Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Επιστροφή στην ιδεολογική αντιπαράθεση

του Στίβεν Λέβινγκστον

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σε ένα αλαζονικό δοκίμιο κι ένα βιβλίο που δημοσιεύθηκαν εδώ και είκοσι χρόνια, ο Φράνσις Φουκουγιάμα (Francis Fukuyama) ισχυρίστηκε πως το τέλος του ψυχρού πολέμου σηματοδότησε την οριστική πλέον κυριαρχία της δημοκρατίας δυτικού τύπου. Όπως είναι πασίγνωστο, ο Φουκουγιάμα διακήρυξε πως η ιστορία τελείωσε: η διαμάχη μεταξύ των ιδεολογιών είχε τελειώσει. Η δημοκρατία της ελεύθερης αγοράς ήταν πλέον «η τελική μορφή διακυβέρνησης των ανθρώπων».
Λοιπόν, φαίνεται πως η ιστορία εξακολουθεί να ζει. Τρία νέα και πειστικά βιβλία δείχνουν πως όσα είχαν προβλεφθεί εδώ και δύο δεκαετίες όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκαν, αλλά επιπλέον οι δυτικές αξίες βρίσκονται σε υποχώρηση σε πολλά μέρη του κόσμου. Τα βιβλία αναφέρονται στη σύγκλιση τριών ισχυρών τάσεων:
(α) την αύξηση της επιρροής του κινέζικου αυταρχικού καπιταλισμού,

(β) την αμφισβήτηση της αξίας της ελευθερίας των αγορών, λόγω της τρέχουσας κρίσης,

(γ) την προθυμία εκατομμυρίων ανθρώπων να ανταλλάξουν τις ατομικές ελευθερίες με την εξασφάλιση της ασφαλούς διαβίωσής τους εντός της μεσαίας τάξης.
Οι συγγραφείς, ένα πρώην μέλος του προσωπικού του Λευκού Οίκου επί προεδρίας Νίξον (Nixon), Φορντ (Ford) και Ρέιγκαν (Reagan)· ένας ειδήμων στην εκτίμηση πολιτικού κινδύνου· ένας δημοσιογράφος, διαμορφώνουν συλλογικά ένα πίνακα που δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα προκαλέσει ρίγη τρόμου στις καρδιές των αισιόδοξων δυτικών.
Ο Στέφαν Χάλπερ, το πρώην μέλος του προσωπικού του Λευκού Οίκου, που σήμερα διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ στην Αγγλία, περιγράφει μια «μείωση της ελκυστικότητας της πολιτικοοικονομικής "φίρμας" της δύσης». Στο έργο του «η συναίνεση του Πεκίνου» ο συγγραφέας περιγράφει τις πολυμήχανες μεθόδους που χρησιμοποιεί η Κίνα προκειμένου να προωθήσει το κρατικό καπιταλισμό της, εις βάρος της άναρχης, αγοραίας δυτικής εκδοχής του. Η Κίνα έδειξε σε πλήθος κρατών της Αφρικής ή της λατινικής Αμερικής πως είναι δυνατό να πετύχουν και να συντηρήσουν ρωμαλέους ρυθμούς ανάπτυξης, διατηρώντας ταυτόχρονα την οικονομίας του υπό κρατικό έλεγχο. Αντί της δομής που είναι γνωστή ως «συναίνεση της Ουάσινγκτον», που επιβάλει επαχθείς όρους και απελευθέρωση των αγορών στις χώρες που ζητούν οικονομική βοήθεια, εμφανίστηκε μια εναλλακτική, κινέζικη εκδοχή, που παρέχει βοήθεια αντί γενναιόδωρων ελαφρύνσεων χρεών, επενδύσεων στις υποδομές και πολύ λιγότερων απαιτήσεων για διαρθρωτικές αλλαγές. Αυτή η «συναίνεση του Πεκίνου» όπως την αποκαλεί και ο Χάλπερ, αποδυναμώνει τη μακροχρόνια νομισματική και ιδεολογική κυριαρχία της δύσης επί των δυναμικών της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης.
«Εδώ και είκοσι χρόνια... η παγκοσμιοποίηση καθοδηγούνταν από τον αμερικανικό καπιταλισμό και τις δύο βασικές του αντιλήψεις (i) πως την πρόοδο τη δημιουργούν οι αγορές και όχι οι κυβερνήσεις και (ii) πως η δημοκρατία είναι ο βέλτιστος τρόπος οργάνωσης κάθε ανθρώπινης κοινωνίας» εξηγεί ο Χάλπερ στη «σφιχτή» του επιχειρηματολογία. «Σήμερα, σε όλο τον κόσμο πέραν της δύσεως, αυτές οι αντιλήψεις χάνουν ταχύτητα».
Στο «τέλος των ελεύθερων αγορών» ο Ίαν Μπρέμερ, που είναι πρόεδρος της «ομάδας Ευρασίας» μιας εταιρείας έρευνας και παροχής συμβουλών που εξειδικεύεται στην εκτίμηση κινδύνων, παρουσιάζει μια πολύ καλή εισαγωγή στην ανάδυση νέων μορφών κρατικού καπιταλισμού σε χώρες σαν την Αλγερία, την Ουκρανία, την Ινδία, κι εξηγεί «πώς (αυτές) απειλούν το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας». Το δυτικό μοντέλο είναι ακόμα λιγότερο ελκυστικό στις χώρες αυτές από τη στιγμή που έβαλε στις διαφημιστικές του αφίσες αυτή την παλιόφατσα, ονόματι παγκόσμια οικονομική κρίση. Αλλά και η Κίνα, η Ρωσία ή οι χώρες του Κόλπου δε διστάζουν να αξιοποιήσουν τη λειτουργία των αγορών προς όφελός τους. Ο Μπρέμερ θυμίζει πως έχουν δημιουργήσει πανίσχυρες κρατικές επιχειρήσεις που πλέον ελέγχουν τα τρία-τέταρτα των αποθεμάτων αργού πετρελαίου και κατέχουν ισχυρές θέσεις σε κλάδους από την αεροπλοΐα ως τις τηλεπικοινωνίες. Οι επιτυχίες τους βρήκαν μιμητές σε πολλές χώρες, ιδίως στην Αφρική, που τους προσέλκυσε η προοπτική ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης και περιορισμένης δημοκρατίας. Ο Μπρέμερ σημειώνει επίσης πως ως προς το σκοπό του, αυτός ο κρατικός καπιταλισμός διαφέρει πολύ από τον εξάδελφό του, τον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς: «ο τελικός στόχος του δεν είναι οικονομικός (η μεγέθυνση της ανάπτυξης) αλλά πολιτικός (η μεγέθυνση της κρατικής ισχύος και των προοπτικών πολιτικής επιβίωσης των ηγετών τους)».
Αλλά όταν οι αγορές μετατρέπονται σε εργαλεία πολιτικής επιρροής, εμφανίζονται παρενέργειες, με τη μορφή της αναποτελεσματικότητας, της διαστροφής στη διαμόρφωση των τιμών και των ανισορροπιών στην παγκόσμια οικονομία. Ακόμα χειρότερο, οι εμπορικές σχέσεις που διαμορφώνονται με πολιτικά κριτήρια αποβάλουν από τον ανταγωνισμό όσους «παίζουν» με κριτήριο την ανταγωνιστικότητά τους, όπως τις αμερικανικές πολυεθνικές. Ο Μπρέμερ αναφέρεται ενδεικτικά στον ενεργειακό συνεταιρισμό μεταξύ Βενεζουέλας και Ιράν που «αφορά πολύ περισσότερο πολιτικούς θεατρινισμούς, παρά εμπορικές συναλλαγές». Αν πολλαπλασιασθούν αυτού του είδους οι «εμπορικές» σχέσεις, γράφει, «θα υπάρξουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις στην πλανητική επιρροή της Αμερικής, αλλά και στην μακροπρόθεσμη υγεία της αμερικανικής οικονομίας».
Αλλά ο κρατικός καπιταλισμός έχει και τα μειονεκτήματά του. Παρά το δυσοίωνο τίτλο του βιβλίου του, «το τέλος της ελεύθερης αγοράς», ο Μπρέμερ παραμένει βέβαιος πως μακροπρόθεσμα το αυταρχικό μοντέλο θα αποδειχθεί εύκολος αντίπαλος για το δυτικό καπιταλισμό. Οι κυβερνήσεις που αναμειγνύονται υπέρμετρα στη λειτουργία της οικονομίας θα εξαναγκασθούν επίσης να επωμισθούν το βάρος των περιόδων επιβράδυνσης της οικονομίας και υποχώρησης της ευημερίας. Στο βαθμό π.χ. που θέλει να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες προσδοκίες των καταναλωτών της, η Κίνα αναγκάζεται να ωθεί τον οικονομικό της μηχανισμό προς όλο και μεγαλύτερη μεγέθυνση. Η Κίνα αναγνωρίζει επισήμως πως προκειμένου να συνεχίσει να διατηρεί την απασχόληση στα σημερινά της επίπεδα, είναι αναγκασμένη να δημιουργεί ετησίως 10-12 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας. Αν αυξηθεί υπέρμετρα ο αριθμός των ανέργων στην Κίνα, συνεχίζει ο Μπρέμερ, θα αυξηθεί η κοινωνική αστάθεια. «Στο τέλος», καταλήγει ο συγγραφέας, «είναι πολύ πιθανότερο να δούμε την κινέζικη ηγεσία να υποχρεώνεται να αναθεωρήσει ορισμένα από τα θεμελιώδη της αξιώματα όσον αφορά τις σχέσεις κράτους-οικονομίας, παρά να δούμε τους ηγέτες των ΗΠΑ να εγκαταλείπουν οριστικά τις δικές τους βασικές αρχές για τη σημασία της ελεύθερης λειτουργίας των αγορών».
Για τον Τζον Κάμπφνερ όμως, οι διαφορές μεταξύ των δύο συστημάτων δεν είναι πια τόσο σημαντικές. Αμφότερα αποσκοπούν στη δημιουργία πλούτου, ένα έργο στο οποίο τα τελευταία είκοσι χρόνια πέτυχαν εντυπωσιακά αποτελέσματα. Αυτό σημειώνει ο Κάμπφνερ στο «πωλείται... ελευθερία», προκάλεσε «μείωση του χάσματος μεταξύ δημοκρατιών και αυταρχιών». Αναδύονται πλέον πληθυσμοί που τους νοιάζει κυρίως η σώρευση πλούτου και είναι πρόθυμοι να ανταλλάξουν τις ατομικές τους ελευθερίες με την εξασφάλιση υλικών αγαθών. Σύμφωνα με την αφήγηση του Κάμπφνερ, οι καταναλωτές σήμερα επιδιώκουν τα ίδια πράγματα, είτε ζουν σε αυταρχικά καθεστώτα σαν τη Σιγκαπούρη, την Κίνα, τη Ρωσία ή τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, είτε σε δημοκρατικά κράτη, σαν τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο ή την Ιταλία. Παντού, επιχειρηματολογεί ο συγγραφέας, παρήχθησαν πολιτικά αδιάφοροι πολίτες, που συνήψαν ένα πολύ συγκεκριμένο συμβόλαιο με τις κυβερνήσεις τους: θα ήταν πρόθυμοι να αδιαφορήσουν για τον περιορισμό των ατομικών ελευθεριών τους στο βαθμό που θα τους επιτρέπεται να αποκτούν σινιέ ρούχα, σπορ αυτοκίνητα και να πηγαίνουν ταξίδια για διακοπές. Ο περιορισμός των ελευθεριών είναι ήδη προφανής στα αυταρχικά κράτη. Αλλά ο Κάμπφνερ, πρώην αρχισυντάκτης του περιοδικού «νιου στέιτσμαν» σημειώνει παρόμοιες τάσεις και στη Βρετανία, όπου οι αρχές κατασκοπεύουν διαρκώς τους πολίτες αξιοποιώντας προς τούτο το ένα πέμπτο των παγκοσμίως διαθέσιμων καμερών κλειστού κυκλώματος, στην Ιταλία, όπου ο πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι (Silvio Berlusconi) υπονομεύει συστηματικά την ανεξαρτησία του κοινοβουλίου, των ΜΜΕ και των δικαστηρίων και στις ΗΠΑ, όπου στο όνομα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας εισήχθη η κρυφή παρακολούθηση πολιτών, επεκτάθηκε η δικαιοδοσία του κράτους να συλλαμβάνει πολίτες ή αλλοδαπούς υπηκόους και δόθηκαν στο υπουργείο οικονομίας αυξημένες αρμοδιότητες για να ελέγχει τις διατραπεζικές συμφωνίες.
Εδώ και είκοσι χρόνια, οι οπαδοί των ελεύθερων αγορών υπέθεταν πως η παγκοσμιοποίηση του πλούτου θα δημιουργούσε μια ολοένα και πολυπληθέστερη μεσαία τάξη που θα ωθούσε αναπότρεπτα τα πράγματα προς τον παγκόσμιο εκδημοκρατισμό. Με το βιβλίο του ο Κάμπφνερ παίρνει τους αναγνώστες του από το χεράκι και τους πηγαίνει μια βόλτα στον κόσμο, όπου με τη βοήθεια μιας σειράς συνεντεύξεων τους δείχνει πόσο λανθασμένες ήταν αυτές οι αισιόδοξες εκτιμήσεις. «Θεωρητικά έστεκαν», γράφει, «αλλά τα πράγματα δεν ακολούθησαν αυτήν την πορεία».

Δεν υπάρχουν σχόλια: