Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2008

Κράτος - Εκκλησία: Το τέλος μιας μακράς συνεργασίας

του Αλέξανδρου Δεληγιάννη*

H Εκκλησία ξέρει να διαμορφώνει αντιλήψεις, διότι έτσι σχεδιάστηκε

Ο κ. Χριστόδουλος δήλωσε: «Δεν είμαστε εναντίον των προσφύγων αλλά δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το πρόβλημα. Δεν μας το επιτρέπει ο πολιτισμός και η θρησκεία να πούμε ΄έξω οι ξένοι΄, σε συνδυασμό όμως με το δημογραφικό πρόβλημα των Ελλήνων ελλοχεύει ο κίνδυνος να μετατραπούμε ύστερα από λίγο σε πρόσφυγες μέσα στην πατρίδα μας» και τόνισε «η λύση είναι μία, η ενίσχυση των παραδόσεων της γλώσσας και της θρησκείας». (1)

«Η παγκοσμιότητα και ο ανθρωπισμός των μεγάλων θρησκειών περιορίζεται σε τοπικές αλήθειες που βρίσκουν εφαρμογή μόνο μέσα στα στενά πλαίσια αυστηρά καθορισμένων ποιμνίων. Αντί να αποτελούν τις γέφυρες που θα φέρουν τις κοινότητες πιο κοντά, υπάρχει μια αυξανόμενη τάση να χρησιμοποιηθούν οι θρησκείες ως διαχωριστική γραμμή κοινοτικής ταυτότητας και ως ιδεολογική βάση για ένα είδος σεχταριστικής κοινοτιστικής πολιτικής.» (2)

Η δήλωση είναι από την Ελλάδα, το σχόλιο από τη Μαλαισία. Σε μια σειρά άρθρων του, ο Dr Farish A. Noor επιστήνει την προσοχή στην ισλαμοποίηση της Μαλαισιανής πολιτικής σκηνής και διαπιστώνει ανάλογες τάσεις πολιτικοποίησης του θρησκευτικού λόγου σε άλλες περιοχές του κόσμου. Οι παραπάνω επισημάνσεις του ταιριάζουν απόλυτα στην κινδυνολογία του κ. Χριστόδουλου.

Ο παραλληλισμός με τη Μαλαισία δεν θα πρέπει να μας κάνει εντύπωση. Η περίπτωση της Ελλάδας κάθε άλλο παρά μοναδική είναι: ένα ανέτοιμο κράτος εξωθείται στην οικονομική ανάπτυξη σε μικρό -για τα δεδομένα της κοινωνικής μνήμης- χρονικό διάστημα. Η κοινωνική οργάνωση αλλάζει άρδην μέσα σε λιγότερο από δυο γενιές. Οι αλλαγές τρομάζουν ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού που παρακολουθεί αβέβαιο μη γνωρίζοντας τρόπο αντίδρασης. Για μια περίοδο η κεκτημένη ταχύτητα καθορίζει τις εξελίξεις. Όμως η περίοδος ανοχής τέλειωσε. Στο βάθος του τούνελ της ΟΝΕ εμφανίζεται το φως μιας μεγάλης Ευρώπης: πολυφυλετικής, πολυπολιτισμικής, πολυσυλλεκτικής, ενδεχομένως ομοσπονδιακής. Είμαστε έτοιμοι για ένα τέτοιο όραμα;

Όπως το κλεινόν άστυ αντιμετωπίζει μύρια διαχειριστικά προβλήματα επειδή ουδέποτε σχεδιάστηκε ως πόλη για τον πληθυσμό που έμελλε να αποκτήσει μέσα σε λίγες δεκαετίες, έτσι και η ελληνική κοινωνία έρχεται πλέον αντιμέτωπη με τις εσωτερικές της αντιφάσεις, καθώς πέρασε ταχύτατα στο στάδιο της αστικοποίησης και της υπερκατανάλωσης χωρίς να προλάβει να διαμορφώσει κουλτούρα κοινωνίας πολιτών ή έστω υπεύθυνου καταναλωτισμού. (Χαρακτηριστικό του τελευταίου είναι το γεγονός ότι το ένα τρίτο των πιστωτικών καρτών χρησιμοποιείται για την εξόφληση ληξιπρόθεσμων οφειλών.)

Το «σοκ του μέλλοντος» αποδεικνύεται, τελικά, αξεπέραστο για ένα μεγάλο μερίδιο της κοινωνίας. Όσοι δεν καταφέρνουν να αγαπήσουν τη νέα κοινωνική πραγματικότητα, ως μόνη διέξοδο στην περιθωριοποίηση έχουν το στρουθοκαμηλισμό. Διότι πώς αλλιώς μπορεί να χαρακτηριστεί η υπεραπλούστευση -και συχνά η διαστρέβλωση- των θρησκευτικών διδαχών και παραδόσεων μιας άλλης εποχής, προκειμένου να δώσουν απόλυτες και αναντίρρητες απαντήσεις στα αμείλικτα ερωτήματα του σήμερα; Είναι χαρακτηριστικό ότι, στη χώρα μας, η κύρια αντίδραση απέναντι σε έναν -υπαρκτό- κίνδυνο υπεραστυνόμευσης στο πλαίσιο της ενωμένης Ευρώπης, προέρχεται από τις παραχριστιανικές οργανώσεις από το φόβο του 666!

Στην Ελλάδα που πέτυχε τα κριτήρια της ΟΝΕ, στην Ελλάδα που κινείται με «δήθεν» αυτοπεποίθηση σε έναν κόσμο εξαιρετικά ασταθή, η Εκκλησία, μέσα στη σφαίρα του απομονωτισμού της, αποτελεί για πολλούς ένα αναγκαίο σταθερό σημείο αναφοράς.

Ας μην βιαστούμε να μιλήσουμε για χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Η ανώτατη εκπαίδευση αποτελεί δεδομένο για μεγάλο ποσοστό των Ελλήνων, σε σημείο που να έχει πάψει να αποτελεί ιδιαίτερο προσόν στην αγορά εργασίας. Όμως η ακαδημαϊκή μόρφωση σπάνια αλλάζει εδραιωμένες αντιλήψεις. Στις Η.Π.Α., το 1/4 των αποφοίτων του πανεπιστημίου δεν δέχεται τη θεωρία της εξέλιξης και πιστεύει ότι το βιβλίο της Γένεσης είναι εκείνο που περιγράφει με εγκυρότητα το ξεκίνημα της ζωής στη Γη.

Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις δεν αλλάζουν μέσα από διαδικασίες δια-λόγου και ορθού λόγου, τον οποίο εκ των προτέρων απορρίπτουν:

[Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος] αναφέρθηκε στο Διαφωτισμό υποστηρίζοντας ότι «είχε μεγάλη πέραση η ρήση την οποία είχε πει ο γνωστός φιλόσοφος Καρτέσιος ‘σκέπτομαι άρα υπάρχω’. Αυτό το ρήμα εφαρμόστηκε στην Ευρώπη και έκαμε την Ευρώπη να υποταχθεί στη λεγόμενη νοησιαρχία, να είναι δηλαδή το ανθρώπινο λογικό παραπάνω απ' ό,τι υπάρχει στον κόσμο. Από αυτό γεννήθηκε ο ορθολογισμός και από τον ορθολογισμό γεννήθηκε η απιστία εις τον Θεό και αυτή η απιστία είναι εκείνη η οποία γέννησε τους πολέμους, τις εκατόμβες των θυμάτων. Εμείς λέμε σήμερα στα παιδιά όχι ‘σκέπτομαι άρα υπάρχω’, αλλά ‘αγαπώ, άρα υπάρχω’». (3)

Στο βιβλίο του «Γιατί επιμένουν οι θεοί; μια επιστημονική προσέγγιση της θρησκείας», ο Robert Hinde (4) διερωτάται ακριβώς αυτό: πώς, σε κοινωνίες ριζικά αλλαγμένες και παρ' όλη την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, προκαταλήψεις και δόγματα άλλων εποχών παραμένουν αναλλοίωτα, αλώβητα και συχνά συνεχίζουν να διαδίδονται;

Η απάντηση είναι ότι η αναπαραγωγή και η διαιώνιση αντιλήψεων αποτελεί ακριβώς χαρακτηριστικό των θρησκειών: είναι τμήμα του περιγεγραμμένου τους ρόλου, για τον οποίο βελτιστοποιούνταν επί χιλιάδες χρόνια, μέσα από δαρβινικές διαδικασίες προσαρμογής στο πλαίσιο των ίδιων των κοινωνιών, ή καίριες παρεμβάσεις από την -όποια- κοσμική εξουσία.

Στην περίπτωση του χριστιανισμού, «από τον 4ο αιώνα και μετά, την πολλαπλότητα των εκκλησιών αντικαθιστά μια κεντρικά οργανωμένη εκκλησία. Ο Μέγας Κωνσταντίνος συγκαλεί το 325 μ.Χ. την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας. Συγκαλεί δηλαδή τους αναγνωρισμένους και γνωστούς ‘πρεσβύτερους’ και ‘επισκόπους’ και τους αναθέτει να αποφασίσουν για την ορθή ερμηνεία του Λόγου της αγάπης. Ζήτημα για το οποίο μέχρι και εκείνη τη στιγμή αποφάσιζαν μόνο οι πιστοί σε σύναξη. Η πολιτική εξουσία του Μεγάλου Κωνσταντίνου μετέτρεψε τους μέχρι τη στιγμή εκείνη διάκονες, σε πνευματικούς ηγέτες.» (5) Η πρωτοβουλία του Κωνσταντίνου είχε συγκεκριμένη στρατηγική και πολιτική σημασία: ο ίδιος αναγνώρισε ότι μια θρησκεία θα ήταν αποτελεσματικός τρόπος διατήρησης της κοινωνικής συνοχής και πειθαρχίας σε μια κρίσιμη εποχή για την αυτοκρατορία του. Ουσιαστικά, αναγνώρισε και εκμεταλλεύτηκε την κοσμική διάσταση της θρησκείας.

Είτε μιλούμε για τη Σαρία (οι ισλαμικοί κανόνες δικαίου) είτε για το Μωσαϊκό Νόμο, αναφερόμαστε σε κοσμικούς νόμους, που κάθε άλλο παρά ακολουθούν τη λογική του «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι». Οι επιταγές της χριστιανικής θρησκείας, όπως και κάθε οργανωμένης θρησκείας, καλύπτουν πολλά επίγεια ζητήματα διότι αυτός ήταν εξ αρχής ο στόχος τους: σε περιόδους ανυπαρξίας εκπαιδευτικού συστήματος, μέσων ενημέρωσης, δικαστικού σώματος, κοινωνικού κράτους και προληπτικής ιατρικής, η θρησκεία κάλυπτε αυτές και άλλες πολλές κοινωνικές ανάγκες.

Για παράδειγμα, η περιτομή αποτελεί συγκεκριμένη προσαρμογή στις συνθήκες της αμμώδους Μέσης Ανατολής. Η μη κατανάλωση χοιρινού αποτελεί ορθολογική επιλογή στο πλαίσιο της αποτελεσματικής διαχείρισης του περιβάλλοντος στην ίδια περιοχή.(6) (Άλλωστε, τα παραπάνω είναι που δικαιολογούν το κοινόν των στοιχείων αυτών στην Εβραϊκή και τη Μουσουλμανική θρησκεία.) Οι χριστιανικές επιταγές για νηστεία, που σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες εξακολουθούν να επηρεάζουν τις διατροφικές συνήθειες της πλειοψηφίας των Ελλήνων, αποτελούν έγκυρη μέθοδο αποτοξίνωσης του ανθρώπινου οργανισμού.

Η διάδοση πρακτικών προληπτικής ιατρικής σε εποχές απόλυτου αναλφαβητισμού δεν θα μπορούσε να στηρίζεται σε επιχειρήματα του ορθού λόγου. Το ίδιο ισχύει και για κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς, διαχείρισης πόρων και σεβασμού της ιδιοκτησίας, για να αναφέρω μερικά ακόμη παραδείγματα. Αντί εξηγήσεων, το ότι «έτσι λέει το Κοράνι», ή «ο Προφήτης», ή «ο Θεός», είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό, γιατί δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

Και πάλι, ας μην βιαστούμε να πούμε ότι οι εποχές άλλαξαν. Αυτός ο κόσμος, που δεν δίνει εξηγήσεις, υπάρχει ακόμη και σήμερα στην καθημερινότητά μας και στην καθημερινότητα των παιδιών που ανατρέφουμε, όπως άλλωστε διακωμωδείται με το «δεν το λέμε εμείς, ο Μορμόλης το λέει» που λένε οι μικροί πρωταγωνιστές στο έργο του Ράινερ Χάχφελντ. Σε αυτό τον κόσμο μεγαλώσαμε και εμείς. Εξακολουθούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα από συνήθεια και παράδοση, παρά από σχεδιασμό και συνειδητή επιλογή.

Ζούμε σε μια χώρα όπου το πού ψηφίζουμε καθορίζεται με βάση την ενορία στην οποία «ανήκουμε». Η άσκηση του δημοκρατικού μας δικαιώματος περνά από τη θρησκευτική μας ένταξη. Οι λόγοι μπορεί να είναι πρακτικοί, αλλά ο συμβολισμός παραμένει.

Θα πρέπει επομένως να επισημάνουμε ότι η σύγκρουση του Κράτους με την Εκκλησία στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα συμβαίνει κυρίως διότι οι όροι της μακρόχρονης συνεργασίας τους αλλάζουν άρδην - μονομερώς μάλιστα - επειδή δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Η αποτελεσματικότητα της κοινωνικής οργάνωσης των σύγχρονων κρατών σε πολλά από τα ζητήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, καθιστά την Εκκλησία πλέον από αχρείαστη έως ανεπιθύμητη. Ακόμη περισσότερο μάλιστα, όταν η πολιτική της παγκόσμιας φιλελευθεροποίησης δεν έχει προνοήσει για την ξεχωριστή ικανοποίηση της πνευματικής διάστασης του ανθρώπου.

Πολλοί μιλούν για έλλειψη ευελιξίας από τη μεριά της Εκκλησίας. Για παράδειγμα, πολλές δυτικές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις διερωτώνται πώς, σε χώρες με έντονο το πρόβλημα του υπερπληθυσμού, είναι δυνατόν να αντιτίθενται οι παπικές επιταγές σε όλες τις μεθόδους αντισύλληψης, ακόμη και στη χρήση προφυλακτικού. Όμως είναι προφανές ότι από τη στιγμή που ο Αυνάν καταδικάστηκε από το θεό επειδή σπαταλούσε το σπέρμα του στο χώμα (και όχι, παρεμπιπτόντως, επειδή αυτοϊκανοποιείτο) η αντισύλληψη θα είναι απαγορευμένη στο πλαίσιο των θρησκειών που δέχονται τις γραφές αυτές ως γνήσια αποτύπωση του θεϊκού λόγου.

Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι αντιπροσωπεύει την απόλυτη -τη θεόσταλτη- αλήθεια. Δεν μπορεί η απόλυτη αλήθεια να είναι «ευέλικτη». Η ευελιξία της θα σήμαινε την αυτοκατάργησή της: θα σήμαινε την παραδοχή από τη μεριά της Εκκλησίας ότι οι διδαχές της κάθε άλλο παρά θεόσταλτες είναι, αλλά έχουν δημιουργηθεί και διαμορφωθεί από ανθρώπους σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους και για την κάλυψη συγκεκριμένων αναγκών, άρα και ότι η αξία τους είναι σήμερα αμφισβητήσιμη.

Στην Ελλάδα και τη Μαλαισία, στο Ιράν και τις Φιλιππίνες, το κοσμικό Κράτος και η Εκκλησία οδηγούνται αναπόφευκτα σε σύγκρουση, επειδή δεν προνόησαν να χωρίσουν κοινή συναινέσει. Απομένει να καθοριστεί το πεδίο της σύγκρουσης αυτής. Θα διεξαχθεί στο πλαίσιο των ατομικών μας συνειδήσεων ή θα μεταφερθεί στους δρόμους;


(1) flash.gr 27/10/00

(2) Dr. Farish A. Noor, CrossCurrents, 11/9/00

(3) Ελευθεροτυπία, 25/9/00

(4) Robert A. Hinde, "Why gods persist", Routledge, London 1999

(5) Αντώνης Παπαρίζος, «Η Ιεραρχία και η διεκδίκηση πολιτικής εξουσίας», Ελευθεροτυπία 12/9/00

(6) βλ. σχετικά, Marvin Harris, "Cows, pigs, wars and witches: the enigmas of human culture",


* Ο Αλέξανδρος Δεληγιάννης είναι σύμβουλος επιχειρήσεων, ειδικευμένος σε ζητήματα Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων

Δεν υπάρχουν σχόλια: