Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2009

Η ιδιοτέλεια της ψήφου

Posted by: Felnikos

Ο Γ. Προβόπουλος είναι τραπεζίτης. Όχι πολιτικός. Οι επισημάνσεις του για την οικονομία είναι αυστηρά και ψυχρά τεχνοκρατικές.
Και ορθώς. Αυτός, εξάλλου, είναι ο ρόλος του κεντρικού τραπεζίτη μιας χώρας. Να κρατάει τα δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά μπόσικα. Γνωρίζοντας στοιχεία, αναλύοντας αριθμούς, διαβάζοντας εκθέσεις, οφείλει να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τα κακώς κείμενα και τα επερχόμενα χειρότερα. Η θέση του δεν εξαρτάται από την ψήφο των πολιτών, ούτε η γνώμη και οι αποφάσεις του φιλτράρονται από το λεγόμενο πολιτικό κόστος. Και βέβαια δεν (μπορεί να) είναι κομματικό ενεργούμενο, αφού η θητεία του τελεί κυρίαρχα υπό την εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Μάλιστα, όπως διαμορφώνονται οι πολιτικές υποθέσεις στη χώρα μας, -με την έλευση του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση ως ισχυρή πιθανότητα- δεν θα ήταν και φρόνιμο εκ μέρους του να μετατραπεί σε κυβερνητικό φερέφωνο. Και δεν το πράττει, παρ’ ότι ορισμένοι καθ’ έξιν καχύποπτοι βλέπουν πίσω από την «ωμότητα» Προβόπουλου μια προσπάθεια να εμφανιστεί η κυβέρνηση, που αποκλίνει από τις προβλέψεις και τις υποδείξεις του, με «ευαίσθητο» δήθεν κοινωνικό πρόσωπο.
Ο Γ. Προβόπουλος δεν αιμοδοτεί τους κυρίους Αλμούνια, Τρισέ και Στρος-Καν στις εκθέσεις τους για την ελληνική οικονομία, ούτε βεβαίως στοιχίζεται πίσω από τις απόψεις των τριών αυτών αξιότιμων κυρίων για τα καθ’ ημάς. Απλώς όλοι τους βλέπουν τα ίδια πράγματα. Όπως τα βλέπουν και πολλοί άλλοι. Και εντός και εκτός Ελλάδος. Και κυρίως οι δανειστές μας.
Η Ελλάδα είναι μια υπερχρεωμένη χώρα με μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, με σχεδόν μηδενική παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, με ακαμψία στις εργασιακές σχέσεις, με προβληματικό ασφαλιστικό σύστημα και με αναχρονιστική άμα και διεφθαρμένη δημόσια διοίκηση. Μια χώρα με υποθηκευμένο μέλλον που τρώει από τις σάρκες της και ζει υπεράνω των δυνάμεών της. Μια χώρα ανασφαλής για επενδύσεις, φθίνουσα σε ισχύ και παρακμιακή, τουλάχιστον με το υφιστάμενο μοντέλο ανάπτυξής της.
Όταν λοιπόν ο Γ. Προβόπουλος προβαίνει σε διαπιστώσεις και διατυπώνει προτάσεις, λέει αλήθειες. Είναι απόλυτα ειλικρινής. Και πλήρως ευθυγραμμισμένος με τις κοινοτικές νόρμες, αλλά και τις προσεγγίσεις των υπερεθνικών οικονομικών οργανισμών.
Αυτό βέβαια ουδόλως σημαίνει ότι οι θέσεις του είναι και πολιτικά ορθές. Εάν ήταν έτσι, δεν θα χρειαζόμασταν τους πολιτικούς. Θα εκχωρούσαμε την εξουσία στους τραπεζίτες και στους τεχνοκρατικά ειδήμονες περί τα οικονομικά. Οι διαπιστώσεις του σχετικά με το «είναι» δεν πρέπει να τίθενται εν αμφιβόλω, γιατί όντως έτσι έχουν τα δημοσιονομικά και χρηματοπιστωτικά μεγέθη. Οι υποδείξεις και οι προτάσεις του όμως περί το «δέον» σαφέστατα και χωρούν όχι μόνο συζήτηση, αλλά και ριζική αμφισβήτηση.
Οι υποδείξεις και προτάσεις Προβόπουλου είναι συνεπείς και ευθυγραμμίζονται απολύτως με ένα μονεταριστικό μοντέλο σκέψης. Ένα μοντέλο κυρίαρχο μέχρι πριν ξεσπάσει η οικονομική κρίση, που σήμερα όμως είτε αντιμετωπίζεται καχύποπτα είτε απορρίπτεται.
Δεν είναι τυχαίο ότι και η κυβέρνηση Καραμανλή, ήτις εν πολλοίς εμφορείται από τις ίδιες με τον Γ. Προβόπουλο απόψεις, προσπαθεί να κρατήσει κάποιες αποστάσεις, αναλογιζόμενη προφανώς -αν όχι το πολιτικό κόστος (για να μην τη χρεώσουμε καιροσκοπισμό, παρ’ ότι αυτός είναι διάχυτος και εμφανής)- τουλάχιστον τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει στην κοινωνική συνοχή μια πολιτική σιδηράς δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Κατά ορισμένους, αυτό είναι και το λάθος της κυβερνήσεως. Ότι δηλαδή προσπαθεί να ισορροπήσει πατώντας σε δύο βάρκες. Ότι εφαρμόζει μια πολιτική «και έτσι και γιουβέτσι».
Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο πρωθυπουργός και η κυβέρνησή του θα έπρεπε να επιλέξουν μια σκληρή «μεταρρυθμιστική» γραμμή, θέτοντας τη χώρα και τους πολίτες της ενώπιον των ευθυνών τους, ομνύοντας στην αυτογνωσία του έθνους όσον αφορά το αύριο. Και να εφαρμόσουν κατά γράμμα και μέχρι τέλους τη συνταγή Προβόπουλου και των ομόδοξών του.
Είναι μια άποψη. Το θέμα, όμως, είναι ότι αυτή την άποψη δεν την ενστερνίζονται ο πρωθυπουργός και οι περισσότεροι υπουργοί και βουλευτές της συμπολίτευσης. Προφανώς επειδή πιστεύουν ότι μπορεί να κερδίσουν την παρτίδα με τη «βαριάντα του δράκου».
Γι’ αυτό ενώ ομιλούν με λόγια που σου μαυρίζουν την ψυχή και ενσπείρουν τη μελαγχολία σχετικά με το «είναι», εντούτοις προτείνουν «δράκους» για το «δέον». Μια πολιτική που δεν οδηγεί πουθενά, καθώς κατά βάσιν εκπορεύεται από τον φόβο πτώσεως της κυβερνήσεως ένεκα της εύθραυστης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Όμως, η κρίση απαιτεί καθαρές απαντήσεις. Και η μόνη καθαρή απάντηση για την παρούσα κυβέρνηση είναι η συνταγή Προβόπουλου, επειδή για το κόμμα της Ν.Δ. την εκφράζει πολιτικά, ιδεολογικά και κοινωνικά. Μ’ αυτήν πολιτεύτηκε, μ’ αυτήν εξελέγη, αυτήν πιστεύει. Όσο θα δοκιμάζει «μαντζούνια» παραλλαγής, τόσο θα χάνει. Μπορεί εκλογικά, ιδίως μετά την οικονομική κρίση, να μην είναι ελκυστική. Όμως, οι αποστάσεις από αυτήν θα έχουν χειρότερα εκλογικά, πολιτικά και οικονομικά αποτελέσματα.
Είναι προτιμότερο να πέσεις για τις ιδέες σου και τις καθαρές πολιτικές που απορρέουν από αυτές, παρά να επιχειρήσεις να τις νοθεύσεις προκειμένου να διατηρηθείς στην εξουσία. Συνήθως, με τις παρεκβάσεις χάνεις και την εξουσία και τις ιδέες. Εξάλλου, ο κόσμος προτιμά τις αυθεντικές λύσεις και όχι τις ιμιτασιόν.
Στην πολιτική -και μάλιστα σε περίοδο κρίσης- η συμπεριφορά των πολιτών είναι αντιστρόφως ανάλογη της καταναλωτικής τους δραστηριότητας. Λόγω οικονομικής δυσανεξίας ψωνίζουν φθηνά προϊόντα και απομιμήσεις, όμως πολιτικά επενδύουν τις ελπίδες τους στους αυθεντικούς εκφραστές των προτεινόμενων πολιτικών. Και στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση αυτό θα πράξουν.
Αυτή τη στιγμή, το ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται με καθαρή ατζέντα. Μπορεί κάποιος να θεωρεί λάθος, ανεφάρμοστες, λαϊκίστικες τις προτάσεις του, όμως συγκροτούν μια διαφορετική πολιτική πλατφόρμα. Με προσεγγίσεις άλλες, σίγουρα για το «δέον», αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις και για το «είναι». Ενδεχομένως, ο Γ. Παπανδρέου να μην τα καταφέρει. Αυτό, όμως, είναι ένα στοίχημα που πρέπει να παιχτεί για να αποφανθείς αν ήταν σωστό.
Προσώρας, πάντως, εμφανίζεται να είναι αυτός που προσφέρει ελπίδα και αισιοδοξία. Και συνήθως οι πολίτες ψηφίζουν για «καλύτερες μέρες».
Αντίθετα, η Ν.Δ., επειδή βεβαίως διαχειρίζεται, ως κυβέρνηση, και την κρίση, δεν είναι παραγωγός ελπίδας και αισιοδοξίας. Εκ παραλλήλου όμως, κι αυτό είναι και το πλέον αρνητικό γι’ αυτήν, εμφανίζεται να πελαγοδρομεί. Να έχει αποκλίνουσες συμπεριφορές για το «δέον» γενέσθαι.
Το επιχείρημα που προβάλλεται ότι δήθεν δεν είναι γνωστή σε όλη της την έκταση η κρίση δεν πείθει και σίγουρα δεν δικαιολογεί το… τσαλαβούτημα. Η υψηλή ρητορική περί το «είναι» βρίσκεται σε αναντιστοιχία με το υποτονικό «δέον». Το «δέον» του Γ. Προβόπουλου είναι πράγματι ισχυρό και συνεπές με το διαπιστωτικό «είναι». Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο και για την κυβέρνηση.
Στις επόμενες εκλογές οι πολίτες θα κληθούν να αποφασίσουν ποιο «σχέδιο» είναι καλύτερο για να βγουν οι ίδιοι, πρωτίστως, και δευτερευόντως η χώρα από την κρίση.
Στην πολιτική, ιδίως σήμερα όπως διεξάγεται, είναι σίγουρα λάθος εκλογικό να προβάλλεις το συμφέρον της χώρας και τα συμφέροντα των πολιτών της να έπονται. Το ιδιωτικό συμφέρον στις μέρες μας υπερτερεί του δημοσίου. Κερδίζει αυτός που πολιτεύεται λέγοντας «υπεράνω όλων τα συμφέροντα του λαού». Και ταυτίζει την προαγωγή των λαϊκών συμφερόντων με τα συμφέροντα της χώρας. Αντίθετα, όποιος θέτει σε πρώτη μοίρα τα συμφέροντα του κράτους και μετά αυτά των πολιτών έχει μικρότερο ακροατήριο. Και, βέβαια, δεν έχει καμία εκλογική τύχη όποιος επιχειρήσει να εξισώσει τα συμφέροντα κράτους και πολιτών.
Οι πολίτες ελάχιστα αγαπούν το ανάπηρο, διεφθαρμένο, κομματικό σύγχρονο κράτος. Οι κυβερνήσεις και τα κόμματα με τη μέχρι τούδε συμπεριφορά τους το μόνο που έχουν καταδείξει είναι ότι το κράτος είναι λάφυρο του νικητή των εκλογών. Τις εκλογές λοιπόν θα τις κερδίσει αυτός που θα καταφέρει να πείσει τους πολίτες ότι πρωτίστως ενδιαφέρεται για τα συμφέροντά τους και δευτερευόντως για τα δημοσιονομικά μεγέθη του κράτους.
Η ψήφος των πολιτών είναι ιδιοτελής. Και στις μέρες της οικονομικής κρίσης θα αποδειχθεί στις κάλπες περισσότερον ιδιοτελής.
Οι Έλληνες δεν πιστεύουν ότι αν χρεοκοπήσει το κράτος θα αφανιστούν και οι ίδιοι. Αντίθετα, θεωρούν ότι αυτό που προέχει είναι να επιβιώσουν οι ίδιοι και, εφόσον επιβιώσουν αυτοί, θα επιβιώσει και το κράτος του Καραμανλή, του Παπανδρέου, των τραπεζιτών, των εκδοτών ή όποιου τέλος πάντων θεωρούν ότι είναι κτήμα του.
Λάθος; Λάθος. Έτσι, όμως, τον έμαθαν και τον εκπαίδευαν τα κόμματα. Κι αυτό θα πληρώσουν ή αντίστροφα κάποιοι άλλοι θα κερδίσουν. Είναι άραγε τυχαίο ότι τη δημόσια συζήτηση στα καθ’ ημάς -παρ’ ότι υπάρχει Συμβούλιο Κορυφής στις Βρυξέλλες για την αντιμετώπιση της κρίσης- συνεχίζει να τροφοδοτεί η παραφιλολογία για την απόδραση του Παλαιοκώστα από τις φυλακές Κορυδαλλού; Όχι βέβαια. Σίγουρα, όμως, είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο οι πολίτες αντιμετωπίζουν τις δημοσιονομικές κρατικές υποθέσεις. Θεωρούν ότι δεν τους αφορούν.
Και γι’ αυτή τους τη θεώρηση οι πολιτικοί μας, αλλά και όσοι διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, έχουν μεγάλη ευθύνη. Αυτό πληρώνουν και θα το πληρώσουν αύριο πολύ πιο ακριβά

Δεν υπάρχουν σχόλια: