Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Τι συνέβη στις 7 Ιουνίου

Από: Felnikos

Πολύ σάλιο και μελάνι ξοδεύτηκαν, για να… αποκρυπτογραφηθεί το μήνυμα της 7ης Ιουνίου. Κι ας είναι τα πράγματα απλά. Τόσο απλά που καθιστούν εκ του περισσού, βαρετή και γραφική όλη αυτή την, τηλεοπτική κυρίως, ηχορύπανση των αναλύσεων, διχογνωμιών και αντιπαραθέσεων για το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών.
Και εξηγούμαι: Η ευρωκάλπη ανέδειξε δύο αδιαμφισβήτητους νικητές. Τον Γ. Παπανδρέου και τον Γ. Καρατζαφέρη. Ο μεν πρώτος κατάφερε έπειτα από πέντε χρόνια -και ενάντια στις προβλέψεις των περισσοτέρων- να φέρει το ΠΑΣΟΚ ξανά στα πρόθυρα της εξουσίας, ο δε δεύτερος εισχώρησε για τα καλά στα διαμερίσματα της «πολυκατοικίας» των εγχώριων συντηρητικών και από περιθωριακός έγινε βασικός παίχτης του πολιτικού γίγνεσθαι.
Οι αδιαμφισβήτητα χαμένοι είναι ο Κ. Καραμανλής και οι Αλαβάνος - Τσίπρας. Ο πρωθυπουργός με το ιστορικό χαμηλό (32,29%) που κατέγραψε το κόμμα του, αλλά και την εν γένει ποιότητα της διακυβέρνησης, έπαψε να είναι το γκεσέμι της Ν.Δ. και ενδεχομένως θα μεταβληθεί και σε αποδιοπομπαίο τράγο, εάν -όπερ και το πιθανότερο- ηττηθεί στις βουλευτικές εκλογές. Το δίδυμο Αλαβάνου - Τσίπρα από ελπιδοφόρο για τις δυνάμεις της Αριστεράς μετετράπη -με τη συμπεριφορά και τις επιλογές του- σε εφιάλτη που μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε διάσπαση τον Συνασπισμό και σε διάλυση τον ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτά, τα τόσο απλά, για τους νικητές και τους ηττημένους. Υπάρχουν βέβαια και οι… κρυοζεστάκηδες. Η Αλ. Παπαρήγα και ο Μιχ. Τρεμόπουλος. Η μεν γενική γραμματέας του ΚΚΕ δεν πρέπει να αισθάνεται κρύο, αφού ο Περισσός, έστω και με απώλειες, διατήρησε τα πρωτεία του κομμουνιστογενούς κινήματος στη χώρα, ο δε επικεφαλής των Οικολόγων δεν πρέπει να νιώθει ζέστη, αφού -παρά τις προβλέψεις- τα ποσοστά του κόμματός του τελικά μόλις κατά μισή μονάδα ξεπέρασαν το όριο του 3%.
Σίγουρα είναι επιτυχία η εκλογή ενός ευρωβουλευτή, όμως είναι αμφίβολο εάν η δυναμική τους θα συντηρηθεί μέχρι τις εθνικές εκλογές και, κυρίως, εάν θα αντέξει στις μυλόπετρες του δικομματισμού και των ισχυρών διλημμάτων που θα τεθούν σχετικά με την επόμενη (δια)κυβέρνηση της χώρας.
Έχουμε, λοιπόν, και λέμε: Δύο κέρδισαν, δύο έχασαν και δύο δεν αισθάνονται ούτε κρύο ούτε ζέστη. Υπάρχει βέβαια και η αποχή. Σημαντική. Και για πρώτη φορά τόσο υψηλή για τα εκλογικά ειωθότα των Ελλήνων. Από του σημείου αυτού όμως έως τις… τερατολογίες που ακούγονται υπάρχει διαφορά.
Καταρχήν δεν επηρέασε το εκλογικό αποτέλεσμα, επειδή ουδείς μπορεί να προβλέψει πώς θα συμπεριφέρονταν στην κάλπη όσοι απείχαν. Το πιθανότερο είναι να είχαν την ίδια συμπεριφορά μ’ αυτούς που ψήφισαν. Ενδέχεται μάλιστα να αύξαναν τη διαφορά μεταξύ πρώτου και δεύτερου κόμματος, εάν δεχθούμε ότι οι περισσότεροι προέρχονται από τον χώρο της Ν.Δ.
Όσοι από τον χώρο της συμπολίτευσης υποστηρίζουν ότι οι ψηφοφόροι της με την αποχή ήθελαν να στείλουν μήνυμα στην κυβέρνηση είναι λογικό να υποθέσουμε ότι προσερχόμενοι στις κάλπες το μήνυμά τους θα εκφραζόταν με το μαύρισμά της. Πάλι καλά, λοιπόν, να λένε που πήγαν στις παραλίες, και όχι στα εκλογικά τμήματα.
Η δεύτερη ερμηνεία που δίνεται στην αποχή είναι η δι’ αυτού του τρόπου αποδοκιμασία συλλήβδην της πολιτικής και των κομμάτων. Σίγουρα σ’ ένα ποσοστό αυτό ισχύει. Μόνο που αυτό το ποσοστό είναι μικρό. Πολύ μικρό.
Δύσκολα μπορεί να δεχθεί κάποιος ότι όλοι αυτοί οι λουόμενοι που παρήλαυναν από το εκράν των τηλεοράσεων έχουν τέτοιο υψηλό επίπεδο πολιτικής συνειδητότητας που επέλεξαν την αποχή για να εκφράσουν την απαρέσκεια και την… κάθετη διαφωνία τους για το πώς εξελίσσονται οι πολιτικές υποθέσεις στη χώρα μας.
Δεν υποστηρίζω ότι οι λουόμενοι είναι «ρουβίτσες», θαυμαστές της Τζούλιας Αλεξανδράτου, οπαδοί του Ψινάκη ή ανήκουν στο φαν κλαμπ της Σκορδά, της Μενεγάκη και της Δρούτσα, όμως πολλοί εξ αυτών συγκροτούν το… κίνημα των γιουροβιζιονιστών, το οποίο καταγγέλλουν ως εκφυλιστικό κοινωνικό φαινόμενο αυτοί που σήμερα θεωρούν την αποχή ως ιδιαίτερης πολιτικής βαρύτητας στάση.
Τα πράγματα και με την αποχή είναι, λοιπόν, επίσης πολύ απλά. Στην Ελλάδα παραδοσιακά υπάρχει ένα ποσοστό περίπου 30% που δεν προσέρχεται στις κάλπες. Απόλυτα φυσιολογικό. Μάλιστα, είναι και μικρότερο το ποσοστό, αφού σ’ αυτό συμπεριλαμβάνονται οι ομογενείς, οι υπερήλικες και οι διπλοεγγεγραμμένοι. Στις προηγούμενες ευρωεκλογές η αποχή ήταν 37% και δεν ηγέρθη κανένα θέμα. Μιλάμε, δηλαδή, για ένα επιπλέον ποσοστό 10%, το οποίο μάλλον δικαιολογείται.
Η χαλαρότητα της ψήφου, δεν εκλέγεται κυβέρνηση στις ευρωεκλογές, είναι ένα δεδομένο. Η σύμπτωση με το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, που είχε και ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες, είναι το δεύτερο. Το τρίτο συνδέεται με το γεγονός ότι οι νέες ηλικίες (18-23 χρόνων), που απέκτησαν δικαίωμα ψήφου μετά τις ευρωεκλογές του 2004, δεν πάσχουν από το σύνδρομο της υπερπολιτικοποίησης και σαφέστατα έχουν διαφορετικά πρότυπα. Χαλαρή σχέση με την πολιτική και άλλες προτεραιότητες στη ζωή τους έχουν και οι κάτω των 35 ετών.
Οπότε η συνειδητή πολιτική αποχή και η υποκρύπτουσα απορριπτική στάση του υφιστάμενου κοινωνικο-πολιτικού status είναι μάλλον μικρό ποσοστό και σίγουρα εξηγείται. Πρώτον, από την αφασία των κομμάτων. Δεύτερον, από την αποτυχία της κυβέρνησης (της τωρινής και των προηγούμενων) να λύσει βασικά προβλήματα της καθημερινότητας. Τρίτον, από την απογοήτευση σχετικά με την ύπαρξη συγκεκριμένου εναλλακτικού οράματος και σχεδίου για την κοινωνία.
Και, τέταρτον, ένεκα της απώθησης που προκαλούν οι Βρυξέλλες. Αφενός λόγω της αδυναμίας της να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την οικονομική κρίση και αφετέρου να προωθήσει πολιτικές κοινωνικά πιο δίκαιες και φιλικές για την πλειονότητα των Ευρωπαίων πολιτών. Και, βέβαια, η γραφειοκρατική της δομή και λειτουργία, καθώς και η εν πολλοίς υποταγή της στις επιλογές των ΗΠΑ, συνθέτουν μια ήκιστα ελκυστική εικόνα.
Ας έλθουμε τώρα στο τρίτο θέμα των συζητήσεων στους ανά την επικράτεια καφενέδες. Το ρεύμα υπέρ του ΠΑΣΟΚ. «Εντάξει», λέγεται, «έχασε η Ν.Δ., αλλά το ΠΑΣΟΚ δεν εμφάνισε» στην κάλπη «ρεύμα αυτοδυναμίας» για τις εθνικές εκλογές. Αλήθεια είναι αυτό, αλλά ας δούμε αν το ποσοστό που έλαβε η αξιωματική αντιπολίτευση μπορεί να αποδειχθεί όντως το εφαλτήριο για να διεκδικήσει τη νίκη και την αυτοδυναμία έπειτα από μερικούς μήνες.
Αρχικά ας μεταφερθούμε πίσω στον χρόνο. Τον Ιούνιο του 2008, οι συζητήσεις που γίνονταν ήταν αν το ΠΑΣΟΚ θα καταφέρει να μείνει ενωμένο. Όλες οι δημοσκοπήσεις το έφερναν στη δεύτερη θέση. Τα (μεγαλο)στελέχη της τότε Χαρ. Τρικούπη σχετικά με τις ευρωεκλογές έθεταν, κατά το δοκούν και συμφέρον, τον πήχυ σε διαφορετικό ύψος. «Να μην πέσουμε κάτω από το ποσοστό των προηγούμενων ευρωεκλογών» (34,01%), έλεγαν ορισμένοι. «Να κερδίσουμε έστω και μία (1) ψήφο διαφοράς», υποστήριζαν άλλοι. «Να είναι το ΠΑΣΟΚ πρώτο κόμμα», διατείνονταν οι «ρευματοπαθείς».
Αργότερα ο πήχυς της διαφοράς έγινε 1%, στη συνέχεια πήγε στο 2% και κατέληξε στο 3%, εκεί που τον τοποθετούσαν και οι της κυβερνήσεως προκειμένου να ευσταθεί, μεταχρονολογημένα, το επιχείρημα του 1999, όταν δηλαδή ο Κ. Σημίτης έχασε μ’ αυτό το ποσοστό τις ευρωεκλογές και κέρδισε με 1% τις εθνικές εκλογές.
Τελικά η διαφορά ξεπέρασε το 4%, το όριο δηλαδή της καταστροφής, όπως προεκλογικά ελέγετο για την κυβέρνηση. Έφτασε το 4,4%, κάτι και που -σύμφωνα με τα προεκλογικά λεγόμενα- «σφραγίζει» τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις επόμενες εκλογές.
Τι άλλαξε, λοιπόν, και το 4,4% δεν ικανοποιεί κάποιους; Πόσο έπρεπε να πάει, για να σταλεί το μήνυμα ότι επίκειται αλλαγή βάρδιας στην εξουσία; Έπρεπε να είναι το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ μεγαλύτερο, λένε. Μα αν το ποσοστό του ΠΑΣΟΚ ήταν μεγαλύτερο, θα ήταν μεγαλύτερη και η διαφορά από τη Ν.Δ. Ή λοιπόν ο πήχυς ήταν η διαφορά πρώτου και δεύτερου κόμματος ή ο πήχυς σχετιζόταν με το ποσοστό που θα λάμβανε το ΠΑΣΟΚ. Ας διαλέξουν.
Κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι ετέθη και τέτοιος πήχυς· ποσοστιαίος δηλαδή. Ναι, μόνον που ετέθη σε συσχέτιση με το ποσοστό του δικομματισμού. Θα υπήρχε πρόβλημα με το ποσοστό, αν το άθροισμα του δικομματισμού ήταν στο συν-πλην 60%, όπως το πιθανολογούσαν ορισμένοι ντερμπεντέρηδες.
Τελικά, όμως, ο δικομματισμός άγγιξε το 70%. Τολμώ μάλιστα να πω ότι θα ήταν και μεγαλύτερο το άθροισμα του δικομματισμού, εάν το όριο επιβίωσής του είχε τεθεί όχι στο 60%, αλλά στο 70%. Ο λαός ψηφίζει σοφά και για μια ακόμη φορά -και στις ευρωεκλογές- το απέδειξε. Όπως και η διαφορά του ΠΑΣΟΚ από τη Ν.Δ. θα ήταν μεγαλύτερη, εάν δεν είχε τεθεί ο πήχυς στο 3%, αλλά στο 5%. Όπως και προ μηνός είχα γράψει, σχολιάζοντας την γκρίζα θεωρία του 3%, η διαφορά θα είναι τόση όση χρειάζεται για να μην αμφισβητηθεί και προκειμένου να είναι καθαρό και ηχηρό το μήνυμα προς την κυβέρνηση. Όπερ και εγένετο.
Εξάλλου δεν χρειάζεται να είναι κάποιος προφήτης για να δει τα μελλούμενα. Αρκεί να προσπαθεί, με ψυχρότητα και αντικειμενικότητα, να ερμηνεύει τις κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές διεργασίες που συντελούνται. Όσοι κάνουν τις επιθυμίες τους πραγματικότητα είθισται να διαψεύδονται. Αυτό έγινε και με τις ευρωεκλογές.
Παρ’ όλα αυτά όμως, το ερώτημα παραμένει. Είναι το 36,65% εφαλτήριο για νίκη και αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ στις επόμενες εκλογές; Ναι, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα συμβεί οτιδήποτε δραματικό και ο Γ. Παπανδρέου συνεχίσει με συνέπεια τη ρότα που χάραξε για το ΠΑΣΟΚ.
Τι πρέπει να κάνει; Να εμβαθύνει και να εκλαϊκεύσει το πρόγραμμά του. Να καταστήσει, με τον πλέον σαφή τρόπο, γνωστές τις κυβερνητικές του προτεραιότητες. Να ορίσει με καθαρό τρόπο και ν’ αρχίσει από τώρα, πρακτικά, να οικοδομεί τις κοινωνικές, αλλά και πολιτικές συμμαχίες του νέου μπλοκ εξουσίας, το οποίο θα εκφράσει η κυβέρνησή του. Να θέσει με ένταση τα νέα διλήμματα στα οποία πρέπει να απαντήσει η χώρα. Να συνεχίσει -χωρίς όμως υπερβολές και ροπή στον εύκολο δρόμο της σκανδαλολογίας- το μέτωπο κατά της διαφθοράς και να επιμείνει στην αναγκαιότητα για διαφορετικό ήθος και ύφος της διακυβέρνησης. Και να εντατικοποιήσει τους ρυθμούς ανανέωσης του στελεχιακού του δυναμικού, και κυρίως της ηγετικής ομάδας που θα ηγηθεί του σχεδίου κοινωνικής και οικονομικής ανασυγκρότησης.
Εάν τα πράξει όλα αυτά, το 36,65% είναι εφαλτήριο για νίκη και αυτοδυναμία. Ο λαός, σοφά ποιώντας, δεν του έδωσε τα ευρήματα των exit polls, τις 6 και 7 μονάδες διαφοράς, για να μην οδηγήσει τα στελέχη του στην αλαζονεία, αλλά και για να του υπενθυμίζει τα προαναφερόμενα καθήκοντα. Ένα υψηλότερο ποσοστό και μια μεγαλύτερη διαφορά θα ήταν σαν να του εδίδετο «λευκή επιταγή».
Και αυτή, τη σήμερον ημέρα, με τη γενικευμένη κρίση που υπάρχει, αλλά και το πρότερο «αμαρτωλό» κυβερνητικό παρελθόν του ΠΑΣΟΚ, είναι δύσκολο να του δοθεί. Και δεν θα του δοθεί ειμή μόνον την ημέρα της κάλπης των εθνικών εκλογών και εφόσον δεν έχει εξοκείλει από την ακολουθούμενη ρότα.
Εάν μάλιστα θέλουμε να είμαστε έντιμοι και ειλικρινείς, ισχυρά ρεύματα νίκης, όπως τα έχουμε γνωρίσει στο παρελθόν, έχουν εφεξής μικρές πιθανότητες να σχηματιστούν. Τουλάχιστον στο προβλεπτό μέλλον. Είναι διαφορετική και η ελληνική κοινωνία, ενώ απουσιάζουν οι μανιχαϊστικές ιδεολογίες που προκαλούσαν ισχυρές φορτίσεις και έντονα πάθη.
Η ικανότητα διαχείρισης των δημόσιων και κρατικών υποθέσεων έχει υπερισχύσει έναντι του οραματικού λόγου. Οι πολίτες είναι περισσότερο καχύποπτοι απέναντι στις μεγάλες και κατά τεκμήριον ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας έχουν καταγεγραμμένο στο μητρώο τους μεγάλο κυβερνητικό παρελθόν, ενώ υπάρχουν και οι κοινοτικές νόρμες, εντός των οποίων είμαστε υποχρεωμένοι να κινηθούμε.
Και βέβαια η κοινωνία στο δίλημμα «μεταρρύθμιση ή επανάσταση» έχει από πολλού χρόνου απαντήσει υπέρ του πρώτου, τασσόμενη υπέρ του Κάουτσκι και όχι του Λένιν…

Δεν υπάρχουν σχόλια: