Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Το μουντιάλ ως συλλογικός καθρέφτης

του Νίκου Κασκαβέλη

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μια αφορμή για επανεξέταση της ψυχικής μας στάσης και μια στάση για περισυλλογή. Τι περίεργοι καιροί, τι περίεργο καλοκαίρι! Εποχή που παραδοσιακά η Ελλάδα μπαίνει σε μια παρατεταμένη ραστώνη, η εποχή που κάποτε συνοψίστηκε με το κλασσικό πια «τα μπάνια του λαού», μια εποχή που η χώρα ζει και χαίρεται τα φυσικά της προνόμια, η επαρχία και περιοχές ερημωμένες το χειμώνα αναβιώνουν και θυμούνται τα χρόνια της ακμής τους και που η πλειοψηφία απομακρύνεται από τα καθημερινά και μπαίνει σε μια άλλη συχνότητα σκέψης, πιο καθαρής και ίσως πιο αισιόδοξης. Φέτος αυτά δεν ισχύουν!
Φέτος (και αυτό φαίνεται να αντανακλάται ακόμα και στον καιρό) όλα γκρι, να μην πω μαύρα! Η ψυχολογία στο ναδίρ, τα συναισθήματα στον αρνητισμό. Θλίψη, απαισιοδοξία, οργή, απόρριψη. Κι αν για όλα αυτά υπάρχει μεγάλη πραγματική βάση, στην υπερβολή τους, στην υποδαύλιση και στην ανακύκλωσή τους θα πρέπει να αναζητήσουμε και αλλού κάποιες αιτίες.



Να προϊδεάσω πως το κείμενο αυτό δεν είναι ουδέτερο: ανήκω σε αυτούς που αλίμονο έχουν συνειδητοποιήσει την κατάσταση της χώρας και που βλέπουν να γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια για τη διάσωσή της. Με λάθη φυσικά (λάθη δεν κάνει μόνο ο μη πράτων και μη τολμών) και οδυνηρές για όλους αποφάσεις, πάντως με παρρησία και ενίοτε καινοτομική διάθεση.



Και ανησυχώ, μήπως και αυτή, η έσχατη (;) προσπάθεια καταδικαστεί σε αποτυχία και μάλιστα πρόωρα, παρασυρμένη από το γενικότερο κλίμα απαισιοδοξίας, συνολικής απόρριψης και απαξίωσης δικαίων και αδίκων, μιας ενδεχόμενης επιβεβαίωσης μιας ανακυκλούμενης «αυτοεπιβεβεούμενης προφητείας» περί «χρεοκοπίας, αποτυχίας, κοινωνικής εξέγερσης και κατάρρευσης». Χωρίς διάκριση, χωρίς απόδοση αναλογίας ευθυνών, χωρίς ειρμό, χωρίς υπομονή. Πόσο γρήγορα η προσδοκία, μετατρέπεται σε απόρριψη και κατακραυγή!



Με τη συνευθύνη βέβαια των κυβερνώντων (στο βαθμό που γνώριζαν) για την ελλιπή προετοιμασία του λαού για το πού βρισκόμαστε και τι θα χρειαστεί για να υπερβούμε τις δυσανάλογες δυσκολίες. Το καλοκαίρι αυτό, είναι και ένα καλοκαίρι, που εκτός από την ανάγλυφη και γλαφυρή ανάδειξη του τραγικού καταντήματος στο οποίο είχε περιπέσει το συλλογικό κατασκεύασμα που ονομάζεται ελληνικό κράτος και οικονομία (κατ' άλλους μέχρι πέρσι, της απόλυτα θωρακισμένης οικονομίας) και την αποκάλυψη ασχήμιας και κενότητας που μας έχει μουδιάσει, μπερδέψει και αφιονίσει, υπάρχει και ένα άλλο γεγονός που επιβάλλει διεθνώς το δικό του νόμο! Αναφέρομαι στο μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής. Σαν άλλη ολυμπιάδα, έρχεται αυτή η διεθνής γιορτή, η συνάντηση της ανθρωπότητας στα γήπεδα κάθε τέσσερα χρόνια να αναβάλει ανησυχίες, να μεταθέσει προβλήματα, να κυριαρχήσει στην επικαιρότητα και να γεννήσει καταλυτικά συναισθήματα. Το μεγάλο αυτό κοινωνικό πια, γεγονός, προσφέρεται για παρατηρήσεις και εξαγωγή συμπερασμάτων ακόμα και για συμπεριφορές και νοοτροπίες λαών, που εξηγούν πολλά. Συμπεράσματα μπορούν να βγουν τόσο από την αγωνιστική συμπεριφορά και νοοτροπία των ομάδων και αθλητών, όσο όμως και από τις αντιδράσεις της φίλαθλης κοινής γνώμης, του τύπου της εκάστοτε χώρας και της εν γένει κοινωνίας της. Μια ακτινογραφία της «ατμόσφαιρας» κάθε κοινωνίας, στην υπερβολή της, μια και οι «συγκρούσεις» στο ποδοσφαιρικό γήπεδο έχουν ψυχολογικό αντίκτυπο στις μάζες (και δη τις αρσενικές) ανάλογο πολλές φορές με μια οιονεί πολεμική αναμέτρηση, με άμεσα συμπεράσματα περί του ποιος είναι ο καλύτερος, ο δυνατότερος κ.λπ.



Αλλά ας δούμε λίγο από μια απόσταση την περίπτωση της χώρας μας. Όλοι κατά καιρούς μιλάνε για το ταμπεραμέντο μας, το βαλκάνιο αλλά και μεσογειακό μας χαρακτήρα που βασίζεται στο συναίσθημα, το πάθος και την ένταση. Το απόλυτα ευμετάβλητο και μάλιστα στις ακραίες θέσεις του εκκρεμούς. Γνωστά αυτά, αλλά είναι μια έκπληξη όταν επαναλαμβάνονται με νομοτελειακή ακρίβεια κάθε φορά και μάλιστα χωρίς κανείς να υποψιάζεται (ή να το λέει φανερά) σε μια δεδομένη στιγμή το πού θα βρισκόμαστε στην αμέσως επόμενη. Και εννοώ στο ακριβώς αντίθετο σημείο! Η Εθνική μας πραγματοποίησε μια ομολογουμένως κακή εμφάνιση στον εναρκτήριο αγώνα με την Νότιο Κορέα. Το τι επακολούθησε το θυμόμαστε. Έσχατη απογοήτευση, γενική κατήφεια και πένθος, βαρείς έως ακραίοι χαρακτηρισμοί: «άχρηστοι παίκτες, μισθοφόροι, τεμπέληδες και τελειωμένοι». Ακόμα και ο προπονητής της ομάδας (με σοβαρά λάθη), αυτός που την πήγε σε δυο τελικές φάσεις ευρωπαϊκού (εκ των οποίων το ένα το πήραμε, αλήθεια λέω!) και σε ένα μουντιάλ, στο πυρ το εξώτερον! Και τι δεν ακούστηκε!



Πέντε μέρες μετά, ως εκ θαύματος, η πλήρης ανατροπή! Πρώτα απ' όλα η ίδια η ομάδα, που έβγαλε στο γήπεδο μια ψυχή και ένα πείσμα άλλης ποιότητας και άλλου επιπέδου (υπενθυμίζοντας και κάποιες αρετές αυτού του λαού που ενίοτε, ως ξέσπασμα, θυμάται το αμετάφραστο αυτό «φιλότιμο» και λειτουργώντας σα γροθιά πετυχαίνει αξιοθαύμαστα επιτεύγματα που λειτουργούν ως παράδειγμα τους καιρούς τους άλλους, τους δύσκολους, όταν η γροθιά χαλαρώνει, και που δυστυχώς είναι και το πιο σύνηθες) φέρνοντας τελικά το ποθητό αποτέλεσμα. Κι ύστερα οι επακόλουθες αντιδράσεις του κοινού, αναμενόμενες για τον ψύχραιμο και διαχρονικό παρατηρητή, ασύλληπτες για έναν ανυποψίαστο τρίτο: «θεοί, ήρωες, ψυχάρες και παικταράδες»! Εθνική απογείωση, ύμνοι και ονειρικό ξεσάλωμα! Ο τύπος μια από τα ίδια, από την κατεδάφιση και την πλήρη απόρριψη στην αποθέωση και την υπερβολή, με άμεσες αναγωγές στη χώρα και την πορεία της!



Υποστηρικτές των παικτών και του προπονητή εμφανίζονται ως αγανακτισμένος και δικαιωμένος χείμαρρος και ξεσπαθώνουν! Το ευμετάβλητο αυτό του πλήθους, του όχλου ενίοτε, γνωστό, παρατηρημένο και τελικά δύσκολα αντιμετωπίσιμο, όσο και επικίνδυνο! Στα αθλητικά γεγονότα ιδιαίτερα ανιχνεύσιμο και ψηλαφήσιμο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, μικρός στο γήπεδο, σε αγώνα μπάσκετ της ομάδας μου, να βλέπω φίλαθλο στο πρώτο ημίχρονο να βρίζει σκαιότατα συγκεκριμένο παίκτη της ομάδας με χαρακτηρισμούς που αποδίδουν πάγια χαρακτηριστικά (που προκύπτουν δηλαδή ύστερα από «εμβριθή ανάλυση» και έχουν μια μονιμότητα) και τον ίδιο ακριβώς άνθρωπο να εκτοξεύεται από τη θέση του στο δεύτερο ημίχρονο και να αποθεώνει στην κυριολεξία («θεέ») τον ίδιο παίκτη με το πρώτο εύστοχο σουτ!



Φέρνω συχνά τη στιγμή αυτή στο νου μου όταν βλέπω αντιδράσεις του κόσμου και προσπαθώ, σαστισμένος, να τις ερμηνεύσω. Στον αθλητισμό όμως αυτά μπορούν να συμβαίνουν με τρόπο ευδιάκριτο και σχετικά ακίνδυνο. Σε άλλους τομείς όμως, όπως η πολιτική (και τελικά η ίδια η ιστορία), οι ίδιες αυτές αντιδράσεις μπορούν να έχουν διαφορετικά αποτελέσματα. Μπορούν να οδηγούν σε άδικες κρίσεις και τελικά λανθασμένες έως και αυτοκαταστροφικές επιλογές. Πέραν από το ευμετάβλητο αυτό του χαρακτήρα μας, υπάρχει και το ανυπόμονο. Αυτό που περιμένει άμεσα αποτελέσματα και μάλιστα κατά την επιθυμία του καθενός και είναι αμέσως πρόθυμο να απορρίψει εκ βάθρων την παραμικρή «καθυστέρηση». Μου το υπενθύμισε το χαρακτηριστικό μας αυτό σήμερα στο ραδιόφωνο ο Μίμης Ανδρουλάκης (ερμηνεύοντας την υπερκατανάλωση στην Ελλάδα αντιβιοτικών -που σημαίνει την ανάγκη για δραστικά και γρήγορα αποτελέσματα-φαρμάκων), καταλήγοντας σε ένα συμπέρασμα που συχνά καταλήγω από άλλους δρόμους, στο ότι δηλαδή ένας τέτοιος λαός καταλήγει να είναι μη κυβερνήσιμος! Σε ένα λαό που κυριαρχεί η εύκολη κριτική και ευδοκιμεί ο λαϊκισμός από αυτοαναγορευόμενους υπερασπιστές του και παντογνώστες εκ του ασφαλούς, όπου ο καθένας έχει άποψη (και δεν εννοώ μια αρχική θέση που να απορρέει από κάποια ιδεολογική αρχή και που είναι προς συζήτηση με την εισαγωγή νέων στοιχείων και δεδομένων από τους κατά τεκμήριο ειδικότερους στο κάθε θέμα, αλλά μια πλήρως αναπτυγμένη θέση είτε το θέμα αφορά το χρηματιστήριο, είτε τους σεισμούς, είτε τα ναυάγια, είτε την τρομοκρατία, είτε τις πυρκαγιές, είτε βέβαια τις πολιτικές επιλογές και τα όποια οικονομικά μέτρα) την οποία υπερασπίζεται με πάθος που αγγίζει τα όρια της εμπάθειας, έναν λαό που «κακόμαθε» με κολακείες και δόλιες (με την έννοια της υποκρυπτόμενης συναλλαγής) επιβραβεύσεις κάθε απαίτησης επί δεκαετίες, φτάνει το σημείο που δεν μπορείς να τον καθοδηγήσεις. Ειδικά σε μια τέτοια περίοδο καταρράκωσης του κύρους και ηθικής απαξίωσης της πολιτικής και των πολιτικών.



Το επικίνδυνο στο οποίο αναφέρθηκα σχετίζεται με το ότι στην πολιτική, στα συλλογικά γεγονότα, οι μεγάλες αυτές απότομες αλλαγές (όπως ένα γκολ) δε συνηθίζονται, ειδικά στα θετικά γεγονότα. Οι νίκες (εάν δεν μιλάμε για τις ακραίες συνθήκες ενός πολέμου, αν και ούτε εκεί εξασφαλίζουν αναγκαστικά κάτι) δεν προκύπτουν και κυρίως δεν μπορούν να φανούν, ξαφνικά και άμεσα. Χρειάζονται χρόνο προετοιμασίας, μεθοδικότητα και διάρκεια στην εκτέλεση, πίστη στο αποτέλεσμα και αφοσίωση («για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή»), έτσι ώστε να αντιστραφεί το κλίμα και να αρχίσει η αντίστροφη πορεία και σιγά-σιγά η όποια αποκομιδή των καρπών.



Ο χρόνος αυτός λοιπόν, δεν φαίνεται να παρέχεται από την κοινωνία, με ευθύνη πολλών θεσμικών παραγόντων (μη εξαιρουμένων των «αιμοδιψών» ΜΜΕ που συχνά παρασύρονται από το πρόσκαιρο όφελος αγνοώντας τη γενικότερη εικόνα και τελικά υπονομεύοντας τη σταθερότητα και το ίδιο το μέλλον της κοινωνίας, άρα και της δικής τους ακόμα ευημερίας), αλλά -μην το ξεχνάμε- και του καθένα ξεχωριστά. Δεν είναι μοναδικά γνωρίσματα της εποχής αυτά, ίσως ούτε αποκλειστικότητα του συγκεκριμένου λαού. Να σταχυολογήσω εδώ μερικές τέτοιες στιγμές που πέρα από τις επιπτώσεις τους αποτέλεσαν και μεγάλες ιστορικές αδικίες. Από τον εξοστρακισμό του Θεμιστοκλή στη φυλάκιση του «γέρου του Μοριά», από την ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 με «την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» όσο και την ήττα του Τσόρτσιλ (Churchill) στην Αγγλία αμέσως μετά το τέλος του Β' παγκοσμίου πολέμου, οι λαοί αποδεικνύονται βιαστικοί, ίσως αγνώμονες και εκδικητικοί. Αργότερα βέβαια, με την ψυχραιμία που φέρνει η απόσταση του χρόνου, η σύγκριση, αλλά και η αλλαγή των εκάστοτε συνθηκών, όλοι αποκτούν τη θέση και το μέγεθος που τους αρμόζει στο πάνθεον της ιστορίας. Συγκυριακά κυρίαρχοι και δοξασμένοι βυθίζονται στην ανυποληψία, τη χλεύη ή ακόμα χειρότερα τη λησμονιά και πρόσκαιρα εκδιωγμένοι και απορριφθέντες, αποκαθίστανται στο θρόνο της τιμής και της αναγνώρισης. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πέθανε στο Παρίσι, μακριά από την πατρίδα που υπηρέτησε και αγάπησε και κηδεύτηκε απευθείας στα Χανιά, επειδή απαγορεύτηκε στη σορό του να περάσει από το αθηναϊκό έδαφος. Ο λαός (μέρος του έστω αλλά πρόσκαιρα κυρίαρχο) σε ένα ξέσπασμα ομαδικής θαρρείς παράκρουσης φώναζε συνθήματα εναντίον του (μίασμα και προδότη τον χαρακτήριζε, ενώ σε άλλη συγκυρία και αυτή η εκκλησία των αναθεμάτιζε) και πανηγύριζε για την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία («έτσι θέλαμε, τον εφέραμε»).



Η συνέχεια γνωστή όσο και τραγική: η μικρασιατική καταστροφή αλλά και η ιστορική δικαίωση του Βενιζέλου (οριστικά μόνον μετά θάνατον), σε βαθμό να μην υπάρχει πόλη τη χώρα χωρίς οδό στο όνομά του, οι ανδριάντες του να κοσμούν τις πλατείες μεγάλων πόλεων και η κύρια διεθνής πύλη της χώρας να φέρει το όνομά του! Οι παραλληλισμοί που μπορούν να γίνουν πολλοί. Και δεν γίνονται για να αποδώσουν ιδιότητες σε κανέναν, αυτός είναι ο ρόλος της ιστορίας, να κρίνει ακριβοδίκαια και αμερόληπτα. Απλά θίγονται ορισμένες πτυχές με αποκλειστικό σκοπό να συμβάλλουν στο να γίνουμε κατά δύναμη πιο υποψιασμένοι, πιο προσεκτικοί και μετρημένοι σε κρίσεις και υπερβολές που αν μη τι άλλο μπορεί να αδικούν προθέσεις, πρόσωπα και καταστάσεις.



Ας διατηρούμε μια μικρή πιθανότητα, κι είναι αυτό μια δύσκολη διαδικασία συνεχούς αυθυπέρβασης, μήπως η δική μας μερική άποψη και οπτική ενός θέματος δεν συλλαμβάνει τη συνολική εικόνα ή είναι μεροληπτική ή επηρεασμένη υπέρμετρα. Ας έχουμε την ψυχραιμία για μια δεύτερη επεξεργασία και κρίση. Και λίγη υπομονή για να διαπιστώσουμε στην πράξη πού πάνε τα πράγματα (μήπως κάτι αρχίζει να συγκροτείται, μια τάξη να αχνοφαίνεται, η διεθνής μας εικόνα να αποκαθίσταται, η όλη πτώση να συγκρατείται και να αναστρέφεται) και τι επιλογές θα συνεχίσουμε να κάνουμε.



Γιατί εδώ, αν ακολουθήσουμε τυχόν κήρυκες δήθεν «εύκολων» λύσεων, αν αφεθούμε στη γενίκευση και το λαϊκισμό και παρασυρθούμε από το ανωτέρω μας θυμικό, τότε δεν θα μας δοθεί εύκολα ή γρήγορα η ευκαιρία για το «επόμενο παιχνίδι», για να αποδειχθούν ίσως οι σήμερα απορριφθέντες, αδικημένοι «παιχταράδες». Ίσως η ομάδα να παίζει πια στη Β' εθνική ή, χειρότερα, να έχει διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη!

Δεν υπάρχουν σχόλια: