Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Η επικείμενη έλλειψη τροφίμων

του Τζον Βιντάλ
Πηγή: Προοδευτική Πολιτική
The looming food crisis
© The Guardian

Οι ατέλειωτες εκτάσεις αραβοσίτου που κυματίζουν όσο βλέπει το μάτι γύρω από τη μικρή πόλη Κάρλτον της Νεμπράσκα μοιάζουν τέλειες στα μάτια αγροτών όπως ο Μαρκ Τζάγκελς (Mark Jagels). Με τον πατέρα του καλλιεργούν 10 τετραγωνικά χιλιόμετρα αραβοσίτου, η τιμή του καλαμποκιού δεν ήταν ποτέ υψηλότερη και το μέλλον φαίνεται ρόδινο.
Η πόλη (σύνθημά της: «το κέντρο αυτών όλων») ανθεί, χάρη στα 200 εκατομμύρια δολάρια που επενδύθηκαν στο νέο εργοστάσιο βιοκαυσίμων της πόλης που επιτέλους, μετά από πολλά χρόνια αναμονής, είναι σε θέσει προσφέρει 50 νέες θέσεις καλοπληρωμένης και πλήρους εργασίας.
Κι όμως, υπάρχει ένα «αλλά».
Τα ίδια χωράφια αραβοσίτου που περιτριγυρίζουν το σπίτι των Τζάγκελς στις «μεγάλες πεδιάδες» συνεισφέρουν μεν στο εισόδημα της αγροτικής Αμερικής, αλλά κι ακριβαίνουν το ψωμί στο Μάντσεστερ, τις τορτίγιες στο Μέξικο Σίτι και την μπίρα στη Μαδρίτη.
Λόγω όσων συμβαίνουν στη Νεμπράσκα, το Κάνσας, την Ιντιάνα και την Οκλαχόμα, η διατροφική βοήθεια στις φτωχότερες περιοχές της νοτίου Αφρικής, το χοιρινό στην Κίνα και το βοδινό στη Βρετανία γίνονται όλο και ακριβότερα.
Έχοντας αναλάβει να παράγουν, όπως τους κάλεσε ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους (George W. Bush) 35 δις γαλόνια (132 δις λίτρα) βιοκαυσίμων έως το 2017 χάριν της ενεργειακής ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, οι Τζάγκελς και χιλιάδες άλλοι συνάδερφοί τους αγρότες έμπλεοι πατριωτισμού μετατρέπουν τις πελώριες αμερικανικές καλλιέργειες αραβοσίτου από το μεγαλύτερο αρτοποιείο του κόσμου σε πελώρια αντλία καυσίμων.
Εδώ κι ένα μόνο χρόνο, το προϊόν τους μετατρεπόταν κυρίως σε ζωοτροφές ή σε διατροφική βοήθεια στον τρίτο κόσμο.
Αρχής γενομένης της συγκομιδής του Σεπτεμβρίου όμως, σχεδόν όλο θα καταλήξει στο νέο εργοστάσιο του Κάρλτον, προκειμένου να μετατραπεί σε αιθανόλη, την καθαρή, άχρωμη μορφή οινοπνεύματος, που προορίζεται όχι για τους ανθρώπους, αλλά για τα αυτοκίνητα.
Η εποχή των «αγροκαυσίμων» ξεκίνησε, και οι πελώριας κλίμακας αλλαγές στη γεωργία γίνονται ήδη αισθητές σε ολόκληρο τον κόσμο.
Μόνο στη Νεμπράσκα, φέτος φυτεύτηκαν με αραβόσιτο άλλα 4 εκατομμύρια στρέμματα κι η πολιτεία ελπίζει να παράγει 4.5 δις λίτρα αιθανόλης. Σε ολόκληρες τις ΗΠΑ πέρσι, το 20% του αραβοσίτου χρησιμοποιήθηκε για παραγωγή αιθανόλης. Πόση αιθανόλη είναι αυτή; Μόλις το 2% των καυσίμων που χρειάζονται τα αυτοκίνητα των ΗΠΑ.
«Πιθανότατα τα πράγματα δεν μπορεί να γίνουν καλύτερα απ' όσο είναι σήμερα» δήλωσε σε μία τοπική εφημερίδα ο Τζέρι Σταρ (Jerry Stahr) ένας άλλος αγρότης της Νεμπράσκα.
Ο Τζάγκελς και ο Σταρ συμμετέχουν στην παγκόσμια «πράσινη» στροφή της γεωργίας, πιθανότατα μία από τις μεγαλύτερες αλλαγές που γνώρισε η αγροτική ανάπτυξη εδώ και δεκαετίες.
Καθώς οι ΗΠΑ, η Ευρώπη, η Κίνα, η Ιαπωνία και άλλες χώρες δεσμεύονται να παράγουν εναλλακτικά καύσιμα για το 10% των αναγκών αυτοκίνησής τους, οι αγρότες παντού στον κόσμο στρέφονται προς την καλλιέργεια αραβοσίτου, ζαχαροκάλαμου, ααβόρας και ελαιοκράμβης προκειμένου να παράγουν αιθανόλη ή άλα βιοκαύσιμα. Αυτό σημαίνει όμως πως κάποιες άλλες καλλιέργειες εγκαταλείπονται.
Οι εκτάσεις που θα προορίζονται για την αλλαγή είναι κολοσσιαίες: η ινδική κυβέρνηση έχει στόχο την καλλιέργεια 140,000 km2 με βιοκαύσιμα, η Βραζιλία 1,2 εκατομμύρια km2 (!). Η Νότιος Αφρική ονειρεύεται να γίνει στο μέλλον η Μέση Ανατολή των βιοκαυσίμων, με 4 εκατομμύρια km2 καλλιέργειας Jatropha curcas, ενός θάμνου που φύεται σε άγονα εδάφη. Η Ινδονησία διακηρύσσει το στόχο της να ξεπεράσει τη Μαλαισία και να επεκτείνει έως το 2025 την παραγωγή ααβόρας από τα 64,000 km2 στα 260,000 km2.
Ενώ οι καλλιέργειες αυτές θα ωφελήσουν περιθωριακά μόνο τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και στην ενεργειακή ασφάλεια του κόσμου, θα πλήξουν καίρια την τιμή των τροφίμων και όλους όσοι δε θελήσουν να ακολουθήσουν το ρεύμα. Εδώ κι ένα μόνο χρόνο, όλο το καλαμπόκι των ΗΠΑ προοριζόταν για διατροφή ανθρώπων και ζώων. Καθώς το αμερικανικό καλαμπόκι αντιπροσώπευε την πλειοψηφία των παγκοσμίων εξαγωγών, η τιμή του διπλασιάστηκε τους τελευταίους 10 μήνες, ενώ εκείνη του σιταριού αυξήθηκε κατά 50%.
ο αποτέλεσμα σε χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν η μετακύληση αυτών των αυξήσεων σε άλλα αγροτικά και κτηνοτροφικά προϊόντα. «Η τιμή του καλαμποκιού διπλασιάστηκε και τον Ιούνιο το σιτάρι έφτασε στην ανώτατη τιμή του εδώ και πάνω από δεκαετία. Παρόμοιες αυξήσεις αναμένεται να πυροδοτήσουν τον πληθωρισμό σε όλα τα τρόφιμα, καθώς το σιτάρι και το καλαμπόκι συμβάλουν αποφασιστικά στο κόστος παραγωγής ολόκληρης της βιομηχανίας», λέει ο Μαρκ Χιλ (Mark Hill), ειδικός αγροτικής ανάπτυξης στην εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων «ντελουάτ».
Οι βρετανικοί αλευρόμυλοι π.χ. χρειάζονται ημερησίως 5.5 εκατομμύρια τόνους σίτου για να παράγουν τις 12 εκατομμύρια φρατζόλες που πωλούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το περισσότερο από αυτό το σιτάρι είναι βρετανικό, που οι μύλοι το αγοράζουν σήμερα προς 200 λίρες (294 ευρώ) τον τόνο, έναντι 100 λιρών (147 ευρώ) πέρσι.
Η «χόβις» άυξησε το Φεβρουάριο την τιμή της φρατζόλας από τις 93 πένες (1.37 ευρώ) στις 99 πένες (1.47 ευρώ) και προειδοποιεί πως έρχονται κι άλλες αυξήσεις. Στη Γαλλία οι καταναλωτές έμαθαν επίσης πως η πολυαγαπημένη τους «μπαγκέτα» θα ακριβύνει σύντομα.
Η εποχή των φτηνών τροφίμων τέλειωσε, προειδοποιεί ο Χιλ.
Οι τιμές της ζάχαρης, του γάλατος και του κακάο αυξήθηκαν όλες, πυροδοτώντας σε πολλές χώρες τις μεγαλύτερες αυξήσεις στις τιμές τροφίμων εδώ και τρεις δεκαετίες.
«Το κρέας θα ακριβύνει επίσης, καθώς τα κοτόπουλα και οι χοίροι τρέφονται κυρίως με δημητριακά», λέει ο Χιλ. «Κι ενώ όσοι καλλιεργούν δημητριακά θα δουν το εισόδημά τους να αυξάνει, οι παραγωγοί γαλακτοκομικών προϊόντων κι οι κτηνοτρόφοι μάλλον θα τα βρουν πιο δύσκολα».
Η άνοδος της ζήτησης για βιοκαύσιμα πλήττει σκληρότερα τους φτωχούς και το περιβάλλον. Το πρόγραμμα τροφίμων του ΟΗΕ που ταΐζει ημερησίως 90 εκατομμύρια ανθρώπους -ως επί το πλείστον με αμερικανικό αραβόσιτο- αναγνωρίζει πως σήμερα 850 εκατομμύρια άνθρωποι τρέφονται ελλιπώς.
Ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί καθώς η διατροφική βοήθεια ακρίβυνε κατά 20% μέσα σε ένα μόλις χρόνο. Οι τιμές τροφίμων στην Ινδία αυξήθηκαν κατά 11% μέσα σε ένα χρόνο, ενώ στο Μεξικό η τιμή της τορτίγια τετραπλασιάστηκε τον Φεβρουάριο, πράγμα που προκάλεσε μαζικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας.
Στη Νότιο Αφρική οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 17% και πέρσι η Κίνα αναγκάστηκε να ακυρώσει κάθε περαιτέρω παραγωγή βιοκαυσίμων από καλαμπόκι, μετά την αύξηση της τιμής του χοιρινού κατά 42%.
Ακόμα και στις ΗΠΑ, όπου 40 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας, το υπουργείο γεωργίας πρόβλεψε πρόσφατα πως η τιμή του κοτόπουλου θα αυξηθεί κατά 10%. Οι τιμές του ψωμιού, του μοσχαρίσιου κρέατος, των αυγών και του γάλατος αυξήθηκαν τον Ιούλιο κατά 7.5%, που είναι η μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση της τιμής τους εδώ και 25 χρόνια.
«Ο επικός ανταγωνισμός μεταξύ των 800 εκατομμυρίων αυτοκινητιστών του κόσμου, που θέλουν να συνεχίσουν να κινούνται, και των 2 δισεκατομμυρίων φτωχών, που απλά προσπαθούν να επιβιώσουν, μόλις ξεκίνησε» λέει ο Λέστερ Μπράουν (Lester Brown), συγγραφέας του βιβλίου «ποιος θα ταΐσει την Κίνα;» και πρόεδρος του ινστιτούτου «ουορλτ ουοτς» της δεξαμενής σκέψης που εδρεύει στην Ουάσιγκτον.
«Και τα πράγματα δεν αναμένεται να γίνουν καλύτερα», λέει Μπράουν. Το πρόγραμμα τροφίμων του ΟΗΕ προβλέπει πως η ζήτηση για βιοκαύσιμα θα αυξηθεί κατά 170% τα επόμενα τρία χρόνια.
Μία άλλη έκθεση του ΟΟΣΑ, όπου συμμετέχουν τα 30 πλουσιότερα κράτη του κόσμου, θεωρεί πως οι τιμές των τροφίμων την επόμενη δεκαετία θα αυξηθούν μεταξύ 20% και 50%, ενώ οι επικεφαλής της «νεστλέ», της πρώτης παγκοσμίως βιομηχανίας παραγωγής τροφίμων, διαβεβαιώνουν πως οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές στο ορατό μέλλον.
Μία σειρά από οικολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες συγκλίνουν σε μία «καταιγίδα» που απειλεί μεγάλο αριθμό ατόμων με αυξήσεις τιμών και ελλείψεις τροφίμων.
Την ίδια ώρα που οι αγρότες εγκαταλείπουν την παραγωγή τροφίμων (για ζώα και ανθρώπους), ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξάνει ετησίως κατά 87 εκατομμύρια. Αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Κίνα και η Ινδία, στρέφονται προς την κρεατοφαγία, που χρειάζεται περισσότερες εκτάσεις, ενώ η κλιματική αλλαγή αρχίζει να πλήττει σοβαρά την παραγωγή τροφίμων.
Στις επιθεωρήσεις «σάιενς» και «νάτσουρ» δημοσιεύθηκαν πρόσφατα άρθρα για την κατάρρευση της ιχθυοπανίδας, με την εξαφάνιση των 2/3 των ψαριών έως το 2025 και όλων των μεγάλων πληθυσμών ιχθύων έως το 2048!
«Τα παγκόσμια αποθέματα δημητριακών φέτος θα φθάσουν στο χαμηλότερο επίπεδό τους από τότε που υπάρχουν στοιχεία. Εδώ κι εκατό χρόνια ποτέ δεν βρίσκονταν σε τόσο χαμηλά επίπεδα, ει μη μόνον σε πολεμικές περιόδους», αναφέρει το αμερικανικό υπουργείο γεωργίας.
Τα τελευταία επτά στα οκτώ χρόνια παρήχθησαν λιγότερα δημητριακά από όσα καταναλώθηκαν, λέει ο Μπράουν. Τα αποθέματα αυτά φθάνουν σήμερα για 50 μόλις μέρες. Σύμφωνα με τους ειδήμονες, βρισκόμαστε πια «στην εποχή μετά τα επαρκή αποθέματα».
Η διατροφική κρίση, επιμένει ο Μπράουν, βρίσκεται στην αρχή της. Ιδιαίτερα τον ανησυχεί ο ανταγωνισμός μεταξύ τροφίμων και καυσίμων που προκαλεί η στροφή του ινδικού και του κινέζικου πληθυσμού, του 40% δηλαδή του παγκοσμίου πληθυσμού, από το παραδοσιακό του διατροφικό πρότυπο προς μία «αμερικανικού τύπου» δίαιτα, με πολύ κρέας και γαλακτοκομικά. Στην Κίνα η ζήτηση κρέατος τετραπλασιάστηκε τα τελευταία τριάντα χρόνια, ενώ στην Ινδία το γάλα και τα αυγά γίνονται όλο και πιο δημοφιλή.
Αυτό από μόνο του δεν είναι πρόβλημα, παρά μόνο διότι σημαίνει πως η παραγωγή τροφίμων θα χρειάζεται περισσότερο νερό. Για την παραγωγή κάθε κιλού κρέατος χρειάζονται 7 κιλά δημητριακών και για να καλυφθεί η αύξηση της ζήτησης κρέατος θα χρειαστεί πολύ περισσότερη καλλιεργήσιμη γη.
Και η γη αυτή φυσικά θα χρειαστεί άρδευση. «Οι ταμιευτήρες ύδατος μειώνονται στις χώρες όπου διαμένουν πάνω από το μισό παγκόσμιο πληθυσμό», σημειώνει ο Μπράουν. «Πολλοί ειδικοί και αναλυτές σημειώνουν το πρόβλημα της λειψυδρίας, αλλά λίγοι κατανοούν πως η λειψυδρία συνεπάγεται ελλείψεις τροφίμων».
Σύμφωνα με τον Μπράουν, οι μελέτες της «παγκόσμιας τράπεζας» δείχνουν πως το 15% της σημερινής παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων αρδεύεται από υπόγειους υδατικούς πόρους που μειώνονται ταχύτατα και ποτάμια που αποξηραίνονται.
Σε πολλές περιοχές της Ινδίας και της Κίνας, τα υδατικά αποθέματα έχουν πέσει σε ανησυχητικά επίπεδα.
Οι επιστήμονες ανησυχούν όλο και περισσότερο. Νωρίτερα φέτος, ειδικοί υδρολόγοι από εκατοντάδες ινστιτούτα του πλανήτη, εξέδωσαν τη σημαντικότερη έως σήμερα αξιολόγηση της πορείας των υδατικών και διατροφικών αποθεμάτων στον πλανήτη.
Τα συμπεράσματα είναι ανατριχιαστικά.
Το νερό, οι γαίες και οι ανθρώπινοι πόροι που διαθέτει ο πλανήτης επαρκούν για να τραφεί ο πληθυσμός και στο μέλλον, αναφέρει το πόρισμα. «Κατά πάσα πιθανότητα όμως, οι σημερινές τάσεις στην παραγωγή τροφίμων και στη διαχείριση περιβάλλοντος μας οδηγούν ευθέως σε επαναλαμβανόμενες κρίσεις», λέει ο Ντέιβιντ Μόλντεν (David Molden), υποδιευθυντής του «διεθνούς ινστιτούτου διαχείρισης υδάτων» (IWMI).
Εντωμεταξύ η κλιματική αλλαγή προκαλεί ένταση των βροχοπτώσεων, περισσότερες απρόβλεπτες καταιγίδες, πιο μακροχρόνιες ξηρασίες και άστατες εποχές. Στη Βρετανία, οι πρόσφατες πλημμύρες θα οδηγήσουν σε ελλείψεις λαχανικών (πατάτες και μπιζέλια) και δημητριακών, όπως το σιτάρι.
Αυτές οι ελλείψεις θα αυξήσουν τις τιμές στα τρόφιμα πέραν της αύξησης του 4.9% από τον Ιανουάριο έως και το Μάιο του 2007 (πολύ πάνω από τον πληθωρισμό) ή του 9.6% για τα λαχανικά.
Η κλιματική αλλαγή όμως αποδεικνύεται καταστροφική και εκτός Βρετανίας.
Όπως δήλωνε πρόσφατα στη Ρώμη η Ζοζέτ Σίραν (Josette Sheeran), η νέα διευθύντρια του προγράμματος του ΟΗΕ για τα τρόφιμα: «συνάντησα ηγέτες από τη Μαδαγασκάρη σοκαρισμένους ακόμα από τους επτά κυκλώνες που έπληξαν το νησί τους το πρώτο εξάμηνο του έτους. Τους ρώτησα πότε τελειώνει η εποχή τους, και μου απάντησαν πως παρόμοιες ερωτήσεις απαντώνται όλο και δυσκολότερα. Οι αγρότες συνειδητοποιούν πως η συνήθης διαδοχή των εποχών ανήκει στο παρελθόν. Πώς θα ανταποκριθεί η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων σε αυτές οι αναστατώσεις;».
Η απάντηση είναι: πολύ δύσκολα.
Η «διακυβερνητική επιτροπή για την κλιματική αλλαγή» (IPCC) προβλέπει πως οι καλλιέργειες που αρδεύονται αποκλειστικά από τη βροχή θα μειωθούν κατά 50% έως το 2020, λόγω της κλιματικής αλλαγής.
«Οτιδήποτε παρόμοιο είναι προφανές πως θα προκαλέσει πελώρια προβλήματα», λέει η Σίραν. Πρόσφατα η κυβέρνηση του Λεζότο κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση διατροφικής ανάγκης, αφού η πρωτοφανής την τελευταία τριακονταετία ξηρασία που πλήττει τη γειτονική Νότιο Αφρική οδήγησε τις τιμές των αγροτικών προϊόντων σε επίπεδα απλησίαστα για το μεγαλύτερο μέρος των υπηκόων της.
'Αλλοι αναλυτές βέβαια επιμένουν πως όλα τούτα παραείναι απαισιόδοξα. Νωρίτερα φέτος ο πρόεδρος της Βραζιλίας Λούις Λούλα (Luiz Lula) δήλωσε στον «γκάρντιαν» πως η παραγωγή τροφίμων δεν είναι ανταγωνιστική ούτε με την παραγωγή βιοκαυσίμων, ούτε με τη δασοπροστασία. «Η Βραζιλία διαθέτει 3.2 εκατομμύρια km2 καλλιεργήσιμης γης, από την οποία καλλιεργείται μόνο το ένα πέμπτο, από το οποίο πάλι στην παραγωγή αιθανόλης αφιερώνεται λιγότερο από το 4%... Δεν υφίσταται δίλημμα μεταξύ παραγωγής τροφίμων ή ενέργειας».
'Αλλοι πάλι υποστηρίζουν πως οι πρόσφατες αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων είναι πρόσκαιρες και σύντομα θα μειωθούν χάρη στην παρέμβαση της αγοράς. Μερικοί αισιοδοξούν για τις ευεργετικές επιδράσεις των γενετικά τροποποιημένων τροφίμων, την ανάπτυξη καλλιεργειών ανθεκτικών στην ξηρασία ή θεωρούν πως η παραγωγή βιοκαυσίμων θα αξιοποιεί σύντομα τα άχρηστα μέρη των φυτών και μόνο.
Πολλοί στοιχηματίζουν πως η αύξηση της παραγωγής τροφίμων σε χώρες όπως η Αργεντινή, η Πολωνία, η Ουκρανία και το Καζακστάν θα αναπληρώσει της όποιες απώλειες της αμερικανικής παραγωγής.
Εντωμεταξύ, οι αμερικανικές πεδιάδες συνεχίζουν να ζουν στους ρυθμούς του «πυρετού της αιθανόλης». Πέρσι τέτοια εποχή υπήρχαν λιγότερα από 100 εργοστάσια παραγωγής αιθανόλης σε ολόκληρες τις ΗΠΑ, με δυνατότητα παραγωγής 22-23 δις λίτρα. Σήμερα έχουν αυξηθεί κατά 50, ενώ σχεδιάζεται η δημιουργία άλλων 300 μονάδων. Ακόμα και τα μισά να λειτουργήσουν, η παραγωγή τροφίμων στον κόσμο μας θα έχει αλλάξει διαπαντός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: