Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Μία δεύτερη "βουτιά" της οικονομίας είναι πιθανή

του Νούριελ Ρουμπίνι

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η παγκόσμια οικονομία αρχίζει να ανακάμπτει από τη χειρότερη ύφεση εδώ και εβδομήντα χρόνια. Το τέταρτο τρίμηνο του 2008, και το πρώτο του 2009, οπότε οι πιο αναπτυγμένες οικονομίες του κόσμου βρέθηκαν σε ύφεση, η εξέλιξη του ΑΕΠ τους ήταν ανάλογη με την εποχή της «μεγάλης ύφεσης». Εκείνη την κρίσιμη στιγμή οι πολιτικοί, που έως τότε δίσταζαν, αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους.
Αυτή η προσπάθεια απέδωσε, και η ελεύθερη πτώση της οικονομικής δραστηριότητας ανακόπηκε. Μολοταύτα, δεν έχουν ακόμα απαντηθεί τρία ερωτήματα:
Πότε θα λήξει η παγκόσμια ύφεση;
Ποια μορφή θα λάβει η οικονομική ανάκαμψη;
Υπάρχει το ενδεχόμενο μιας νέας κάμψης της οικονομίας;
Πότε θα λήξει η παγκόσμια ύφεση;
Σε ότι αφορά το πρώτο ερώτημα, φαίνεται πως η παγκόσμια οικονομία θα «πιάσει πάτο» το δεύτερο ήμισυ του 2009. Σε πολλές αναπτυγμένες οικονομίες (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισπανία, Ιταλία και Ευρωζώνη) και σε πολλές αναδυόμενες οικονομίας της αγοράς (ως επί το πλείστον ευρωπαϊκές) η ύφεση τυπικά θα συνεχιστεί έως το τέλος του χρόνου, καθώς τα θετικά σημάδια συνεχίζουν να αναμειγνύονται με αρνητικά. Σε ορισμένες άλλες αναπτυγμένες οικονομίες (Αυστραλία, Γερμανία, Γαλλία, Ιαπωνία) και σε πολλές αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία και άλλες ασιατικές και λατινοαμερικανικές) η ανάκαμψη έχει ήδη ξεκινήσει.
Ποια μορφή θα λάβει η οικονομική ανάκαμψη;
Σε ότι αφορά το δεύτερο ερώτημα, άλλοι (που είναι και οι περισσότεροι) αναμένουν μία ανάκαμψη τύπου «V» με γρήγορη επιστροφή στην ανάπτυξη κι άλλοι -στους οποίους συμπεριλαμβάνομαι κι εγώ- εκτιμούν πιθανότερη μια ανάκαμψη τύπου «U», που θα είναι αναιμική και κατώτερη των προσδοκιών για κανά-δύο χρόνια, και στη συνέχεια για μισό πάνω-κάτω χρόνο θα είναι ταχεία, λόγω της χρηματοδότησής της από τη σχετική κερδοφορία της προηγούμενης περιόδου και την ανάκαμψη της παραγωγής από τα υφεσιακά επίπεδα της προηγούμενης περιόδου.
Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα υπέρ της άποψης πως η ανάκαμψη θα είναι τύπου «U».
Πρώτον, η απασχόληση συνεχίζει την απότομη πτώση της στις ΗΠΑ και αλλού (το 2010, η ανεργία στις αναπτυγμένες χώρες αναμένεται να υπερβεί το 10%). Αυτά είναι κακά νέα για την πορεία της ζήτησης, για την αποκατάσταση των απωλειών των τραπεζών, αλλά και για τις δεξιότητες των εργαζομένων, που είναι κρίσιμο μέγεθος για την μακροπρόθεσμη πορεία της παραγωγικότητας.
Δεύτερον, εκτός της κρίσης ρευστότητας υπάρχει και κρίση πιστωτικής φερεγγυότητας. Αν έχουμε αποφύγει την «απομόχλευση» (deleveraging) ως σήμερα είναι διότι οι απώλειες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων «κοινωνικοποιήθηκαν» και μεταφέρθηκαν στα ελλείμματα των κρατικών προϋπολογισμών. Πράγμα όμως που μειώνει την ικανότητα των τραπεζών να δανείζουν, των νοικοκυριών να δαπανούν και των επιχειρήσεων να επενδύουν.
Τρίτον, στα κράτη που παρουσιάζουν μεγάλα ελλείμματα οι καταναλωτές θα έπρεπε να περικόψουν τις δαπάνες τους προς όφελος της αποταμίευσης. Οι καταχρεωμένοι καταναλωτές όμως βλέπουν τα περιουσιακά τους στοιχεία να εξανεμίζονται λόγω της μείωσης της τιμής των ακινήτων, την πτώση των χρηματιστηρίων, τη μείωση των μισθών και την αύξηση της ανεργίας
Τέταρτον, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, παρά την πολιτική υποστήριξη που έλαβε, εξακολουθεί να είναι βαριά τραυματισμένο. Το «σκιώδες τραπεζικό σύστημα» έχει εν πολλοίς εξαφανιστεί, και ο παραδοσιακός τραπεζικός τομέας έχει επιφορτιστεί με τρισεκατομμύρια δολάρια αναμενόμενων ζημιών από μη εξυπηρετούμενα δάνεια και ομόλογα, ενώ η κεφαλαιοποίησή του εξακολουθεί να είναι πολύ κατώτερη των περιστάσεων.
Πέμπτον, τα στενά περιθώρια κερδοφορίας των επιχειρήσεων, λόγω του υψηλού τους δανεισμού, της απειλής χρεοκοπίας, των χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης και των συνεχιζόμενων αποπληθωριστικών πιέσεων, τις αποθαρρύνει από το να παράγουν, να προσλάβουν, να επενδύουν.
Έκτον, η χρηματοδότηση των υψηλών κρατικών ελλειμμάτων ίσως πλήξει τη ζήτηση στον ιδιωτικό τομέα. Επιπλέον, τα κρατικά προγράμματα τόνωσης της οικονομίας αναμένεται να εξαντλήσουν την επίδρασή τους του χρόνου, πράγμα που σημαίνει πως η ανάπτυξη θα στηρίζεται πια κυρίως στην πορεία της ζήτησης των νοικοκυριών.
Έβδομον, λόγω της μείωσης των παγκόσμιων ανισορροπιών, υποτίθεται πως τα ελλείμματα των «ασώτων» οικονομιών (όπως π.χ. των ΗΠΑ) εξισορροπούνται από τα πλεονάσματα των «φιλάργυρων» (όπως η Κίνα και άλλες χώρες με πλεονασματικούς προϋπολογισμούς, όπως η Ιαπωνία και η Γερμανία). Αν όμως η εσωτερική ζήτηση των πλεονασματικών κρατών δεν επιταχυνθεί όσο αναμένεται, θα πληγεί η παγκόσμια ανάκαμψη.
Υπάρχει το ενδεχόμενο μιας νέας κάμψης της οικονομίας;
Υπάρχουν και δύο επιχειρήματα υπέρ της άποψης πως κινδυνεύουμε να δούμε την οικονομία να ακολουθεί μια πορεία τύπου «W», με επικείμενη μια δεύτερη μεγάλη πτώση.
Κατ' αρχήν υπάρχουν οι κίνδυνοι που συνδέονται με τη έξοδο από την εποχή του «εύκολου δανεισμού». Η αλήθεια είναι πως όσοι χαράσσουν πολιτική αντιμετωπίζουν μπρος γκρεμό, πίσω ρέμα:
Αν θελήσουν στα σοβαρά να καλύψουν τα πελώρια ελλείμματα, θα αυξήσουν τη φορολόγηση, θα μειώσουν τις κρατικές δαπάνες και θα περιορίσουν την υπερβολική ρευστότητα όπου αυτή υπάρχει, κινδυνεύοντας όμως να υπονομεύσουν την ανάπτυξη και να ρίξουν την οικονομία σε στασιμοπληθωρισμό (ύφεση και πληθωρισμό).
Αν πάλι διατηρήσουν τα ελλείμματα στα σημερινά ύψη τους, θα τους τιμωρήσει η αγορά ομολόγων: θα πυροδοτηθεί η προσδοκία πληθωριστικών πιέσεων, η μακροπρόθεσμη απόδοση των κρατικών ομολόγων θα αυξηθούν, τα επιτόκια θα ανέβουν... Αποτέλεσμα και πάλι θα είναι ο στασιμοπληθωρισμός.
Ένας ακόμα λόγος που συνηγορεί υπέρ της άποψης πως αναμένεται μια δεύτερη βουτιά της οικονομίας είναι πως η τιμή της ενέργειας και των τροφίμων σήμερα αυξάνουν ταχύτερα από ότι οι αποδόσεις των βασικών οικονομικών παραγώγων. Η τιμή τους μάλιστα μπορεί να ανέλθει κι άλλο, λόγω της αύξησης της ζήτησης για αυτά τα προϊόντα υπό την πίεση της περίσσειας ρευστότητας και της κερδοσκοπίας.
Πέρσι, η τιμή του πετρελαίου είχε φθάσει τα 145 δολάρια το βαρέλι, πράγμα που έπληξε καίρια την παγκόσμια οικονομία, δημιουργώντας αρνητικούς όρους για τις εμπορικές συναλλαγές και επιβαρύνοντας τους προϋπολογισμούς των κρατών εισαγωγέων πετρελαίου.
Η παγκόσμια οικονομία δεν πρόκειται να αντέξει αν η κερδοσκοπία οδηγήσει τις τιμές του πετρελαίου και πάλι πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Κοντολογίς, η ανάκαμψη των αναπτυγμένων οικονομιών κατά πάσα πιθανότητα θα είναι αναιμική και κάτω του αναμενομένου, ενώ υπάρχει πάντα η απειλή να γίνουμε μάρτυρες μιας ακόμα «βουτιάς» της οικονομίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: