Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας

Πηγή: ΣΟΛΩΝ

Ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τα εγγενώς βιοχημικά του πλαίσια αναζήτησε τη γνώση. Ξεκίνησε να την συλλέγει ενστικτωδώς - ως παρατηρητής – μέσα από το οικολογικό πεδίο της ζωής. Αξιοποίησε αυτό που και τα ζώα – αλλά μόνο ενστικτωδώς - χρησιμοποιούν. Αξιοποίησε το περιβάλλον ως νοσοκομείο και φαρμακείο με όρους αυτογενούς ψυχοσωματικής προσαρμοστικότητας.
Σε αυτό το στάδιο ο άνθρωπος καθηλώθηκε μέχρι το χρονικό σημείο από το οποίο άρχισε τις χειρουργικές μοχλεύσεις οι οποίες όμως εμπεριείχαν σοβαρές διακινδυνεύσεις λόγω της συστημικής άγνοιας του σώματος και των παθογόνων παραγόντων του.

Με άλλα λόγια χρειαζόταν περισσότερη γνώση τόσο για τα οργανικά συστήματα, όσο και για τον βιολογικό μικρόκοσμο. Οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η τεχνολογία και η τέχνη. Ο άνθρωπος - απ’ αρχής - λειτούργησε την αντίληψή του ενστικτωδώς με μια ψυχοσωματική κατανόηση και μόχλευση της εμπειρίας του.
Ψυχολογικές και οργανικές έννοιες συλλαμβάνονται σε μια δυαδική πορεία ανάγνωσης, εμπειρίας, ερμηνείας και γνώσης. Ταυτόχρονα υπάρχει μια ανάλογη προσέγγιση και στις θεμελιώδεις ζωικές αναζητήσεις για ικανοποίηση και ποιότητα, όπως και για ένα βαθύτερο προσδιορισμό των ζητημάτων που συνδέονται μ’ αυτό που τίθεται ενστικτωδώς και συνειδητά πια ως «αντίπαλο φαινόμενο» της ζωής. Ο άνθρωπος δηλαδή ανασκευάζει και αναβαθμίζει τα ζωικά προτάγματα και τις διακυβευτικές ή διακινδυνευτικές αποκρίσεις.

Τα αποτελέσματα παρ’ όλες τις επιτεύξεις έως και την αρχή του 21ου αιώνα, από πλευράς ιατρικής, (περιλαμβάνοντας και την εναλλακτική ιατρική) και μ’ όλη την πολιτισμική ποιότητα οργάνωσης της ζωής και υγιεινής μέριμνας, παρέμειναν εξαιρετικά φτωχά. Το μέσο και το μέγιστο μήκος ζωής του ανθρώπου ήταν ανάλογο των αντίστοιχων ρυθμισμένων από την φύση άλλων ζωικών μορφών. Η φτώχεια των αποτελεσμάτων αυτών δεν ήταν ουσιαστικά συνειδητοποιημένη καθώς υπήρχαν αρκετά ατομικά οφέλη από την ιατρική φροντίδα. Μόνο αμφισβητίες επισήμαναν τις αντιφάσεις ή την ιατρογενή νέμεση όπως έκανε ο Ίβαν Ίλιτς. Η κριτική ανάγνωση της προόδου της υγιεινής και της ιατρικής ήταν σχετικά υπανάπτυξη και διέπονταν από ακρότητες χωρίς σοφία. Η άλλη όψη κριτικής της ιατρικής ή θεραπευτικής ήταν η οικολογική κριτική για αυτή, ενώ είχε προηγηθεί η φιλοσοφική και η θρησκευτική θεώρησή της.

Για την απώθηση του γεγονότος του θανάτου
Η εσφαλμένη στις περισσότερες των περιπτώσεων στάση του ανθρώπου απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου ύψωσε ένα αδιαφανές τείχος συνείδησης ή αντίληψης σε κάθε τομέα ανθρώπινης γνώσης. Πάντα κινούμαστε με την προσδοκία ότι το ζήτημα θα ξεκλειδωθεί με μια καινοτομία κατανόησης και τεχνολογικής παρέμβασης. Ο θάνατος και ο φόβος του έχουν γίνει η επίγεια κόλαση της ζωής. Ακόμη περισσότερο μάλιστα καθώς ο μεταβολισμός, η επιβίωση και η εξυπηρέτηση των ενστίκτων απαιτούν ανταγωνισμό με τίμημα τον θάνατο - των άλλων σωμάτων αρχικά και στο τέλος και του δικού μας - είτε μέσα στην τροφική αλυσίδα, είτε μέσα από φυσικά φαινόμενα και συνθήκες, είτε από την ανάδυση των μικροοργανισμών στο οικολογικό περιβάλλον, είτε από την φονική ανθρώπινη βία και τεχνική, είτε από ενδοσωματικό εκφυλισμό. Φαίνεται ωστόσο πως η εσωτερική αποδόμηση της ζωής της μορφής είναι η πιο ανέγγιχτη και η πιο βαθιά υποκείμενη αιτία θανάτου. Όλες οι άλλες αιτίες μπορούν να ρυθμιστούν μερικώς και υπό όρους.

Απέναντι λοιπόν σ’ αυτό το αδιέξοδο των ενστίκτων, της συνείδησης και της βιολογικής οργάνωσης έπρεπε να κτισθεί ένας έλεγχος οχληρότητας. Είναι ένα ζήτημα που πρόβαλλε μηδενιστικά. Είναι μάλλον η βάση δημιουργίας όλων των συμπλεγμάτων, η πηγή των βασικών σημείων κρίσης και της διαρκούς ψυχοσωματικής ενεργότητάς τους.
Στον αιώνα μας λοιπόν είμαστε αρκετά γυμνοί και εκτεθειμένοι απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα. Ελάχιστα μας έντυσαν όλες οι πανοπλίες μας. Το θέμα αυτό μας διαπερνάει και αγωνιζόμαστε να ξεχασθούμε στα ενδιάμεσα ενός δρόμου που υποχρεωτικά καταλήγει.
Στην ιστορία, λίγοι στον αριθμό, εμφανίστηκαν ανθρώπινα όντα τα οποία αποφάσισαν - με διαφορετική οπτική ο καθένας - να σταθούν με ευθύτητα και να διερευνήσουν οντολογικά το τελεσίδικο του βίου και τις συνέπειές του. Αυτό θα έλεγε κανείς ότι στάθηκε ως μια νοητική και ψυχική θεραπευτική στον πυρήνα της ανθρώπινης συνειδητότητας, νόησης και οντότητας.
Κάθε προσπάθεια ριζικής αναθεώρησης της συνηθισμένης στάσης του ανθρώπου απέναντι στο τέλος του σώματος δεν κατέστη σχεδόν ποτέ ψυχολογικά και στοχαστικά ολοκληρωμένη. Αντίθετα επιστρατεύτηκαν σχεδόν πάντα τεχνικές λήθης και εμμεσοποίησης που έφτασαν ως την επινόηση της ανοησία και του αστόχαστου για την μείωση του στοχαστικού και ψυχολογικού άλγους. Αυτό λοιπόν πρέπει να το θεραπεύσουμε. Ποια είναι η θεραπεία του;
Όταν ασχολούμαστε τελικά με θέματα τόσο μακράς διάρκειας είναι φανερό ότι πρέπει να αναπτύσουμε μια ολοκληρωμένη συνέχεια συνείδησης και επίγνωσης σ’ όλο το δέντρο των εννοιών, με γενική και αναλυτική εποπτεία. Όσοι επιλέγουν την επινόηση της λήθης ας μην ξεχνάνε ότι πάνε ενάντια στην εξελικτική διαδικασία της ζωής και ειδικότερα της ανθρωπογένεσης καθώς η συνειδητότητα της νόησης και του ψυχισμού είναι το άλμα ανθρωποποίησης της ζωικότητας, ακόμη και ως στρατηγικής επιβίωσης.


Από την λήθη στην ευθύτητα απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου
Η στρατηγική της λήθης και της εμμεσοποίησης – απέναντι στο αναπόφευκτο γεγονός του θανάτου - ως «επινόηση της μη νόησης» ή «προεσκεμμένη ανοησία» και «άρνηση της εξέλιξης και της θέσης», μετέφερε όλη την οικολογική παθολογία της ζωής και ειδικότερα του ζωικού βασιλείου σ’ όλη την κοινωνική οργάνωση, τον ψυχολογικό βίο, τον πολιτισμό και την ιστορική διαδρομή του ανθρώπου και της κοινωνίας του. Η επιλογή της λήθης απέναντι στο γεγονός του θανάτου αποτελεί μερικώς μια επαναβύθιση μέσα στην βία της φύσης της ζωικής καταστροφικότητας.
Ο άνθρωπος κινήθηκε να παράξει τόσες μορφές όσες ήταν αναγκαίες για να κορέσουν το τοπίο της ζωής και της ύπαρξης και για να κρύψουν την απλότητα και την αμεσότητα του οντολογικού και κοσμοθεωρητικού του ζητήματος. Λειτουργώντας με υπερπαραγωγή μορφών και πολλαπλασιασμό των σημείων περίσπασης της συνείδησής του προσπάθησε να αποφύγει μια ειλικρινή προσέγγιση. Δημιούργησε νεοπλασματικές προοπτικές με τιτανικές διακυβεύσεις ακόμη και μέσα στις τόσο καθηλωτικές ρουτίνες της καθημερινότητας. Επινόησε την αναβολή του χρόνου στην συνείδηση. Έγινε εξαρτημένος από την διασκέδαση, ακόμη και αν η διασκέδαση ήταν ενδιάμεση μορφή και εστία άλγους.
Κάνοντάς το αυτό η υποκρισία και το ψέμα έγιναν ακόμα περισσότερο στοιχεία του. Δεν παραπλανούσε πλέον μόνο το περιβάλλον, κάτι που κάνουν και τα ζώα. Παραπλανούσε πλέον τον εαυτό του περισσότερο από κάθε τι άλλο. Ήθελε σχεδόν να χάσει την ψυχή του, αλλά δεν το μπορούσε. Δεν μπορούσε να χάσει την ψυχή του ή την αναφορικότητά του στον Εαυτό καθώς η ζωική απόγνωση και εξέλιξη στο ζωανθρώπινο στάδιο επικαλέσθηκε θεμελιωδώς - και με μακρά αγωνία- και εφέλκυσε έτσι με εμψυχωτικό, ταυτοποιητικό, νοητικό και πολιτισμικό βάθος μια έξοδο από την ζωικότητα και την τραγικότητά της.
Όμως η πρόοδος αυτή δεν ήταν λυσιτελής και πλήρης, δεν μπορούσε να ‘ναι ελεύθερη από την ζωική κληρονομιά και τις ανάδρομες κινήσεις και διακινδυνεύσεις. Η αναφορά σε ένα ψυχικό και νοητικό εαυτό εδραιώθηκε ως βασικός πόλος στην εξελικτική διπολικότητα του ανθρώπου. Αποτελεί πλέον ένα πεδίο βαθύτατου ψυχολογικού ισοζυγίου που ρυθμίζει την μετα-βιολογική δυναμική του ανθρώπου και το οποίο επιδιώκουμε να προσπεράσουμε. Επιδιώκουμε να καταλύσουμε τις αιτιατές δεσμεύσεις της εξελικτικής μας θέσης και της ψυχοσωματικής νοητικότητας και πολιτισμικότητάς μας. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούμε ένα αιτιατό που γυρίζει σε μας. Η βάση αυτού του αιτιατού είναι ο θεμελιώδης συνειδησιακός και ο βιοπολιτισμικός φόβος και βίος μας.
Θα ολοκληρώσουμε άραγε αυτή την αναφορικότητα στον Εαυτό προσπερνώντας την επινοημένη αρνητική απλοϊκότητα της συνείδησης και της ζωικής αναφορικότητας του πολιτισμού μας; Θα παύσουμε κάποτε την αντανακλαστική εχθρότητα απέναντι στον κόσμο της έννοιας και στην ποιότητα της επίγνωσης;
Μοιάζουμε σαν να θέλουμε να αποφεύγουμε και να αναβάλλουμε απεριόριστα την εξελικτική συναίνεση απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου, πράγμα που παραδόξως θα μας έκανε περισσότερο αβλαβείς και ήπιους οικολογικά, όπως και απέναντι στο Φως νου. Διακατεχόμαστε από την μανία της μορφής τόσο της ζωής, όσο και της νόησης, ενώ τόσο η ζωή όπως και η νόηση ανελίσσονται και αναγεννώνται θνήσκουσες. Θέλουμε να αποφύγουμε μια εκπλήρωση ή ολοκλήρωση της συνείδησης της ζωής και της νόησης.
Αντίθετα, θα έπρεπε να βλέπαμε την διάρκεια την ποιότητα και την ικανοποιητικότητα της ζωής ως δημιουργική ολοκλήρωση της αρχέγονης νοητικής ταυτοποίησης και εμψύχωσης, της εξελικτικής αναφορικότητας και ψυχικότητάς της. Αντί όμως γι’ αυτή την ψυχικότητα καθηλωθήκαμε και ξαναβυθιστήκαμε στην μορφικότητα της ζωής, στην ζωικότητα των μορφών εξαιρώντας και στρεβλώνοντας την νόηση και την συνείδηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: