολλά. Κι όσο επώδυνη κι αν είναι αυτή η διαδικασία, ας μη μας φοβίζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: