Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Κοινωνία – Αγορά: αντιτιθέμενα συμφέροντα;

του Γιάννη Βελίκη

Ο Άνταμ Σμιθ, ιδρυτής της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, ήδη από το 1776 στο έργο του «ο Πλούτος των Εθνών», διαχώρισε τα συμφέροντα μισθωτών και κεφαλαιούχων ως αντιτιθέμενα. Η πιο σημαντική του, ωστόσο, παρατήρηση ήταν ότι, γενικότερα τα συμφέροντα της κοινωνίας είναι αντιτιθέμενα με αυτά των κεφαλαιούχων – επενδυτών. Όσο δηλαδή αναπτύσσεται και ευημερεί μία κοινωνία, τόσο τα κέρδη των κεφαλαιούχων μειώνονται, και όσο η κοινωνία μένει στάσιμη ή παρακμάζει τόσο τα κέρδη τους αυξάνονται.
Όπως γράφει «…το σύνολο της ετήσιας παραγωγής της γης και της εργασίας μιας δεδομένης χώρας…συνιστά το εισόδημα τριών διαφορετικών τάξεων του πληθυσμού: αυτών που ζουν από την πρόσοδο της γης, αυτών που ζουν από το μισθό και αυτών που ζουν από τα κέρδη.
Τα συμφέροντα της πρώτης και της δεύτερης τάξης είναι συνδεδεμένα με τα συμφέροντα της κοινωνίας. Τόσο το ύψος της προσόδου, όσο και του μισθού, αυξάνονται όσο αυξάνονται ο πραγματικός πλούτος της κοινωνίας και η ποσότητα της χρήσιμης εργασίας που απασχολείται στο εσωτερικό της.
Ωστόσο, αντίθετα με την πρόσοδο και τους μισθούς, το επίπεδο κέρδους των κεφαλαιούχων, δεν αυξάνεται σε περιόδους οικονομικής άνθησης και δεν μειώνεται σε περιόδους παρακμής της κοινωνίας. Αντίθετα είναι γενικά χαμηλό στις πλούσιες, και υψηλό στις φτωχές χώρες, και είναι πάντα υψηλότερο στις χώρες που βαδίζουν προς την καταστροφή.
Η μείωση του κεφαλαιακού αποθέματος μιας κοινωνίας ή των κονδυλίων που προορίζονται για τη συντήρηση της φιλόπονης δραστηριότητας, καθώς μειώνει το μισθό της εργασίας, αυξάνει τα κέρδη του αποθέματος. Με τη μείωση του μισθού της εργασίας, οι κάτοχοι του αποθέματος που παραμένει στην κοινωνία είναι σε θέση να φέρουν τα αγαθά τους στην αγορά με μικρότερες δαπάνες απ ότι προηγουμένως και, καθώς χρησιμοποιείται μικρότερο απόθεμα στην τροφοδοσία της αγοράς, μπορούν να πωλούν ακριβότερα.
Τα δύο υποσύνολα της τάξης των κεφαλαιούχων που απασχολούν τα μεγαλύτερα κεφάλαια και, λόγω του πλούτου τους, προσελκύουν το μεγαλύτερο μερίδιο της δημόσιας εκτίμησης είναι οι έμποροι και οι βιομήχανοι. Καθώς οι συλλογισμοί τους στρέφονται γενικά περισσότερο γύρω από τα συμφέροντα του δικού τους ιδιαίτερου κλάδου οικονομικής δραστηριότητας και λιγότερο γύρω από αυτά της κοινωνίας, η κρίση τους είναι πιθανότερο να εξαρτάται περισσότερο από τη θεώρηση των πρώτων συμφερόντων και λιγότερο αυτήν των δευτέρων.
Το συμφέρον τους πάντα είναι η διεύρυνση της αγοράς και ο περιορισμός του ανταγωνισμού. Η διεύρυνση της αγοράς ενδέχεται συχνά να συμβαδίζει σε σημαντικό βαθμό με τα συμφέροντα της κοινωνίας. Αλλά ο περιορισμός του ανταγωνισμού είναι πάντα αντίθετος με αυτά, και το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να δώσει στους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να επιβάλουν, για δικό τους λογαριασμό, έναν αυθαίρετο φόρο επί των άλλων συμπολιτών τους, μέσω της αύξησης των κερδών τους πάνω από τα φυσικά τους επίπεδα. Η πρόταση κάθε νέου νόμου ή ρύθμιση του εμπορίου που προέρχεται από αυτή την τάξη θα πρέπει πάντοτε να ακούγεται με επιφύλαξη. Οι προτάσεις αυτές προέρχονται από μία τάξη ανθρώπων, των οποίων τα συμφέροντα δεν ταυτίζονται ποτέ με αυτά της χώρας, που έχουν γενικά συμφέρον να εξαπατούν, ακόμα και να καταπιέζουν τη χώρα, και οι οποίοι, για το λόγο αυτόν, σε πολλές περιπτώσεις και την εξαπάτησαν, αλλά και την καταπίεσαν».
Στο πρόσφατο άρθρο «Αγορά και Δημοκρατία» του Ζακ Αταλί στην L' Express, ο συγγραφέας παρατηρεί «…να συσσωρεύονται οι αποδείξεις για την αυξανόμενη αντίφαση μεταξύ αγοράς και δημοκρατίας: η δημοκρατία προϋποθέτει την ύπαρξη συνόρων· συνόρων γεωγραφικών, που προσδιορίζουν τον τόπο της αρμοδιότητάς τους. Συνόρων λειτουργικών, που οριοθετούν τους τομείς όπου εφαρμόζονται αυτές οι πολιτικές. από τη μεριά της η αγορά εξ ορισμού απεχθάνεται τα σύνορα· εμπορεύματα, κεφάλαια, εργαζόμενοι, καταναλωτές, μισθωτοί, θα πρέπει όλα να κυκλοφορούν κατά βούληση, να πωλούν και να αγοράζονται όπως επιθυμούν, να εργάζονται και να επενδύουν παντού. Η δημοκρατία αγαπά τη σταθερότητα· η αγορά αντιθέτως είναι νομάς».
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η λειτουργία της αγοράς και οι τακτικές πλουτισμού των κεφαλαιούχων δεν συνάδουν με τα συμφέροντα της κοινωνίας και της δημοκρατίας. Οι γιατροί και οι φαρμακευτικές εταιρίες «τρίβουν τα χέρια τους» όταν υπάρχουν ασθενείς, οι ψυχολόγοι όταν υπάρχουν ψυχικά διαταραγμένοι, οι εταιρίες security και κατασκευής όπλων όταν υπάρχει ανασφάλεια!
Όπως ειπώθηκε και στο διάσημο ντοκιμαντέρ Zeitgeist «… προβλήματα όπως αυτά της φτώχειας και των αστέγων δεν λύνονται, επειδή κανείς από τους κεφαλαιούχους δεν θα αποκομίσει κέρδος. Αν αύριο, οι κεφαλαιούχοι εκτιμούσαν ότι με τη λύση αυτών των προβλημάτων θα κέρδιζαν πολλά εκατομμύρια δολάρια, άμεσα οι δρόμοι θα «καθάριζαν» από τους αστέγους και τους φτωχούς και θα βρισκόταν καταλύματα και τροφή».
Φυσικά, όπως τονίζει και ο Σμιθ, η διεύρυνση της αγοράς συχνά συμβαδίζει με την πρόοδο της κοινωνίας. Με την ανάπτυξη της οικονομίας έρχεται η ζήτηση εργασίας, η ευημερία και η πρόοδος της κοινωνίας (σε υγεία, ασφάλεια, πολιτισμό). Όμως με κανόνες, και κανόνες που θα στοχεύουν στα συμφέροντα των πολλών και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Επομένως, από κανόνες που θα τεθούν από τη δημοκρατία.
Όπως καταλήγει και ο Αταλί «…η δημοκρατία δεν μπορεί να ανταγωνίζεται την αγορά στο γήπεδό της. Δεν μπορεί να παραιτείται από τα φορολογικά της έσοδα για να γοητεύσει όσους δεν ενδιαφέρονται για τη μοίρα της. Δεν πρέπει να εκμηδενίζει τη φορολογία για να συγκρατήσει τους πλουσιότερους, ούτε φυσικά να τη διογκώνει πέραν της λογικής, για να βοηθήσει δήθεν τους φτωχούς. Αυτό που χρειάζεται να κάνει, είναι να αξιοποιήσει τα δικά της όπλα: αυτά της μόρφωσης, του πολιτισμού, της ικανοποίησης που προκαλεί η συμβίωση, του κοινωνικού συμβολαίου. Η εμπειρία πράγματι αποδεικνύει πως η «φορολογική μετανάστευση» είναι πολύ μικρή σε χώρες με υψηλή φορολογία, εφόσον οι χώρες αυτές κατορθώνουν να αξιοποιούν τους πόρους τους για να υπηρετήσουν ένα συλλογικό πρόταγμα. Η πολιτική δεν μπορεί να εξισορροπεί την αγορά απλά υποτασσόμενη στους νόμους της. Αλλά μπορεί να δημιουργήσει μερικούς καλούς λόγους ώστε να πείσει τους νομάδες να μοιραστούν το μέλλον τους με τους μόνιμους κατοίκους της».

Δεν υπάρχουν σχόλια: