Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Μετά τη χρεοκοπία του δόγματος της απελευθέρωσης των αγορών, ποιο κοινό όραμα μπορεί να μας ενώσει;

της Μαντλίν Μπάντινγκ

«Πρόκειται για το τέλος της εποχής του θριάμβου του φιλελευθερισμού» ανακοίνωσε ο Αμερικανός πολιτικός φιλόσοφος Μάικλ Σάντελ (Michael Sandel) σε πρόσφατες ραδιοφωνικές του διαλέξεις. Κατέρρευσαν οι βεβαιότητες που κυριαρχούσαν το τελευταία ένα τέταρτο του αιώνα -πως οι αγορές ξέρουν καλύτερα, πως είναι αποτελεσματικές, πως παράγουν ευημερία.
Λίγοι θα διαφωνούσαν μαζί του, αλλά τη σαφήνεια του συμπεράσματός του την ανταγωνίζεται η ασάφεια για το τι μπορεί να επακολουθήσει. Στην τελευταία του ραδιοφωνική διάλεξη, ο Σάντελ έκανε έκκληση για επανηθικοποίηση της πολιτικής -πως είναι ανάγκη να αναμορφώσουμε μια ολόκληρη γενιά για την οποία ή αγορά ήταν η Λυδία λίθος για όλες τις αξίες της ζωής.
Τα περισσότερα πολιτικά ζητήματα είναι σε τελική ανάλυση πνευματικά και ηθικά, διαπίστωσε ο Σάντελ× αφορούν το πώς αντιλαμβανόμαστε το κοινό καλό: αν θέλετε μία αναγέννηση της πολιτικότητας, φέρτε πίσω στη δημόσια σφαίρα τη θρησκεία και άλλα συστήματα αξιών, κατέληξε. Φαντάζομαι πως το κοινό του έφριξε όταν άκουσε το συμπέρασμά του.
Η συνταγή του Σάντελ είναι διχαστική -στην εκπομπή «ξεκινήστε την εβδομάδα» έφτασε στο σημείο να δηλώσει πως οι άθρησκοι θα είχαν πιθανότατα πολλά να μάθουν από την επανεμφάνισης της θρησκευτικής απολυτότητας στη δημόσια σφαίρα- αλλά λίγοι θα είχαν αντίρρηση για την ανάγκη να αναγεννηθεί πράγματι η πολιτικότητα.
Το πρόβλημα είναι πως κανείς δεν έχει την παραμικρή ιδέα για το πώς μπορούμε να το πετύχουμε αυτό, καθώς οι διαθέσιμες λύσεις που μας προσφέρουν τα πολιτικά κόμματα είναι κενά από περιεχόμενο και από αξιοπιστία. Εντωμεταξύ, η πολιτική κινδυνεύει να μεταβληθεί σε μία υπόθεση που αφορά αποκλειστικά ένα μικρό κύκλο ειδημόνων, που ασχολούνται με πολύπλοκες χρηματοπιστωτικές ρυθμίσεις και λεπτομερείς μεταρρυθμίσεις της λειτουργίας του κοινοβουλίου. Οδεύουμε προς μια πολιτική χρηματοοικονομικών παραγώγων και διαρκών επιτροπών, που θα μιλά ένα ιδίωμα που θα μοιάζει με αλαμπουρνέζικα για το 90% τουλάχιστο του εκλογικού σώματος.
Αυτή η αίσθηση τέλους εποχής είναι πολύ πιο έντονη στο Ηνωμένο Βασίλειο παρά στην Αμερική του Σάντελ, αφού εδώ συνέπεσε με την απαξίωση μιας μορφής επαγγελματικής, ιδιοτελούς πολιτικής. Κι όμως, προς γενική κατάπληξη, ακόμα και μεγάλες κρίσεις τέτοιου βάθους δεν οδηγούν σε πολιτική αναμόρφωση× το παράδοξο είναι πως ακόμα κι όταν παράγεται μπόλικη οργή, δεν οδηγεί σε δράση.
Όλα συμβαίνουν ως η δυνατότητα για αλλαγή -για εκ βάθρων αλλαγή των θεσμών που πρόδωσαν σε τέτοιο βαθμό την εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα- μοιάζει να γλιστρά ανάμεσα στα δάκτυλά μας. Παρά τη διπλή κρίση (οικονομική και πολιτική), οι «δουλειές» συνεχίζονται, ως συνήθως: οι τραπεζίτες αποταμιεύουν τα μπόνους τους, οι πολιτικοί εκλέγουν ένα νέο πρόεδρο του κοινοβουλίου που είναι βέβαιο πως δεν μπορεί να συσπειρώσει τις απαραίτητες δυνάμεις για πραγματική μεταρρύθμιση...
Τουλάχιστο μάθαμε κάτι για την αλλαγή: ούτε οι κρίσεις -ούτε η οργή- δεν αρκούν για να γίνει πραγματικότητα.
Υπάρχει μια σχολή σκέψης που ισχυρίζεται πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να ξεχάσουμε την κεντρική πολιτική σκηνή, που απέτυχε τόσο παταγωδώς να αυτορυθμιστεί ή να ελέγξει το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, τα πολιτικά κόμματα μοιάζουν με θιάσους που εκτελούν προκατακλυσμιαίες κοινοβουλευτικές καντρίλιες. Την αλλαγή μπορούν να τη φέρουν μόνο οι μυριάδες κοινοτικές πρωτοβουλίες «βάσης» που ανθούν σε ολόκληρη τη χώρα. Έχει καταντήσει σχεδόν αυτονόητο πως οφείλουμε να εκθειάζουμε τη δυναμική που έχουν αυτές οι κινήσεις των πολιτών. Υποτίθεται πως συν τω χρόνω θα αποκτήσουν ισχύ και οργανωτικές ικανότητες -και τελικά θα κατορθώσουν να επιβάλουν την πολιτική αλλαγή και στο κέντρο.
Όλα αυτά ακούγονται πρωτότυπα και αψεγάδιαστα δημοκρατικά, αλλά αυτού του είδους ο κοινοτισμός, όσο αξιοθαύμαστος και ριζοσπαστικός κι αν είναι για όσους συμμετέχουν σε αυτόν, δίνει ελάχιστους καρπούς: η «πυξίδα», οι «πολίτες του Λονδίνου», η «μετάβαση» κ.λπ. είναι πρωτοβουλίες άξιες παντός σεβασμού, αλλά δυστυχώς πολιτικά είναι αμελητέες. Η όποια ανάπτυξή τους κερδήθηκε μετά κόπων και βασάνων και η παρακμή τους μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμή. Όσο κι αν θα ήθελα να κάνω λάθος, έχω την εντύπωση πως αυτές οι πρωτοβουλίες περισσότερο αποδεικνύουν πόσο έχουμε απογοητευθεί από την κατεστημένη πολιτική, παρά μας προσφέρουν κάποιο αξιόπιστο εναλλακτικό πολιτικό υπόδειγμα.
Ο παραγωγός ντοκιμαντέρ 'Ανταμ Κέρτις (Adam Curtis) έχει μια άλλη αντίληψη, και με τη βοήθεια του πειραματικού θεάτρου επιχειρεί να βοηθήσει το κοινό να κατανοήσει και να συναισθανθεί εις βάθος τι εννοεί: θεωρεί πως χρειάζεται να εξετάσουμε πιο αναλυτικά τη «στιγμή στασιμότητας» που βιώνουμε, την αδυναμία μας να φέρουμε πολιτική αλλαγή. Τι είναι επιτέλους αυτό που παραλύει τη συλλογική μας βούληση; Το ενδιαφέρον του Κέρτις συνεχίζει να το προσελκύει η κυριαρχία του ατομικισμού -όπως ήδη γνωρίζουν οι τηλεθεατές των σειρών του «ο αιώνας του εαυτού» και «η παγίδα». Αυτή είναι που καθορίζει τη ζωή μας -και το πώς ασκείται η εξουσία.
«Αυτό που έχουμε σήμερα, είναι η κακοφωνία των ατομικών αφηγήσεων. Οι πάντες θέλουν να είναι οι συγγραφείς των ατομικών τους «σεναρίων» και κανείς δεν ανέχεται να ενταχθεί η ζωή του σε μιας ευρύτερη ιστορία. Οι πάντες θέλουν να λένε τη γνώμη τους, αλλά κανείς δεν ακούει εκείνη των άλλων. Εντάξει, αυτό μπορεί να είναι συναρπαστικό και να μοιάζει απελευθερωτικό, αλλά οδηγεί εντέλει στην αποδυνάμωση του συνόλου: η αλλαγή προϋποθέτει συλλογικές και όχι ατομικές αφηγήσεις», εξηγεί ο Κέρτις.
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η εξουσία αντιθέτως χρησιμοποιεί ισχυρές διηγήσεις προκειμένου να διαμορφώσει την κατανόησή μας του κόσμου, το ποιοι είμαστε, το πώς αξιολογούμε τις εμπειρίες μας και με ποια κριτήρια. Η εξουσία νομιμοποιείται από μεγάλες, παντοδύναμες αφηγήσεις, κερδίζει τη συγκατάθεσή μας και πλαισιώνει τον τρόπο κατανόησης του κόσμου εκ μέρους μας, ορίζει τι θεωρούμε άξιο και σημαντικό. Αυτές οι μεγάλες αφηγήσεις επίσης δομούν το χρόνο, οριοθετούν το παρόν σε σχέση με ένα παρελθόν κι ένα μέλλον.
Αυτό πάνω-κάτω έκαναν όλες οι μεγάλες αφηγήσεις, από τον κομμουνισμό και το σοσιαλισμό έως το νεοφιλελευθερισμό, και το φασισμό ακόμα. Το ίδιο έκαναν και οι θρησκείες. Τώρα όμως, τα πάντα λιώνουν και θρυμματίζονται σε ένα πλήθος προσωπικών μικρο-αφηγήσεων. Βρισκόμαστε στον πύργο της Βαβέλ και χάνουμε την ικανότητά μας να παράγουμε κοινές διηγήσεις -την κοινή αίσθηση ιδεαλισμού, ηθικής και ελπίδας στην οποία αναφέρεται ο Σάντελ και που είναι απαραίτητη προκειμένου να παραχθεί ανανέωση του πολιτικού και αναζωογόνηση κοινού πολιτικού σκοπού.
Ο Κέρτις υπογραμμίζει πως συνεχίζουμε να παραμένουμε προσκολλημένοι στις ατομικές μας αφηγήσεις, έστω κι αν μας οδηγούν στην απομόνωση, την αποσύνδεση από τους συμπολίτες μας, και στη χειρότερη εκδοχή τους δεν είναι παρά απλοϊκές απόπειρες, που αναζητούν απελπισμένα ένα ελάχιστο κοινό. Από την άλλη βρισκόμαστε σε ένα παράδοξο σταυροδρόμι, αφού καταρρέουν τα οικονομικά συστήματα που παρήγαγαν και επεξέτειναν το υπόδειγμα της εξατομίκευσης. Η ατομική επιδίωξη της εμπειρίας, της αυτοέκφρασης και της αυτοϊκανοποίησης ως στοιχεία της ευζωίας, έγιναν δυνατά χάρη στο φθηνό δανεισμό και τη φούσκα των ακινήτων. Καθώς αυτό το οικονομικό μοντέλο αποσυντίθεται και η ανεργία των νέων εκτινάσσεται στα ύψη, η υπεσχημένη ευζωία του μοιάζει με κακόγουστη φάρσα.
Δεν είναι λίγοι όσοι επιδιώκουν να δώσουν νέο περιεχόμενο στην ευζωία -έχουμε τους «οικονομολόγους της ευτυχίας», τους οικολόγους κ.λπ- και ο Σάντελ συνεισφέρει με το κύρος του στην ενδυνάμωση αυτού του στρατοπέδου που μάχεται κατά των εργαλειακών, αγοραίων αξιών που καθόριζαν κάθε πλευρά της ζωής μας. Αλλά οι εκκλήσεις του Σάντελ περί «επανηθικοποίησης», απλά φανερώνουν το μέγεθος του κενού. Διότι, ποια αποθέματα ηθικής μπορεί να διαθέτουν οι κοινωνίες μας, με δεδομένη την κατάρρευση των παλαιών μεγάλων αφηγήσεων, σαν τις θρησκείες ή τις πολιτικές ιδεολογίες;
Μία καινούργια μεγάλη αφήγηση θα φανεί, πιστεύει ο Κέρτις, παραδεχόμενος ταυτόχρονα πως είναι αισιόδοξος.
Αλλά υπάρχει και μία άλλη διάσταση στον προβληματισμό μας: ίσως εντέλει η νέα μεγάλη αφήγηση έχει ήδη διαφανεί, και είναι εκείνη της περιβαλλοντικής καταστροφής. Όμως το μόνο που πετυχαίνει είναι η ενίσχυση της πολιτικής παραλυσίας. Το γεγονός πως η μόνη διαθέσιμη μεγάλη αφήγηση είναι τόσο τρομακτική -ο κόσμος ξεμένει από τις πρώτες ύλες που είναι απαραίτητες για να συνεχιστεί ο τρόπος ζωής μας και να υποστηριχτεί η αύξηση του πληθυσμού- μάλλον εξασθενεί, παρά ενισχύει τη διάθεσή μας να επιβάλουμε πολιτική αλλαγή. Τρομοκρατημένοι, και καθώς δε βλέπουμε καμία δυνατότητα συλλογικής αλλαγής στην οποία «να μπορούμε να πιστέψουμε», αναχωρούμε προς τις ιδιωτικές μας μικρές ατομικές αλλαγές -πλαστικές επεμβάσεις, ανακαινίσεις κατοικιών και αλλαγές συντρόφων...
Αν όμως δούμε τις προηγούμενες μεγάλες διηγήσεις -τον κομμουνισμό, το σοσιαλισμό, το νεοφιλελευθερισμό και το φασισμό- όλες υπόσχονταν -με τη μία ή την άλλη μορφή- μια εκδοχή της βασιλείας των ουρανών, έναν καλύτερο κόσμο που θα δημιουργούσε καλύτερους ανθρώπους. Ήταν όλες αφηγήσεις για τη μετάνοια και τη σωτηρία. Το μόνο που έχουμε σήμερα είναι μία αφήγηση αποκαλυπτική -που μας παραλύει. Από πού να προκύψει η ελπίδα;

Δεν υπάρχουν σχόλια: