Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

Αποπληθωρισμός: Είναι μια λύση εφικτή και αποτελεσματική για την ελληνική οικονομία; Μπορεί να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητά της;

H επιβολή των σκληρών μέτρων, που ψηφίστηκαν στο ελληνικό κοινοβούλιο, προκαλώντας θύελλα αντιδράσεων, διαγραφές βουλευτών και μια από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις εργαζομένων με τραγικό απολογισμό 3 νεκρών, έφεραν στο καθημερινό λεξιλόγιο των πολιτών τον οικονομικό όρο του αποπληθωρισμού, ως την ενδεδειγμένη θεραπεία του οξύτατου δημοσιονομικού προβλήματος. Η πρώτη μάλιστα επίσημη προτροπή είχε έρθει πριν από μερικές εβδομάδες από τα χείλη του επικεφαλής του ΔΝΤ κ.Ντομινίκ Στρος Καν, ο οποίος δήλωσε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να μειώσει τις τιμές και τους μισθούς .


της Τζούλης Ν.Καλημέρη


Το πακέτο των μέτρων -αποτέλεσμα των συζητήσεων της ελληνικής κυβέρνησης με τους εκπροσώπους των Ε.Ε., ΕΚΤ και ΔΝΤ -έχει ως πρωταρχικό στόχο τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, καθώς προχωρά σε σημαντική περικοπή των δημοσίων δαπανών και παράλληλη αύξηση των έμμεσων φόρων. Ταυτόχρονα όμως στοχεύει στον δραστικό έλεγχο της ζήτησης, ώστε να μειωθούν οι τιμές των προϊόντων και να ενισχυθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η νομισματική πολιτική, που με την είσοδο της χώρας στο ευρώ έχει εκχωρηθεί στην ΕΚΤ, αφαιρεί από τις ελληνικές οικονομικές αρχές την δυνατότητα της υποτίμησης. Αντ΄ αυτού προτείνεται λοιπόν ένας έμμεσος τρόπος «εσωτερικής υποτίμησης », δηλαδή ο αποπληθωρισμός. Εγχείρημα δύσκολο για πολλούς λόγους . Στην παρούσα μάλιστα οικονομική συγκυρία συμβαίνει το αντίθετο, δηλαδή μια «εσωτερική ανατίμηση», καθώς οι αυξήσεις των εμμέσων φόρων οδήγησαν τον τιμάριθμο σε όρια που ξεπερνούν το μέσο ευρωπαϊκό όρο αλλά και τον όρο του 2% που προβλέπει το ευρώ. Η παράλληλη αύξηση του ποσοστού της ανεργίας στην Ελλάδα δημιουργεί φόβους για την αναβίωση ενός οικονομικού φαντάσματος , του στασιμοπληθωρισμού, της ταυτόχρονη δηλαδή ύπαρξης πληθωρισμού και ανεργίας. Το φαινόμενο αυτό είχε ταλανίσει την ελληνική οικονομία και πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες τη δεκαετία του 1970. Οι ανησυχίες αυτές ενισχύουν την άποψη των θιασωτών του αποπληθωρισμού για περισσότερα μέτρα, όπως είναι η απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων , η ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων κλπ.

Επιπλέον, η κριτική που ασκείται με έντονο τρόπο από οικονομολόγους στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό εστιάζεται στο γεγονός ότι μια αντιπληθωριστική διαδικασία θα οδηγήσει την ελληνική οικονομία σε νέα υφεσιακή δίνη ,από την οποία η χώρα δεν θα μπορέσει να βγει εύκολα.


Η εμπειρία του παρελθόντος


Στον 20ο αιώνα ο αποπληθωρισμός εμφανίστηκε ως φαινόμενο στις Η.Π.Α. την περίοδο της μεγάλης ύφεσης ,που ακολούθησε το Χρηματιστηριακό Κραχ του 1929. Η αμερικανική οικονομία βυθίστηκε σε ένα φαύλο κύκλο, καθώς ταυτόχρονα σημειωνόταν μείωση των μισθών, των τιμών , της απασχόλησης, της παραγωγής και φυσικά της αξίας των επιχειρήσεων, όπου η πτώση μίας ή περισσότερων μεταβλητών συμπαρέσυρε και τις υπόλοιπες. Είναι χαρακτηριστικό ότι εκείνη την περίοδο η παραγωγή σημείωσε απόλυτη πτώση της τάξης του 25%. Η αλλαγή της πορείας αποδίδεται σε παρέμβαση του οικονομολόγου Κέυνς, που συμβούλευσε τον πρόεδρο Ρούζβελτ να συγκρατήσει τους μισθούς και να αυξήσει δραστικά τις δημόσιες δαπάνες. Ο πρόεδρος μάλιστα επενέβαινε προσωπικά στις μεγάλες επιχειρήσεις για να τις πείσει να αποφύγουν πάση θυσία τις μειώσεις των μισθών των εργαζομένων παρά τη μείωση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων.

«Η εμπειρία αυτή ξεχάστηκε» εξηγεί ο καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας Κρήτης κ.Γιώργος Σταθάκης, « και ο αποπληθωρισμός μετατράπηκε σε εργαλείο πολιτικής κατά τη δεκαετία του 1990. Έγινε μάλιστα το κυρίαρχο δόγμα του ΔΝΤ. Η δημοφιλία της ιδέας του αποπληθωρισμού έγκειται στην υιοθέτηση της πολιτικής του σκληρού νομίσματος από πολλές οικονομίες που αντιμετώπιζαν προβλήματα πληθωρισμού. Ο συνδυασμός με την απελευθέρωση του εμπορίου όντως αποκλιμάκωνε τον πληθωρισμό καθώς οι φτηνές εισαγωγές οδηγούσαν τις τιμές προς τα κάτω, επιβαρύνοντας από την άλλη το ισοζύγιο πληρωμών και την εγχώρια παραγωγή. Απέναντι σε αυτό η απάντηση ήταν η μείωση των μισθών -για να γίνουν πιο ανταγωνιστικά τα εγχώρια προϊόντα- και της προσφοράς χρήματος στην οικονομία, ενώ παράλληλα η έμφαση δινόταν στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων με τις ιδιωτικοποιήσεις και τα υψηλά επιτόκια.Παράλληλα η μείωση των μισθών και των δημοσίων δαπανών μειώνει τις εισαγωγές. »

Οι χώρες βέβαια, συνεχίζει ο κ.Σταθάκης, που ασκούν οι ίδιες τη νομισματική πολιτική έχουν στο οπλοστάσιο τους την υποτίμηση του νομίσματος, πρακτική που έχει κάποια πλεονεκτήματα. Ένα από αυτά είναι ότι καθώς εδράζεται στην “αυταπάτη του χρήματος”, προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι το εισόδημα δεν έχει μειωθεί αν και μειώνεται η αγοραστική δύναμη. Αντίθετα η μείωση σε απόλυτο μέγεθος δημιουργεί μεγαλύτερο σοκ και είναι λιγότερο αποδεκτή. Τώρα το βασικό πλεονέκτημα της υποτίμησης είναι η κατά καιρούς σταδιακή προσαρμογή της ισοτιμίας του νομίσματος που προσαρμόζουν σταδιακά τα μεγέθη, ενώ αντίθετα το σκληρό νόμισμα απαιτεί σε περιόδους κρίσης πιο βίαιες αλλαγές.

Στις οικονομίες που υπάρχει η δυνατότητα άσκησης νομισματικής πολιτικής ,εξηγεί ο κ. Γιάννης Στουρνάρας,καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών και γενικός διευθυντής του ΙΟΒΕ, «η υποτίμηση του νομίσματος είναι ένα εργαλείο για να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα. Με την υποτίμηση μειώνεται ο πραγματικός μισθός με στόχο η μείωση του εργατικού κόστους να περάσει και στις τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών. »

Εάν είχαμε ως νόμισμα την Δραχμή επισημαίνει σε άρθρο του ο κ. Νίκος Χριστοδουλάκης , καθηγητής Oικονομικού Πανεπιστημίου Aθηνών, πρώην υπουργός Oικονομίας και Oικονομικών « θα γινόταν μια δραστική υποτίμηση, οι μισθοί και οι συντάξεις θα έχαναν την αγοραστική τους αξία και έτσι οι επιχειρήσεις θα πουλούσαν σε πιο ανταγωνιστικές τιμές χωρίς να θίξουν την κερδοφορία τους. Επειδή όμως η ύπαρξη του Ευρώ προστατεύει τον εργατικό μισθό από την υποτίμηση, ο αποπληθωρισμός πρέπει να γίνει με άλλο τρόπο και ήδη το ΔΝΤ διεμήνυσε ότι θα χρειαστεί μία μείωση των ονομαστικών μισθών στον ιδιωτικό τομέα.»


Οι μισθοί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.


Την περίοδο που γινόταν οι συζητήσεις με την ελληνική κυβέρνηση και τους εκπροσώπους της Ε.Ε., ΕΚΤ και του ΔΝΤ για να σχεδιαστούν τα νέα μέτρα , η μείωση των μισθών και στον ιδιωτικό τομέα με την περικοπή του 13ου και 14ου μισθού ήταν από τα θέματα που έπεσαν στο τραπέζι. Φαίνεται ότι το επιχείρημα των κοινωνικών εταίρων και της κυβέρνησης, που επισήμαναν ότι το εργατικό κόστος στην Ελλάδα είναι από τους παράγοντες που βρίσκεται πολύ χαμηλά στην διαμόρφωση της τελικής τιμής εισακούστηκε προς το παρόν όσον αφορά τον 13ο και τον 14ο μισθό.«Στην Ελλάδα » επισημαίνει ο κ.Στουρνάρας « το επίπεδο των μισθών στον ιδιωτικό τομέα είναι ήδη χαμηλό, ενώ οι μισθολογικές διαφορές αφορούν τις κλαδικές συμβάσεις εργασίας. Συνολικά οι αμοιβές στο δημόσιο τομέα είναι πολύ υψηλότερες σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αντικίνητρο για τον ιδιωτικό τομέα.» Επιπλέον , αποτρεπτικά για μια ενδεχόμενη περικοπή δύο μισθών στο ιδιωτικό τομέα λειτούργησε και η επίπτωση που θα είχε στα Ασφαλιστικά Ταμεία , τα οποία θα στερούνταν πολύτιμα έσοδα από εισφορές της τάξης των 2 δισ.ευρώ ,επιβαρύνοντας τα ήδη εξασθενημένα οικονομικά των ασφαλιστικών φορέων.

Αν και η μείωση των μισθών δεν πήρε σάρκα και οστά σε ένα μέτρο, οι αλλαγές που περιγράφονται στο μνημόνιο συνεννόησης προβλέπουν τριετές πάγωμα μισθών στον ιδιωτικό τομέα και ανατροπές στην συλλογικές συμβάσεις , αφήνοντας ένα παράθυρο ανοιχτό να υλοποιηθεί μείωση μισθών ανά κλάδο ή επαγγελματικό σωματείο. Μέχρι τώρα η Εθνική Συλλογική Σύμβαση προέβλεπε τα κατώτερα όρια των μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Οι κλαδικές και οι επαγγελματικές συμβάσεις δεν μπορούσαν να είναι χαμηλότερες από αυτά τα επίπεδα. Στα νέα μέτρα προβλέπεται όμως ότι τώρα ένας κλάδος ή ένα επαγγελματικό σωματείο μπορεί να υπογράψει σύμβαση που θα προβλέπει κατώτερους μισθούς από την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.

«Η πολιτική του αποπληθωρισμού» τονίζει ο κ.Σταθάκης «είχε σοβαρές αποτυχίες, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την Αργεντινή. Στην Ελλάδα που είναι μια μικρή αγορά με έντονες ολιγοπωλιακές δομές, είναι μια παρακινδυνευμένη πολιτική. Δεν είναι ούτε και βιομηχανική χώρα, όπου το εργατικό κόστος είναι σημαντικό μέγεθος στη διαμόρφωση της τιμής. Οι εξαγωγές –που ωφελούνται άμεσα - έχουν χαμηλή συνεισφορά στο ΑΕΠ. Καθώς οι εισαγωγές φθάνουν σχεδόν 40% του ΑΕΠ το τεράστιο έλλειμμα καλύπτεται από τη ροή κεφαλαίων (τουρισμός, ναυτιλία, ξένα κεφάλαια και δάνεια). Για την ακρίβεια αν το 10% είναι οι εξαγωγές, άλλο 10% προσθέτει ο τουρισμός και άλλο 10% η εισροή ναυτιλιακού συναλλάγματος. Το υπόλοιπο έλλειμμα καλύπτεται από δανειακούς πόρους.Αυτή η εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τη ροή πόρων την καθιστά εξαιρετικά ευαίσθητη σε συνθήκες κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής “αστάθειας”. Η πολιτική του αποπληθωρισμού και οι δυσκολίες εύρεσης δανειακών και συναλλαγματικών πόρων μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε ανακατατάξεις που να καταλήξουν στην απότομη “φυγή κεφαλαίων”.

Η επιλογή του ΔΝΤ επιχειρεί μια βίαιη μείωση της ζήτησης (μείωση μισθών, αύξηση έμμεσων φόρων, μείωση εισαγωγών και μείωση δημοσίων δαπανών) της τάξης του 20-25%. Η επίδραση στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας είναι αμφιλεγόμενη, καθώς οι τιμές δύσκολα θα υποχωρήσουν, αν υποχωρήσουν κατά πολύ λιγότερο. Αντίθετα η μείωση ζήτησης θα οδηγήσει στη μείωση της παραγωγής και της απασχόλησης και θα βυθίσει την ελληνική οικονομία σε μεγαλύτερη ύφεση. Πέρα από τις τραγικές κοινωνικές επιπτώσεις, η ύφεση θα δυσχεραίνει όλο και περισσότερο την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών του κράτους και την αποκλιμάκωση του χρέους.»

Τις ανησυχίες του σχετικά με το αποτέλεσμα της δημοσιονομικής αυστηρότητας στην πραγματική οικονομία , με μείωση της παραγωγής έχει εκφράσει και ο διάσημος οικονομολόγος Ρουμπινί, αναφερόμενος σε ένα φαύλο κύκλο , που μπορεί να περιπέσει η ελληνική οικονομία. Ισχυρίστηκε ότι ο αποπληθωρισμό μπορεί να είναι μια πολιτική που μπορεί να οδηγήσει μεν σε ανάπτυξη , η δημοσιονομική όμως ασφυξία μπορεί να έχει επιπτώσεις στην παραγωγή και φυσικά να φέρει το αντίθετο αποτέλεσμα στην μείωση των ελλειμμάτων.

Η μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα, εκτιμά ο κ.Στουρνάρας , θα οδηγήσει σε περαιτέρω ύφεση, ενώ θα λειτουργήσει και ως αντικίνητρο, καθώς οι μισθοί στο δημόσιο τομέα θα παραμένουν σημαντικά υψηλότεροι και πιο ελκυστικοί.

Η Ελλάδα πρέπει το επόμενο διάστημα να αντιμετωπίσει την χειροτέρευση ανταγωνιστικότητας ,σύμφωνα με την άποψη του κ. Χριστοδουλάκη, που έχει οδηγήσει σε τεράστια ελλείμματα στο Ισοζύγιο Συναλλαγών. Κατά μέσο όρο τα ελληνικά προϊόντα και υπηρεσίες είναι ακριβότερα κατά 25% από τα αντίστοιχα στις άλλες χώρες του Ευρώ. «Μετά την κρίση του 2008» επισημαίνει « οι επιχειρήσεις σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες μείωσαν τις τιμές τους για να συγκρατήσουν την πελατεία, αλλά στην Ελλάδα οι πιο πολλές τις αύξησαν για να συγκρατήσουν τα κέρδη τους. Για παράδειγμα στον τουρισμό οι τιμές δωματίων για τους έλληνες καταναλωτές είναι θεαματικά υψηλότερες από το επίπεδο που προσφέρεται στις ανταγωνιστικές αγορές των ξένων επισκεπτών. Στα καύσιμα το «καπέλο» λιανικής είναι το υψηλότερο στην Ευρώπη, στα συμβολαιογραφεία οι ακριβές αμοιβές επιβάλλονται διοικητικά και το ίδιο συμβαίνει σε πολλά άλλα κλειστά επαγγέλματα. Ακόμα και τα «κινέζικα» πωλούνται σε τιμές πολλαπλάσιες από αυτές που δικαιολογεί το εύλογο εμπορικό κέρδος. Κατά συνέπεια, ο αποπληθωρισμός πρέπει να επιτευχθεί μόνο με προς τα κάτω προσαρμογή των τιμολογίων, χωρίς να καταφύγουμε σε μείωση των εργατικών μισθών. Το κράτος μπορεί να βοηθήσει σε αυτή την κατεύθυνση με δύο τρόπους: Πρώτον με την απελευθέρωση όχι μόνο της άσκησης κλειστών επαγγελμάτων, αλλά κυρίως με την δυνατότητα ανταγωνιστικής τιμολόγησης κάτω από τις διοικητικά καθοριζόμενες τιμές σε κάθε τομέα. Δεύτερον δίνοντας τις κάθε λογής ενισχύσεις και διευκολύνσεις στις επιχειρήσεις από το ΤΕΜΠΕ, το ΕΣΠΑ και το τραπεζικό σύστημα μόνο προς εκείνες που αποδεδειγμένα μειώνουν τις τιμές τους και γίνονται πιο ανταγωνιστικές. Διαφορετικά η μείωση των εργατικών μισθών θα αποδειχθεί όχι μόνο οδυνηρή για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα που έχουν ήδη υποστεί πιέσεις και περικοπές, αλλά κινδυνεύει να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη ύφεση στην οικονομία.»


H ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας


Η χρόνια επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία ενισχύθηκε και από την υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ, αποτελεί μαζί με το δημοσιονομικό πρόβλημα τομείς που χρήζουν συστηματικής και επίμονης προσπάθειας.

Το έλλειμμα της ελληνικής ανταγωνιστικότητας, σύμφωνα με την άποψη του κ.Στουρνάρα, μπορεί να εντοπιστεί κυρίως στην ποιότητα και στο χαμηλό επίπεδο των τεχνολογιών που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή προϊόντων και στην παροχή υπηρεσιών. Είναι όμως κατά την άποψη του λάθος αντίληψη να εστιάζει κανείς στο εργατικό κόστος του ιδιωτικού τομέα και στη μείωση του, ως μοναδικού εργαλείου για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Αντίθετα,το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων και αγορών μπορεί να συνεισφέρει θετικά. Ειδικά στα μη εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες , σύμφωνα με ένα οικονομετρικό υπόδειγμα που έχουμε εφαρμόσει στο ΙΟΒΕ, τα αποτελέσματα είναι αισιόδοξα. Η απελευθέρωση μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας κατά 13% και 10% αντιστοίχως.

«Ο στόχος για την ενίσχυση της ελληνικής ανταγωνιστικότητας» επεξηγεί « θα πρέπει να συνδυάζει τα κλασσικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας, που είναι οι κλιματικές συνθήκες και η τοποθεσία, με τη σύγχρονη τεχνολογία. Στον πρωτογενή τομέα της παραγωγής η ενίσχυση της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας θα μπορούσε να αποτελέσει ένα θεμιτό στόχο, που σε συνδυασμό με το μεσογειακό τρόπο διατροφής, μπορεί να δώσει ποιοτικά γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, που θα λανσαριστούν στις διεθνείς αγορές. Πέρα από τα άμεσα οφέλη στον αγροτικό πληθυσμό θα ευνοηθούν και μια σειρά από επιστημονικές ειδικότητες όπως είναι οι γεωπόνοι, οι βιολόγοι κλπ. Στον δευτερογενή τομέα της παραγωγής, αν και το κόστος εργασίας είναι υψηλότερο σε σχέση με τις ασιατικές χώρες, μπορούμε να προσελκύσουμε ξένες επενδύσεις και συνεργασίες με μεγάλες επιχειρήσεις του εξωτερικού. Το ανθρώπινο κεφάλαιο υπάρχει, προσκόμματα όμως παρουσιάζει ο δημόσιος τομέας, που με την πολυνομία και την γραφειοκρατία πνίγει την ελληνική οικονομία. Επιπλέον τα κλειστά επαγγέλματα αυξάνουν σημαντικά το συνολικό κόστος , όπως για παράδειγμα το κλειστό επάγγελμα των οδηγών φορτηγών και βυτίων που έχει ως αποτέλεσμα τις ακριβές μεταφορές. Στον τριτογενή τομέα το ενδιαφέρον θα μπορούσε να εστιαστεί στην τουριστική κατοικία, καθώς σε αυτή τη χρονική περίοδο συνταξιοδοτείται η ευρωπαϊκή γενιά των baby boomers .Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει έναν ελκυστικό τόπο διαμονής λόγω κλιματολογικών συνθηκών αλλά η ανάπτυξη των παραθεριστικών κατοικιών θα πρέπει να συνδυαστεί και με την ανάπτυξη κέντρων παροχής υπηρεσιών υγείας.»

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, σύμφωνα με τον κ.Σταθάκη « προϋποθέτει να γίνουν οι τομές που επί δεκαετίες αναβάλλονται. Αυτές αφορούν την ριζική μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Το δεύτερο σκέλος των αλλαγών αφορούν την αναδιανομή του εισοδήματος με την στοιχειώδη αποκατάσταση ενός καθολικού φορολογικού συστήματος και την δημιουργία ισχυρών μηχανισμών κοινωνικής πρόνοιας. Το τρίτο σκέλος αφορά την ανασύσταση ή τη δημιουργία νέων αναπτυξιακών φορέων.

Με τον τρόπο αυτό θα υπάρξει το αναγκαίο κύμα δημόσιων επενδύσεων σε οικονομικές και κοινωνικές υποδομές. Ταυτόχρονα θα αναδειχθεί ο δυναμισμός του τρίτου τομέα της οικονομίας που αφορά συνεταιριστικές και άλλες μορφές της κοινωνικής οικονομίας. Οι υποδομές θα προσφέρουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μιας ανταγωνιστικής ιδιωτικής οικονομίας. Δίπλα στους διεθνοποιημένους τομείς της ναυτιλίας, του τουρισμού, των κατασκευών, των τραπεζών, θα προστεθούν νέοι κλάδοι και τομείς που θα προκύψουν από τη ριζική αναδιάταξη του ενεργειακού τομέα, της γεωργίας, των αστικών υποδομών, και μιας τεχνολογικά διαφοροποιημένης μεταποίησης.»


news.in.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: