Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Πώς οι αγορές βάλθηκαν να κυνηγούν την Ελλάδα

του Τζέιμς Ρίκαρντς

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Στη Ουολ Στριτ λατρεύουν τα πάρτι με «πινάτα»: απομονώνουν μια εταιρεία ή μια χώρα (που παίζει έτσι το ρόλο της «πινάτα») και στη συνέχεια όλοι μαζί τη χτυπούν με τα ραβδιά τους μέχρι να σπάσει. Όπως και στο μεξικανικό παιχνίδι, η «πινάτα» γίνεται θρύψαλα. Σε αντίθεση με το μεξικανικό παιχνίδι, η «πινάτα» της Ουολ Στριτ δεν είναι γεμάτη γλυκίσματα, αλλά γεμάτη λεφτά, που όταν σπάσει οι τραπεζίτες τα μαζεύουν με τις χούφτες. Τούτες τις μέρες μπορούμε όλοι να παρακολουθήσουμε πώς παίζεται το παιχνίδι: το ρόλο της «πινάτα» παίζει η Ελλάδα!
Πολλοί επενδυτές, στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν γιατί τα χαρτοφυλάκιά τους εξαερώνονται για δεύτερη φορά μέσα σε πέντε χρόνια, εξειδικεύονται στα ελληνικά δημόσια οικονομικά. Αλλά αν έριχναν μια ματιά στα πάρτι με την «πινάτα», ίσως να ξεκαθάριζαν καλύτερα τα πράγματα.
Τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας συχνά μετριούνται από τους επενδυτές διαμέσου της διακύμανσης του ύψους των «ασφαλίστρων έναντι κινδύνου χρεοκοπίας» (CDS), ενός είδος εξασφάλισης των κατόχων ελληνικών ομολόγων σε περίπτωση που η Ελλάδα χρεοκοπήσει. Συνήθως στις ασφάλειες το ασφάλιστρο αυξάνει ανάλογα με τη διακινδύνευση του κάθε αγαθού. Τι συμβαίνει όμως όταν η τιμή του ασφαλίστρου διαμορφώνεται ανεξάρτητα από τη διακινδύνευση του ασφαλισμένου αγαθού;
Οι τιμές των CDS δεν εξαρτώνται από μια αντικειμενική εκτίμηση της πορείας των δημοσίων οικονομικών της Ελλάδας, αλλά από κάτι πολύ διαφορετικό. Το ρόλο του ασφαλιστή τον παίζουν συνήθως συνταξιοδοτικά ταμεία που προσπαθούν να αυξήσουν το ασφάλιστρο που αποκομίζουν και το ρόλο του ασφαλιζόμενου κερδοσκοπικά κεφάλαια, που προσανατολίζονται σε περαιτέρω μεσοπρόθεσμη αύξηση της τιμής του ομολόγου που αγοράζουν. Ενδιαμέσως παρεμβαίνει η «Γκόλντμαν Σακς» ή κάποια άλλη μεγάλη τράπεζα που αναζητά παχυλά «σπρεντ».
Όλα πλέον είναι έτοιμα να ξεκινήσει το πάρτι με την «πινάτα»: οι τράπεζες αρπάζουν τα ραβδιά τους και αρχίζουν να κοπανάνε (να ξεπουλάνε) τα όχι και τόσο περιζήτητα ελληνικά ομόλογα, μεγεθύνοντας το «σπρεντ» του επιτοκίου μεταξύ των ελληνικών και των γερμανικών ομολόγων (που είναι τα πλέον αξιόπιστα).
Στη συνέχεια τα συνταξιοδοτικά ταμεία ειδοποιούνται για την πτώση της αξίας των ομολόγων τους και τα πωλούν σε κερδοσκοπικά κεφάλαια με αυξημένα ασφάλιστρα. Αυτά «φτυαρίζουν» με χαρά όλη αυτή τη ρευστότητα και ό,τι αυτή συνεπάγεται: την ονομαστική αύξηση του τζίρου τους, συν αποδόσεις που μπορεί να φθάσουν και στο 20% επί του κύκλου εργασιών. Πόσο βολικά όλα αυτά, όταν μάλιστα συμβαίνουν το Δεκέμβριο, ενώ κλείνουν οι ετήσιοι ισολογισμοί, όπως στην περίπτωσή μας! Αυτή η δυναμική της τεχνητής διόγκωσης των «σπρεντ» και των «προειδοποιήσεων» (margin call) των επενδυτών είναι η ίδια που «τίναξε στον αέρα» το κερδοσκοπικό κεφάλαιο «μακροπρόθεσμη διαχείριση κεφαλαίου» (LCTM) το 1998 και την AIG το 2008. Το ίδιο κόλπο επιχειρείται και σήμερα, αυτή τη φορά εις βάρος της Ευρώπη.
Τελικά, όταν ανακοινωθεί ένα πρόγραμμα «σωτηρίας», η ροή του χρήματος θα αντιστραφεί ξανά. Μέχρι όμως να συμβεί αυτό, όλοι οι εμπλεκόμενοι έχουν κερδίσει: τα συνταξιοδοτικά ταμεία σε ασφάλιστρα, οι τράπεζες σε «σπρεντ», οι διαχειριστές των κερδοσκοπικών κεφαλαίων σε αμοιβές και μπόνους. Χαμένοι είναι μόνο οι κακότυχοι επενδυτές του κερδοσκοπικού κεφαλαίου και φυσικά οι δυστυχείς κάτοικοι της «πινάτα». Πόσο σχετίζονται όλα αυτά με την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας; Ελάχιστα! Το όλο παίγνιο μοιάζει μάλλον με μερικές γρήγορες ζαριές σε ένα μπαρμπούτι που έχει στηθεί σε κάποιο σκοτεινό αδιέξοδο της Ουολ Στριτ.
Κάπου εδώ μας τελειώνει και η αξία των CDS ως μέσου ασφάλισης. Επί πάνω από 250 χρόνια, η ασφαλιστική αγορά απαιτούσε από τον αγοραστή μιας ασφάλειας να διαθέτει κάποιο «υλικό συμφέρον», ένα πραγματικό προς ασφάλιση αγαθό -με άλλα λόγια το παιχνίδι να έχει σχέση με την πραγματικότητα. Ο γείτονάς σου π.χ. δε δικαιούται να ασφαλίσει το σπίτι σου, γιατί δε διαθέτει «υλικό συμφέρον» για να το κάνει αυτό (το σπίτι είναι δικό σου). Αν παρ' ελπίδα του επιτρεπόταν να αγοράσει μια ασφάλεια του σπιτιού σου, το όλο σύστημα θα διαστρεφόταν: ο γείτονάς θα αποκτούσε έξαφνα συμφέρον να καεί το σπίτι σου (κι αν του δινόταν η ευκαιρία, ίσως να έβαζε και το χεράκι του να ανάψει...).
Όταν εγκαινιάστηκε η αγορά των CDS, τη δεκαετία του 1990, τα «γκόλντεν μπόις» που εφηύραν αυτό το παράγωγο «λησμόνησαν» να το συνδέσουν με την έννοια του «υλικού συμφέροντος». Ο καθένας θα μπορούσε να στοιχηματίζει στο οτιδήποτε, πράγμα που όπως ήταν αναμενόμενο δημιούργησε μια αρρωστημένη επιδίωξη χρεοκοπίας επιχειρήσεων και κρατών από όλους όσοι κρατούσαν στα χέρια ασφάλιστρα, αλλά όχι μερίδιο στα ομόλογα ή τις μετοχές των θηραμάτων τους. Με άλλα λόγια, δώσαμε στην Ουολ Στριτ κίνητρο να βάλει φωτιά στο σπίτι σας.
Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις: τα ελληνικά δημόσια οικονομικά βρίσκονται πράγματι σε κακά χάλια. Οι στατιστικές παραποιήθηκαν, τα ασφαλιστικά ταμεία λεηλατήθηκαν και ο απερίσκεπτος δανεισμός ήταν για χρόνια ο κανόνας. Χρειάζονται όντως δραστικά μέτρα. Αλλά η κρίση είναι διαχειρίσιμη και η Ευρώπη εξέπεμψε σαφή μηνύματα πως προτίθεται να φροντίσει μόνη για τα του οίκου της, χωρίς την ανάμειξη Κινέζων, Αμερικανών ή του «διεθνούς νομισματικού ταμείου» (ΔΝΤ). Δυστυχώς όμως, η λελογισμένη διαχείριση της κρίσης δεν είναι επαρκώς κερδοφόρα για τους εμπόρους CDS, που χρειάζονται αστάθεια, ακόμα και πανικό για να μεγιστοποιήσουν τις απολαβές τους. Όσο μάλιστα περισσότερο και πιο ανεξέλεγκτα επεκταθεί η κρίση, τόσο το καλύτερο για τους κερδοσκόπους, που δε δίνουν φυσικά δυάρα για τις όποιες «παράπλευρες απώλειες».
Μέχρι τη μέρα που η αγορά των CDS περιοριστεί μόνο σε όσους έχουν «υλικό συμφέρον» να είναι «καλυμμένο» το προς ασφάλιση αγαθό, μέχρι τη μέρα που οι πωλητές ασφαλίσεων θα υποχρεούνται να διαθέτουν τα ασφαλιστικά αποθεματικά που αναλογούν στα ασφαλιστήρια που έχουν πουλήσει, η αγορά των CDS θα συμπεριφέρεται με την ανευθυνότητα ενός εμπρηστή. Εδώ όμως διακυβεύονται σοβαρά ζητήματα κυριαρχίας και σταθερότητας. Οι ελεγκτές των αγορών θα πρέπει να πάψουν να ανέχονται τα πάρτι με τις «πινάτα» και να παράσχουν επιτέλους λίγη σοβαρή, ενήλικη επιτήρηση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: