Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Ένας κόσμος έξω από τη λογική των αγορών

του Γιάννη Βαρουφάκη

Εάν πάμε πολλά χρόνια πίσω θα δούμε ότι πολλά από τα αγαθά τα οποία ονειρεύονταν οι άνθρωποι δεν ήταν εμπορεύματα. Στον Όμηρο, για παράδειγμα, οι πρωταγωνιστές του Τρωικού πολέμου μοχθούσαν, τσακώνονταν, έδιναν μέχρι και τη ζωή τους για να αποκτήσουν αγαθά όπως δόξα, λάφυρα, αίγλη, την εύνοια του Αγαμέμνονα κοκ. Όμως τίποτα απ' όλα αυτά που ποθούσαν δεν ήταν εμπορεύσιμο. Ούτε καν τα τρόφιμα τα οποία παρήγαν στα παράλια της Τροίας, όπως μας πληροφόρησε ο Θουκυδίδης, τα οποία τα μοίραζαν ισομερώς μεταξύ τους.
Ο Αχιλλέας, μας λεει ο Όμηρος, ενοχλημένος από την απόφαση του Αγαμέμνονα να του αφαιρέσει λάφυρα τα οποία εκείνος ένιωθε ότι τα είχε κερδίσει με το σπαθί του, απείχε για πολύ καιρό από τις μάχες του Τρωικού πολέμου. Παρόλο που ο Αγαμέμνονας ήξερε καλά ότι είχε απελπιστικά ανάγκη τη βοήθεια του Αχιλλέα, ούτε που το σκέφτηκε να προσφέρει στον Αχιλλέα μια συμβιβαστική λύση, π.χ. ένα χρηματικό ποσό ως αποζημίωση για τα λάφυρα που του απέσπασε με το «έτσι θέλω». Και να το είχε προτείνει, αναμφίβολα ο Αχιλλέας θα προσεβάλετο ακόμη περισσότερο.
Δεν ήταν μόνο οι αρχαίοι Έλληνες ποιητές που ταύτιζαν τα πραγματικά αγαθά με τα μη-εμπορεύσιμα αγαθά. Ο Οβίδιος, ένας Ρωμαίος ποιητής που προσπάθησε να γίνει ο συνεχιστής του Ομήρου, αφηγείται τη σύγκρουση μεταξύ του Αίαντα και του Οδυσσέα για το ποιος θα πάρει τα όπλα του νεκρού, πλέον, Αχιλλέα - όπλα αριστουργηματικά που είχαν κατασκευαστεί από το χέρι του Ήφαιστου κατά παραγγελία της μητέρας του Αχιλλέα. Κατά τον Οβίδιο, οι Έλληνες στρατηγοί αποφάσισαν να ακούσουν τα επιχειρήματα και των δύο πριν αποφασίσουν ποιος αξίζει να φέρει τα άρματα του νεκρού ημίθεου. Τελικά τα επιχειρήματα του πολυμήχανου αρχιτέκτονα του Δούρειου Ίππου επικράτησαν έναντι εκείνων του ατρόμητου πολεμιστή. Αυτό που έχει ενδιαφέρον από τη δική μας σκοπιά είναι ότι κανείς δεν σκέφτηκε κάτι αντίστοιχο με αυτό που θα γινόταν σήμερα: μια δημοπρασία από την οποία εκείνος που θα πλήρωνε τα περισσότερα θα έφευγε καμαρωτός με τα όπλα του Αχιλλέα.
Γιατί δεν σκέφτηκαν να τα δημοπρατήσουν; Μα γιατί τα όπλα αυτά δεν ενδιέφεραν τον Αίαντα ή τον Οδυσσέα, ή κάποιον άλλο από τους Έλληνες στρατηγούς, ούτε για την ανταλλακτική τους αξία (δηλαδή ώστε να τα μοσχοπουλήσουν αργότερα) ούτε για την απλή χρηστική τους αξία (δηλαδή για να τα χρησιμοποιούν στις μάχες)! Η τεράστια αξία για αυτόν που θα τα έπαιρνε ήταν καθαρά συμβολική. Θα συμβόλιζε, μέχρι τα βαθειά του γεράματα, το ότι οι υπόλοιποι Έλληνες τον θεώρησαν άξιο να τα κληρονομήσει. Συνεπώς η αξία τους είχε μια κοινωνική διάσταση η οποία αναδεικνύει μια νέα και ενδιαφέρουσα μορφή χρηστικής αξίας: την αξία που, ναι μεν εκπορεύεται από την κατοχή και χρήση (και όχι από τα εμπορεύματα τα οποία θα μπορούσε ο κάτοχός τους να προμηθευτεί εάν πούλαγε τα όπλα), αλλά που εξαρτάται άμεσα από το τι συμβολίζει η κατοχή και η χρήση για τον κάτοχο όσον αφορά την κοινωνική του θέση, αναγνώριση και καταξίωση.
Ελπίζουμε να συμφωνείς ότι όποιος από τους συντρόφους του Αχιλλέα τολμούσε να προσφέρει χρήματα για τα όπλα, θα γινόταν ο περίγελως των υπολοίπων. Γιατί; Ο λόγος είναι ότι οι συμβολικές-χρηστικές αξίες εξευτελίζονται εάν προσπαθήσει κάποιος να τις μετατρέψει, με το ζόρι, σε χρηματικές ή ανταλλακτικές αξίες (δηλαδή σε τιμές αγοράς). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, για παράδειγμα, πρωταθλήματα και Ολυμπιακά μετάλλια έχουν «αγοραστεί». Είτε με χρήματα που πληρώθηκαν σε κάποιο διατητή, είτε με αναβολικά φάρμακα που έδωσαν σε κάποιον υποδεέστερο αθλητή το προβάδισμα, κάποια κύπελα που βρίσκονται σε κάποια σπίτια συμβολίζουν όχι την επιτυχία αλλά την διαφθορά των ιδιοκτητών τους. Πιστεύετε ότι δεν τους ενοχλεί το ότι ξέρουν πως δεν τα κέρδισαν με το «σπαθί» τους (κι ας μην γνωρίζει κανείς άλλος την παγαποντιά τους); Δεν τους θυμίζουν κάθε φορά που τα κοιτάνε αυτό το οποίο ποτέ δεν κέρδισαν με την αξία τους;
Ας αναλογιστούμε τη στιγμή που ο Ολυμπιονίκης ακούει τον εθνικό ύμνο και βλέπει το χρυσό μετάλλιο να κρέμεται από το λαιμό του. Το κοινό φωνάζει «Άξιος, Άξιος». Αργότερα δηλώνει την ευγνωμοσύνη του για τις τιμές που του γίνονται. Έτσι και με τα όπλα του Αχιλλέα: Ο κληρονόμος του μεθάει με την τιμή που του γίνεται από τους συμπολεμιστές τους – μια τιμή εντελώς διαφορετική ως έννοια από εκείνη της τιμής της οδοντόπαστας ή της τιμής ενός αυτοκινήτου. Ποια η διαφορά των δύο αυτών τιμών; Από τη μια η τιμή της οδοντόπαστας προκύπτει από τις εμπορικές συναλλαγές, από την αγορά. Από την άλλη, η τιμή του να γίνει κάποιος ο κληρονόμος των όπλων του Αχιλλέα, ή Ολυμπιονίκης, εξαρτάται από το ότι η ιδιοκτησία τους δεν ήταν (και δεν θα γινόταν ποτέ) αποτέλεσμα αγοραπωλησίας (δηλαδή εμπορικής συναλλαγής).
Ο Αίας ήθελε τα όλπα του Αχιλλέα ως αναγνώριση από τους συμπολεμιστές του της τόλμης, της αυτοθυσίας του και της συνεισφοράς του στο πεδίο των μαχών. Ο Οδυσσέας πίστευε ότι εκείνος τα άξιζε ως επιβράβευση της πανουργίας του στον τομέα της πολεμικής στρατηγικής, χωρίς την οποία η Τροία ίσως να μην έπεφτε ποτέ. Εάν ήταν να τα αγοράσουν σε μια δημοπρασία, σε μια αγορά, η κατοχή τους δεν θα συμβόλιζε τίποτα σπουδαίο. Η αγορά τους, ως πράξη, θα τα μετέτρεπε από σύμβολα σημαντικής αναγνώρισης και ανείπωτης περηφάνιας σε μεταχειρισμένα μεταλλικά αντικείμενα συλλεκτικής αξίας. Στο βαθμό που ούτε ο Οδυσσέας ούτε ο Αίας ενδιαφέρονταν για αντίκες, αλλά αντίθετα ποθούσαν την ηθική αναγνώριση, τα όπλα αυτά κρατούσαν την (χρηστική) αξία τους επειδή δεν ήταν εμπορεύσιμα. Εάν ήταν η κυριότητα να αποφασιστεί με γνώμονα την ανταλλακτική τους αξία, τότε ούτε ο Οδυσσέας ούτε ο Αίας θα τα ήθελαν. (Τουλάχιστον ο Αίας δεν θα αυτοκτονούσε, όπως έκανε, μετά την απόφαση των υπολοίπων στρατηγών να δοθούν τα όπλα στον Οδυσσέα.)
Να λοιπόν που κάποια αγαθά κατανέμονται δίχως να περάσουν το στάδιο της εμπορευματοποίησης. Τα παλιά τα χρόνια μόνο μια μειοψηφία των αγαθών και των προϊόντων περνούσαν μέσα από κάποια αγορά. Τα περισσότερα παράγονταν και διετίθεντο με τρόπο που δεν μπορούμε εύκολα να διανοηθούμε σήμερα. Για παράδειγμα, στις δουλοκτητικές κοινωνίες οι σκλάβοι παρήγαν αγαθά τα οποία τα καρπούνταν οι ιδιοκτήτες τους. Η σχέση δούλου και αφέντη ήταν καθαρά σχέση υποταγής στην οποία δεν χώραγε η έννοια του εμπορεύματος. Γιατί;
Στην περίπτωση ενός εμπορεύματος, ο πωλητής υπολογίζει την αξία αυτού που θα πάρει ως αντάλλαγμα. Όμως ένας σκλάβος το μόνο που προσδοκά από το προϊόν του μόχθου του είναι να γλιτώσει τη βουρδουλιά του επιστάτη. Και από τη στιγμή που η μη-βουρδουλιά δεν μπορεί να θεωρηθεί εμπόρευμα, βλέπουμε ότι το μεγαλύτερο ποσοστό της παραγωγής στις δουλοκτητικές κοινωνίες δεν ήταν εμπορεύματα.
Μπορεί ο Θουκυδίδης να δίνει οικονομικές εξηγήσεις στα γεγονότα της εποχής του, όμως οι εξηγήσεις αυτές δεν βασιζόντουσαν στην ανάλυση των εμπορικών ανταλλαγών αλλά της δυνατότητας των Αθηναίων (και των λοιπών κοινωνιών της εποχής) να αποσπούν με τη βία χρήματα ή αγαθά είτε από τους δούλους τους (π.χ. αυτούς που δούλευαν στον Αθηναϊκό ορυχείο ασημιού στο Λαύριο) είτε από τους «συμμάχους» τους. Βλέπουμε δηλαδή ότι παρόλο που οι οικονομικές εξηγήσεις ήταν πάντοτε επίκαιρες, δεν βασίζονταν πάντα στην ανάλυση των εμπορικών ανταλλαγών. Ο λόγος είναι απλός: Στις κοινωνίες αυτές, αν και οι εμπορικές συναλλαγές ήταν πολύ διαδεδομένες, ούτε η παραγωγή ούτε η κατανομή του πλούτου δεν βασίζονταν στις εμπορικές ανταλλαγές αλλά, ως επί το πλείστον, βασίζονταν στην πολιτική και στρατιωτική εξουσία των δυνατών πάνω στους αδύνατους.
Περίπου το ίδιο ίσχυε και στις Ευρωπαϊκές κοινωνίες την εποχή της φεουδαρχίας. Ο φεουδάρχης κατακρατούσε ένα ποσοστό της παραγωγής των δουλοπάροικων, οι οποίοι δεν είχαν τη δυνατότητα να του το αρνηθούν δίχως να υποστούν βαρύτατες συνέπειες. Από άκρου σε άκρον του πλανήτη, από την Ασία μέχρι και τις Ευρωπαϊκές αποικίες στην Αφρική και στην Αμερική, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων δούλευε και παρήγε προϊόντα τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις δεν πληρούσαν τον ορισμό που δώσαμε στο περασμένο κεφάλαιο στο εμπόρευμα (δηλαδή, προϊόντα των οποίων οι παραγωγοί τα παράγουν για να τα ανταλλάξουν με άλλα εμπορεύματα).
Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι στην αρχαιότητα, στον μεσαίωνα και στις αποικίες των Ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν υπήρχαν εμπορεύματα. Ασφαλώς και υπήρχαν. Μάλιστα το εμπόριο ήταν και πολύ έντονο και ιδιαίτερα διαδεδομένο. Οι αρχαίοι Φοίνικες, Έλληνες, Αιγύπτιοι, Κινέζοι, Μελανήσιοι κλπ κάλυπταν χιλιάδες χιλιόμετρα κουβαλώντας λογιών- λογιών προϊόντα από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη εκμεταλλεύομενοι τις ανισότητες των ανταλλακτικών τους αξιών από μέρος σε μέρος. Π.χ έμποροι από τη Χίο αγόραζαν κρασί από την Κόρινθο και το αντάλλασσαν στη Θράκη με υφάσματα τα οποία τα αντάλλασσαν ξανά στη Κόρινθο με περισσότερο κρασί από όσο είχαν αγοράσει αρχικά, κοκ.
Πράγματι, όλες οι κοινωνίες, από καταβολής τους, ανέπτυξαν αγορές. ‘Ολα άρχισαν τη στιγμή που κάποιος είπε σε κάποιον άλλον: «Εάν μου δώσεις ένα από τα μήλα σου θα σου δώσω ένα από τα πορτοκάλια μου». Δεν ήταν όμως αναγκαστικά κοινωνίες της αγοράς ή, διαφορετικά, δεν τις χαρακτήριζε η λογική μιας κοινωνίας της αγοράς (όπως συμβαίνει σήμερα). Ήταν απλά κοινωνίες, οικονομίες, με αγορές.

Δεν υπάρχουν σχόλια: