Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Η Νευροβιολογική βάση του συναισθήματος

Αναρτήθηκε από: Βελίκης Ιωάννης, Ψυχολόγος PhD, τηλ. 6932683468

Ελένη Μπεκιάρη, Ιατρός

Πηγή: Κλίμακα

Ο εγκέφαλός μας αποτελείται από μερικά δισεκατομμύρια νευρικά κύτταρα που συνδέονται μεταξύ τους μ’ έναν ιδιαίτερα πολύπλοκο τρόπο. Η δημιουργία των συναισθημάτων αποτελεί μια από τις πιο ενδιαφέρουσες αλλά και περίπλοκες λειτουργίες των κυττάρων αυτών. Τα συναισθήματά μας είναι ίσως οι καταστάσεις του εγκεφάλου μας που θυμόμαστε με τη μεγαλύτερη σαφήνεια με το πέρασμά του χρόνου. Μπορούν να μεταβληθούν σταδιακά ή απότομα ,μπορεί να είναι ξεκάθαρα ή ασαφή, σε κάθε περίπτωση όμως παίζουν ένα σημαντικό ρόλο στην καθημερινή μας ζωή επηρεάζοντας τόσο τις επιλογές μας όσο και τις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους.
Μπορεί κανείς να φανταστεί μια ζωή χωρίς συναισθήματα? Ζούμε δημιουργώντας καταστάσεις που μας προσφέρουν στιγμές ευχαρίστησης και αποφεύγοντας εκείνες που θα μας γέμιζαν θλίψη, φόβο ή πόνο. Παρόλα αυτά κανείς μας δεν μπορεί να ορίσει ακριβώς τι είναι το συναίσθημα, πώς δημιουργείται ή από που προέρχεται. Τα συναισθήματά μας δεν είναι πάντα συνειδητά. Δεν μπορούμε πάντα να καθορίσουμε γιατί κάποιες μέρες είμαστε ευδιάθετοι ενώ κάποιες άλλες όχι. Με την ίδια λογική μπορούμε να είμαστε καλοί ή κακοί με τους άλλους για λόγους που δεν είναι πάντα προφανείς. Όμως ακόμα και τα συνειδητά συναισθήματα, όπως το να είμαστε θυμωμένοι ή χαρούμενοι ή ερωτευμένοι ή φοβισμένοι, είναι καταστάσεις που μας συμβαίνουν χωρίς να μπορούμε να επέμβουμε σ’ αυτές. Μ’ άλλα λόγια νιώθουμε χωρίς να επιλέγουμε τι θα νιώσουμε. Πολύ λίγο έλεγχο μπορούμε ν’ ασκήσουμε στις συναισθηματικές μας καταστάσεις, όταν όμως αυτές προκύψουν μπορεί ν’ αποτελέσουν ισχυρούς υποκινητές της μελλοντικής μας συμπεριφοράς.
Ένας από τους κυριότερους στόχους της σύγχρονης νευροεπιστήμης είναι να κατανοήσει σε ποιες περιοχές του εγκεφάλου επιτελούνται οι διάφορες λειτουργίες του. Αυτό θ’ αποτελούσε το πρώτο βήμα για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο αυτές οι λειτουργίες επιτελούνται. Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι νοητικές λειτουργίες δεν είναι αυστηρά εντοπισμένες σε διακριτές περιοχές του εγκεφάλου. Κάθε εγκεφαλική περιοχή λειτουργεί αλληλεπιδρώντας με άλλες κοντινές ή πιο απομακρυσμένες περιοχές. Για παράδειγμα ο οπτικός φλοιός εντοπίζεται στον ινιακό λοβό του εγκεφάλου. Βλάβη αυτής της περιοχής προκαλεί τύφλωση. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι η λειτουργία της όρασης περιορίζεται μόνο σ’ αυτό το τμήμα του οπτικού φλοιού, αλλά ότι ο οπτικός φλοιός αποτελεί τμήμα του οπτικού μας συστήματος μέσω του οποίου βλέπουμε. Βλάβη του συστήματος αυτού σε οποιοδήποτε σημείο από τα μάτια μας ως το φλοιό θα παρέβλαπτε την όρασή μας.
Ήδη από την εποχή του Δαρβίνου, έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι τόσο η βιολογική μας κατασκευή όσο και η δομή του ψυχικού και νοητικού μας οργάνου ακολουθούν μια εξελικτική πορεία, γι’ αυτό και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τις λειτουργίες του εγκεφάλου μας μελετώντας τον εγκέφαλο των ζώων.

Ας αναφέρουμε κατ’αρχάς κάποιες βασικές νευροανατομικές γνώσεις. Το νευρικό μας σύστημα διαιρείται σε κεντρικό και περιφερικό. Το περιφερικό νευρικό σύστημα διακρίνεται σε σωματικό και αυτόνομο(που διαιρείται σε συμπαθητικό και παρασυμπαθητικό).Το κεντρικό νευρικό σύστημα αποτελείται από τον Εγκέφαλο και το Νωτιαίο Μυελό. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος διαιρείται ως εξής:
 πρόσθιος εγκέφαλος όπου ανήκουν τα ημισφαίρια, τα βασικά γάγγλια, ο ιππόκαμπος, η αμυγδαλή, ο θάλαμος και ο υποθάλαμος.
 Μέσος εγκέφαλος
 Ρομβοειδής εγκέφαλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γέφυρα, την παρεγκεφαλίδα και τον προμήκη.
(Sobotta, Άτλαντας Ανατομικής του ανθρώπου)
Ο μεσεγκέφαλος, ο προμήκης και η γέφυρα συναπαρτίζουν το στέλεχος του εγκεφάλου, στο οποίο εντοπίζονται ορισμένες εξειδικευμένες περιοχές ελέγχου των βασικών ζωτικών λειτουργιών( π.χ. ο προμήκης είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο της κυκλοφορίας του αίματος και της αναπνοής).

Όπως πρώτοι οι Cannon και Bard διαπίστωσαν πειραματικά στις αρχές του εικοστού αιώνα, η περιοχή του εγκεφάλου που ενέχεται σε μεγάλο βαθμό στην δημιουργία συναισθηματικών αντιδράσεων είναι ο υποθάλαμος. Όταν αφαιρεθεί ή καταστραφεί ο υποθάλαμος των πειραματόζωων μόνο αποσπασματικές αντιδράσεις μπορεί να προκληθούν ως απάντηση σε εξαιρετικά επώδυνο ερέθισμα (Le Doux, The Emotional Brain).
Σύμφωνα με τους Canon και Bard ενδιάμεσος σταθμός των αισθητηριακών οδών πριν καταλήξουν στον φλοιό των ημισφαιρίων αποτελεί ο θάλαμος, o οποίος συνδέεται με τα ημισφαίρια και με τον υποθάλαμο. Σαν αποτέλεσμα οι αισθητηριακές πληροφορίες καταλήγουν στον υποθάλαμο και το φλοιό των ημισφαιρίων σχεδόν ταυτόχρονα. Από τη στιγμή που ο υποθάλαμος προσλαμβάνει το ερέθισμα ενεργοποιεί το Αυτόνομο Νευρικό Σύστημα που προκαλεί τις σωματικές αντιδράσεις που συνοδεύουν τα διάφορα συναισθήματα (π.χ. ταχυκαρδία, ξηροστομία λόγω της δράσης του συμπαθητικού συστήματος σε περίπτωση φόβου.)
Το 1937 ο Papez υποστήριξε ότι το φλοιϊκό υπόστρωμα των συναισθημάτων είναι ένας δακτύλιος φυλογενετικά πρωτόγονου φλοιού γύρω από το εγκεφαλικό στέλεχος (Eric A. Kandel, Νευροεπιστήμη και Συμπεριφορά). O Papez πρότεινε ότι τα αισθητηριακά ερεθίσματα από το θάλαμο κατευθύνονται στον υποθάλαμο ο οποίος συνδέεται με τον ιππόκαμπο και τον ιπποκάμπειο σχηματισμό καθώς και με την έλικα του προσαγωγίου.Όσον αφορά τον ιππόκαμπο, ήταν ήδη από τότε γνωστό ότι καταστρέφεται από την εγκεφαλίτιδα από ιό της λύσσας,η οποία προκαλεί ραγδαίες μεταβολές του συναισθήματος των ασθενών, μεταξύ των οποίων εκρήξεις τρόμου και οργής (Eric A. Kandel, Νευροεπιστήμη και Συμπεριφορά).
Σήμερα γνωρίζουμε ότι ο ιππόκαμπος εκτός από τα συναισθήματα συμμετέχει επίσης στη μνήμη και τη μάθηση. Ίσως γι’ αυτό θυμόμαστε καλύτερα τις συναισθηματικά φορτισμένες εμπειρίες.
Ο Papez θεωρούσε ότι εφόσον υπάρχει αμφίδρομη επικοινωνία φλοιού και υποθαλάμου, η γνωστική λειτουργία επηρεάζει το συναίσθημα και αντίστροφα.Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι συνδέσεις από τα συναισθηματικά προς τα φλοιϊκά γνωσιακά συστήματα είναι ισχυρότερες απ’ ότι αυτές με την αντίστροφη πορεία. Αυτή η ασύμμετρη σύνδεση θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί δεν μπορούμε πάντα να ελέγξουμε την έκφραση των συναισθημάτων μας. Κάποιος που είναι αγχωμένος ή στενοχωρημένος θα συνεχίσει να νιώθει άγχος και στενοχώρια όσο κι αν σκέφτεται ότι δεν πρέπει να νιώθει έτσι.(Le Doux, the Emotional Brain).
Στα μέσα του εικοστού αιώνα ο Mac Lean συνέδεσε τις θεωρίες των προγενέστερων του με κλινικά ευρήματα.Π.χ. είχε παρατηρήσει ότι ασθενείς με επιληψία του κροταφικού λοβού,στην οποία συχνά συμμετέχει ο ιππόκαμπος, μπορεί να βρίσκονται σε μια ονειρική κατάσταση ή να έχουν αίσθημα φόβου ή ακόμα και τρόμου πριν την κρίση.Επίσης πρόσεξε ότι πολλοί από αυτούς εμφανίζουν ψυχικές διαταραχές, όπως ευερεθιστότητα,
κατάθλιψη,ιδεοψυχαναγκασμό(Le Doux, The Emotional Brain).Σήμερα γνωρίζουμε ότι οι κρίσεις του κροταφικού λοβού μπορούν να προκαλέσουν φόβο,λύπη,πανικό,ακόμα και βίαιη συμπεριφορά, όπως και μνημονικές διαταραχές και αισθήματα αποπροσωποποίησης(Δ.Βασιλόπουλος,Νευρολογία).
Ο Mc Lean διατύπωσε τη θεωρία του μεταιχμιακού συστήματος στο οποίο συμπεριέλαβε τις δομές του εγκεφάλου που θεωρούσε ενέχονται στη δημιουργία συναισθημάτων.Σε αυτές συμπεριέλαβε εκτός από το κύκλωμα του Papez, την αμυγδαλή και τον προμετωπιαίο λοβό. H υπόθεση του Mc Lean ότι οι δομές αυτές του μεταιχμιακού συστήματος ενέχονται στη δημιουργία συναισθημάτων είναι σωστή, δε φαίνεται όμως να ισχύει στην ολότητά της (Le Doux, the Emotional Brain).
Ένας λόγος για τον οποίο η θεωρία του Mc Lean δε φαίνεται να ισχύει εξ’ολοκλήρου είναι ότι πρόκειται για μια καθαρά εντοπιστική θεωρία: περιγράφει ένα δίκτυο δομών στα πλαίσια του οποίου τοποθετεί κάθε συναισθηματική λειτουργία. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό. Οι εγκεφαλικές δομές δεν δρουν μεμονωμένα και ανεξάρτητα, αλλά συνδέονται και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Επιπλέον δεν είναι απαραίτητο όλα τα συναισθήματα να ελέγχονται από τις ίδιες εγκεφαλικές δομές. Είναι πιθανό διαφορετικά συναισθήματα να δημιουργούνται σε διαφορετικές εγκεφαλικές δομές που επικοινωνούν μεταξύ τους με νευρωνικές συνδέσεις .Για ν’ αποδειχτεί κάτι τέτοιο βέβαια θα πρέπει να μελετηθεί το κάθε συναίσθημα ξεχωριστά, κάτι το οποίο μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει σε μεγάλη έκταση, με εξαίρεση ίσως την περίπτωση του φόβου. (Le Doux, The Emotional Brain).
Η δημιουργία του συναισθήματος φαίνεται να είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο είχε ο Mc Lean υποθέσει.Για παράδειγμα γνωρίζουμε ότι η αμυγδαλή δέχεται πληροφορίες από το θάλαμο (τον ενδιάμεσο σταθμό οπτικών κι ακουστικών οδών) και μάλιστα οι πληροφορίες φτάνουν στην αμυγδαλή νωρίτερα από ότι φτάνουν στο φλοιό.Έτσι η άμεση αυτή προβολή του θαλάμου μπορεί να διεκπεραιώνει σύντομα αρχέγονες συναισθηματικές αποκρίσεις, κάτι που είναι σημαντικό σε περίπτωση κινδύνου. Με άλλα λόγια εξηγεί το γιατί είμαστε ικανοί να αντιδράσουμε σχεδόν αστραπιαία στον κίνδυνο, προτού προλάβουμε να σκεφτούμε και να συνειδητοποιήσουμε τι συμβαίνει.
Επίσης ο θάλαμος προετοιμάζει την αμυγδαλή να δεχθεί προβολές από ανώτερα φλοιικά κέντρα, όπως είναι ο κοιλιακός έσω προμετωπιαίος φλοιός, που μεταφέρουν πιο πολύπλοκες πληροφορίες για τη γνωστική αντιπροσώπευση του συναισθήματος ,ώστε να δημιουργηθεί συνειδητή συναισθηματική εμπειρία. (Eric A. Kandel, Νευροεπιστήμη και Συμπεριφορά).Επιπρόσθετα σύμφωνα με νεότερες έρευνες η αμυγδαλή συμμετέχει στον έλεγχο του θυμού και της επιθετικότητας.
Στη δομή αυτή εντοπίζονται επίσης νευρώνες που σχετίζονται με την αναγνώριση προσώπων.Θα ήταν σημαντικό αν αποδεικνύαμε ότι οι νευρώνες αυτοί διεγείρονται με βάση τις εκφράσεις των προσώπων που βλέπουμε. Πράγματι σύμφωνα με κάποιους μελετητές, κάποιοι από αυτούς τους νευρώνες διεγείρονται κατά τη διάρκεια κοινωνικών επαφών.(Edmund Rolls, The brain and emotion). Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι οι νευρώνες αυτοί «διαβάζουν» τα θετικά ή αρνητικά συναισθήματα των άλλων ανθρώπων όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις εκφράσεις του προσώπου τους και πυροδοτούν κατάλληλες συναισθηματικές αντιδράσεις ως «απάντηση».
Ο πρώτος που μελέτησε τις εκφράσεις του ανθρώπινου προσώπου και τις συνέδεσε με τις διάφορες συναισθηματικές καταστάσεις ήταν ο Δαρβίνος στο βιβλίο του “Emotions in man and animals”.Υποστήριξε ότι τα συναισθήματα δεν είναι ανθρώπινο μονοπώλιο.Eπιχείρησε μάλιστα να βρει κοινές συναισθηματικές εκφράσεις μεταξύ των διαφόρων ειδών και ιδίως μεταξύ συγγενικών ειδών.Για παράδειγμα παρομοίασε την έκφραση του προσώπου ενός θυμωμένου ανθρώπου μ’ αυτή ενός θυμωμένου πιθήκου.Για το Δαρβίνο μια σημαντική λειτουργία των συναισθηματικών εκφράσεων είναι η επικοινωνία μεταξύ εκπροσώπων του ίδιου είδους.(Le Doux, the Emotional Brain)
Αρκετοί σύγχρονοι επιστήμονες ασπάζονται την άποψη του Δαρβίνου ότι υπάρχουν κάποια αρχέγονα, έμφυτα συναισθήματα που συναντώνται στα περισσότερα είδη. Ενδεικτικά αναφέρεται ο Tomkins ο οποίος προτείνει την ύπαρξη 8 βασικών συναισθημάτων: έκπληξη, ενδιαφέρον, χαρά, οργή, φόβος, αηδία, ντροπή και αγωνία. Για πολλούς τα βασικά ανθρώπινα συναισθήματα καθορίζονται από τις εκφράσεις του προσώπου που είναι ολόιδιες σε όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως εθνικού και πολιτισμικού υπόβαθρου (Le Doux, the Emotional Brain).
Ας πάρουμε σαν παράδειγμα το χαμόγελο. Όλα τα φυσιολογικά μωρά χαμογελούν σε κανονικές συνθήκες σε ένα με ενάμιση μήνα.Αλλά και μωρά που γεννήθηκαν τυφλά αρχίζουν να χαμογελούν στην ίδια περίπου ηλικία, παρόλο που δεν είχαν τη δυνατότητα να μιμηθούν άλλους που χαμογελούσαν.Το χαμόγελο φαίνεται πως είναι μια αντίδραση εκ γενετής και όχι μια μαθημένη αντίδραση(A.Giddens,Κοινωνιολογία).
Αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο τότε θα πρέπει ίσως να δεχτούμε ότι και οι συναισθηματικές μας λειτουργίες υπόκεινται στους νόμους της εξέλιξης των ειδών.Γνωρίζουμε ότι υπάρχει μεγάλος βαθμός ομοιότητας στην δομή και την οργάνωση του εγκεφάλου των σπονδυλωτών ειδών.Υπάρχουν βέβαια και πολλές διαφορές,οι σημαντικότερες από τις οποίες εντοπίζονται στον πρόσθιο εγκέφαλο.Για παράδειγμα ο νεοφλοιός των ανώτερων θηλαστικών ,ο οποίος είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένος στον άνθρωπο, δεν είναι ανεπτυγμένος σε άλλες τάξεις ειδών.Σε εξελικτικά κατώτερα είδη ένα μεγάλο μέρος του εγκεφάλου καταλαμβάνουν το στέλεχος και το μεταιχμιακό (ή δρεπανοειδές σύστημα)σύστημα. Στα είδη αυτά το μεταιχμιακό σύστημα εξυπηρετεί την όσφρηση κι επίσης συμπεριφορές του είδους όπως τα γενετήσια ένστικτα και η αναπαραγωγή. Μια δομή του δρεπανοειδούς συστήματος, το διάφραγμα ,λειτουργεί ως κέντρο ευχαρίστησης , φαίνεται μάλιστα να σχετίζεται με την ηδονή του οργασμού.
Δεν είναι τυχαίο που οι λειτουργίες αυτές ελέγχονται από την ίδια εγκεφαλική περιοχή που ελέγχει την όσφρηση. Αρκεί να σκεφτούμε ότι η αναπαραγωγή των ζώων είναι συνήθως το αποτέλεσμα της έλξης που ασκεί η οσμή του θηλυκού στο αρσενικό. Κι όσο κι αν στον άνθρωπο ο ρόλος της όσφρησης έχει μειωθεί σημαντικά, εντούτοις ανθρώπινες συμπεριφορές όπως η χρήση αρωμάτων δείχνουν πόσο η όσφρηση συνδέεται με το σεξ και το συναίσθημα (Ε. Καφετζόπουλος, Εγκέφαλος, Συνείδηση και Συμπεριφορά).
Σημαντικό ρόλο στην έκφραση των συναισθημάτων παίζουν τα εγκεφαλικά ημισφαίρια. Μια συναισθηματική κατάσταση, μια εσωτερική επιθυμία, μπορεί να γίνει αντιληπτή μέσω της χρήσης της γλώσσας. Το να «αισθάνομαι καλά» ή το να «νιώθω άσχημα» δεν έχουν κανένα νόημα χωρίς το υποκείμενο που τα βιώνει και τη γλώσσα που τα εκφράζει. Αυτή η συνειδητοποίηση με τη ρηματική της έκφραση γίνεται στο μετωπιαίο λοβό του αριστερού ημισφαιρίου, στο οποίο εδράζονται επίσης τα κέντρα της εκφοράς και της κατανόησης του λόγου ( κέντρα του Broca και του Wernicke).
Σε περίπτωση όμως βλάβης του αριστερού μετωπιαίου λοβού, οι εσωτερικές συναισθηματικές καταστάσεις προχωρούν προς τη διαμόρφωση της συμπεριφοράς χωρίς προηγούμενη εγγραφή τους στη γλώσσα, άρα και χωρίς να γίνουν συνειδητές. Το άτομο χάνει την ικανότητα να επεξεργάζεται τα εσωτερικά του ερεθίσματα, να τα αξιολογεί και να κρίνει πως πρέπει να φερθεί. Έτσι παρατηρείται η κατάσταση που στη νευρολογία ονομάζεται άρση των αναστολών, όπου το άτομο φέρεται όπως θέλει με γνώμονα την ικανοποίηση των προσωπικών του αναγκών και χωρίς να λαμβάνει υπόψιν του το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται,ακριβώς επειδή τα κατώτερα κέντρα όπως η αμυγδαλή δεν ελέγχονται πια από το μετωπιαίο λοβό (Ε.Καφετζόπουλος, Εγκέφαλος, Συνείδηση και Συμπεριφορά).

Ας δούμε τώρα τι συμβαίνει με αυτά που η ψυχολογία αποκαλεί βασικά συναισθήματα, αυτά που κάθε μέρα νιώθουμε όλοι μας και χρωματίζουν την καθημερινή μας ζωή. Πρόσφατες μελέτες με τη μέθοδο της τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET) δείχνουν ότι και αυτά σχετίζονται με το μεταιχμιακό σύστημα. Τόσο η χαρά όσο και η λύπη φαίνονται να σχετίζονται με μεταβολές της εγκεφαλικής δραστηριότητας μιας ευρείας εγκεφαλικής περιοχής που ανήκει στο μεταιχμιακό σύστημα. ( Ε.Καφετζόπουλος, Εγκέφαλος, Συνείδηση και Συμπεριφορά).
Επιπλέον φαίνεται να υπάρχει μια ημισφαιρική πλαγίωση σε ότι αφορά τα συναισθήματα: πιθανότατα τo αριστερό ημισφαίριο υπερέχει στην αντίληψη των θετικών συναισθημάτων (χαρά, ευφορία κ.λ.π.) ,ενώ το δεξί στην αντίληψη των αρνητικών( λύπη, φόβος κ.λ.π.)(Κατάθλιψη, Γ.Ν.Χριστοδούλου).

Τι συμβαίνει όμως όταν φοβόμαστε? Ο φόβος είναι ίσως το συναίσθημα το οποίο έχει μελετηθεί περισσότερο μέχρι στιγμής. Από εξελικτικής άποψης το σύστημα του φόβου είναι άμεσα συνδεδεμένο με την ανίχνευση του κινδύνου άρα και την επιβίωση του είδους. Πρόκειται δηλαδή στη βάση του για ένα σύστημα αμυντικής συμπεριφοράς. Ο φόβος παραμένει ένας σημαντικός υποκινητής της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αρκεί ν’ αναλογιστούμε με πόσους τρόπους εκφράζεται στο λεξιλόγιό μας: φόβος, τρόμος, άγχος, αγωνία, ανησυχία, εγρήγορση, πανικός…Αυτές είναι μόνο μερικές από τις εκφράσεις που χρησιμοποιούμε όταν νιώθουμε ότι απειλούμαστε.
Ίσως ο άνθρωπος είναι τελικά ένα από τα πλέον επιρρεπή πλάσματα στο φόβο: εκτός από τον αρχέγονο φόβο για τη σωματική ασφάλεια και την επιβίωση, το γνωσιακό του επίπεδο του επιτρέπει ν’ αναπτύξει φόβους που αφορούν υπαρξιακά και φιλοσοφικά ερωτήματα. Ίσως κι η ίδια η ανάπτυξη της επιστήμης έχει σχέση με το φόβο του ανθρώπου και την ανάγκη του να κατανοήσει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του για να μπορέσει να επιβιώσει και να εξελιχθεί.
Η κοινωνία μας είναι σ’ ένα βαθμό βασισμένη στο φόβο. Θεσπίζουμε νόμους για να διασφαλίσουμε την κοινωνική τάξη και φοβόμαστε τις συνέπειες σε περίπτωση που τους καταπατήσουμε. Τα παιδιά μαθαίνουν να είναι ηθικά εν μέρει επειδή φοβούνται την τιμωρία σε περίπτωση που δεν είναι.
Όπως και κάθε άλλο συναίσθημα έτσι κι ο φόβος όταν ξεπεράσει κάποια όρια γίνεται παθολογικός. Τα φυσιολογικά συναισθήματα, η χαρά ο φόβος, η αγωνία, η λύπη, όταν είναι υπερβολικά σε ένταση ή διάρκεια αποτελούν σύμπτωμα ψυχικής νόσου. Η ισορροπία μεταξύ υγείας και νόσου είναι πολύ λεπτή. Ο Shakespeare είχε πει ότι το μυαλό είναι το εύθραυστο λίκνο της ψυχής (“mind is the soul’s frail dwelling place”), τονίζοντας ακριβώς πόσο εύκολο είναι να μεταβεί κανείς από την ψυχική υγεία στην ψυχική νόσο.
Εξετάζοντας το φόβο, ενδείξεις έχουν δείξει ότι υπάρχει μια γενετική συνιστώσα στη φοβική συμπεριφορά. Συγκεκριμένα, οι αγχώδεις και φοβικές διαταραχές τείνουν να εμφανίζονται σε μέλη της ίδιας οικογένειας, ενώ η συχνότητα εμφάνισης είναι μεγαλύτερη σε μονοζυγωτικά από ότι σε διζυγωτικά δίδυμα αδέρφια. Το ίδιο βέβαια φαίνεται να ισχύει για τις υπόλοιπες συναισθηματικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη και η μανιοκατάθλιψη.
Ο τρόπος γενετικής μεταβίβασης των συναισθηματικών διαταραχών δεν είναι απόλυτα ξεκάθαρος, φαίνεται πάντως ότι δεν πρόκειται για απλή μονογονιδιακή μενδελιανή κληρονομικότητα χαρακτηριστικών. Με άλλα λόγια δε φαίνεται να υπάρχει ένα μόνο γονίδιο που αν κάποιος το έχει θα νοσήσει ενώ αν δεν το έχει θα παραμείνει υγιής. Ο τρόπος κληρονόμησης είναι πολύ πιο σύνθετος.
Τείνουμε να πιστεύουμε με βάση τα τελευταία δεδομένα ότι ο τρόπος κληρονόμησης είναι πολυγονιδιακός-πολυπαραγοντικός. Υπάρχουν δηλαδή περισσότερα από ένα γονίδια τα οποία σε συνδυασμό μπορεί να οδηγήσουν στην εκδήλωση της νόσου. Ο όρος «πολυπαραγοντικός» τονίζει τη συμμετοχή του περιβάλλοντος η οποία δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Αρκεί ν’ αναλογιστούμε ότι στην περίπτωση της κατάθλιψης, ο βαθμός συμφωνίας σε μονοζυγωτικούς διδύμους ως προς την εμφάνιση της νόσου είναι περίπου 50%, ενώ στην περίπτωση της μανιοκατάθλιψης αγγίζει το 70%.Αυτό σημαίνει ότι σ’ ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό ευθύνεται για τη νόσο η επίδραση του περιβάλλοντος. Αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε ότι κληρονομείται δεν είναι η ίδια η νόσος ,αλλά η ευαλωτότητα του ατόμου ως προς αυτήν ,δηλαδή η ευαισθησία του να την αναπτύξει υπό κάποιες περιβαλλοντικές συνθήκες, π.χ.ψυχοπιεστικά γεγονότα ζωής.(Kaplan and Sadocks, Psychiatry)
Όπως φαίνεται η προδιάθεση να βιώσει κανείς ένα παθολογικό συναίσθημα έχει μια σαφή γενετική βάση. Αφού ισχύει όμως αυτό, δεν θα έπρεπε να υπάρχει κάποια κληρονομικότητα κι όσον αφορά όλη τη γκάμα των συναισθημάτων? Πράγματι φαίνεται ότι το ταμπεραμέντο του καθενός μας, η χαρακτηριοδομή όπως αλλιώς θα το λέγαμε, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα μάθησης. Δεν γεννιόμαστε ως «άγραφοι πίνακες», αλλά κληρονομούμε τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας των προγόνων μας. Τα πράγματα βέβαια δεν είναι απόλυτα. Σ’ ένα μεγάλο βαθμό το περιβάλλον μας, τα ερεθίσματα που λαμβάνουμε, ο τρόπος που μεγαλώνουμε κι οι εμπειρίες της ζωής μας επιδρούν στο βιολογικό μας υπόβαθρο και διαμορφώνουν αυτό που τελικά είμαστε.

Ας επιστρέψουμε όμως στη μελέτη του φόβου.
Το συναίσθημα του φόβου είναι στενά συνδεδεμένο με το συναίσθημα του άγχους. Και τα δύο είναι αντιδράσεις σε καταστάσεις που θα μπορούσαν να μας βλάψουν. Η διαφορά έγκειται στο ότι το άγχος δεν προκαλείται από ένα συγκεκριμένο ερέθισμα, πρόκειται μάλλον για ένα αίσθημα ακαθόριστου φόβου. Τόσο το άγχος όσο και ο φόβος είναι φυσιολογικές συναισθηματικές αντιδράσεις μπροστά στον κίνδυνο, υπαρκτό ή φανταστικό, και γίνονται παθολογικές όταν υπερβούν κάποια όρια. Οι καταστάσεις που αντανακλούν το παθολογικό άγχος και τις συνέπειες του είναι αυτές που ο Φρόιντ αποκαλούσε νευρώσεις. Στα πλαίσια των αγχωδών διαταραχών εντάσσονται οι φοβίες, η διαταραχή πανικού, η μετατραυματική αγχώδης διαταραχή , η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή.Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των καταστάσεων είναι το έντονο συναίσθημα άγχους και η αποφυγή των συνθηκών που θα μπορούσαν να το προκαλέσουν. Τι είναι όμως αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλό μας όταν αναπτύσσουμε αυτές τις διαταραχές?
Ας εξετάσουμε τα δεδομένα μας με τη σειρά. Είναι γεγονός ότι μερικοί άνθρωποι με παθολογικό άγχος δεν μπορούν ν’ ανακαλέσουν κάποιο συγκεκριμένο τραυματικό γεγονός που μπορεί να το προκάλεσε. Ο Φρόιντ πίστευε ότι οι άνθρωποι αυτοί έχουν απωθήσει τις τραυματικές εμπειρίες σε κάποιο ασυνείδητο μονοπάτι του μυαλού τους.
Μια πιθανή εξήγηση αυτής της θεωρίας προκύπτει από τα σύγχρονα επιστημονικά ευρήματα, που δείχνουν ότι τα ψυχοπιεστικά γεγονότα προκαλούν δυσλειτουργία του ιππόκαμπου. Συγκεκριμένα, όταν είμαστε εκτεθειμένοι στο stress ενεργοποιείται η αμυγδαλή, η οποία διεγείρει τον υποθάλαμο. Ο υποθάλαμος με τη σειρά του διεγείρει τη υπόφυση του εγκεφάλου από όπου εκκρίνεται η ορμόνη ACTH. Η ACTH επιδρά στα επινεφρίδια από όπου εκκρίνονται γλυκοκορτικοειδή(στεροειδείς ορμόνες). Τα γλυκοκορτικοειδή μεταφέρονται στον εγκέφαλο με την κυκλοφορία του αίματος και συνδέονται με υποδοχείς που βρίσκονται στον ιππόκαμπο, την υπόφυση, την αμυγδαλή και αλλού. Αν το stress παραταθεί για μεγάλο διάστημα, ο ιππόκαμπος αρχίζει να δυσλειτουργεί. Δεδομένης της συμμετοχής του ιππόκαμπου στη μνήμη και τη μάθηση, οι λειτουργίες αυτές επηρρεάζονται.
Η λειτουργία της μνήμης μάλλον ευνοείται σε συνθήκες ήπιου stress αλλά σε συνθήκες έντονου και παρατεταμένου stress παραβλάπτεται.Αυτό εξηγεί το γεγονός ότι μπορεί να μη θυμόμαστε καθόλου τα τραυματικά γεγονότα, όπως και το ότι μπορεί να τα θυμόμαστε αποσπασματικά και αμυδρά. Και τα δύο αντανακλούν τη δυσλειτουργία του ιππόκαμπου. Πράγματι σε επιζώντες από σοβαρές τραυματικές καταστάσεις, όπως π.χ. σε βετεράνους του Βιετνάμ με μετατραυματική αγχώδη διαταραχή, ο ιππόκαμπος έχει βρεθεί συρρικνωμένος.(Le Doux, the Emotional Brain)
Επίσης ίσως έτσι εξηγείται η φτωχή μνήμη των καταθλιπτικών ασθενών: αρκεί ν’ αναλογιστούμε ότι οι περισσότεροι έχουν ζήσει ψυχοπιεστικά γεγονότα. Μια εύλογη ερώτηση είναι αν ένα και μοναδικό τραυματικό γεγονός, όπως π.χ. ο βιασμός, αρκεί να προκαλέσει δυσλειτουργία του ιππόκαμπου και απώλεια μνήμης αναφορικά με το γεγονός. Πειράματα σε ποντίκια συνηγορούν ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει.
Από την άλλη πλευρά τα στεροειδή δεν παρεμποδίζουν τη λειτουργία της αμυγδαλής, ίσως ακόμα και να την ευοδώνουν. Η αμυγδαλή φαίνεται να συνδέεται με την εξαρτημένη μάθηση και τη δημιουργία φοβικής συμπεριφοράς ως απάντηση σ’ ένα στρεσσογόνο ερέθισμα. Αυτό μπορεί να εξηγεί γιατί κάποιος, ενώ δεν έχει συνειδητή ανάμνηση κάποιου τραυματικού γεγονότος, παράλληλα διαμορφώνει μια ισχυρή ασυνείδητη συναισθηματική ανάμνηση που καθορίζει τη συμπεριφορά του, όπως άλλωστε υποστηρίζεται κι από την ψυχαναλυτική θεωρία.
Είναι γεγονός ότι οι παθολογικοί φόβοι είναι δύσκολο να ξεριζωθούν. Κάποιος που έζησε ένα τραυματικό γεγονός κι ανέπτυξε μια φοβική συμπεριφορά είναι πολύ δύσκολο να σταματήσει να την έχει. Εδώ προκύπτει το ερώτημα γιατί οι παθολογικοί φόβοι είναι τόσο δύσκολο να ξεριζωθούν, όπως και γιατί κάποιοι άνθρωποι αναπτύσσουν φοβικές συμπεριφορές εκτιθέμενοι σε στρεσσογόνα ερεθίσματα ενώ κάποιοι άλλοι όχι.
Πειράματα σε ποντίκια ,όπου αφαιρέθηκε ή καταστράφηκε ο προμετωπιαίος λοβός,έχουν δείξει ότι βλάβες στο σημείο αυτό του εγκεφάλου μπορούν να προκαλέσουν πολύ ανθεκτικές φοβικές συμπεριφορές. Συγκεκριμένα ο μέσος προμετωπιαίος λοβός ελέγχει μέσω νευεωνικών συνδέσεων τις συναισθηματικές αντιδράσεις που προκαλούνται από την αμυγδαλή. Η αμυγδαλή είναι η δομή η οποία σχετίζεται με τη δημιουργία της φοβικής συμπεριφοράς μετά από ένα στρεσσογόνο ερέθισμα. Όταν δυσλειτουργεί ο προμετωπιαίος λοβός τότε οι φοβικές αντιδράσεις που προκαλεί η αμυγδαλή είναι ανεξέλεγκτες.
Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι οι αγχώδεις άνθρωποι κυκλοφορούν ανάμεσά μας έχοντας τρύπες στον εγκέφαλό τους σαν τα ποντίκια του εργαστηρίου! Το πρόβλημα εντοπίζεται σε βιοχημικό επίπεδο, καθώς φαίνεται ότι τα στεροειδή επιδρούν και στον προμετωπιαίο λοβό και προκαλούν δυσλειτουργία του. Γιατί όμως δεν αναπτύσσουν όλοι οι άνθρωποι φοβικές συμπεριφορές? Φαίνεται ότι οι γενετικές καταβολές κάποιων ανθρώπων καθιστούν την αμυγδαλή και τον προμετωπιαίο λοβό τους πιο ευάλωτους σε τέτοιες διαταραχές.(Le Doux, the Emotional Brain)
Πως αντιμετωπίζονται όμως ψυχοθεραπευτικά αυτές οι καταστάσεις? Υπάρχουν διάφοροι τρόποι. Οι λεγόμενες θεραπείες απευαισθητοποίησης φέρνουν τον ασθενή σταδιακά σε επαφή με το φοβικό ερέθισμα με σκοπό να ξεπεράσει τα αρνητικά συναισθήματα που αυτό του προκαλεί. Ο τρόπος αυτός θεραπείας στοχεύει στην ενεργοποίηση των συνδέσεων μεταξύ προμετωπιαίου λοβού και αμυγδαλής, ώστε ο άνθρωπος να αποκτήσει έλεγχο πάνω στο φοβικό συναίσθημα.
Μια άλλη προσέγγιση είναι η ψυχαναλυτική που δίνει έμφαση στην ανάσυρση των αναμνήσεων που ο ασθενής έχει απωθήσει και που προκαλούν το συναίσθημα του φόβου.Σ’ αυτή την περίπτωση ενισχύεται η σύνδεση των φλοιϊκών κέντρων που σχετίζονται με τη συνειδητή εμπειρία(κάποια από τα οποία βρίσκονται στον κροταφικό λοβό) και της αμυγδαλής. Το αποτέλεσμα και πάλι είναι να ισχυροποιηθεί ο έλεγχος του φλοιού στην αμυγδαλή.

Μέχρι αυτό το σημείο παρατέθηκαν κάποια νευροανατομικά δεδομένα που συνηγορούν ως προς το ότι τα συναισθήματα έχουν μια σαφή νευροβιολογική βάση. Καθεμιά από τις συναισθηματικές μας λειτουργίες είναι αποτέλεσμα της εξελικτικής σοφίας που διαμόρφωσε το είδος μας και το οδήγησε ως εδώ διαμέσου των αιώνων.
Αυτή η άποψη ίσως ξενίζει τους πιο πολλούς από εμάς. Δεν είναι εύκολο να δεχτούμε ότι η ικανότητά μας να νιώθουμε χαρά,θλίψη,αγωνία ή φόβο αποτελεί μια ακόμη εγκεφαλική λειτουργία,όπως είναι η μνήμη μας ,η προσοχή, η σκέψη ή η μάθηση. Κι είναι ακόμα δυσκολότερο να αντιμετωπίσουμε τα βαθύτερα συναισθήματά μας, τα θέλω και τις επιθυμίες μας,τις ενδόμυχες αγωνίες και τους φόβους μας ως εκδηλώσεις της λειτουργίας νευρώνων και συνάψεων. Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη φύση του συναισθήματος ως κάτι που ξεπερνά το βιολογικό υπόβαθρο και τις σωματικές λειτουργίες , με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αντιλαμβάνονται την ψυχή ως κάτι τελείως διαφορετικό από το σώμα.
Παρόλα αυτά ο στόχος της νευροβιολογικής θεωρίας δεν είναι να υποβαθμίσει τα συναισθήματά μας σ’ ένα επίπεδο αποκλειστικά βιολογικό απογυμνώνοντάς τα από τις ψυχολογικές τους ποιότητες. Το γεγονός ότι υπάρχει βιολογικό υπόβαθρο και γενετική συνιστώσα στη συμπεριφορά μας, δε σημαίνει ότι είμαστε «γενετικά προγραμματισμένοι» να ζούμε όπως ζούμε και να φερόμαστε όπως φερόμαστε. Ο ανθρώπινος ψυχισμός δεν είναι μονοδιάστατος ούτε στατικός. Αντίθετα είναι συνεχώς μεταβαλλόμενος και εξελισσόμενος σε συνάρτηση με τα ερεθίσματα του περιβάλλοντός μας. Σ’ ένα βαθμό , οι άνθρωποι υπακούουμε στις γενετικές μας καταβολές, είμαστε αυτό που έχουμε γεννηθεί για να γίνουμε. Δεν είμαστε όμως έρμαια των γενετικών μας καταβολών. Έχουμε συνείδηση, αντίληψη και κρίση, και άρα είμαστε ικανοί να ζήσουμε κατά βούληση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: