Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2010

Απ’ τον σκεπτικισμό στον αγνωστικισμό και στην τύφλα μας τη μαύρη

Αναρτήθηκε από Άθεος

Ο λόγος που καταπιάνομαι μ’ αυτήν την ανάρτηση είναι γιατί οι έννοιες που εκφράζουν φιλοσοφικά τον Σκεπτικισμό και Αγνωστικισμό είναι τόσο άγνωστες στο κοινό που περιδιαβαίνει τις διάφορες σελίδες του ιστοχώρου που με πιάνει απελπισία να βλέπω τόση άγνοια, ακόμα και διαστρέβλωση από κάποιους που το παίζουν αυθεντίες στη φιλοσοφία. Όμως, ας αρχίσουμε από τον σκεπτικισμό που είναι και ο αρχαιότερος.


Τον σκεπτικισμό τον θεμελίωσε ο Πύρρων (360-270) που καταγόταν από την Ηλεία αντιτιθέμενος στη διδασκαλία του Δημόκριτου υποστηρίζοντας την αναξιοπιστία της γνώσης.
Ο Πύρρων πίστευε ότι η γνώση που σχηματίζουμε για τον κόσμο μας είναι υποκειμενική (Υποκειμενικός Ιδεαλισμός). Οι αισθήσεις δε μας λένε την αλήθεια γιατί ο νους «ποικίλως τρέπεται» όπως έλεγε. Επομένως το κριτήριο θα είναι αγνώριστο, όπως και η αλήθεια! Τίποτα δεν είναι έτσι όπως φαίνεται. Απλά έτσι φαίνεται σε μας. Σε κάποιον άλλον φαίνεται διαφορετικά.
Αντιλαμβάνεται ο καθένας ότι οι Πυρρωνιστές δεν πίστευαν ότι ο κόσμος μας είναι αντικειμενικός, ενώ η «ακαταληψία» είναι αυτό που σήμερα θα λέγαμε κατά μια έννοια «Αγνωστικισμό».
Μπορεί ο Πύρρων να αρνιόταν τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τον κόσμο, την έθετε όμως στα χέρια μόνο των θεών.
Σατιρίζοντάς τον ο Λουκιανός στο «Βίων Πράσις» βάζει τον Πύρρωνα να δυσπιστεί και να αμφιβάλει ότι πουλιέται σαν δούλος αντί μιας Αττικής μνας και το νέο του αφεντικό να του λέει «όταν σε βάλω στο χειρόμυλο, θα καταλάβεις με το χειρότερο τρόπο πως είμαι το αφεντικό σου» (27). Ουσιαστικά όμως ο Πυρρωνισμός τελειώνει με τον Τίμωνα (320-230), αφού η επανεμφάνισή του θα διαφοροποιηθεί με τον Αρκεσίλαο που εξέτρεψε την πορεία της Ακαδημίας προς το Σκεπτικισμό του Πύρρωνα. Ο Αντίοχος ο Ασκαλωνίτης αργότερα επανέφερε την Ακαδημία στην παλιά της μορφή, έτσι και ο Αινησίδημος (2ος – 1ος αιώνας) από την Κνωσό της Κρήτης, ασκώντας κριτική ενάντια στους Νεοακαδημαϊκούς, επανέφερε κι αυτός τον Πυρρωνισμό στην παλιότερή του μορφή.

Όμως ο Νεοπυρρωνισμός αναβίωσε πάλι με τον Σέξτο τον Εμπειρικό (2ος- 3ος αιώνας μετά τη χρονολόγησή μας). Ο Σέξτος ήταν φιλόσοφος και εμπειρικός γιατρός από όπου πήρε και το επίθετό του.
Οι σκεπτικοί ονόμαζαν όλους τους άλλους φιλοσόφους, δογματικούς και ανόητους, γιατί νόμιζαν, όπως έλεγαν, ότι ανακάλυψαν την αλήθεια, τη στιγμή που τίποτα δεν είναι αληθινό («ουδέν εστίν αληθές»). Μόνο οι Σκεπτικοί εξακολουθούν να αναζητούν την αλήθεια χωρίς όμως να είναι βέβαιοι ότι θα την βρουν ποτέ.
Σύμφωνα με το Σέξτο λοιπόν, ακόμα και η έννοια της αιτιότητας αμφισβητείται, γιατί εμείς ορίζουμε την «αιτία» και το «αποτέλεσμα». Η σκεπτική αυτή «θέση» κλόνισε ακόμα και τη θεία πρόνοια, αφού η αιτιότητα είναι μια απλή επινόηση του νου και ο σκεπτικισμός έγινε εχθρικός ακόμα και σε κάθε μεταφυσική διάθεση. Δυστυχώς, στα χρόνια που ακολούθησαν, η τελευταία κυριάρχησε ενώ αντίθετα ο σκεπτικισμός σίγησε περισσότερο από χίλια χρόνια.

Σήμερα ο σκεπτικισμός είναι η φιλοσοφία της αμφιβολίας, γιατί αμφισβητεί όχι μόνο τη δυνατότητα της γνώσης αλλά και την αδυναμία του ανθρώπου να γνωρίσει την αλήθεια με τις αισθήσεις, με τη λογική ή και με τα δυο μαζί! Όποιος δεν συμφωνεί με τους σκεπτικιστές, είναι δογματικός και απόλυτος!
Στην ουσία ο σκεπτικισμός γίνεται ακραία μορφή πίστης, αφού στην ουσία οι ίδιοι δέχονται τη γνώση σαν απόλυτη, αναζητώντας την «αληθινή» ουσία των πραγμάτων.
Για να αντιληφθούμε καλύτερα τη λογική ενός σκεπτικιστή φανταστείτε να σκεφτείτε κάπως έτσι:
Θα έπρεπε να είμαστε συγκρατημένοι και να μην έχουμε καμιά γνώμη για την αληθινή ουσία των πραγμάτων (αδόξαστοι).
Να μην έχουμε προτιμήσεις (ακλινείς).
Και τέλος να μην είμαστε βέβαιοι για τίποτα, ούτε να αρνιόμαστε κάτι (αφασία). Όλα αυτά όμως είναι που οδηγούν στην πίστη, γιατί αντιτίθενται στη γνώση, υποστηρίζοντας ότι ο θεός είναι άφατος! Ότι δηλαδή υπάρχει, αλλά δεν μπορούμε να τον γνωρίσουμε. Μυστικιστικά λοιπόν όσοι δέχονται το θεό τους άφατο, βρίσκονται σε αφασία (η γαλήνη είναι η μόνη ευτυχία του ανθρώπου). Κατά μια παραπλήσια λογική λειτουργεί σαν αυτό που λέμε σήμερα στη Δύση «αυτός βρίσκεται στη Νιρβάνα του!»

Την εποχή του διαφωτισμού ο σκεπτικισμός, κάτω από την ραγδαία επικράτηση του εμπειρισμού και του υλισμού, έβαλε αρκετό νερό στο κρασί του. Η εμπειρία ήταν χρήσιμη πια, όμως για μεταφυσικές αναζητήσεις ο σκεπτικισμός έβαζε όρια. Κάθε προσπάθεια πνευματικής αναζήτησης ήταν ματαιοπονία (David Hume). Όμως δεν μπορούσε να προβάλει άρνηση. Η μαλθακότητα αυτή οδηγούσε στον ιδεαλισμό. O Emmanuel Kant ακολούθησε το μέσο δρόμο της κριτικής. Ακολούθησε το δρόμο ανάμεσα στον δογματισμό, χωρίς να βάζει όρια στις γνωστικές δυνατότητες του ανθρώπου και στο γνωστό σκεπτικισμό που αμφισβητούσε τις δυνατότητες του ανθρώπου ριζικά! Με λίγα λόγια δεχόταν τα αντικείμενα να προκαλούν τις αισθητηριακές μας αντιλήψεις, όμως η λογική μας δεν μπορεί να δώσει κάποια αυθεντική γνώση των «πραγμάτων καθεαυτά». Ό,τι χάνει εδώ η γνώση το κερδίζει η πίστη. Αν ο θεός δεν μπορεί να ανακαλυφτεί εμπειρικά, δεν ανήκει στον κόσμο των φαινομένων και γι αυτό, συμπέρανε ο Καντ, δεν είναι δυνατή ούτε η απόδειξη, ούτε η απόρριψη του θεού! Η θρησκεία δηλαδή γίνεται αντικείμενο πίστης και όχι αντικείμενο της θεωρητικής φιλοσοφίας ή της επιστήμης.
Από την άποψη αυτή θα κρατηθούν πολλοί πιστοί, μέχρι τις μέρες μας, όταν θα αδυνατούν να συσχετίσουν την πίστη τους με τα συμπεράσματα της φιλοσοφίας ή της επιστήμης.

Τώρα, ήρθε η ώρα να πούμε δυο λόγια και για τον αγνωστικισμό που είναι φιλοσοφικό εφεύρημα των ημερών μας.
Σαν όρος επινοήθηκε το 1869 από τον Άγγλο φυσιοδίφη Thomas Henry Huxley (1825-1895) προκειμένου να θεμελιώσει τις απόψεις του στα μεταφυσικά και θρησκευτικά ζητήματα, που εκείνη την εποχή δέχονταν το ένα πίσω από το άλλο τα πυρά της επιστημονικής κοινότητας.
Ο αγνωστικισμός γεννιέται εκεί όπου τα επιχειρήματα καλλιεργούν την αμφιβολία ή αξιώνουν τις αποδείξεις. Ακριβώς εδώ είναι που ο αγνωστικισμός ταυτίζεται με τον σκεπτικισμό του Πύρρωνα και ακόμα παλαιότερα, του Πρωταγόρα και των πρώτων σοφιστών. Σαν φιλοσοφική διδασκαλία δέχεται ότι το ζήτημα της αλήθειας δεν μπορεί να λυθεί οριστικά, ειδικότερα σε ότι αφορά τη γνώση της πραγματικότητας μέσα στην οποία ζει και ο άνθρωπος.
Η βικιπαίδεια, προσιτή σε όλους σας, μεταξύ άλλων, να τι ορισμό δίνει για τους αγνωστικιστές «Οι αγνωστικιστές μπορεί να ισχυρίζονται ότι δεν είναι δυνατόν να κατακτήσουμε απόλυτη ή βέβαιη πνευματική (μεταφυσική) γνώση».
Είναι αλήθεια, αντιδραστικότερο ορισμό δεν βρήκα πουθενά. Τι είναι η πνευματική γνώση που εμείς σαν όντα ενός αντικειμενικού κόσμου καλούμαστε να κατακτήσουμε; Όμως ας ορίσουμε τον αγνωστικισμό με μια πιο γενική έννοια.

Ο αγνωστικισμός αποκλείει την πλήρη γνώση και ενισχύει την άποψη ότι είμαστε θύματα αυταπάτης και ανίκανοι από τη φύση μας να κατανοήσουμε ακόμα και τους φυσικούς νόμους επαρκώς. Έτσι, αφήνει πεδίο ανοιχτό για να αντιμετωπιστούν το ίδιο σοβαρά οι πιο απίθανες και παράλογες απόψεις που τις συναντά κανείς όταν καταπιάνεται να φιλοσοφήσει για υπαρξιακά ζητήματα, για το θεό, τη δημιουργία του σύμπαντος και τις νέες επιστημονικές θεωρίες όπως για παράδειγμα της σχετικότητας και της κβαντομηχανικής για να μην αναφέρουμε κι άλλες που βρίσκονται στα σπάργανα (πεδίου, χορδές).
Σύμφωνα με όλα αυτά μπορούμε να πούμε ότι συνεπής με τον αγνωστικισμό ήταν η φιλοσοφία του Χιούμ η οποία αδυνατούσε να κρίνει τη σχέση ανάμεσα στην εμπειρία και την πραγματικότητα.
Αυτό όμως είναι πολύ κακό, ιδιαίτερα για μας που γνωρίσαμε το μεγαλείο του Διαλεκτικού Υλισμού και είμαστε πεπεισμένοι ότι υπάρχει αλληλένδετη σχέση ανάμεσα στη γνώση και την πραγματικότητα, ανάμεσα στο ιδεατό και το είναι. Όμως κυρίως να γιατί είναι κακός ο αγνωστικισμός:
Θέτοντας ένα σύνορο ανάμεσα στη γνώση και την πραγματικότητα είμαστε αναγκασμένοι να δεχτούμε ότι η γνώση δεν μπορεί να κατανοήσει τη φύση. Συνεπώς ο άνθρωπος μη κατανοώντας τη φύση δεν μπορεί να κατακτήσει τον κόσμο του και φυσικά αδυνατεί να τον αλλάξει. Ματαιοπονεί όταν δέχεται ότι τίποτα δεν είναι σωστό και γι αυτό δεν πρέπει να στηρίζεται στα συμπεράσματά του, γιατί πιθανότατα κάνει λάθος. Δεν μπορεί δηλαδή να είναι απόλυτα σίγουρος!
Ο αγνωστικισμός αδυνατεί επίσης να εξηγήσει πώς η γνώση μπορεί να μεγαλώσει τη δύναμη της ανθρωπότητας ώστε να κατακτήσει προς όφελός της τη φύση και γι αυτό η γνωσιολογική του φιλοσοφία είναι παθητική.
Οι αγνωστικιστές ισχυρίζονται ότι οι πληροφορίες μας για τον αντικειμενικό κόσμο, δηλαδή για τα αντικείμενα και τα φαινόμενά του, δεν μπορούν να ελεγχθούν με εγκυρότητα και γι’ αυτό η γνώση μας γι αυτά δεν μπορεί να είναι απόλυτη, αφού αυτή συνεχώς αλλάζει. Εδώ οι αγνωστικιστές προφανώς αγνοούν την διαλεκτική που δέχεται ότι η αντικειμενική αλήθεια είναι σχετική και όχι απόλυτη. Αγνοούν πως μεταξύ του σχετικού και του απόλυτου υπάρχει μια διαλεκτική αμοιβαία σχέση. Αγνοούν ότι η αντικειμενική αλήθεια είναι ταυτόχρονα μια σχετική αλήθεια! Και κυρίως αγνοούν ότι ένα σύστημα γνώσης της φύσης, συμπληρωμένο μια για πάντα, βρίσκεται σε αντίφαση με τους βασικούς νόμους της διαλεκτικής σκέψης.

Ο αγνωστικισμός λοιπόν περιορίζει τη δυνατότητα της ανθρώπινης γνώσης και μας αφοπλίζει, καταδικάζοντάς μας στην παθητικότητα, αφήνοντας παράλληλα τόπο στην πίστη και στο υπερφυσικό. Μέσα από αυτά τα επινοήματα, ο αγνωστικιστής, προσπαθεί να βρει εξηγήσεις προκειμένου να γεμίσει τα κενά.

Αναγκαστικά, επίσης, θεωρεί το θεό άφατο και μη μπορώντας να αποδείξει ή να διαψεύσει το δόγμα αφήνει χαραμάδες στον ιδεαλισμό, απ’ όπου περνούν οι πιο αντιδραστικές και αντιεπιστημονικές ιδέες. Στη θέση όπου υπάρχει το άγνωστο ο ιδεαλισμός κυριαρχεί. Στη θέση της γνώσης μπαίνει η πίστη και η δεισιδαιμονία.
Έτσι ο αγνωστικιστής, στην αντιπαράθεση του υλιστή με τον ιδεαλιστή, συχνά θα ταχθεί με τον ιδεαλιστή, δίνοντας λαβή στην πίστη ακόμα και όταν ο ίδιος δεν το επιθυμεί. Γι αυτό ο αγνωστικισμός είναι στενά συνδεμένος με τον ιδεαλισμό. Ο αγνωστικιστής, μην μπορώντας να κατασταλάξει ποια θρησκεία είναι καλύτερη γίνεται άθρησκος, αλλά ρέπει προς τον ιδεαλισμό, αφού δεν μπορεί να απορρίψει το θεό και στη θέση του κενού αργά ή γρήγορα θα επιτρέψει στον ιδεαλιστή να γεμίσει παραλογισμούς και εικασίες.

Οι σκεπτικιστές λοιπόν, οι αγνωστικιστές και οι άθρησκοι δεν μπορούν να λέγονται άθεοι αφού μη μπορώντας να αποδείξουν τη μη ύπαρξη του θεού, αφήνουν ένα ερωτηματικό να πλανάται, δίνοντας την ευκαιρία στους ιδεαλιστές να εκμεταλλευτούν το άφατο του θεού και να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Ο υλιστής άθεος δεν περιμένει καμιά τέτοια απόδειξη, αφού η ιδέα του θεού δεν ανήκει στην αντικειμενική πραγματικότητα και σαν υποκειμενική οντότητα (ιδέα) χωρίς την ύπαρξη του νου και του εγκέφαλου είναι ανύπαρκτος. Επίσης, όταν ο αγνωστικιστής θέτει σαν πλαίσιο αναφοράς την τέλεια γνώση (εγκυρότητα της γνώσης), για να πειστεί ότι δεν πλανάται, ουδέποτε θα φτάσει στην αλήθεια, θέτοντας όρια στην γνώση της αντικειμενικής πραγματικότητας. Ουδέποτε θα κατανοήσει ότι η ανθρώπινη γνώση, μέρα με τη μέρα αυξάνεται κατακτώντας τη φύση και όσο την κατανοεί ανοίγεται η δυνατότητα να την αλλάξει προς το συμφέρον του (η αλήθεια είναι σχετική).
Ή όπως θα το λέγαμε απλά, οι σκεπτικιστές, οι αγνωστικιστές στερούνται υλιστικής διαλεκτικής αντίληψης και δεμένοι στο άρμα του μηχανιστικού υλισμού, ταυτίζονται με τον ιδεαλισμό (υποκειμενικό και αντικειμενικό).
Τώρα μπορείτε να αντιληφθείτε καλύτερα, ελπίζω, γιατί επέμενα τόσο πολύ στα προηγούμενα τρία άρθρα!
Σαν συμπέρασμα ας έχουμε αυτόν τον γενικό ορισμό:
Κοινωνικοϊστορικά, ο άνθρωπος κυριαρχεί όλο και περισσότερο πάνω στη φύση και ερμηνεύοντας τον κόσμο, με τον καλύτερο τρόπο (διαλεκτικός υλισμός), αυτό δείχνει ότι η γνώση όλο και περισσότερο καθρεφτίζει την πραγματικότητα επιβεβαιώνοντας την επιστήμη και την κοινωνική πρακτική, καταδικάζοντας παράλληλα την μεταφυσική σαν την θεωρία του απόλυτου, αποτέλεσμα κυρίως της μη αντιστοίχησης γνώσης και πραγματικότητας!

«Δογματισμός και σκεπτικισμός είναι και οι δυο, από μια άποψη, απόλυτες φιλοσοφίες» έλεγε ο Μπέρτραντ Ράσσελ στα «αντιδημοφιλή δοκίμιά» του. «Ο οπαδός του πρώτου είναι βέβαιος ότι γνωρίζει και ο οπαδός του δεύτερου ότι δεν γνωρίζει. Εκείνο ακριβώς που πρέπει να εξαλείψει η φιλοσοφία είναι η βεβαιότητα, η βεβαιότητα είτε της γνώσης είτε της άγνοιας».
Με τα φιλοσοφικά τερτίπια του σκεπτικισμού και αγνωστικισμού, ο άνθρωπος κατάφερε να φρενάρει τη δυνατότητά του να γνωρίσει τον κόσμο και με πρόσχημα την αδυναμία του αυτή, φτωχαίνει ο ίδιος, πλουτίζοντας αυτούς που υποτίθεται ότι πολεμά.

Τελεία και Παύλα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: