Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2009

Gran Torino

Από: Κίμπι

Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που συμπυκνώνουν μ’ ένα υπέροχο τρόπο την εποχή τους, τη γενιά τους, τη χώρα τους, τον πολιτισμό και το σύστημα αξιών τους. Αυτή τους η ιδιότητα φαίνεται να τους υπερβαίνει, δεν είναι απαραίτητο να τη συνειδητοποιούν ή να την υπηρετούν με πρόθεση, σχέδιο και πρόγραμμα. Μπορεί απλώς να τους προκύπτει. Μπορεί το κοινωνικό τους ένστικτο, η πολιτική τους διαίσθηση να καταφέρνει να φιλτράρει και να ανταποδίδει εύστοχα διεργασίες που δεν έχουν καταφέρει να «πιάσουν» ούτε τα πολυπληθέστερα ερευνητικά και ακαδημαϊκά επιτελεία. Συμβαίνει πρωτίστως στην τέχνη.
Είδα το «Gran Torino». Και εδραίωσα την ιδέα ότι ο Κλιντ Ίστγουντ, αυτός ο «ήσυχος ρεπουμπλικανός», ο ψυχρόαιμος καουμπόι, ο εκδικητικός μπάτσος του Χόλιγουντ, αποτελεί τελικά μία από τις πιο ευαίσθητες χορδές του. Οι τελευταίες πέντε- έξι ταινίες του ανακεφαλαιώνουν μ’ έναν εμβληματικό τρόπο τη μεταπολεμική αμερικανική ιστορία. Ανακοινώνουν, άλλοτε χαμηλόφωνα (όπως το «Million dollar baby»), άλλοτε εκκωφαντικά (όπως οι «Σημαίες των προγόνων μας» και η «Ίβο Ζίμα), την κονιορτοποίηση του «αμερικανικού ονείρου». Και μετά, το «αρχειοθετούν» με τον προσήκοντα σεβασμό στο νεκροταφείο της συλλογικής μνήμης. Αυτό συμβαίνει ακόμη περισσότερο στην τελευταία ταινία του, στο «Gran Torino», στο οποίο ο Κλιντ Ίστγουντ ανακεφαλαιώνει -και αναθεωρεί- τον εαυτό του και τη μυθολογία την οποία, ηθελημένα ή αθέλητα, εκπροσώπησε. Είναι πιθανό (το απεύχομαι), με μια αίσθηση των ορίων του ανθρώπινου χρόνου και παρ’ ότι δηλώνει ότι θα δουλεύει και θα κινηματογραφεί μέχρι τέλους (αλλά ποιος ξέρει πότε είναι αυτό το τέλος;), να μας κλείνει το μάτι μ’ ένα είδος απολογισμού-αποχαιρετισμού, μια κινηματογραφική διαθήκη.
Προλαβαίνω τη σκέψη σας (τι δουλειά έχει εδώ πάλι, σ’ αυτή τη στήλη, ένας λιβανωτός στον Ίστγουντ; σε οικονομικό ένθετο γράφεις, όχι στο «Καγιέ ντε σινεμά»), προκαταβάλλοντας το συμπέρασμά μου: το «Gran Torino» μάς λέει πολύ πιο ουσιώδη πράγματα για την ύφεση -ή, πιο σωστά, για την κρίση ενός ολόκληρου οικονομικού πολιτισμού- από όσα μας αραδιάζουν ο περιπλανώμενος (με το αζημίωτο) νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, οι αλληλοαναιρούμενες φλυαρίες των κεντρικών τραπεζιτών, τα αυτοκαταργούμενα «μανιφέστα» του G20 και των Συνόδων Κορυφής της Ε.Ε. Και, το κυριότερο, είναι μια ειλικρινής κατάθεση των συνενοχών που κουβαλάει η «άλλη» Αμερική για ανομήματα της επίσημης.
Τα σύμβολα της ταινίας είναι κάτι παραπάνω από προφανή: τόπος, μια κωμόπολη του Μίσιγκαν, περικυκλωμένη από το Ντιτρόιτ, την καρδιά του ιστορικού καπιταλισμού των ΗΠΑ, την πολιτεία της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, μια Motor City. Πρωταγωνιστής, υπερήλικας Αμερικανός, πολωνικής καταγωγής, «τέκνο» της Μεγάλης Ύφεσης, βετεράνος του πολέμου στην Κορέα, πνιγμένος σε ανομολόγητες τύψεις για τα μικρά και μεγάλα εγκλήματα στα οποία συνέργησε. Συνταξιούχος εργάτης της Ford, κατάφερε να «μετατάξει» τα παιδιά του στη μεσοαστική Αμερική. Αλλά, τα παρατηρεί με απέχθεια να προτιμούν τα γιαπωνέζικα από τα αμερικανικά αυτοκίνητα. Φετίχ του, το Gran Torino, μοντέλο του 1972, όταν η Ford μεσουρανούσε και η αμερικανική οικονομία εκτόξευε στο σύμπαν των αγορών λαμπερά αγαθά και νέες καταναλωτικές αξίες. Ο Γουόλτ Κοβάλσκι, αποξενωμένος από την οικογένειά του, επιλέγει να ζήσει τη δύση του βίου του στο μικρό του φρούριο, ένα σπίτι-κιβωτό του παλαιού κόσμου, περικυκλωμένος από τους «κιτρινιάρηδες» γείτονες που έχουν εποικίσει τον άλλοτε «παράδεισο» του προλεταριακού καθωσπρεπισμού. Οι Ασιάτες γείτονες μιλούν ακατανόητες γλώσσες, έχουν ακατανόητα έθιμα, ο Κοβάλσκι-Ίστγουντ γρυλίζει διαρκώς αμερικανικές, ρατσιστικές βρισιές σε βάρος τους, αλλά κατά βάθος κατανοεί ότι πρέπει να συμβιώσει μ’ αυτή την ιδιότυπη ανθρώπινη συλλογή του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας, διασχίζει το αδιόρατο σύνορο που χωρίζει το καλοσυντηρημένο γκαζόν του από τον ξεραμένο κήπο των Ασιατών γειτόνων του και προσπαθεί ν’ αντιληφθεί τον φοβισμένο νέο κόσμο που αναπόφευκτα διαδέχεται τον επηρμένο αλλά παρηκμασμένο δικό του. Ο διάλογος ανάμεσα σε γενιές, φυλές, πολιτισμούς, κόσμους που προκύπτει διακυμαίνεται από το χιούμορ μέχρι την τραγωδία, έχει διαστάσεις καθημερινές αλλά και αιματηρές, και καταλήγει σε ένα είδος θυσίας-κάθαρσης, με την οποία ο ήρωας αναλαμβάνει μια ατομική και συνάμα κοινωνική αποστολή: να ξεπλύνει τις «αμαρτίες» που βαραίνουν τον ίδιο, το έθνος του, την τάξη του, τη γενιά του για την παγκοσμιοποιημένη βία στην οποία συναίνεσαν. Και να κληροδοτήσει στους κληρονόμους που επιλέγει ο ίδιος (όχι στους φυσικούς διαδόχους του, τους γιους του, αλλά στους «κιτρινιάρηδες» γείτονές του) εκείνο το πυρηνικό απόθεμα ανθρωπιστικών αξιών που δεν «κάηκε» έπειτα από τόσες δεκαετίες καπιταλιστικής εκπαίδευσης.
Η ταινία δεν είναι μια τοιχογραφία της σύγχρονης Αμερικής, δεν θέλει να τα πει όλα. Εστιάζει το ενδιαφέρον της στον μικρόκοσμο των αμερικανικών Middletown που έχουν χάσει πια την αίγλη της βιομηχανικής ευημερίας και δεν είναι οι μικροί παράδεισοι των καλοπληρωμένων «μπλε κολάρων», αλλά πολυεθνικά συνονθυλεύματα ανέργων και ημιαπασχολουμένων που δεν πρόλαβαν τα χρόνια της ευημερίας και βυθίζονται στη μιζέρια. Αφροαμερικανοί, ισπανόφωνοι, Ασιάτες βρίσκονται εκτεθειμένοι στη βιομηχανική παρακμή, στην εγκατάλειψη των Middletown, στην ανυπαρξία κοινωνικού κράτους, στη διάλυση των ταξικών δεσμών, σ’ έναν νέο κύκλο φυλετικού μίσους και στην ανεξέλεγκτη ένοπλη βία των συμμοριών που συγκροτούν οι αποκλεισμένοι φτωχοδιάβολοι της γκρίζας Αμερικής. Σ’ αυτή τη βία εστιάζει το «Gran Torino», σαν το σημαντικότερο σύμπτωμα μιας κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που έχει ξεκινήσει πολύ πριν αναγγελθεί επίσημα η «Μεγάλη Ύφεση» του 21ου αιώνα. Βία που δεν έχει λόγο να φοράει κουκούλα, βγάζει με θράσος τη γλώσσα στην Αστυνομία και μετατρέπει τον κοινωνικό πόλεμο σε ένα εμφύλιο ολοκαύτωμα των αποκλεισμένων. Η μικρή κόλαση που εκτυλίσσεται στην ταινία ενσαρκώνει εν σπέρματι τον βασικό φόβο όλων όσοι προβλέπουν στις παρενέργειες της οικονομικής κρίσης μιαν ανεξέλεγκτη, ασύμμετρη κοινωνική έκρηξη, έξω από συμβατικές δομές της οργανωμένης ή και της αυθόρμητης συλλογικής αντίδρασης.
Απέναντι σ’ αυτό τον φόβο, θα περίμενε κανείς ότι η αντίδραση του «ήσυχου ρεπουμπλικανού», που με μεγάλη ευκολία ανασύρει από την αποθήκη το γυαλισμένο του Μ1, θα ήταν η αυτοδικία, η «δικαιοσύνη του Κάλαχαν», όλα όσα ενσαρκώνει ο ίδιος ο Ίστγουντ με τη macho κινηματογραφική μυθολογία του. Αλλά το όπλο του περιφέρεται και επιδεικνύεται χωρίς ποτέ να χρησιμοποιηθεί, οι σφαίρες δεν ανταποδίδονται και τελικά ο Ίστγουντ απογυμνώνει τον ήρωά του -όπως και τον εαυτό του- από κάθε ηρωισμό («δεν είμαι ήρωας», βρυχάται στους φοβισμένους Ασιάτες που τον βλέπουν σαν σωτήρα) και τον παραδίδει ως πρόβατο επί σφαγή, θυσία σ’ ένα μακελειό χωρίς αιτία.
Δεν σας λέω περισσότερα (έχω ήδη πει πολλά) για την πλοκή του έργου ώστε να έχετε κίνητρο να το δείτε. Αναρωτιέμαι αν θα δείτε πράγματα που είδα κι εγώ – είναι πολύ πιθανό η θετική μου προδιάθεση για τον δημιουργό που μας έχει εκπλήξει ευχάριστα (αλλά και τόσο δυσάρεστα…) να προσθέτει στην εικόνα του πράγματα που δεν υπάρχουν ούτε ως πρόθεση ούτε ως υπονοούμενο. Δεν έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει να δείξουμε δεκτικότητα στις αλλαγές που έρχονται. Έστω και λίγη από τη δεκτικότητα του ήρωα του «Gran Torino», του Γουόλτ Κοβάλσκι. Ή του ίδιου του Κλιντ Ίστγουντ, που μεθοδικά ξύνει τα τελευταία ψήγματα λούστρου από τη χλωμή Αμερική. Καθώς οι μελλοντολόγοι της καταστροφής μάς προετοιμάζουν για ένα τεκτονικό σεισμό που θα μετατρέψει αυτοκρατορίες σε παρίες της διεθνούς οικονομίας, μητροπόλεις της ευημερίας σε θερμοκήπια εξαθλίωσης και τα καλοβαλμένα μικροαστικά σπίτια σε αβέβαια καταφύγια επιβίωσης, ας διασχίσουμε το τοπίο της ύφεσης ψύχραιμοι. Σαν να κάνουμε βόλτα με τη στιλάτη, απαστράπτουσα «Gran Torino» του Γουόλτ Κοβάλσκι στη βομβαρδισμένη Γάζα…

Δεν υπάρχουν σχόλια: