Δευτέρα 19 Απριλίου 2010

Πνευματικότητα και Ανθρώπινο Πρόσωπο

του Σπύρου Τσιτσίγκου

Πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Είναι γεγονός ότι στις μέρες μας, απ’ τη μία, βομβαρδιζόμαστε καθημερινά με ποικίλες φιλοσοφικές θεωρίες και ιδεολογίες, και, από την άλλη, ο καθένας διερωτάται πώς πρέπει να «εισπράττει» και αξιολογεί όλες αυτές τις πληροφορίες, προκειμένου να έχουν πρακτική εφαρμογή στην προσωπική του ζωή. Η οποιαδήποτε σύγχυση, που εν πολλοίς οφείλεται στην άγνοια ή την ημιμάθεια, άγει σε τραγικά αποτελέσματα, τόσο για τον εαυτό μας, όσο και για το κοινωνικό σύνολο ευρύτερα. Ως εκ τούτου, καταδεικνύεται η σπουδαιότητα του ως άνω θέματος.

Λέγοντας πνευματικότητα στην Ψυχολογία τής Θρησκείας γενικά, αν και πολυπαρεξηγημένος ο όρος, εννοούμε:

την υπερβατική διάσταση εντός τής ανθρώπινης εμπειρίας ή την ικανότητα για αυθυπέρβαση,
τον εσωτερικό προσανατολισμό τού ατόμου προς μία ευρύτερη υπερβατική πραγματικότητα, «που συνδέει όλα τα πράγματα σε μία ενωτική αρμονία» ή την ύπαρξη σχέσης και εμπειρίας τού ανθρώπου με μία ανώτερη δύναμη,
την αναζήτηση σκοπού και υπαρξιακού νοήματος της ζωής,
την προσωπική ή συλλογική ανα-ζήτηση τού Ιερού.
την ιερότητα της ζωής ή την αντίληψη της ζωής ως ιερ-αποστολής, και
την προσωπική μεταμόρφωση και πνευματική καρποφορία τού ατόμου (αρετές και ειρήνη τής καρδιάς).
Έτσι, ο όρος πνευματικότητα, που διαπερνά ολόκληρη την προσωπικότητα, αναφέρεται γενικά σε κάποιες στάσεις, πεποιθήσεις και πρακτικές που εμπνέουν και ενθαρρύνουν τους ανθρώπους, βοηθώντας τους να γίνουν ο εαυτός τους (δηλ. αυθεντικοί) και έτσι να αναχθούν σε «ὑπέρ αἴσθησιν» πραγματικότητες, βρίσκοντας νόημα στη ζωή. Συνοψίζοντας όλα τα πάρα πάνω ο C. Beck (1986), δέχεται ότι ο πνευματικός άνθρωπος χαρακτηρίζεται από αυτεπίγνωση, ευρύτητα πνεύματος, ολιστική και ενοποιητική διάθεση, ικανότητα του «θαυμάζειν», ευγνωμοσύνη, ελπίδα, κουράγιο, ενεργητικότητα, αμεριμνησία, δεκτικότητα, αγάπη και ευγένεια.

Παράλληλα με τον όρο πνευματικότητα, η σύγχρονη Ψυχολογία τής Θρησκείας χρησιμοποιεί τα λεγόμενα «πνευματικά models», τα οποία παρατηρούνται κυρίως μεταξύ των νέων και συνίστανται από επιδίωξη θετικών (ή «ευγενών») στόχων, και από την προσπάθεια κοινωνικής, οικολογικής και προσωπικής συνείδησης.

Από την άλλη μεριά, ως πρόσωπο εννοούμε «το σύνολο των ψυχοσωματικών χαρακτηριστικών τού ατόμου, και, κυρίως, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο τα χαρακτηριστικά αυτά συνδέονται και οργανώνονται σε ένα ενιαίο δυναμικό σύνολο». Η προσωπικότητα, που ως προς τον πυρήνα της παραμένει μία άγνωστη χώρα, δεν είναι κάτι το ομοιόμορφο για όλες τις κοινωνίες και όλους τους λαούς· όσο περισσότερο εξελιγμένο πολιτιστικά είναι το κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον, στο οποίο αναπτύσσεται το παιδί, και όσο μεγαλύτερη μόρφωση αποκτήσει, τόσο πιο πολύπλοκη προσωπικότητα θα διαμορφώσει. Σήμερα ―σε γενικές γραμμές― ο εαυτός εκλαμβάνεται ως ένα δυναμικό σύστημα διαρκώς μεταβαλλομένων λειτουργικών στοιχείων. Συνοψίζοντας τα σπουδαιότερα γνωρίσματα του προσώπου, θα τα αναγάγαμε σε εννιά κατηγορίες:

ιερότητα και πνευματικότητα, σύμφωνα με τον Goethe.
αυτοσυνειδησία, ιδίως της μηδαμινότητας (βλ. Στωι-κούς, Μάρκο Αυρήλιο, Διόδωρο Σικελιώτη, Λουκιανό, Διονύσιο Αλικαρνασσέα, Υπαρξισμό και Περσοναλισμό).
αυθεντικότητα και μοναδικότητα,
σωματικότητα,
ενοποιημένη ολότητα,
λογικότητα,
ελευθερία βουλήσεως,
σχεσιακότητα/αναφορικότητα (υπαρξιακά, ψυχολογικά, κοινωνικά και πολιτιστικά) με τον εαυτό του (ενότητα του Εγώ), με τον κόσμο (κοινωνικό και πολιτιστικό περιβάλλον) και τον Θεό ή το Πνεύμα,
αναγεννητική (ψυχοπνευματικά) δυνατότητα.
Από μία έποψη, κάθε πολιτισμός ―μπορεί να λεχθεί― είναι «πνευματικός», με την πλατύτερη έννοια τού όρου, που σημαίνει ένα (αξιακό) σύστημα προσανατολισμού και αφοσίωσης προς ένα «αντικείμενο». Με άλλα λόγια, τον κάθε πολιτισμό χαρακτηρίζει μία «αναθέσμιση του κόσμου» μέσω μιας συμβολικής νοηματοδότησης, δηλ. μιας («μεταφυσικής») πίστης. Σύμφωνα με τον E. Fromm, όλοι οι πολιτισμοί μοιάζουν, κατά κάποιο τρόπο, με τις Θρησκείες, εφόσον προσπαθούν να εξηγήσουν το νόημα της ζωής. Κάθε διαφοροποίηση του τρόπου ζωής έχει αντίκτυπο στον πολιτισμό. Υπ’ αυτήν την έννοια, η πνευματικότητα αποτελεί ουσιώδες τμήμα τής πολιτιστικής κληρονομιάς, δηλ. ορισμένων αξιών και ενός αντικειμένου αφοσίωσής του.

Επιπλέον, η πολιτισμική ταυτότητα ενός λαού προκαθορίζεται ―σε μεγάλο βαθμό― από την πνευματικότητά του. Μιλώντας γενικά, η πνευματικότητα παράγει πολιτισμό, αφού η ηθικο-θρησκευτική τάξη μιας κοινότητας συμβάλλει σημαντικά στη δημιουργία κοινωνικού πνεύματος και γενικότερης πολιτικο-οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης σε κάθε τόπο. Απτό παράδειγμα, η σύγχρονη καταναλωτική νεοεποχίτικη (τ.έ. καπιταλιστικο-βουδιστικής τάξης) πνευματικότητα. Όντως, πνευματικές ιδέες επιδρούν σε πολλές πολιτισμικές συνήθειες, ιδίως μέσω τού Συλλογικού Ασυνειδήτου. Οποιαδήποτε αλλαγή ενός σημασιολογικού συστήματος συνεπιφέρει αλλαγή στη νοηματοδότηση του πολιτισμού. Κατά την J. Underwood (2004), μέσα σε κάθε υπο-πολιτισμό λειτουργεί ένα συνεχές (continuum) συστημάτων Πίστης, το οποίο επιδρά στη συμπεριφορά, και για τον λόγο αυτό η πνευματικότητα επηρεάζει τις προσωπικές αξίες, οι οποίες έτσι καταδεικνύουν και τις ανάλογες επιλογές. Μάλιστα δε, πολλές πνευματικές αντιλήψεις, που ιστορικά έχουν ενσωματωθεί σε διάφορους πολιτισμούς, δεν αναγνωρίζονται πλέον ως πνευματικές. Πάντως, η πολιτισμική επίδραση της χριστιανικής πνευματικότητας είναι και ιστορικά (αρχαιολογικά, γλωσσικά, αρχιτεκτονικά, εικαστικά, λογοτεχνικά κ.λπ.) καταγεγραμμένη.

Εξίσου, όμως, αληθεύει ότι πολιτισμικοί παράγοντες μορφοποιούν, μέσω των αντιστοίχων αξιών, τις πνευματικές απόψεις και πρακτικές, και ο πολιτισμός «χρωματίζει» τη συγκεκριμένη πνευματικότητα· η πνευματικότητα δηλ. εκφράζεται σύμφωνα με την πολιτισμική ιδιαιτερότητα του κάθε λαού. Μάλιστα δε, η πνευματικότητα προσδιορίζεται εννοιολογικά από τον εκάστοτε εν μέρει «ψυχολογικό πολιτισμό». Συνεπώς, ο πολιτισμός παίζει σημαντικότατο ρόλο στον καθορισμό και την ερμηνεία τής πνευματικότητας.

Οι πιο πολλοί σήμερα θεωρητικοί ψυχολόγοι εργάζονται συνήθως είτε με παθητικά, είτε με ενεργητικά models (και κάποιοι, με ένα συνδυασμό των δύο): τα παθητικά models θεωρούν τη δομή τής προσωπικότητας απλώς ως μία μεμαθημένη αντίδραση στο περιβάλλον. Αντίθετα, τα ενεργητικά models βλέπουν την ανθρώπινη δομή ως αιτία διαμόρφωσης του περιβάλλοντος. Ως γνωστό, το ανθρώπινο Εγώ (μαζί με την αυτοσυνειδησία και το αυτοσυναίσθημα που το περιβάλλουν) εξασφαλίζει μεν τη βασική σύνθεση, την ολότητα, τη μοναδικότητα και την ενότητα της συνειδήσεως, δηλ. την αδιάκοπη συνέχιση της αυτόνομης ύπαρξής του μέσα στον χρόνο και τον χώρο των διαφόρων επί μέρους σωματικών και ψυχοπνευματικών λειτουργιών του47, αλλά ταυτόχρονα προσδιορίζεται απαραίτητα σε αναφορά με μία δεδομένη κοινωνία και ένα δεδομένο πολιτιστικό περικύκλωμα48. Με λίγα λόγια, ο άνθρωπος δημιουργεί πολιτισμό αλλά και «δημιουργείται» από αυτόν. Είναι λ.χ. διαπιστωμένο ότι στη διαμόρφωση και τη δυναμική εξέλιξη της όλης προσωπικότητας συμβάλλει μεγάλως η πολιτισμική αγωγή, συμπεριλαμβανομένου τού γλωσσικού και του ευρύτερα πολιτισμικού (φυλογενετικού), περιβάλλοντος. Μάλιστα δε, κατά τον Ernst Michel, η προσωπικότητα διαμορφώνεται εξ ολοκλήρου από τον πολιτισμό. Μία συσσωρευμένη πολιτισμικά πνευματική εμπειρία επηρεάζει σημαντικά τα αξιακά πρότυπα των νέων. Πολλαπλές έρευνες, ιδίως τής Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας, διαπιστώνουν ότι το βαθύτερο αίτιο, που κινεί την προσωπικότητα, διαμορφώνει τον τρόπο σκέψης και συμβάλλει στη λήψη αποφάσεων, είναι εν πολλοίς κάποια πολιτιστικά στερεότυπα. Ο πολιτισμός είναι μέρος τού εσωτερικού συστήματος του ατόμου και σχετίζεται με τον αυτοπροσδιορισμό, δηλ. την πολιτιστική του ταυτότητα. Η πολιτιστική ταυτότητα αποτελεί το ψυχικό πλαίσιο μέσω τού οποίου τα άτομα κατανοούν τον τρόπο ύπαρξής τους, ερμηνεύουν κοινωνικά πρότυπα, επιλέγουν τις συμπεριφορές τους, αποκρίνονται στα περιβάλλοντά τους και αξιολογούν τις πράξεις των συνανθρώπων τους. Υπ’ αυτή την έννοια, η «προσωπική αφήγηση» (life story) εντάσσεται στον πολιτισμό και μπορεί να ιδωθεί ως ένα πολιτιστικό κείμενο. Άλλωστε, η πολιτισμική και πνευματική επίδραση στη διαμόρφωση των δευτερευόντων χαρακτηριστικών φύλου, στον ζωικό κύκλο (οικολογία, διατροφή, όνειρα, συναισθήματα κ.λπ.) και στην ατομική εμπειρία είναι εμφανής. Μάλιστα δε, ο οικείος πολιτισμός διαμορφώνει τον τύπο τής λεγόμενης «προσωπικότητας-βάσης» (basic personality type), δηλ. την «τυπική μορφή τής προσωπικότητας» (πρβλ. εθνικό χαρακτήρα ή εθνική προσωπικότητα), που απαρτίζεται από το σύνολο των κοινών (σε κάθε άτομο που ανήκει στην ίδια κοινωνική ομάδα) χαρακτηριστικών τής προσωπικότητας και η οποία απαντά συνήθως σε ολιγάριθμες ή πρωτόγονες κοινωνίες, όπου υφίσταται κάποιο είδος συμφωνίας μεταξύ των πολιτιστικών όρων και της ατομικής συμπεριφοράς. Τα προσωπικά γνωρίσματα αποδεικνύεται ότι μοιράζονται σημαντικά χαρακτηριστικά με τις (ηθικές) αξίες και τις στάσεις, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει κανείς σε οποιονδήποτε αφηγηματικό λόγο. Σύμφωνα με τον Roccas66 κ.ά., οι αξίες μοιάζουν με τις υποκειμενικές στάσεις, αφού και οι δύο σχετίζονται με το ζήτημα της αξιολόγησης και αιτιολόγησης των επιλογών και πράξεων του ανθρώπου. Κατά συνέπεια, το ανθρώπινο πρόσωπο ―με τη βαθύτερη σημασία τού όρου (δηλ. των προσωπικών αξιών)― συνιστά τον πολιτισμό, και έτσι ο πολιτισμός, κατά κάποιο τρόπο, εδράζεται στις αξιολογικές στάσεις τού ατόμου. Εσωτερικά ιδωμένες οι αξίες (ο πολιτισμός των ιδεών), διακρίνονται ψυχολογικά στις αξίες αυθυπέρβασης και στις αξίες αυτο-ενίσχυσης, ενώ εξωτερικά μπορούν να διαιρεθούν σε εκείνες που είναι ανοιχτές στην αλλαγή, και στις «κλειστές» ή συντηρητικές.

Εξάλλου, πολλοί θεμελιώδεις παράγοντες (factors) της προσωπικότητας δείχνουν να λειτουργούν εξίσου και για την πνευματικότητα, όπως λ.χ. είναι η αναζήτηση νοήματος ζωής, η ψυχική διάθεση, η αγωνία/άγχος, το stress, η ηθικο-ψυχική ευαισθησία, η αμφιθυμία, η αθυμία κ.λπ. Κατά τον Frans de Waal (1996), που θεωρείται μάλιστα πατέρας τής Εξελικτικής Ψυχολογίας, «η μοναδικότητα του ανθρωπίνου γένους έγκειται σε ένα σύνολο χαρακτηριστικών γνωρισμάτων, το οποίο περιλαμβάνει την ηθική συμπεριφορά και τις θρησκευτικές πεποιθήσεις». Οι ψυχολόγοι ιδίως τής λεγόμενης «εσωτερικής θεραπείας» (Sanford 1958) θεωρούν ως υγιή προσωπικότητα εκείνη που εναρμονίζει, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ψυχή (συνειδητό και ασυνείδητο) και πνεύμα. Η όλη διαδικασία διαμόρφωσης της ταυτότητας σχετίζεται με την πρόσκτηση ορισμένων συμβολικών και αξιακών (ιδεολογικών, φιλοσοφικών, πνευματικών κ.λπ.) αντιλήψεων, που ―ούτως ή άλλως― συνδέονται με τη συμβολική σκέψη, ενώ και οι βιούμενες προσωπικές κρίσεις (ταυτότητας) προκύπτει ότι σχετίζονται άμεσα με μία αυξανόμενη «ανοιχτότητα» προς το «Θεῖον», και, επομένως, με θρησκευτικο-πνευματική συμμετοχή. Σύμφωνα, επίσης, με τους Sanford73, η κάθε προσωπικότητα «καθορίζει» το είδος των πιθανών σφαλμάτων της, αλλά και τανάπαλι· οποιαδήποτε λάθος-ενέργεια (βλ. αμαρτία) τού ατόμου έχει άμεσο αντίκτυπο πάνω στην όλη προσωπικότητά του.

Έτσι, πολλές σήμερα ψυχολογικές θεωρίες (ουμανιστική, αντικειμενότροπη, αφηγηματική, υπαρξιακή κ.ά.) δέχονται, λ.χ. μέσω τής σχεσιακότητας, της αναζήτησης νοήματος κ.λπ., τη συμβολή τού προσώπου στη δημιουργία τής πνευματικότητας. Πράγματι, το ανθρώπινο πρόσωπο δίνει την εντύπωση ότι είναι γενετικά δεκτικό τής πνευματικότητας.

Εν κατακλείδι, η πνευματικότητα φαίνεται ότι είναι εκείνη που καθιστά πραγματικά τον άνθρωπο πρόσωπο. Χωρίς αμφιβολία, η πνευματικότητα δεν επηρεάζει απλώς τον άνθρωπο· για την πνευματικότητα καθαυτή, η προσωπικότητα είναι δομο-λειτουργική. Για παράδειγμα, η «προσήνεια» και η ευσυνειδησία σχετίζονται θετικά με τη συμβολική σκέψη, και μάλιστα μέσω τής empathy. Ούτως ειπείν, η αγαπητική αυτοθυσία τού ατόμου προσδίδει στο ίδιο αλλά και σε όλη τη γύρω του κοινότητα πνευματική ισχύ, δημιουργικότητα και προσωπική πληρότητα. Πρόκειται γι’ αυτό που η χριστιανική Παράδοση ονομάζει προσωπική και εκκλησιαστική κένωση75. Οι χρησιμοποιούμενοι ως επί το πολύ όροι αύξηση ή ανάπτυξη του Εγώ προδιαθέτουν για μία επισώρευση νοημάτων και μία μάλλον (βλ. ασυνεχή αύξηση77) θετική εξελικτικά κίνηση (πρβλ. αυτοπραγμάτωση), που αναχωρεί από μία παρορμητικότητα, αυτοσυντηρησία, αυτοπροστασία και προσαρμογή, και φθάνει μέχρι μία αυξημένη αυτοσυνειδησία, ανεκτικότητα και ολοκλήρωση, δηλ. τελικά προς μία κατάσταση ψυχοσωματικής ολότητας και ωριμότητας. Η ανάπτυξη δηλ. συνάγεται ότι αποτελεί προοδευτική μετάβαση από ατελέστερες και ανολοκλήρωτες σωματοψυχικές καταστάσεις σε τελειότερες και ολοκληρωμένες, με τελικό προορισμό την απόκτηση ώριμης και πλήρως συγκροτημένης προσωπικότητας79. Ωστόσο, ο πυρήνας τής ψυχο-σωματικής, γενικά αύξησης και ωριμότητας δεν έγκειται ούτε στα επιφαινόμενα σχήματα της «οικοδομής» και «κατεδάφισης» συγκεκριμένων στοιχείων τής προσωπικότητας, ούτε στο ξεδίπλωμα κάποιων ενστίκτων ή στην καλύτερη λ.χ. απομνημόνευση γεγονότων και εκφρασμένων ιδεών· πολύ δε περισσότερο δεν εννοείται ως μία στατική κατάσταση nirvana, λόγω μίας π.χ. «υπερπροσαρμοστίας» στο βιο-φυσικό, ψυχο-πνευματικό και κοινωνικο-πολιτισμικό περιβάλλον. Κατά τον C. Jung, υπάρχουν άνθρωποι που καθίστανται νευρωτικοί, μόνο και μόνο επειδή είναι με μαθηματική ακρίβεια φυσιολογικοί80. Η ψυχο-πνευματική αύξηση αναφέρεται κυρίως στην ολοένα και εξελισσόμενη πολυπλοκότητα ενός βιο-ψυχικού συστήματος, καθώς και στη διαρκώς αναπτυσσόμενη οργανωτική του ικανότητα ως προς την ηθικο-ψυχολογική ευαισθησία και τον βαθμό ανταπόκρισης σε ζητήματα υλικά ή τάξεις πραγμάτων και δυνάμεις που υποθάλπουν και, γενικά, προάγουν τη ζωή, προσδίδοντάς της αξία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: