Πέμπτη, 9 Ιουλίου 2009

Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, δεν υπάρχουν οι όροι για έξοδο από την κρίση

του Μισέλ Ροκάρ

ΠΗΓΉ: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Υπάρχει κάτι εκπληκτικό στο πώς διεξάγεται σήμερα η συζήτηση για την οικονομική κρίση. Οι πάντες παραδέχονται πως υπάρχει κρίση. Η συζήτηση όμως αφορά το αν επιτέλους «πιάσαμε πάτο» και το πότε ακριβώς θα έρθει η επικείμενη ανάκαμψη: το επόμενο φθινόπωρο; Tο 2010;
Και γιατί όχι δηλαδή;
Το εκπληκτικό με αυτή τη συζήτηση είναι πως ενώ μας παρουσιάζονται τα προγνωστικά των ειδημόνων για το πότε θα τελειώσει η κρίση, δε μας δίνεται σχεδόν καμία πληροφορία που θα μας επέτρεπε να σχηματίσουμε ιδία άποψη για το αν πράγματι βρισκόμαστε στα πρόθυρα της περίφημης «εξόδου από την κρίση».
Από τη διαπίστωση αυτή εξαιρείται ο τραπεζοπιστωτικός τομέας, όπου τα στοιχεία είναι ατράνταχτα: οι κυρίαρχες τράπεζες στάθηκαν ξανά στα πόδια τους και εξέλειπαν οι φόβοι για χρεοκοπία κάποιου από τους κολοσσούς του κλάδου. Όπως όλοι παραδέχονται, οι τράπεζες έπαψαν να προσπαθούν να ρίξουν την «καυτή πατάτα» η μία στην άλλη. Η διατραπεζική εμπιστοσύνη αποκαταστάθηκε σιγά-σιγά, πράγμα που είναι πράγματι μία από τις προϋποθέσεις της ανάκαμψης.
Υπάρχει επίσης -όπως φαίνεται- γενική συναίνεση σε ότι αφορά τη βασική αιτία αυτής της θετικής εξέλιξης. Σε αντίθεση με την περίοδο 1929-1932, όπου η γενικευμένη απρονοησία χειροτέρεψε την κατάσταση των πάντων, τούτη τη φορά οι κυβερνήσεις αντέδρασαν με ταχύτητα, συναντίληψη και φοβερή ένταση (και γενναιοδωρία). Αν και ο φορολογούμενος δε θα κληθεί πράγματι να πληρώσει το σύνολο του πελώριου λογαριασμού που κόστισε αυτή η ρωμαλέα αντίδραση των κυβερνήσεων, πάντως αυτός είναι που θα επωμιστεί -στην απέραντη μεγαθυμία του- τη δαπάνη των εγγυήσεων κι ένα μεγάλο μέρος του συνολικού κόστους.
Το γεγονός αυτό προφανώς δεν έχει δημιουργήσει αβάσταχτες τύψεις στους τραπεζίτες.
Η αίσθηση πως τα προβλήματα τελειώνουν και ξεκινά μια νέα αρχή είναι τόσο έντονη στον τραπεζικό κλάδο που βλέπουμε πως τα στελέχη του, έχουν, λίγο-πολύ παντού, αποδοθεί σε μία εκστρατεία απόκρουσης των επαπειλούμενων ελέγχων και ρυθμίσεων της δραστηριότητάς τους, ώστε να μπορούν και στο μέλλον να χορηγούν στους διευθυντές και τα στελέχη τους τις ίδιες υπερβολικές αμοιβές.
Αυτή η παράδοξη ατμόσφαιρα «λήξης συναγερμού», που την καλλιεργούν από κοινού κυβερνώντες, τραπεζίτες και τύπος, συμβάλει τα μέγιστα στο να υποτιμάται η έκταση των προβλημάτων.
Έτσι π.χ. τις τελευταίες εβδομάδες, το «σίτι» του Λονδίνου αποδόθηκε σε μία εκστρατεία αποσταθεροποίησης του Γκόρντον Μπράουν (Gordon Brown) του Βρετανού πρωθυπουργού, που θεωρήθηκε ένοχος για υπέρμετρη εμμονή να βάλει μια τάξη στο τραπεζικό σύστημα. Στις ΗΠΑ ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα (Barack Obama) βρίσκεται οφθαλμοφανώς σε διελκυστίνδα με τους τραπεζίτες και τη γερουσία, για το ίδιο ζήτημα. Στη Γερμανία και στη Γαλλία η συζήτηση είναι λιγότερο έντονη, αλλά αφορά το ίδιο θέμα.

Η επισφάλεια της εργασίας
Τελικά φαίνεται πως προσανατολιζόμαστε σε μία -ελαφράς μορφής;- πάταξη των «φορολογικών παραδείσων», σε μία σειρά διδακτικών ομιλιών περί της ανάγκης συγκράτησης των αμοιβών των τραπεζικών στελεχών και -σε ότι αφορά τα τραπεζικά παράγωγα- στη διατήρηση του status quo. Αν πράγματι έτσι γίνουν τα πράγματα, θα έχουμε διατηρήσει όλους τους παράγοντες σοβαρής αποσταθεροποίησης, που αυτό εμπεριέχει.
Σε μια τέτοια περίπτωση ο χρηματοπιστωτικός πυροκροτητής θα μπορούσε να πυροδοτηθεί ξανά, μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια. Στο κάτω-κάτω, εδώ και μία εικοσαετία σχεδόν, ο κόσμος γνωρίζει μια σοβαρή χρηματοπιστωτική κρίση κάθε πέντε περίπου χρόνια... Εξ ου και προκύπτει η ανάγκη να μειώσουμε τον παράλογο όγκο των συναλλαγών που αφορούν χρηματοοικονομικές συναλλαγές σε σχέση με την παραγωγή (την «πραγματική οικονομία») ή να συγκρατήσουμε τη συλλογική αδηφαγία που ώθησε στην ανηθικότητα πάνω-κάτω το σύνολο τόσων επαγγελματικών κλάδων. Αντ' αυτών, εμείς διστάζουμε να διαβούμε το Ρουβίκωνα. Και ξαναρχίζουμε από την αρχή.
Ίσως όμως να μην είναι αυτό το χειρότερο. Τούτη τη στιγμή, το σύνολο σχεδόν των αναπτυγμένων οικονομιών βρίσκεται σε ύφεση. Περισσότερο όμως από την ύφεση, που στο κάτω-κάτω μπορεί να είναι σύντομη, το σοβαρότερο στοιχείο που δικαιολογεί τον όρο «κρίση» είναι η κατάσταση της απασχόλησης και η άνοδος της ανεργίας. Στον τομέα αυτόν, το ύψος της ανεργίας είναι πράγματι τρομακτικό -η Γαλλία ετοιμάζεται να υπερβεί το 10% κάποια στιγμή στον επόμενο χρόνο, οι ΗΠΑ έφτασαν το 8% (ήτοι διπλάσιο από ότι τρία χρόνια πριν) -και οι προοπτικές για το μέλλον είναι ακόμα πιο ανησυχητικές.
Κι όμως, στο μέτωπο αυτό, της αποδυνάμωσης της κατανάλωσης, το βασικό χαρακτηριστικό δεν είναι καν η ανεργία· είναι η επισφάλεια της απασχόλησης. Ως προς αυτό, όλες οι αναπτυγμένες οικονομίες χαρακτηρίζονται εδώ και δεκαπέντε χρόνια από ποσοστά επισφαλούς εργασίας της τάξης του 15%-20%. Και οι επισφαλώς εργαζόμενοι καταναλώνουν όσο -λίγο- μπορούν. Και παντού, η τρέχουσα κρίση πύκνωσε τις τάξεις τους.
Παραδόξως όμως, οι επίσημες στατιστικές και οι κυβερνώντες παραμένουν προσεκτικά διακριτικοί ως προς το σημείο αυτό. Δε συνειδητοποιούμε πλήρως την κατάσταση. Οι πάντες γνωρίζουμε μολοταύτα πως σήμερα στη βόρειο Αμερική, την Ευρώπη και την Ιαπωνία, πάνω από το 1/4 του πληθυσμού βρίσκεται είτε σε κατάσταση επισφαλούς εργασίας, είτε σε συνθήκες φτώχειας, είτε στην ανεργία. Ο ένας στους τέσσερις: που σημαίνει 70 εκατομμύρια Ευρωπαίοι, 40-50 εκατομμύρια Αμερικανοί, γύρω στα 30 εκατομμύρια Ιάπωνες. Πρόκειται για ένα μαζικό φαινόμενο, που πλήττει καίρια την κατανάλωση.
Εκ των πραγμάτων, και μέσα σε τριάντα μόλις χρόνια, το ποσοστό των μισθών και των κοινωνικών δαπανών ως προς τα αντίστοιχα ΑΕΠ μειώθηκε μεταξύ 7%-10%. Φυσικά αυτός ο δείκτης αμφισβητείται για μια σειρά από τεχνικούς λόγους, το σημείο αναφοράς, τους τρόπους υπολογισμού του... Παρ 'όλα αυτά, η μάζα των ανέργων, των επισφαλών εργαζομένων και των φτωχών είναι εκεί, και κανείς δεν αμφισβητεί πως ο αριθμός τους επιβραδύνει την ανάπτυξη και πλήττει την κατανάλωση.
Γίνονται έτσι κατανοητοί οι λόγοι για τους οποίους ο αναπτυγμένος καπιταλισμός (βόρειος Αμερική, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ιαπωνία), που μεταξύ 1945-1970 γνώρισε μέσους ρυθμούς ετήσιας ανάπτυξης της τάξης του 4.5%-5%, σήμερα (πριν την κρίση) αγκομαχάει μπας και φτάσει στο 2.5%-3% -χωρίς να τα καταφέρνει.
Στο βαθμό λοιπόν που συμπεριλάβουμε στα στοιχεία της κρίσης την απασχόληση, η κρίση είναι μόνιμη.
Αυτή η κατάσταση εξηγεί καλύτερα γιατί ο χρηματοπιστωτικός πυροκροτητής (άνοδος των τιμών των πρώτων υλών που συνδέονταν παράγωγα προϊόντα, ενυπόθηκα δάνεια, εν πολλοίς απατηλές «τιτλοποιήσεις», χιονοστιβάδα χρεοκοπιών) έπληξε με τόση σφοδρότητα τις οικονομίες μας, που στην πραγματικότητα πάσχουν από αναιμία και δε διαθέτουν ανθεκτικότητα. Και αυτό είναι κάτι για το οποίο δε μιλάει κανείς -και κανείς δεν προτίθεται να θεραπεύσει.
Η ουσία όμως της κρίσης βρίσκεται ακριβώς εκεί!
Η έξοδος από αυτήν την κατάσταση δεν είναι εύκολη. Η τεχνητή τόνωση της κατανάλωσης θα ήταν ανόητη: το μόνο που θα πετυχαίναμε θα ήταν να αυξήσουμε τις εισαγωγές, ιδίως από την Κίνα και την Ινδία. Μόνο οι επενδύσεις μπορούν να πυροδοτήσουν έναν ενάρετο κύκλο· επενδύσεις κυρίως στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), τις «πράσινες» τεχνολογίες και τις βιολογικές καλλιέργειες. Αυτοί είναι οι τομείς που θα μπορούσαν να σύρουν την αγοραστική δύναμη και την απασχόληση προς τα πάνω.
Παρατηρούμε αντιθέτως πως οι επενδύσεις στη βιομηχανία, τις υπηρεσίες, ακόμα και τη γεωργία ή τον αγροτοκτηνοτροφικό κλάδο πλήττονται σοβαρά, για δύο κυρίως λόγους:
Πρώτον, όλες οι σημαντικές επιχειρήσεις του αναπτυγμένου κόσμου διαπιστώνουν τα τελευταία ένα με δύο χρόνια τα χρηματιστηριακά «ενεργητικά» των ισολογισμών τους να μειώνονται στο 50% της αξίας τους. Φυσική συνέπεια: η συγκράτηση των δαπανών τους και άρα των επενδύσεων.
Δεύτερον, η προσωρινή -και σχετικής αξίας- ανάκαμψη του τραπεζικού τομέα συνοδεύεται φυσικά από τη δρακόντεια συγκράτηση του δανεισμού. Αναγκαστικά οι τράπεζες δανείζουν λίγα -και με ισχυρές εγγυήσεις.
Υπάρχει λόγος να ανησυχούμε
Να λοιπόν που μία «οικονομική ανάκαμψη» δεν είναι δυνατή, ούτε βραχυπρόθεσμα, ούτε μεσοπρόθεσμα. Οι παράγοντες που θα την καθιστούσαν δυνατή λάμπουν δια της απουσίας τους. Έξοδος από την κρίση θα σήμαινε ανάκαμψη των επενδύσεων και αποκατάσταση ενός Μηχανισμού που θα συνέδεε την άνοδο της παραγωγικότητας με το ύψος των μισθών.
Στις παρούσες συνθήκες, το ασφαλέστερο προγνωστικό είναι να ισορροπήσουν οι οικονομίες σε επίπεδα παραγωγής 5% με 10% χαμηλότερα από πριν την κρίση, με ανάπτυξη ουσιαστικά μηδενική -ή εξαιρετικά χαμηλή- για τα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια.
Πράγμα που θα δοκιμάσει τις αντοχές της κοινωνικής συνοχής και τη σταθερότητα των κυβερνήσεων -και θα πυροδοτήσει την έξαρση του λαϊκισμού. Κι αν ο χρηματοπιστωτικός πυροκροτητής ενεργοποιηθεί εκ νέου μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια -πράγμα που δε βλέπω γιατί να μη συμβεί, από τη στιγμή που διατηρούμε ανέπαφους τους παράγοντες αποσταθεροποίησής του- θα πλήξει τις εξασθενημένες και αναιμικές μας οικονομίες με ακόμα μεγαλύτερη σφοδρότητα.
Υπάρχουν λοιπόν λόγοι ανησυχίας -ζητώ συγγνώμη που δεν ξέρω να κρατάω το στόμα μου κλειστό. Τα τελευταία χρόνια, αυτό που συνέβη ήταν ένα ενδοκαπιταλιστικό πραξικόπημα, επί τα χείρω. Αιτία αυτής της ανατροπής η άμετρη βουλιμία, μία ενστικτώδης έλξη προς τον απεριόριστο πλουτισμό, που με τη σειρά του πολλαπλασίασε τα παράγωγα με τα εξωφρενικά μπόνους, την οφθαλμοφανή χρήση μεθόδων εξαπάτησης, την ανηθικότητα των ενυπόθηκων δανείων και των αμφίβολων τιτλοποιήσεων.
Στην «πραγματική οικονομία» η τάση αυτή εκδηλώθηκε με την ενίσχυση τις μέγγενης των μετόχων, που ενώ ήταν σχεδόν απούσα έως το 1980, στη συνέχεια οργανώθηκε μέσω των συνταξιοδοτικών ταμείων, των επενδυτικών και αμοιβαίων κεφαλαίων κ.λπ ανέλαβε την εξουσία -ή συγκρότησε μειοψηφίες μετόχων με δυνατότητα αρνησικυρίας- σε όλες σχεδόν τις σημαντικές επιχειρήσεις. Αυτό που ενδιαφέρει είναι το όσο το δυνατό μεγαλύτερο άμεσο κέρδος, ακόμα και εις βάρος των συμφερόντων της επιχείρησης. Όλοι θυμόμαστε την παραφροσύνη της νόρμας του 15% ετήσιας κερδοφορίας που επέβαλαν τα κεφάλαια αυτά.
Η διάγνωση είναι πεντακάθαρη: οι μεσαίες και ανώτερες τάξεις των αναπτυγμένων χωρών εγκαταλείπουν την ελπίδα να ευημερήσουν μέσω της εργασίας τους, και εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην κερδοσκοπία, σε γρήγορες και μαζικές κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, κοινώς «καλές μπάζες».
Από κοινωνιολογική άποψη, αυτού τους είδους οι συμπεριφορές δε συμβιβάζονται με τη σταθερότητα του συστήματος.
Εδώ και μισό αιώνα, η διεθνής σοσιαλδημοκρατία δεν παύει να εξηγεί πως οι αγορές δεν αυτορυθμίζονται, πως η οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα χρειάζονται κρατική ρύθμιση, πως πρέπει να καταπολεμούμε φορολογικά τις ανισότητες. Τα γεγονότα -και η παρούσα κρίση- τη δικαίωσαν πλήρως. Κι όμως, στις πρόσφατες ευρωεκλογές έχασε παντού -και συχνά πανηγυρικά.
Υπερψηφίζοντας παντού τη συντήρηση, τις δυνάμεις δηλαδή εκείνες που μας οδήγησαν στην κρίση, οι ψηφοφόροι απέδειξαν πόσο συνδεδεμένοι είναι με το μοντέλο του χρηματιστηριακού καπιταλισμού. Η έλξη της προσδοκίας για χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, για απροσδόκητο πλουτισμό, είναι πολύ ισχυρή. Το εκλογικό αποτέλεσμα δεν αφήνει πολλές ελπίδες για σοβαρή πολιτική θεραπεία της αναιμίας των οικονομιών μας. Πόσες κρίσεις θα χρειαστούν, προκειμένου να πειστεί ο λαός; Το μόνο σίγουρο είναι πως «κλείδωσε» ήδη ο μηχανισμός της επανάληψής τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: