Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ - ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΦΘΟΡΑ

Πηγή: ΣΟΛΩΝ

Α) Ο ρόλος των πολιτικών και οικονομικών παραγόντων



Είναι πολύ μεγάλο το χρονικό διάστημα κατά το οποίο έχει γίνει φανερό ότι οι πολιτικοί όχι μόνον δεν παίζουν κανέναν ρόλο στην ορθή διακυβέρνηση μιας χώρας, αλλά, όπως αποκαλύπτεται από τις περιπτώσεις της διαφθοράς, είναι και επιζήμιοι. Και μαζί με τους ισχυρούς οικονομικούς παράγοντες επηρεάζουν και τη ροή πληροφορίας (δημοσιογράφους, δίκτυα κ.ά.).
Γι’ αυτό, εθνικά και παγκόσμια, είναι οι ομάδες που εκφράζουν εκ των πραγμάτων περισσότερο τη νοσηρότητα της εξουσίας.
Είναι τόσο εξαρτημένοι από αυτήν που είναι αδύνατον να δουν μπροστά τους την επερχόμενη εξαθλίωση και την οικολογική καταστροφή, αλλά, και αν την βλέπουν, τους είναι αδιάφορη σε σύγκριση με το ανόητο και επιφανειακό υλικό όφελος που θα έχουν στη σύντομη ζωή τους. Δεν φαίνεται να έχουν καμμία σχέση με το κοινό καλό και την εξέλιξη της ανθρωπότητας, παρά τα ωραία λόγια και τις αόριστες αρχές που έχουν μάθει να επαναλαμβάνουν σε κάθε ευκαιρία.

Σε αυτό όμως δεν φταίει το πολιτικό σύστημα, αλλά ο ανθρώπινος παράγοντας στην πολιτική. Οι πολιτικοί είναι πλέον συστημικοί επαγγελματίες και όχι διαμεσολαβητές σε ένα δημοκρατικό κύκλο διακυβέρνησης. Ποια θα μπορούσε να είναι μία εναλλακτική πρόταση; Δυστυχώς δεν υπάρχει προς το παρόν, όχι με την έννοια ότι αυτό οφείλεται σε έλλειψη θεσμών, αλλά σε ανθρωπολογικό έλλειμμα στην πολιτική, και μόνον με την παρατεταμένη εμπειρία της κρίσης και την αναγκαστική επανενεργοποίηση των θεσμών μαζί με την διεύρυνση της δημοκρατικής συμμετοχής θα αναζωογονηθεί δημοκρατικά η πολιτική.
Σήμερα η δημοκρατική συμμετοχή δεν μπορεί να αυξηθεί, γιατί οι πολιτικοί είναι απόλυτα προσκολλημένοι στις θέσεις που κατέχουν, έχοντας γίνει νομενκλατούρα ή ελίτ διαχείρισης συστημικής διαπλοκής.

Αυτή η διαπίστωση κανονικά θα έπρεπε να είχε γίνει πριν από πολλά χρόνια, αλλά ο λαός ήταν διαιρεμένος από επιφανειακές ιδεολογίες, αγνοώντας τον ανθρωπολογικό παράγοντα και καλυπτόμενος πίσω από ατελή σύμβολα, και επιδίωκε τη χρήση των πολιτικών για απόκτηση εύνοιας (ρουσφέτια) και στις τελευταίες δεκαετίες επιδιδόταν στην χρηματιστηριακή κερδοσκοπία, όπως ακριβώς και οι μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες, αλλά φυσικά σε δραματικά μικρότερο επίπεδο, φαντασιωνόμενος την αχαλίνωτη κερδοσκοπική επέκτασή του.
Το πρόβλημα ήταν πρωτίστως ανθρωπολογικό ή με άλλα λόγια πρόβλημα συνείδησης όλων των ανθρώπων και δευτερευόντως το αν οι ισχυροί έκρυβαν την αλήθεια των οικονομικών περιπλοκών. Η άλογη και άχρηστη και μη επωφελής για τον πολιτισμό απόκτηση κέρδους είναι από μόνη της λανθασμένο κίνητρο και σε αυτό πρέπει να σταθούμε. Εξάλλου και οι μεγάλοι παίκτες σε αυτήν ακριβώς την ανθρώπινη αδυναμία βασίζονται για τα μεγάλα παιχνίδια τους. Και αυτή ακριβώς η αδυναμία είναι εκείνη που στηρίζει όλη τη φαυλότητα όλων των συστημάτων. Αν αυτό δεν γίνει αντιληπτό, δεν πρόκειται να γίνει καμμία ορθή πράξη σε αντιστάθμιση των λαθών του παρελθόντος.

Από αυτούς που έχουν τη δύναμη δεν μπορεί κανείς να περιμένει τίποτε (εκτός φυσικά από εξαιρέσεις, που θεωρητικά δεν μπορούν να αποκλεισθούν). Είναι πολύ δύσκολο για τους ανθρώπους, όταν διαθέτουν τη δύναμη, να την θυσιάζουν για το κοινό καλό. Επειδή αυτό είναι κοινό ανθρώπινο χαρακτηριστικό, η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει με κανένα τρόπο να οδηγήσει σε μίσος και βία (συναισθηματική ή ιδεολογική) των μη εχόντων ενάντια στους έχοντες, αλλά σε βαθιά κατανόηση και απόφαση για αλλαγή του τρόπου της αντίληψης για τη ζωή. Αυτή και μόνον η αλλαγή θα αφαιρούσε κάθε έρεισμα από την εξουσία. Αλλά δεν φαίνεται πιθανή στον σημερινό ιδιοτελή και συγχυσμένο κόσμο, όπου ο καθένας αισθάνεται κέντρο του κόσμου.

Έτσι ο ρόλος των πολιτικών και οικονομικών παραγόντων, όπως φαίνεται προς το παρόν, θα είναι αρνητικός στην παρούσα συγκυρία, επιδεινώνοντας την οικονομική και οικολογική κρίση, όπως αποδεικνύουν όλα τα δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία προσπαθούν να διατηρήσουν την λεγόμενη «ανάπτυξη» και την στρατηγική υπεροχή, αδιαφορώντας για τους λαούς και για τα περιβαλλοντικά προβλήματα που επιδεινώνονται ραγδαία. Ορισμένες μάλιστα χώρες, αντί να τρομάζουν με το λυώσιμο των πάγων στο βορρά, αντιθέτως ερίζουν για το ποιος θα χρησιμοποιήσει προς όφελός του τις ανοιγόμενες θαλάσσιες διαδρομές και φαντασιώνονται νέα κέρδη και επεκτάσεις εν μέσω μιας πολυπαραγοντικής παγκόσμιας κατάρρευσης.


Β) Δικαιοσύνη, διακυβέρνηση και διαφθορά
Η έλλειψη μίσους και βίας, στην οποία αναφερθήκαμε ως απολύτως αναγκαία, δεν σημαίνει αδράνεια της δικαιοσύνης και της τάξης, αλλά ότι η δικαιοσύνη πρέπει να έχει παράλληλα με την εξωστρεφή της δράση (που είναι η ανεύρεση και τιμωρία των υπαιτίων) και μία εσωστρεφή ανάδραση στον κάθε άνθρωπο, για να είναι πλήρης και αληθινή. Αλλοιώς θα είναι σαν να προσπαθεί να ξεριζώσει κανείς τα αποτελέσματα των πράξεών του, χωρίς όμως να αλλάζει τις ίδιες τις πράξεις του! Και όταν μιλάμε για πράξεις, εννοούμε και τις παραλείψεις, την αδράνεια, την αδιαφορία και την ενεργό συμμετοχή των πολλών σε αυτό που είναι ανάρμοστο. Αυτό είναι εγκληματικός παραλογισμός.

Πολλοί λένε ότι οι έλληνες ασχολούνται με το ποιος φταίει και με μια κομματική αντιδικία, αντί να ασχολούνται πραγματικά με την οικονομία. Σε αυτή τη δήλωση φαίνεται καθαρά η προτίμηση για μια δήθεν τεχνοκρατική εγκυρότητα, αλλά ταυτόχρονα και η απουσία της λογικής και της δικαιοσύνης.

Το ότι υπάρχει ανόητη και ιδιοτελέστατη κομματική διαμάχη είναι προφανές. Αυτό ακριβώς όμως αποτελεί και την εγγύηση για το ότι, αν παραβλεφθεί η δικαιοσύνη, όχι μόνον δεν θα ληφθούν οι ορθές αποφάσεις, αλλά ότι τα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα. Και αυτό γιατί η ατιμωρησία αποθρασύνει τη διαφθορά.

Το παράξενο με αυτή την άποψη έγκειται στο ότι εμφανίζει το κράτος ανίκανο να κινήσει δύο λειτουργίες ταυτόχρονα: την απονομή δικαιοσύνης και τη λήψη οικονομικών αποφάσεων. Υπήρχε η εντύπωση ότι συνταγματικά είναι κατοχυρωμένη η διάκριση των εξουσιών και ότι οι εξουσίες είναι κατάλληλα «επανδρωμένες», ώστε να εκτελούνται ικανοποιητικά παράλληλα και ανεξάρτητα μεταξύ τους. Εκτός εάν θεωρούμε είτε τη δικαιοσύνη τόσο υποταγμένη στην πολιτικοοικονομική επιρροή, ώστε να είναι άχρηστη, είτε δεν θέλουμε να αποδοθεί η δικαιοσύνη, γιατί ίσως θα επεκταθούν οι αποκαλύψεις σε πάρα πολλούς, πράγμα που προσπαθούν να αποτρέψουν.

Όμως η δικαιοσύνη –αν και δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να είναι απόλυτη- μπορεί να θέσει σε υγιέστερες βάσεις το μέλλον. Τα δε οικονομικά μέτρα που παίρνουν αυτή τη στιγμή οι διάφορες κυβερνήσεις είτε στην Ευρώπη είτε στις ΗΠΑ δεν μπορούν να επιλύσουν τα πραγματικά προβλήματα, γιατί η οικονομία δεν είναι θέμα μαγείας, όπως προσπαθούσαν να πείσουν ώς τώρα με την ασύστολη ανάπτυξη και κερδοσκοπία.
Είναι ένας τομέας που στηρίζεται μεν στην ψυχολογία του ανθρώπου που ρέπει σε μία παράλογη -σαν «μαγική» συνταγή- απληστία, αλλά παράγει πρακτικά αποτελέσματα που δεν μπορούν να αντισταθμιστούν με μέτρο την ίδια την απληστία, έστω και αν αυτή η λύση μπορεί στην παρούσα περίπτωση να ακολουθηθεί μόνον από ελάχιστους ισχυρούς σε βάρος των υπολοίπων. Ο αλαζονικός τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε ο διευθύνων της BP στις ΗΠΑ τους πολίτες στον Κόλπο του Μεξικού αποτελεί μάλλον μια ισχνή μόνον ένδειξη για το πώς ίσως βλέπουν τους συνανθρώπους τους άλλοι ισχυρότεροι από αυτόν.

Ξαναγυρίζοντας στο θέμα της δικαιοσύνης και της διακυβέρνησης θα πρέπει να επισημάνουμε ορισμένα πράγματα:
Οι τρεις συνταγματικά κατοχυρωμένες εξουσίες πρέπει να συντρέχουν και η μία να μην παραβιάζει τις αρχές της άλλης, δηλαδή π.χ. δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική διακυβέρνηση χωρίς δικαιοσύνη. Και μάλιστα η δικαιοσύνη θα πρέπει να αφεθεί να λειτουργεί απρόσκοπτα, γιατί είναι αυτή που μπορεί να αντιμετωπίσει την «τέταρτη» αλλά ανεπίσημη εξουσία που επί του παρόντος είναι η οικονομική με όλες τις μορφές της (π.χ. τη διαχείριση της πληροφορίας) και βρίσκεται πίσω από όλες τις άλλες διαφθείροντάς τες.
Μόνη η νομοθετική εξουσία δεν θα ήταν επαρκής για κάτι τέτοιο, γιατί οι νόμοι μπορούν να αλλάξουν ή να παραβιασθούν, όπως π.χ. τώρα αλλάζουν οι νόμοι οι σχετικοί με το εργασιακό καθεστώς, και σε τελευταία ανάλυση δεν έχουν καμμία αξία όταν δεν εφαρμόζονται. Στην πραγματικότητα οι νόμοι εφαρμόζονται κυρίως στις μικρής οικονομικής αξίας υποθέσεις και έτσι επαληθεύεται αυτό που έλεγε ο αρχαίος Σκύθης σοφός Ανάχαρσις, ότι ο νόμος μοιάζει με έναν ιστό αράχνης που πιάνει τα μικρά έντομα, αλλά παραβιάζεται από τα μεγάλα.

Γιατί όμως η δικαιοσύνη θεωρείται μη επιθυμητή στην παρούσα κατάσταση;
Πρώτον, μπορεί να προκληθεί μίσος και βία, που κατά την άποψή μας είναι όντως αποφευκτέο, γιατί δεν επιλύει πραγματικά τα προβλήματα αλλά αντιθέτως δημιουργεί άλλα, ενίοτε χειρότερα. Όμως το μίσος θα είναι αναπόφευκτο, αν η οικονομική συμπίεση συνεχιστεί και αυξηθεί –αν θέλουμε να είμαστε στην κυριολεξία ρεαλιστές και όχι απλώς ιδεολογικά-στρατηγικά μιμούμενοι τον ρεαλισμό.
Δεύτερον, η αποκάλυψη της έκτασης της διαφθοράς σε πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό επίπεδο, μπορεί να προκαλέσει τέτοια έλλειψη εμπιστοσύνης και επακόλουθη κοινωνική έκρηξη που θα επιφέρει αποσάθρωση της ίδιας της εξουσίας (και βέβαια και της κοινωνίας), πράγμα που η εξουσία σε οποιαδήποτε μορφή της προσπαθεί να αποφύγει.

Για το σύνολο όμως της κοινωνίας (εθνικής και παγκόσμιας) μόνον η σταθερή αναλαμπή της ισότητας και της δικαιοσύνης θα μπορούσε να συγκρατήσει αυτό το χάος. Αλλά αυτές οι αρχές δεν πρόκειται να υπερισχύσουν, γιατί η ανθρωπότητα ακολουθεί έναν απόλυτα εγωκεντρικό δρόμο τόσο ανάμεσα στις διάφορες φυλετικές, εθνικές και κοινωνικές ομάδες της όσο και ανάμεσα σε αυτήν και το περιβάλλον.
Έχουμε φθάσει σε ένα ιστορικό σημείο που οι θεσμοί έχουν εξαντληθεί, απλώς επειδή δεν υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι να τους υποστηρίξουν πραγματικά. Οι πολλοί φανταζόντουσαν ίσως ότι οι θεσμοί από μόνοι τους, χωρίς την ανθρώπινη συμμετοχή, μπορούσαν να δημιουργήσουν μία δίκαιη κοινωνία για λογαριασμό τους.
Αλλά αυτό είναι ένα ανεύθυνο λάθος, το οποίο καλούμαστε να πληρώσουμε τώρα. Όπως ακριβώς αυτόματη αγορά δεν είναι επαρκής, έτσι ακριβώς και αυτόματη πολιτική με θεσμούς που λειτουργούν γραφειοκρατικά και τεχνοκρατικά δεν είναι επαρκής ως πολιτική κοινωνία.

Η πολιτική κοινωνία –και σε αυτήν συμπεριλαμβάνεται και το σύνολο των πολιτών- για να εξυγιανθεί απαιτεί την πολιτισμική συνέργεια των λαών, πράγμα που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει σε κανένα μέρος της γης, καθώς οι ίδιοι οι λαοί είναι αλλού κυριαρχημένοι από τα είδωλα της αγοράς και από την πολιτισμική κυριαρχία της κοινωνίας του θεάματος και του καταναλωτισμού, και αλλού από ποικίλους φονταμενταλισμούς, λειτουργώντας έτσι οι μεν απέναντι στους δε ως προβοκάτσια και άλλοθι για την πολιτισμική και δημοκρατική εξέλιξη.

Το πρόβλημα δεν είναι ο κοινοβουλευτισμός ή η αγορά, αλλά ο ανθρωπολογικός ή πολιτισμικός ολοκληρωτισμός που στρεβλώνει τους θεσμούς και τις έννοιες τόσο στο επίπεδο των ελίτ όσο και στο μαζικό. Αυτός είναι ο έμμεσος ολοκληρωτισμός ή η δημοκρατική παράσταση του ολοκληρωτισμού.


Ιωάννα Μουτσοπούλου, δικηγόρος
Μέλος της Γραμματείας της ΜΚΟ ΣΟΛΩΝ
ioanzisi@solon.org.gr Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

28 Ιουνίου 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: