Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Για την ενηλικίωση της τηλεόρασης

των Ερίκ Φαβέ και Μπερνάρ Στιγκλέρ

Το Μάιο του 2007, οι Φρέντερικ Ζίμερμαν (Frederick Zimmerman) και Δημήτρης Χριστάκης δημοσίευσαν στην αμερικανική επιθεώρηση «πεντιάτρικς» μία έρευνά τους σε 3,300 αμερικανικές οικογένειες, όπου αποδεικνύουν πως η πρόωρη έκθεση των παιδιών στην τηλεθέαση προκαλεί βαριές νοητικές διαταραχές κι ευνοεί ιδιαίτερα την εμφάνιση των συμπτωμάτων της λεγόμενης «διατάραξης προσοχής» και υπερκινητικότητας. Με την εργασία τους αυτή επιβεβαιώθηκε η υπόθεση εργασίας που οι δύο συγγραφείς είχαν ήδη υποστηρίξει το 2004 στην ίδια επιθεώρηση, σύμφωνα με την οποία η πρόωρη τηλεθέαση προκαλεί βλάβες στη δημιουργία των συνάψεων του εγκεφάλου κι επιδρά στη διαμόρφωση του παιδικού εγκεφάλου και στην ψυχολογική-διανοητική συγκρότηση των παιδιών.
Την ίδια χρονιά, ο αμερικανικός τηλεοπτικός δίαυλος «μπέιμπι φερστ» προσπάθησε να εγκατασταθεί στη γαλλική αγορά. Πολυάριθμες προσωπικότητες και οργανώσεις αντέδρασαν σε αυτό το ενδεχόμενο, συμπεριλαμβανομένου του «διεπιστημονικού συλλόγου για τα παιδιά και τα μέσα ενημέρωσης» (CIEM) που προσέφυγε στο «ανώτατο ραδιοτηλεοπτικό συμβούλιο» (CSA). Στις 22 Ιουλίου, το CSA υιοθέτησε μία απόφαση που απαγόρευε στους Γάλλους τηλεοπτικούς παραγωγούς να παράγουν ειδικά προγράμματα για παιδιά κάτω των 3 ετών κι επέβαλε στα κανάλια που εκπέμπουν από το εξωτερικό να προβάλλουν ένα μήνυμα που προειδοποιούσε τους γονείς για τους κινδύνους αυτών των προγραμμάτων.
Το CIEM κι όλοι οι φορείς που κινητοποιήθηκαν ενάντια στην αναμετάδοση τηλεοπτικών προγραμμάτων για πολύ μικρά παιδιά, επικαλέστηκαν πολυάριθμες παιδιατρικές, παιδοψυχιατρικές, εγκληματολογικές και ψυχολογικές έρευνες, που δείχνουν πως η τηλοψία αποτελεί πρόβλημα δημόσιας υγείας. Οι επικίνδυνες επιπτώσεις της τηλοψίας μάλιστα δεν αφορούν μόνο τις πολύ μικρές ηλικίες. Στη συζήτηση για την απαγόρευση της διαφήμισης και την αλλαγή του κοινωνικού ρόλου της κρατικής τηλεόρασης ο ίδιος ο πρόεδρος της δημοκρατίας υπογράμμισε τη νοσηρότητά της τηλεόρασης για την διανοητική υγεία των τηλεθεατών, πέραν του νοσηρού χαρακτήρα των δεσμεύσεων των τηλεοπτικών παραγωγών από τη διαφήμιση.
Χωρίς να αγνοούμε τα μεγάλα προβλήματα που θέτει η κατάργηση των διαφημιστικών εσόδων για το μέλλον της δημόσιας τηλεόρασης και χωρίς αγαθοσύνη ή αφέλεια, θεωρούμε πως οι σχετικές προτάσεις ανοίγουν έναν ουσιαστικό διάλογο για τη θέση της τηλεόρασης στη σύγχρονη κοινωνία. Θέτουν το ερώτημα του «σε τι χρησιμεύει η τηλεόραση», και επίσης του πώς διαμορφώνει συν τω χρόνω τις συνειδήσεις των παιδιών, των εφήβων και των ενηλίκων.
Είναι αδιαμφισβήτητο φερ' ειπείν πως η πολύχρονη έλκυση της προσοχής των νέων από τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα εμποδίζει σε ορισμένες περιπτώσεις το παιδαγωγικό έργο των γονέων και των εκπαιδευτικών, την ίδια μάλιστα στιγμή που όλοι γνωρίζουμε πόσο δυσκολότερη έχει γίνει η αποστολή της εθνικής μας παιδείας για τους εκπαιδευτικούς, και ενώ ο ρόλος της εκπαίδευσης είναι κρισιμότερος παρά ποτέ για τη νεότητα ή την κοινωνία.
Ξέρουμε π.χ. σε ποιο βαθμό η τυραννία της τηλεθέασης και της προσέλκυσης διαφημίσεων στρέφει την τηλεόραση προς το νεανικότερο κοινό και το ενδυναμώνει σε ότι αφορά την καταναλωτική συμπεριφορά των γονέων, πράγμα που υπονομεύει τη γονική εξουσία αλλά και βραχυκυκλώνει όλο το έργο της διαπαιδαγώγησης, θέτοντας σε κίνηση μια διαδικασία εκ-παιδισμού της κοινωνίας.
Οι παρατηρήσεις του προέδρου της δημοκρατίας δεν αφορούν μόνο τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, αλλά το σύνολο της τηλεοπτικής αγοράς της χώρας μας. Η τηλεόραση είναι κορυφαίο μέσο επικοινωνίας, πληροφόρησης και εκπαίδευσης, κι έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανοικοδόμηση των βιομηχανικών κοινωνιών μετά το Β' παγκόσμιο πόλεμο.
Ο σιδηρούς βραχίονας της διαφήμισης
Αρχής γενομένης από το 1947, το ειδικό της βάρος δεν έπαψε να αυξάνει. Αλλά όλοι διαισθανόμαστε πως στις μέρες μας έχει φθάσει σε σημείο καμπής. Η ποιότητα των προγραμμάτων της, αλλά και το κύρος της, υποβαθμίζονται, η νομιμοποίησή της κατέρρευσε, ενώ ένα μεγάλο τμήμα του νεότερου κοινού τείνει να την εγκαταλείψει (εξάλλου οι τηλεοπτικοί δίαυλοι για μωρά έχουν ως αποστολή ακριβώς να δημιουργήσουν πρώιμη και αμετάκλητη εξάρτηση από την τρυφερότερη παιδική ηλικία, ακριβώς για να αντιμετωπιστεί η τάση της νεότητας να εγκαταλείψει αυτά τα ΜΜΕ).
Εντωμεταξύ εμφανίστηκαν νέα μέσα, πράγμα που θέτει σε εντελώς καινούργιες βάσεις το ζήτημα του σκοπού και της θέσης των ραδιοτηλεοπτικών μέσων στην αυριανή κοινωνία. Όπως σωστά αναφέρεται στα 154 μέτρα που προτείνει ο υφυπουργός Ερίκ Μπεσόν (Éric Besson), η ψηφιοποίηση της τηλεόρασης θα μεταλλάξει άρδην τα χαρακτηριστικά και το ρόλο της. Αυτό που κυρίως θα παίξει ρόλο στον επαναπροσδιορισμό της δεν είναι άλλο από την πολιτική βούληση: όλες οι άδειες αναμετάδοσης εξαρτώνται από το κράτος, δια μέσου του CSA. Όσον αφορά τα λεγόμενα νέα μίντια, η απουσία πολιτικής παρέμβασης θα καθιστούσε τα πράγματα ακόμα πιο χαοτικά σε ότι αφορά την προάσπιση του βασικού ρόλου των ραδιοτηλεοπτικών μέσων στη διαμόρφωση των συγχρόνων κοινωνιών, που πρωταρχικά δεν είναι άλλος από εκείνον της εκπαίδευσης.
Οι τρέχουσες εξελίξεις και η σύνδεση τηλεόρασης-διαδικτύου σημαίνει πως η τηλεόραση θα έπρεπε να κληθεί να αναλάβει έναν πολύ σημαντικότερο και θετικό κοινωνικό ρόλο από αυτόν των τελευταίων δεκαετιών, του «σιδηρού βραχίονα» του μάρκετινγκ και της διαφήμισης, που όλο και περισσότερο γίνεται αισθητός ως παρέκβαση και καταστολή, και καταντάει εντέλει βλαπτικός ακόμα και για την ίδια τη διαφήμιση και το μάρκετινγκ.
Αυτός είναι ο λόγος που σκοπεύουμε να προτείνουμε να γίνει το 2009 έτος περίσκεψης και διαλόγου για το μελλοντικό ρόλο της τηλεόρασης, αλλά και των νέων μίντια που θα κληθούν να προεκτείνουν την εμβέλειά της, αλλά και να την μεταλλάξουν εκ βάθρων.
--------------------------------------------------------------------------------
Ο Éric Favey είναι πρόεδρος της CIEM και ο Bernard Stiegler είναι φιλόσοφος της επικοινωνίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: