Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

Η ποιότητα της βρεφονηπιακής μέριμνας εξαρτάται από την κοινωνική ισότητα

της Τζέραλντιν Μπέντελ

Ποιος είναι ο καταλληλότερος να μεγαλώσει το παιδί σας; Εσείς ή το κατά πιθανότητα προσωρινό, κακοπληρωμένο, νεαρό και όχι τόσο καλά εκπαιδευμένο προσωπικό του βρεφονηπιακού σας σταθμού;
Αυτό είναι το ερώτημα που εγείρει μία πρόσφατη έκθεση της «γιούνισεφ» για την κατάσταση της βρεφονηπιακής μέριμνας σε 25 αναπτυγμένες χώρες. Για πρώτη φορά μετά από αιώνες, αναφέρει η έκθεση, η πλειοψηφία των γονέων στα αναπτυγμένα κράτη εντέλλει την ανατροφή των παιδιών της σε εξειδικευμένους εργαζόμενους. Ταυτόχρονα, οι νευροεπιστήμονες δείχνουν -έκπληξη! έκπληξη!- πως ο εγκέφαλος διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό χάρη στις διαπροσωπικές επαφές στα πρώτα-πρώτα χρόνια της ζωής· αποδεικνύεται επίσης πως η αγάπη είναι εξίσου σημαντική για τη συναισθηματική όσο και για τη διανοητική ανάπτυξη.
Έτσι τελικά ίσως να μην ήταν και τόσο ασήμαντο αυτό το πράγμα της μητρότητας, που η γενιά μου διδάχτηκε να περιφρονεί ως κάτι που θα έπρεπε να στριμώξουμε στο περιθώριο της οικονομικά προσοδοφόρας, κοινωνικά απαραίτητης «πραγματικής» μας δουλειάς και που θα μπορούσαμε μια χαρά να το αποφύγουμε πληρώνοντας διάφορους χαμηλόμισθους να το κάνουν στη θέση μας.
Φυσικά βαθιά μέσα τους οι γυναίκες πάντα το ήξεραν αυτό.
Καθώς η ανατροφή των παιδιών ήταν ιστορικά το βασικό μας καθήκον, νιώθαμε πως εκτελούσαμε πλημμελώς τα καθήκοντά μας. Όταν ήμαστε σε γονική άδεια ή ασκούσαμε ένα μεγάλο μέρος των γονικών μας καθηκόντων καθοδηγημένοι από τον τρόπο που είχε διαμορφωθεί ο εγκέφαλός μας, διαπιστώναμε καθημερινά πόσο πλούσιο ήταν το κοινωνικό κεφάλαιο που αποκομίζαμε ερχόμενοι σε επαφή με άλλους γονείς, έξω από τις σχολικές αυλόπορτες.
Αυτή η παράξενη πραγματικότητα είναι σήμερα το μεγάλο κρυμμένο μυστικό στη συζήτηση περί βρεφονηπιακής περίθαλψης. Οι φεμινίστριες διστάζουν να το συζητήσουν ανοικτά, διότι οπλίζει τους αντιδραστικούς που θα ήθελαν να εκτοπίσουν τις γυναίκες από την αγορά εργασίας, ή εν πάση περιπτώσει να μην τις αφήνουν να καταλαμβάνουν θέσεις ευθύνης.
Δυστυχώς υπάρχει και μία άλλη αλήθεια, εξίσου απτή, που αντικρούει την προηγούμενη: η διαρκής συνύπαρξη με παιδιά μπορεί να αποδειχθεί μία βαρετή, άγονη και καταθλιπτική εμπειρία. Οι περισσότερες γυναίκες δουλεύουν όχι μόνο διότι αλλιώς δεν τα βγάζουν οικονομικά πέρα, αλλά και διότι η απασχόληση τους προσφέρει αυτοεκτίμηση, κοινωνικότητα, δύναμη και αξιοπρέπεια.
Το πραγματικό πρόβλημα με τους βρεφονηπιακούς σταθμούς είναι πως απαλλάσσει τους άνδρες από τα γονικά τους καθήκοντα. Αν οι γυναίκες υποχρεούνται να πληρώνουν για βρεφονηπιακή περίθαλψη, το κάνουν διότι οι περισσότεροι άνδρες αρνούνται να δαπανήσουν χρόνο για να ασκήσουν σωστά το ρόλο του γονέα.
Αλλιώς: για να συνεχίσουν να εργάζονται οι γυναίκες, θα πρέπει να αλλάξουν τρόπο ζωής οι άνδρες -και όχι τα παιδιά.
Αν δούμε έτσι το ζήτημα, δεν προκαλεί έκπληξη πως οι χώρες που πρωτεύουν στη σχετική αξιολόγηση της «γιούνισεφ» για τη βρεφονηπιακή αγωγή είναι οι ίδιες που διακρίνονται για την κοινωνική και διαφυλική ισότητα -η Σουηδία και η Ισλανδία.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η συζήτηση για το αν πρέπει να επιλεγεί ο βρεφονηπιακός σταθμός, τι είδους, πόσης διάρκειας κ.λπ, διεξάγεται στο πλαίσιο μιας ολοένα και πιο άνισης κοινωνίας, όπου «ο νικητής τα παίρνει όλα» και όπου αν δεν είσαι κολλημένος στο «μπλακμπέρι» σου 24 ώρες το εικοσιτετράωρο δεν μπορείς να διεκδικείς σταδιοδρομία άξια λόγου.
Η πρόσοδος που αποφέρει η έντονη αφιέρωση στην καριέρα είναι πελώρια, πολλαπλάσια σε σχέση με την απόδοση της ανατροφής ενός παιδιού. Οι εκτεταμένες γονικές άδειες, η μερική απασχόληση και η επαγγελματική ασφάλεια είναι για τους «χαμένους» της επαγγελματικής καταξίωσης.
Πολλές γυναίκες μετρούν τη διαφορά στις αμοιβές, την προσωπική τους επιθυμία για λίγη ισορροπία, την αδυναμία να ασχολούνται και οι δύο γονείς με την ανατροφή των παιδιών και επιλέγουν να εργάζονται σε συνθήκες μερικής απασχόλησης, ή εν πάση περιπτώσει με λιγότερο ζήλο. Ή βρίσκουν άλλες «πατέντες» που λίγο-πολύ είναι αποτελεσματικές (η έκθεση της «γιούνισεφ» πάσχει από το ότι επιμένει να μην λαμβάνει υπόψη της την άτυπη, οικιακού τύπου βρεφονηπιακή φροντίδα, από παππούδες, γείτονες ή άλλους συνδυασμούς).
Πέρα από τις τύψεις των γονέων, η επικινδυνότητα της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε, και που αποκαλύπτει η έκθεση της «γιούνισεφ», αποτελεί ως επί το πλείστον αποτέλεσμα αποφάσεων που λήφθηκαν με κριτήρια την αγάπη για τα παιδιά και την ισορροπία των εμπλεκόμενων ενηλίκων... Πράγμα που σημαίνει πως αυτό που πάσχει είναι το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Αυτό όμως που θα έπρεπε να μας απασχολεί ιδιαίτερα, είναι η μοίρα όσων δεν έχουν επιλογές.
Ένας από τους λόγους που η Βρετανία βρίσκεται τόσο χαμηλά στη σχετική κατάταξη (αν και η κυβέρνηση αμφισβητεί τη θέση μας στο μέσο του σχετικού πίνακα) είναι πως στη χώρα μας εξακολουθούν να υπάρχουν 3 εκατομμύρια παιδιά που ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Πολλά ανάμεσά τους βρίσκονται εγκλωβισμένα σε συνθήκες διαβίωσης όπου έχει καταρρεύσει ακόμα και η ίδια η έννοια «οικογένεια».
Το πρόβλημα στις περιπτώσεις αυτές δεν έγκειται στο ποιος γονιός έχει καλύτερη δουλειά, καθώς υπάρχει ένας μόνο γονιός -κι ελάχιστες δουλειές.
Αυτές οι οικογένειες επιθυμούν επίσης ό,τι το καλύτερο για τα παιδιά τους, όπως κι οποιοσδήποτε άλλος, αλλά διαθέτουν ελάχιστες εναλλακτικές λύσεις σε ότι αφορά τις θέσεις δουλειάς ή τη διαμόρφωση της οικογενειακής τους δομής.
Μέχρι να φτάσουν στα 15 τους χρόνια, τα παιδιά που κατάγονται από το φτωχότερο 5% των οικογενειών έχουν 100 φορές περισσότερες πιθανότητες να έχουν «μπλέξει» σε διάφορα προβλήματα -σε σχέση με τα παιδιά που κατάγονται από το πλουσιότερο 50%.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η βρεφονηπιακή φροντίδα μπορεί να αποδειχτεί ανεκτίμητης αξίας.
Η έκθεση της «γιούνισεφ» (που μάλλον αποφεύγει να δώσει έμφαση στα συμπεράσματά της) αναγνωρίζει πάντως πως η βρεφονηπιακή μέριμνα μπορεί να συνεισφέρει στην γλωσσική ανάπτυξη και να βοηθήσει στο να «σπάσει» ο φαύλος κύκλος της κοινωνικής υστέρησης.
Από εδώ θα πρέπει να ξεκινά κάθε αποτελεσματική πολιτική για βρεφονηπιακή μέριμνα. Και θα πρέπει να πηγαίνει πολύ μακρύτερα, έως την εξίσωση των φύλων, την κοινωνική ισότητα και τη διαμόρφωση μιας οικονομίας που θα υπηρετεί αυτά τα ιδεώδη, αντί να τα τσαλαπατάει, στο όνομα της επαγγελματικής επιτυχίας.
Ας ελπίσουμε πως η ύφεση θα μας ωθήσει σε έναν αναστοχασμό· πως η τεχνολογία θα μας προσφέρει πιο πολιτισμένους και οικονομικούς τρόπους επαγγελματικής συνεργασίας.
Αλλά εξακολουθούμε να μη βλέπουμε πολύ καλά πώς είναι δυνατό η επόμενη γενιά γονέων να απολαμβάνει μεγαλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής σταδιοδρομίας και οικογένειας. Όχι τουλάχιστο όσο δεν αποφασίζουμε να αντιπαλέψουμε σοβαρά τις τόσο έντονες ανισότητες της κοινωνίας μας

Δεν υπάρχουν σχόλια: