Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2008

Αληθής και Ψευδής Εαυτός κατά Ντ. Βίνικκοτ

του Γιάννη Βελίκη

Σύμφωνα με τον ψυχαναλυτή Βίννικοτ, η ανεξαρτησία ενός ατόμου δεν είναι ποτέ απόλυτη. Το υγιές άτομο δεν απομονώνεται αλλά σχετίζεται με το περιβάλλον κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να ειπωθεί ότι άτομο και περιβάλλον αλληλεξαρτώνται. Ο άνθρωπος είναι ένα άγνωστο, απομονωμένο άτομο, που μπορεί να αποκτήσει προσωπικότητα και να γνωρίσει τον εαυτό του μόνο δια μέσου των άλλων.
Ο άνθρωπος από τη γέννηση του έχει να αντιμετωπίσει τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική πραγματικότητα. Ο καθένας μας είναι ανίκανος να δώσει ένα ολοκληρωμένο νόημα στην εσωτερική του πραγματικότητα. Η φαντασία και η ονειροπόληση αποτελούν παντοδύναμους τρόπους χειρισμού της εξωτερικής πραγματικότητας. Η φαντασία επίσης είναι μέρος της προσπάθειας του ατόμου να έχει σχέσεις με την εσωτερική του πραγματικότητα και μπορεί να στηρίξει την οργάνωση μιας διαστρεβλωμένης αυτό-εικόνας, αυτή που αποκαλείται ως «ψευδής εαυτός».
Όλα ξεκινούν από τη φροντίδα του παιδιού στη βρεφική ηλικία. Η μητέρα, σε φυσιολογικές καταστάσεις, προσαρμόζεται και ικανοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις ανάγκες του βρέφους της για φαγητό, καθαριότητα, ζεστασιά, σωστή θερμοκρασία, ασφάλεια και σταδιακή αυτονομία. Κατά τη διάρκεια αυτής της εμπειρίας υπάρχει αρκετή φροντίδα για να δοθεί η ικανότητα στο παιδί να ζήσει και να συσχετισθεί χωρίς την ανάγκη για προβλητικούς ταυτοποιητικούς μηχανισμούς. Στη φυσιολογική εξέλιξη, το βρέφος – νήπιο σταδιακά χρειάζεται όλο και λιγότερο τις φροντίδες του περιβάλλοντος του και απομακρύνεται από τη μητέρα του, αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι είναι ένα ξεχωριστό πρόσωπο, που δεν μπορεί να ελέγχει απόλυτα το περιβάλλον του, αλλά μπορεί μέσω του χαμόγελου και του κλάματος να το παρακινεί προς διάφορες κατευθύνσεις. Οι αναπόφευκτες αποτυχίες του περιβάλλοντος του να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του βρέφους – νηπίου, όταν δεν είναι πολύ σοβαρές, απλώς εισάγουν στο νέο πρόσωπο την πραγματική διάσταση της ζωής, που είναι ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι και δεν μπορούμε να είμαστε πάντα πλήρεις. Παρ’ αυτά, σταδιακά το νήπιο αρχίζει και επιβιώνει από την πραγματικότητα με τις αναπόφευκτες αποτυχίες της και προσαρμόζεται με το να αναπτύσσει τις δεξιότητες και ικανότητες του, ώστε να επιτυγχάνει το ίδιο όλο και μεγαλύτερο έλεγχο και να καλύπτει τις αποτυχίες αυτές.
Η συμπεριφορά της μητέρας (ή της τροφού) που φροντίζει «αρκετά καλά» το παιδί της, έστω και αν αναπόφευκτα δεν μπορεί να του καλύψει όλες του τις επιθυμίες, σταδιακά γίνεται αντιληπτή από το παιδί ως κάτι καλό και του γεννά ελπίδες ότι μπορεί να αρχίσει να βιώνει την εμπειρία του να ζει, ως ανεξάρτητος πια άνθρωπος, ως ο «εαυτός» του. Η μητέρα θα πρέπει να φροντίσει μόνο να μην απογοητευθεί το παιδί, έως ότου μπορέσει το ίδιο και θυμάται, ότι ακόμη και στην απουσία της η μητέρα του υπάρχει, θα έρθει σύντομα και το αγαπά. Μέσω αυτών των διαδικασιών, το παιδί αρχίζει να αποκτά τη δυνατότητα να εμπιστευθεί τους άλλους και να δώσει προσωπική υπόσταση στον εαυτό του.
Για τον Βίννικοτ, ο εαυτός είναι μια ολότητα βασισμένη στη λειτουργία των διαδικασιών ωρίμανσης. Ο εαυτός ωριμάζει χάρη στη βοήθεια του περιβάλλοντος, στο κράτημα και τους χειρισμούς του και στις διευκολύνσεις που του προσφέρει. Κάθε παιδί έχει μια θεμιτή ανάγκη από τη μητέρα του να το προσέχει, να το καταλαβαίνει, να το παίρνει στα σοβαρά και να το σέβεται. Τις πρώτες εβδομάδες και μήνες της ζωής του χρειάζεται να έχει τη μητέρα του στη διάθεση του. Ο εαυτός βρίσκει τον εαυτό του φυσικά τοποθετημένο σε ένα σώμα. Το βρέφος καθρεπτίζεται μέσα στα μάτια ή στο πρόσωπο της μητέρας και παίρνει την εικόνα του εαυτού του. Η μητέρα ατενίζει το παιδί που είναι στην αγκαλιά της και το παιδί κοιτάζει το πρόσωπο της μητέρας και βλέπει τον εαυτό του.
Προϋπόθεση γι αυτό αποτελεί το να κοιτάζει πραγματικά η μητέρα τη μοναδική μικρή αβοήθητη ύπαρξη και να μην προβάλλει στο παιδί τις δικές της ανασφάλειες, προσδοκίες, φόβους και σχέδια για το παιδί.
Στις περιπτώσεις που η μητέρα δεν μπορεί να ανταποκριθεί σε αυτό το ρόλο επαρκώς, καθρεπτίζει στο βρέφος τη δική της διάθεση ή ακόμη χειρότερα την ακαμψία της δικής της αμυντικότητας. Τότε το βρέφος κοιτά και δεν βλέπει τον εαυτό του, με πρώτη συνέπεια το να ατροφεί η δημιουργική του ικανότητα (απόσυρση, δεν κοιτάζει παρά μόνο για να αντιληφθεί). Το παιδί ταυτοποιείται με τα μπερδέματα της μητέρας του. Αυτό το παιδί θα παραμείνει χωρίς ένα καθρέπτη, και στη χειρότερη περίπτωση θα ψάχνει γι’ αυτόν τον καθρέπτη στην υπόλοιπη του ζωή αλλά μάταια.
Σε ιδανικές περιπτώσεις η μητέρα πρέπει να προσφέρει το απαραίτητο συναισθηματικό κλίμα και την κατανόηση των αναγκών του παιδιού. Αλλά ακόμη και μία μητέρα που δεν είναι ιδιαίτερα δοτική, μπορεί να βοηθήσει αυτήν την ανάπτυξη μόνο εάν αποφύγει να την εμποδίζει. Αυτό δίνει τη δυνατότητα στο παιδί να αναζητήσει σε άλλους ανθρώπους αυτό που του στέρησε η μητέρα του.
Τελικά ο εαυτός έγκειται στη σχέση μεταξύ του παιδιού και του αθροίσματος των ταυτίσεων, οι οποίες οργανώνονται σε μια εσωτερική ψυχική πραγματικότητα. Η σχέση μεταξύ αγοριού ή κοριτσιού με την εσωτερική ψυχική οργάνωση, μεταβάλλεται ανάλογα με τις προσδοκίες που εκφράζονται από τον πατέρα και τη μητέρα και εκείνες που αποδεικνύονται τελικά σημαντικές στην καθημερινή ζωή του ατόμου. Ο εαυτός είναι μια πορεία από την ανωριμότητα και την εξάρτηση προς την εξατομίκευση, και την ικανότητα να ταυτίζεται με ώριμα αντικείμενα αγάπης χωρίς να χάνει την ταυτότητα του ως άτομο.
Μία υγιής αίσθηση εαυτού σημαίνει την αναμφισβήτητη σιγουριά ότι τα συναισθήματα και οι επιθυμίες που βιώνει κάποιος είναι μέρος του εαυτού του. Αυτή η σιγουριά είναι κάτι που μπορεί κανείς να κερδίσει από το καθρέπτισμα στα μάτια της μητέρας – περιβάλλοντος του. Μπορεί να αποκτηθεί μόνο εάν ακολουθεί τα συναισθήματα του να είναι απεγνωσμένος, ή να χρειάζεται βοήθεια χωρίς να φοβάται μήπως κάνει τη μητέρα του ανασφαλή. Αυτή η αυτόματη και φυσική επαφή με τα συναισθήματα και τις επιθυμίες του ίδιου του εαυτού, δίνει στο άτομο δύναμη και αυτοπεποίθηση.
Αφού ολοκληρωθούν οι διαδικασίες της πλήρους και της σχετικής εξάρτησης, το παιδί γίνεται βαθμιαία ικανό να ανταποκρίνεται στον κόσμο. Γίνεται ικανό να ζήσει μια ικανοποιητική προσωπική ύπαρξη, ενώ εμπλέκεται στα κοινωνικά ζητήματα. Οι γονείς είναι αναγκαίοι στη διαχείριση των εφήβων τους που εξερευνούν τον έναν κοινωνικό χώρο μετά τον άλλο, εξαιτίας της ικανότητας τους να βλέπουν καλύτερα από τα παιδιά τους πότε αυτό το πέρασμα από έναν κοινωνικό χώρο προς έναν άλλο απεριόριστο είναι πολύ γρήγορο, και συνεπώς τα παιδιά τους είναι ανέτοιμα. Ωστόσο, για να πραγματωθούν όλες οι διαδικασίες ανάπτυξης στο σωστό βαθμό, ο κάθε γονιός που μεγαλώνει το παιδί του πρέπει να λειτουργεί και ο ίδιος ως «αληθής εαυτός».
Μερικά από τα στοιχεία που βοηθούν την ανάπτυξη του αληθούς εαυτού είναι:
· Η επιθετικότητα του παιδιού να μη διαταράσσει τη σιγουριά και την αυτοπεποίθηση των γονιών του.
· Ο αγώνας για αυτονομία να μη βιωθεί σαν επίθεση.
· Το παιδί μπορεί να μην είναι «εξαιρετικό» και «τέλειο» και να έχει αδυναμίες.
· Το παιδί μπορεί να χρησιμοποιεί τους γονείς του επειδή αυτοί δεν εξαρτώνται συναισθηματικά από αυτό.
· Το παιδί να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες, χωρίς να αναγκάζεται να τις αντικαταστήσει ή να τις «ξεχάσει».
Η ψυχική υγεία του βρέφους – νηπίου εξαρτάται από τη μητέρα, η οποία επειδή είναι του αφοσιωμένη και είναι ικανή να προσαρμόζεται ενεργητικά στις ανάγκες του. Αυτό προϋποθέτει ότι η μητέρα βρίσκεται στο στάδιο χαλάρωσης και μπορεί να καταλάβει τον ατομικό τρόπο ζωής του βρέφους της, πράγμα που προκύπτει από τη δυνατότητα της να «μπαίνει στη θέση» του. Αυτή η σχέση μητέρας – βρέφους αρχίζει πριν τη γέννηση και συνεχίζεται μετά.
Το υγιές άτομο, παρόλο που έχει μια συμμορφωμένη πλευρά εαυτού, είναι και ένα δημιουργικό και αυθόρμητο ον, που διαθέτει ταυτόχρονα μια ικανότητα για χρήση συμβόλων. Η υγεία εδώ είναι συνδεδεμένη με την ικανότητα του ατόμου να ζει σε μια ενδιάμεση περιοχή, ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, που ονομάζεται πολιτισμική ζωή.
Αντίθετα, εκεί όπου κυριαρχεί ο ψευδής εαυτός και κρύβει τον αληθή εαυτό, η ικανότητα για χρήση συμβόλων είναι ισχνή και η πολιτισμική ζωή είναι φτωχή. Σε τέτοια πρόσωπα, αντί για πολιτισμικές επιδιώξεις, παρατηρεί κανείς υπερβολική ανησυχία, ανικανότητα συγκέντρωσης και μια ανάγκη συλλογής σφετερισμών από την εξωτερική πραγματικότητα έτσι ώστε ο ζωντανός – χρόνος του ατόμου να μπορεί να γεμίζει από αντιδράσεις σε αυτούς τους σφετερισμούς.
Προκειμένου να δημιουργήσει ένα προσωπικό τρόπο ζωής, στην αρχή το άτομο χρειάζεται ελάχιστα περιβαλλοντικά ερεθίσματα. Όλα τα άτομα προσπαθούν να βρουν ένα τρόπο ζωής που δε θα διαταράσσεται από ποσότητα αντίδρασης μεγαλύτερη από αυτή που μπορεί να βιωθεί, χωρίς την απώλεια της έννοιας της συνέχειας της προσωπικής ύπαρξης. Σε περιπτώσεις που ο ψυχισμός του παιδιού δέχεται επίμονα από το περιβάλλον του έναν υπερερεθισμό, στον οποίο δε μπορεί επαρκώς να αντιδράσει, τότε οδηγείται στο να αναπτύξει έναν εαυτό που αντιδρά, ένα «ψευδή εαυτό». Το άτομο αναπτύσσεται σαν μια προέκταση του περιβάλλοντος και όχι σαν μια προέκταση του αυθεντικού πυρήνα της ύπαρξης του.
Ο «ψευδής εαυτός» είναι πολύπλοκος και λειτουργεί με τρόπο ώστε να κρατά κρυμμένο τον αληθινό εαυτό. Μπορεί συμβατικά να έχει ένα χαρακτήρα κοινωνικό – συντονιστικό, αλλά η απώλεια του αληθινού εαυτού του δίνει μία αστάθεια, η οποία γίνεται πιο προφανής όταν η κοινωνία κάνει το λάθος να θεωρεί τον ψευδή σαν αληθινό εαυτό. Τότε το άτομο βιώνει ένα μόνιμο συναίσθημα ματαιότητας.
Η ανάπτυξη του «ψευδούς εαυτού» ξεκινά από τη λειτουργία ενός μητρικού περιβάλλοντος, όπου η ίδια η μητέρα (ή η / ο τροφός) έχει ανεκπλήρωτες ανάγκες για θαυμασμό, προσοχή, ενδιαφέρον. Εντελώς ανεπαίσθητα και πέρα από τις καλές προθέσεις της, η μητέρα προσπαθεί να ικανοποιήσει τις δικές της ανάγκες δια μέσω του παιδιού. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν δηλώνει στοργή. Αντίθετα, η μητέρα συχνά αγαπάει το παιδί της με πάθος, αλλά όχι με τον τρόπο που χρειάζεται να αγαπιέται το παιδί.
Στην περίπτωση αυτή, η μητέρα αγαπάει το παιδί της με έντονη αγάπη γιατί το παιδί της αναπληρώνει μία ανάγκη που η ίδια είχε ως άτομο. Το παιδί μέσα στην εξαρτημένη σχέση που ζει αναγκάζεται να συμβιβαστεί με αυτή τη λειτουργία, προκειμένου να κάνει τη μητέρα του ευτυχισμένη. Το πρόβλημα όμως δημιουργείται όταν, λόγω της κατάστασης στην οποία ζει, αντί να βιώνει τα δικά του συναισθήματα και συγκινήσεις, βιώνει τα συναισθήματα που η μητέρα του έχει ανάγκη. Με τον τρόπο αυτό και συν τω χρόνω, ένας ψευδής εαυτός μεγαλώνει, που έχει μάθει να νιώθει και να σκέπτεται με ξένα συναισθήματα και λέξεις. Αν δεν υπάρξει κάτι που θα διακόψει αυτήν τη σχέση, είναι πιθανό να εγκαθιδρυθεί μία μόνιμη ψευδής εικόνα εαυτού, που πάντα θα αναζητά τρόπους ώστε να ικανοποιεί τα συναισθήματα των ατόμων του περιβάλλοντος του, χωρίς ο ίδιος να μπορεί να νιώθει ότι ζει ως ο δικός του, μοναδικός, δημιουργικός, «αληθής» εαυτός.
Στις φυσιολογικές καταστάσεις ανάπτυξης, αντίθετα, εγκαθιδρύεται ένας «επαρκής» αληθής εαυτός. Στο πιο πρώιμο στάδιο της ανάπτυξης ο αληθής εαυτός είναι θεωρητικά η θέση από την οποία προέρχονται η αυθόρμητη χειρονομία και η προσωπική ιδέα. Η αυθόρμητη χειρονομία είναι ο αληθής εαυτός σε δράση. Μόνο ο αληθής εαυτός μπορεί να είναι δημιουργικός και μόνο ο αληθής εαυτός μπορεί να αισθανθεί πραγματικός. Αντίθετα, η ύπαρξη ενός ψευδούς εαυτού καταλήγει σε ένα αίσθημα μη πραγματικού και σε αίσθημα ματαιότητας.
Ο αληθής εαυτός αναπτύσσει γρήγορα κάποια πολυπλοκότητα και συνδέεται με την εξωτερική πραγματικότητα με φυσικές διαδικασίες, σαν αυτές που αναπτύσσονται σε κάθε βρέφος στην πορεία του χρόνου. Τότε το βρέφος γίνεται ικανό να αντιδρά σε ένα ερέθισμα χωρίς να τραυματίζεται, επειδή το ερέθισμα έχει το αντίστοιχο του στην εσωτερική πραγματικότητα του ατόμου. Κάθε νέα περίοδος ζωής, κατά την οποία δεν υπήρξε σοβαρή διακοπή του αληθούς εαυτού, καταλήγει σε μια ενίσχυση της αίσθησης του να είναι πραγματικός, συνοδευόμενη από μια αυξανόμενη ικανότητα ανοχής των φαινομένων της ζωής από το βρέφος.
Υπάρχει και ένα ισοδύναμο του ψευδούς εαυτού. Πρόκειται για μία οργάνωση του εγώ προσαρμοσμένη στο περιβάλλον. Αυτό σύμφωνα με το Βίννικοτ δεν συμβαίνει αυτόματα, αλλά μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο αληθής εαυτός γίνει πρώτα πραγματικότητα εξαιτίας της καλής προσαρμογής της μητέρας στις ζωτικές ανάγκες του βρέφους. Στην υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας ο αληθής εαυτός διαθέτει μια πλευρά συμμόρφωσης, μια ικανότητα να συμμορφώνεται και να μην εκτίθεται. Η ικανότητα συμβιβασμού αποτελεί ένα επίτευγμα. Στη φυσιολογική ανάπτυξη ο ψευδής εαυτός ισοδυναμεί με ό,τι μέσα στο παιδί μπορεί να εξελιχθεί σε κοινωνικούς τρόπους, σε κάτι προσαρμόσιμο. Όταν τα πράγματα γίνονται κρίσιμα, ο συμβιβασμός παύει να είναι επιτρεπτός. Όταν συμβαίνει αυτό, ο αληθής εαυτός είναι ικανός να παραμερίζει το συμμορφωμένο εαυτό. Το βρέφος που μέχρι τώρα δεχόταν φροντίδα, αρχίζει να ενδιαφέρεται να φροντίζει. Αυτή είναι η αρχή της ύπαρξης του ανθρώπου μέσα στον πολιτισμό, να ζει και να μοιράζεται τη ζωή του με άλλους, σε μία αμοιβαιότητα προσωπικών φιλοδοξιών και ενδιαφέροντος για τους άλλους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: