Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Όταν ξεκίνησε η κυριαρχία του σκυλάδικου, κανείς δεν αντέδρασε

του Γιάννη Πετρίδη

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τουλάχιστον τρεις γενιές μυήθηκαν στην ποπ και ροκ μουσική μέσω των εκπομπών του. Από την εποχή που δεν θέλαμε τ' «αμερικάνικα» μέχρι σήμερα που δεν μπορούμε χωρίς αυτά, ο άνθρωπος αυτός είναι εκεί, στην κρατική ραδιοφωνία, να μας θυμίζει πως στη μουσική δεν χωράνε αφορισμοί. Τον συναντήσαμε με αφορμή το «once in a lifetime», ένα ντοκιμαντέρ που γύρισε γι' αυτόν η Νικόλ Αλεξανδροπούλου. Πολλοί θα πιστέψουν πως είναι η προσωπογραφία ενός μουσικού παραγωγού -του πιο σημαντικού μουσικού παραγωγού «ξένου ρεπερτορίου» στη χώρα κι ενός από τους μεγαλύτερους συλλέκτες δίσκων στον πλανήτη. Κάνουν λάθος. Είναι η αποτύπωση της ελληνικής μουσικής πραγματικότητας τα τελευταία 40 -και βάλε-χρόνια. Είναι η περιπετειώδης πορεία από το 114 στην Ελλάδα της πίστας και του ραδιοφωνικού playlist.

Σταύρος Διοσκουρίδης (ΣΔ): Το 1975 που ξεκινήσατε, δεν συναντήσατε αντιδράσεις;
Γιάννης Πετρίδης (ΓΠ): Πάρα πολύ μεγάλες αντιδράσεις. Όταν ξεκίνησα, η Ελλάδα ερχόταν από τη χούντα. Το ξένο τραγούδι ήταν ανύπαρκτο. Σε αυτό το σκηνικό έρχεται ένας τύπος που αρχίζει να βάζει ξένα τραγούδια μετά από μια χούντα που είχε το αμερικανικό στίγμα. Είχα αντιδράσεις από αρκετές εφημερίδες. Ήμασταν η πρώτη ζωντανή εκπομπή που έγινε στο ραδιόφωνο μετά τη δικτατορία. Σε όλα τα προηγούμενα χρόνια δεν υπήρχε ποτέ ζωντανή εκπομπή. Ήταν όλα ελεγχόμενα. Ήταν μια ιδέα του Χατζιδάκι. Εγώ, γκαζωμένος, άρχισα να παίζω ροκ τα πρωινά. Με έλεγαν «αμερικανόπληκτο» και άλλα τέτοια.
Μετά μας φώναξε ο Χατζιδάκις και μας είπε να πάμε 4 το μεσημέρι, όπου διαβάζουν τα παιδιά και είναι το κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε. Τη θέση μας πήρε ο Τέρενς Κουίκ.

ΣΔ: Δεν παίζατε μόνος σας, όμως, σ' ένα «άδειο γήπεδο»;
ΓΠ: Ναι. Δεν υπήρχε τίποτα παρόμοιο στο ραδιόφωνο τότε. Ήταν δύσκολο, από την άλλη, να μεταφέρω ένα ύφος ραδιοφώνου που δεν υπήρχε μέχρι τότε. Και ζωντανό κιόλας. Δεν τα έκανα όλα αμέσως. Σιγά-σιγά άνοιγα τα ντουλάπια της σκέψης μου και έβγαζα από μέσα πράγματα που ανανέωναν την εκπομπή. Όσο εύκολο από τη μια με το γήπεδο ελεύθερο τόσο δύσκολο ήταν από την άλλη με το κοινό, που δεν είχε μάθει αυτού του είδους τη μουσική.
Υπήρχαν μόνο κάποιοι, λίγοι ψαγμένοι, που ήξεραν ποιος είναι ο Φρανκ Ζάπα (Frank Zappa). Προσπαθούσα έτσι δίπλα στις επιτυχίες να περάσω και άλλα, πιο δύσκολα ακούσματα. Και τώρα δεν συμβαίνει το ίδιο; Το ίδιο κάνω. Αλλά με τη διαφορά πως η μουσική στο σύνολό της τώρα είναι πολύ πιο χάλια απ' ό,τι ήταν τις προηγούμενες δεκαετίες. Η τωρινή δεκαετία είναι η χειρότερη που έχω αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια.

ΣΔ: Πότε αρχίζετε και αισθάνεστε πως πατάτε γερά στα πόδια σας;
ΓΠ: Στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Βοήθησε πολύ το ότι έχω τη διαίσθηση να παρακολουθώ τα καινούρια. Να μπαίνω στη θέση του δεκαεπτάχρονου και να βλέπω τι θα μου άρεσε. Το σπουδαίο με μένα ήταν ότι έπιασα αμέσως το κίνημα του πανκ. Κάτι που ήταν εντελώς καινούριο για μια Ελλάδα που μόλις είχε προσαρμοστεί σε γκρουπ όπως οι «σάμπαθ» και οι «ζέπελιν». Δεν το δέχτηκε αμέσως.
Η εκπομπή, όμως, και το περιοδικό («ποπ και ροκ») ξεκίνησαν να προωθούν αυτό το κίνημα. Τότε ταξίδευα και πάρα πολύ στο Λονδίνο και είχα πάθει ντελίριο με αυτή τη σκηνή. Δικαιώθηκα και μετά έλεγαν ότι «ήταν ο Πετρίδης που τα έβαλε πρώτος αυτά».
Ακόμα, το 1979, άλλη μια μεγάλη δικαίωση ήταν ότι θα επικρατήσει το «ραπ». Τώρα βέβαια το «χιπ χοπ» είναι σκουπίδια. Έχει ήδη γεράσει...

ΣΔ: Πώς ταξιδεύατε τότε;
ΓΠ: Με χίπικο τρόπο. Παίρναμε το αμάξι και κατασκηνώναμε στο δρόμο. Όταν πήγαινα στο Λονδίνο, έμενα σε δωμάτια των 5 λιρών γιατί προτιμούσα να πάω ν' αγοράσω δίσκους. Ταξίδευε τότε ο κόσμος, όπως και τώρα.

ΣΔ: Γιατί, όμως, ο Αγγελάκας στο ντοκιμαντέρ μιλάει για μια Ελλάδα απομονωμένη;
ΓΠ: Είμαστε μια εσωστρεφής χώρα που ζει σε ένα δικό της, μοναδικό κόσμο. Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο. Είναι τόσο πολλά πολιτικά και κοινωνικά θέματα που βλέπουμε αλλιώς όταν πηγαίνουμε έξω, αλλά, όταν γυρίζουμε, κλεινόμαστε στο καβούκι μας.

ΣΔ: Πολιτισμό παράγουμε;
ΓΠ: Τώρα πια είναι πολύ λίγος ο πολιτισμός. Μετά από μια ελίτ με τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, την Κάλλας, την Παξινού. Ένα θα σου πω: παρόλο που εγώ δεν ήμουν ποτέ της ζωής της Μυκόνου, θυμάμαι ποιοι ήταν τότε στις κοσμικές στήλες. Ωνάσης, Κάλλας και τα λοιπά. Δες με ποιους ασχολούνται τώρα και θα καταλάβεις ποιος είναι ο πολιτισμός μας.

ΣΔ: Δεν είχαμε τότε μια καθυστερημένη κοινωνία;
ΓΠ: Ναι, συμφωνώ. Έλειπαν τα νέα μέσα και το ίντερνετ. Το 1950 και το 1960 που μεγάλωνα, για να μάθω αυτά που μαθαίνει ένα νέο παιδί τώρα, περνούσαν μήνες. Το «γούντστοκ» το μάθαμε κάποιοι στην τύχη. Όταν έγινε, κανείς στην Ελλάδα δεν το ήξερε. Ούτε οι εφημερίδες το είχαν γράψει.
Ίσως, όμως, αυτό το ψάξιμο μας έκανε να αφομοιώνουμε και να διυλίζουμε με διαφορετικό τρόπο τα πράγματα.

ΣΔ: Διαφωνείτε δηλαδή με το σημερινό και συνεχές ντάουν-λόντινγκ;
ΓΠ: Διαφωνώ γιατί δεν δίνει την προσοχή που χρειάζεται στη μουσική. Η γενιά που μεγάλωσε με το βινίλιο, ακόμα και το CD, και τ' αποκτούσε με το υστέρημά της άκουγε πιο προσεκτικά.
Μήπως, όμως, είναι αμφίδρομο; Μήπως είναι και η μουσική τέτοια που δεν επιδέχεται προσοχής; Έχουμε φτάσει στην εποχή όπου σημασία έχει το τραγούδι και όχι το άλμπουμ, που σημαίνει ότι ξαναγυρίζουμε στη δεκαετία του 1950. Οι «μπιτλς» και ο Έλβις (Elvis) ξεκινήσανε με τραγούδια. Το «ροκ εν ρολ» ξεκίνησε με τραγούδια. Οι «μπιτλς» μετά, ήταν αυτοί που επέβαλαν το δίσκο στις πωλήσεις. Γι' αυτό θεωρούνται και πρωτοπόροι.

ΣΔ: Λέτε στο ντοκιμαντέρ πως δεν σας αρέσει η έξαλλη ζωή στα μπαρ. Ταιριάζει αυτό με τη ροκ ιδεολογία;
ΓΠ: Στις συναυλίες πηγαίνω συνέχεια. Δεν καταναλώνω την ώρα μου στα μπαρ. Εμείς δεν είχαμε μπαρ, είχαμε τις ντισκοτέκ. Κάποια χρόνια ήμουνα ντι-τζέι. Μετά που σταμάτησα, σταμάτησα και να βγαίνω. Ό,τι θες να κάνεις, εξάλλου, μπορείς να το κάνεις και σπίτι σου με την παρέα σου.

ΣΔ: Μετανιώσατε ποτέ που γεννηθήκατε στην Ελλάδα;
ΓΠ: Όχι, ποτέ. Μου αρέσει φοβερά. Είμαι τρελός με την ιστορία γενικά και με την ιστορία της Ελλάδας ειδικά. Όπου και να έχω ταξιδέψει, την ομορφιά της Ελλάδας δεν την έχω βρει πουθενά. 'Αλλα στοιχεία βρίσκω έξω που έχουν περισσότερη σχέση με τη μουσική και τον κινηματογράφο. Δεν μου κάνουν καμία αίσθηση πάντως τα εξωτικά νησιά σε σχέση με την Ελλάδα.

ΣΔ: Τι έφταιξε και φτάσαμε στον εύκολο πλουτισμό και τα μπουζούκια; Δεν υπήρχαν μονάδες να συγκρατήσουν την κατάσταση;
ΓΠ: Οι μονάδες αυτές δεν είχαν ποτέ την επιρροή να αλλάξουν τα πράγματα στην Ελλάδα. Ή δεν θέλησαν να δουν μπροστά και να επηρεάσουν. Αυτό για το οποίο μιλάτε ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1980. Οι πνευματικοί άνθρωποι δεν μίλησαν τότε. Μόνο ο Χατζιδάκις -και του την έπεσαν.
Έτσι οδηγηθήκαμε σήμερα σε μια κατάσταση που ακόμα και οι σοβαρές εφημερίδες διαφοροποιούν το πολιτιστικό τους ένθετο για να έχουν φύλλα, προσελκύοντας τη μάζα του κόσμου που ποτέ δεν θα διάβαζε την εφημερίδα τους. Πρέπει να καταλάβουν οι αρχισυντάκτες και οι διευθυντές πως έχουν το δικό τους κόσμο και με αυτό που κάνουν τον χάνουν και αυτόν. Εγώ μετά την ισοπέδωση βλέπω φως μόνο στα νέα παιδιά να φέρουν μια νέα σκέψη. Μια νέα επανάσταση...

ΣΔ: Εσείς υπήρξατε ταυτόχρονα ραδιοφωνικός παραγωγός, διευθυντής μουσικού περιοδικού και στέλεχος μεγάλης δισκογραφικής. Δεν επηρέασε αυτό την κρίση σας;
ΓΠ: Την επηρέασε, όπως συνέβη και σε άλλους ανθρώπους. Αλλά εγώ ήμουνα σε μια εταιρεία που μου έκανε κέφι γιατί προωθούσε μια σκηνή η οποία ήταν κατακριτέα από όλα τα μέσα ενημέρωσης εκείνη την εποχή. Την ανεξάρτητη σκηνή της Αγγλίας. Εκείνη την εποχή άρχισε και το ραδιόφωνο να γίνεται εμπορικό και έτσι πολύ εύκολα η σαβούρα της εταιρείας μου βρήκε θέση. Δεν έχω να ντραπώ για κάτι που προώθησα στα έντυπα και το ραδιόφωνο, γιατί όλα με αντιπροσώπευαν. Τη σαβούρα την έκαναν άλλοι για μένα, αφού υπάρχουν πάντα αυτοί που βάζουν το εύκολο τραγούδι.

ΣΔ: Τώρα γιατί οι δισκογραφικές πάνε κατά διαόλου;
ΓΠ: Κάνανε πολλά λάθη και ευτυχώς έφυγα την κατάλληλη στιγμή. Εκμεταλλεύτηκαν το πάμφθηνο CD βάζοντας πανάκριβες τιμές και ήρθε το διαδίκτυο και τα σάρωσε όλα. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι εταιρείες και πολλοί άνθρωποι μέσα στις εταιρείες βοήθησαν όλη την παλαιότερη μουσική.
Αυτό που άλλαξε ήταν ότι τη δεκαετία του 1980 μπήκαν οι λογιστές και οι δικηγόροι που ήθελαν μόνο το κέρδος και δεν τους ενδιέφερε εάν θα κυκλοφορήσουν ποιοτικά άλμπουμ ή όχι. Τώρα οι μερακλήδες της μουσικής υπάρχουν σε κάτι μικρές και ανεξάρτητες εταιρείες.

ΣΔ: Πιστεύετε σε αυτό που λένε «ελληνικό αγγλόφωνο ροκ»; Υπάρχει σκηνή;
ΓΠ: Ναι, υπάρχει, αλλά είναι δύσκολο να κυριαρχήσει στη χώρα μας. Η Μόνικα είναι μια εξαίρεση, όπως παλαιότερα υπήρχαν οι «ρέινινγκ πλέζιουρ», οι «λαστ ντράιβ» και οι «Σώκρατες». Η Μόνικα είναι το «ταβάνι» αυτής της σκηνής και, μια και είναι ταλαντούχα η κοπέλα, θα ήθελα να τη δω να βγει και να κάνει σπουδαίο ελληνικό τραγούδι. Όχι, όπως της είπανε κάποιοι, να ξεπουληθεί στο έντεχνο. Έχουν τελειώσει αυτά. Να μιλήσει στη γλώσσα την ελληνική γιατί θέλουμε από κάποιον να μας κάνει τη νέα ελληνική σκηνή.

ΣΔ: Ναι, αλλά τα παιδιά θέλουν να έχουν και μια προοπτική να βγουν από τα σύνορα.
ΓΠ: Αν θέλουν να το κάνουν αυτό, πρέπει να πάνε έξω και να τρίψουν τον κώλο τους, όπως ο Φιλιππάκης, ο Καπράνος και ο Αγγελάκας. Τα παιδιά αυτά γράφουν στίχους και έχουν άμεσο στόχο τον 'Αγγλο. Ένας Έλληνας, όσο καλά και να ξέρει τα αγγλικά, δεν μπορεί να γράψει στίχους για 'Αγγλο. Έχουμε εξαιρετικά ταλαντούχους μουσικούς που είναι σε μια χώρα που δεν μπορεί να τους αναδείξει.

ΣΔ: Τον Ντέιβιντ Μπερν (Davίd Byrne) τον έχετε συναντήσει;
ΓΠ: Ναι, είναι ο θεός μου. Είναι διανοούμενος μέχρι το κόκαλο. Όταν είχε έρθει για ένα φεστιβάλ, τον είχα πάει στο Σούνιο να δει το ναό. Ήταν η μέρα που είχε πεθάνει ο Χατζιδάκις και έπαιζε συνέχεια τραγούδια του. 'Ακουγε το «είμαι αϊτός χωρίς φτερά» και σημείωνε συνέχεια. Τον ρωτάω για τις σημειώσεις του και μου απαντά πως «έχω πάθει πλάκα με αυτόν τον τραγουδιστή. θέλω να τον γνωρίσω. Είναι από τα ωραιότερα πράγματα που έχω ακούσει». Μίλαγε για τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.
ΣΔ: Θα θέλατε ποτέ να είστε στην άλλη πλευρά; Να είστε μουσικός;
ΓΠ: Όχι, δεν θα το ήθελα. Είμαι ντροπαλός τύπος, δεν μου αρέσει να παρουσιάζομαι. Μου αρέσουν οι ιστορίες πίσω από τους καλλιτέχνες. Θέλω να είμαι πίσω από τα γεγονότα, να τα ακούω, να τα αναλύω και να τα παρουσιάζω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: