Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

ΤΟ ΜΗΝΜΟΝΙΟ (Αυτούσιο)

EΥΡΩ [80 000 000 000]
ΣYΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΑΚΗΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ
μεταξύ
ΤΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ
ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΝΟΜΙΣΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΥΡΩ:
ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, ΙΡΛΑΝΔΙΑ,
ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ, ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ,
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ, ΒΑΣΙΛΕΙΟ
ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΙΑΣ,
ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΤΗΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ, ΣΛΟΒΑΚΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και
ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑΣ
και
του KfW,
που υπόκειται στις οδηγίες,
τελεί υπό την εγγύηση
και ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον
της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
ως Δανειστών
και
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ως Δανειολήπτη
ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ως Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη
8 ΜΑΪΟΥ 2010
Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΜΒΑΣΗ ΔΑΝΕΙΑΚΗΣ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ (η «Σύμβαση»)
συνάπτεται από και μεταξύ:
(Α) των ακόλουθων Κρατών Μελών των οποίων νόμισμα είναι το ευρώ: Βασίλειο του Βελγίου, Ιρλανδία, Βασίλειο της Ισπανίας, Γαλλική Δημοκρατία, Ιταλική Δημοκρατία, Κυπριακή Δημοκρατία, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, Δημοκρατία της Μάλτας, Βασίλειο των Κάτω Χωρών, Δημοκρατία της Αυστρίας, Πορτογαλική Δημοκρατία, Δημοκρατία της Σλοβενίας, Σλοβακική Δημοκρατία και Δημοκρατία της Φινλανδίας, αντιπροσωπευόμενα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εφεξής αναφερόμενη ως η «Επιτροπή») και του KfW που υπόκειται στις οδηγίες, τελεί υπό την εγγύηση και ενεργεί προς το δημόσιο συμφέρον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (εφεξής αναφερόμενα ως «Δανειστές» και το καθένα ως «Δανειστής»),
(Β) της Ελληνικής Δημοκρατίας (εφεξής αναφερόμενη ως «Ελλάδα» ή ο «Δανειολήπτης»), που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, και
(Γ) της Τράπεζας της Ελλάδος, που ενεργεί ως αντιπρόσωπος για λογαριασμό του Δανειολήπτη (εφεξής αναφερόμενη ως «Αντιπρόσωπος του Δανειολήπτη») που εκπροσωπείται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
ΠΡΟΟΙΜΙΟ
Λαμβάνοντας υπόψη ότι:
(1)
Η Ελλάδα στις 23 Απριλίου 2010 υπέβαλε αίτηση για διμερή δάνεια από τα υπόλοιπα Κράτη Μέλη των οποίων το νόμισμα είναι το ευρώ σύμφωνα με την Δήλωση των Αρχηγών Κρατών και Κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ της 25ης Μαρτίου 2010 και τη Δήλωση της Ευρωομάδας της 11ης Απριλίου 2010.

(2)
Σύμφωνα με το αίτημα αυτό, οι εκπρόσωποι των Κρατών Μελών των οποίων το νόμισμα είναι το ευρώ (τα «Κράτη Μέλη της Ευρωζώνης»), εκτός από την Ελλάδα, αποφάσισαν στις 2 Μαΐου 2010 να παρέχουν στήριξη σταθερότητας στην Ελλάδα σε διακυβερνητικό πλαίσιο, μέσω κοινά οργανωμένων (ή κοινά οργανωμένου κεφαλαίου) διμερών δανείων.
(3)
Τα δάνεια χορηγούνται σε συνδυασμό με τη χρηματοδότηση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (το «Δ.Ν.Τ.») βάσει ενός διακανονισμού χρηματοδότησης άμεσης ετοιμότητας (ο «Διακανονισμός Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας του Δ.Ν.Τ.»)
(4)
Οι εκπρόσωποι των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισαν στις 5 Μαΐου 2010 να αναθέσουν στην Επιτροπή καθήκοντα συντονισμού και διαχείρισης των συντονισμένων διμερών δανείων, όπως ορίζονται στη Συμφωνία μεταξύ των Πιστωτών, που συνάφθηκε στις 8 Μαΐου 2010 (η «Συμφωνία μεταξύ των Πιστωτών»).

(5)
Οι Δανειστές σε όλες τις λειτουργίες, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτή τη Σύμβαση, αντιπροσωπεύονται από την Επιτροπή και ενεργούν μέσω αυτής. Οι Δανειστές έχουν συμφωνήσει να ενεργούν με συντονισμένο τρόπο και να διοχετεύουν την επικοινωνία τους στην Επιτροπή μέσω του Προέδρου της Ομάδας Εργασίας του Ευρώ.
(6)
Μέτρα που αφορούν το συντονισμό και την επιτήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας της Ελλάδας και ορίζουν κατευθυντήριες γραμμές της οικονομικής πολιτικής για την Ελλάδα, θα καθορισθούν με απόφαση του Συμβουλίου δυνάμει των Άρθρων 126(9) και 136 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (η «ΣΛΕΕ») και η παρεχόμενη προς την Ελλάδα στήριξη συναρτάται με τη συμμόρφωση της Ελλάδας σε μέτρα που συνάδουν με την εν


(7)
Η διαθεσιμότητα του πρώτου Δανείου εξαρτάται από την υπογραφή του Μνημονίου Συνεννόησης και την έναρξη ισχύος της παρούσας Σύμβασης.
(8)
Η διαθεσιμότητα των Δανείων που έπονται του πρώτου εξαρτάται από τη θετική απόφαση των Κρατών Μελών της Ευρωζώνης (εκτός της Ελλάδας) μετά από διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (εφεξής «ΕΚΤ»), με βάση τα πορίσματα της επαλήθευσης από την Επιτροπή ότι η εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής του Δανειολήπτη συμφωνεί με το πρόγραμμα προσαρμογής ή όποιους άλλους όρους προβλέπονται στην απόφαση του Συμβουλίου δυνάμει των Άρθρων 126 (9) και 136 της ΣΛΕΕ και του Μνημονίου Συνεννόησης.
(9)
Η Επιτροπή ανοίγει έναν λογαριασμό στο όνομα των Δανειστών στην ΕΚΤ, που χρησιμοποιείται για την διενέργεια όλων των πληρωμών εκ μέρους των Δανειστών και του Δανειολήπτη, στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης.
(10)
Η Ελλάδα έχει ορίσει την Τράπεζα της Ελλάδας ως αντιπρόσωπό της για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης.
(11)
Κατάλληλα μέτρα που σχετίζονται με την πρόληψη και την καταπολέμηση της απάτης, της διαφθοράς και άλλων ατασθαλιών που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την στήριξη που παρέχεται από την παρούσα Σύμβαση ή την αποτελεσματική χρήση των κεφαλαίων που θα αναληφθούν με βάση αυτή, λαμβάνονται από τις αρχές του Δανειολήπτη.
(12)
Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να διενεργεί επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις, ανάλογα με την περίπτωση.
(13)
Δεδομένης της ανάγκης για ορισμένους Δανειστές να ολοκληρώσουν εθνικές διαδικασίες (που περιλαμβάνουν, ανάλογα με την περίπτωση, την κοινοβουλευτική έγκριση) πριν να είναι σε θέση να δεσμευθούν για να συμμετέχουν στη χρηματοδότηση των δανείων που θα χορηγηθούν στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης, τα αρχικά Δάνεια ενδέχεται να πρέπει να χρηματοδοτηθούν μόνο από ορισμένους Δανειστές, με επακόλουθη ανακατανομή των συμμετοχών, όπως και όταν οι διαδικασίες αυτές ολοκληρωθούν.
(14)
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας («Γερμανία») έχει ορίσει το KfW ως Δανειστή για λογαριασμό της Γερμανίας για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης. Ως εκ τούτου, οι αναφορές στο KfW ως Δανειστή αφορούν το KfW, που υπόκειται στις οδηγίες, τελεί υπό την εγγύηση και ενεργεί για το δημόσιο συμφέρον της Γερμανίας.

Ως εκ τούτου, τα μέρη συμφώνησαν τα εξής:
1.
Η ΔΑΝΕΙΑΚΗ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ

(1)
Οι Δανειστές καθιστούν διαθέσιμη στο Δανειολήπτη μια δανειακή διευκόλυνση (εφεξής αναφερόμενη ως η «Δανειακή Διευκόλυνση») σε ευρώ για ένα συνολικό ποσό κεφαλαίου ύψους μέχρι ογδόντα δις Ευρώ [80 000 000 000], και υπόκειται στους όρους και τις προϋποθέσεις του Μνημονίου Συνεννόησης και της παρούσας Σύμβασης.

(2)
Το μέγιστο ποσό που κάθε Δανειστής συνεισφέρει σε σχέση με τη Δανειακή Διευκόλυνση είναι το ποσό που έχει καθορισθεί δίπλα στο όνομά του κάτω από την επικεφαλίδα «Δέσμευση» στο Παράρτημα 1, όπως αυτό αναλόγως δύναται να αυξηθεί, ακυρωθεί ή μειωθεί σύμφωνα με τους όρους της παρούσας Σύμβασης και της Συμφωνίας μεταξύ των Πιστωτών (για κάθε Δανειστή, η «Δέσμευσή» του και το σύνολο των Δεσμεύσεών τους ισούται με τη «Συνολική Δέσμευση»).


(3)
Ο Δανειολήπτης χρησιμοποιεί όλα τα ποσά που δανείζεται σύμφωνα με τη Δανειακή Διευκόλυνση τηρώντας τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από το Μνημόνιο Συνεννόησης.

1.
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΔΑΝΕΙΣΤΩΝ

(1)
Οι υποχρεώσεις του κάθε Δανειστή σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση είναι ατομικές. Αδυναμία ενός Δανειστή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη Σύμβαση, δεν επηρεάζουν τις υποχρεώσεις οποιουδήποτε άλλου Δανειστή σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση. Κάθε Δανειστής δεν ευθύνεται για τις υποχρεώσεις άλλου Δανειστή που απορρέουν από την παρούσα Σύμβαση.

(2)
Τα δικαιώματα του κάθε Δανειστή που απορρέουν από ή σχετίζονται με την παρούσα Σύμβαση, είναι διακριτά και ανεξάρτητα δικαιώματα και κάθε χρέος του Δανειολήπτη που απορρέει από τη Σύμβαση αυτή προς έναν Δανειστή, αποτελεί ένα διακριτό και ανεξάρτητο χρέος. Ο Δανειολήπτης οφείλει να μην δίνει προτεραιότητα σε έναν Δανειστή έναντι των άλλων Δανειστών.
(3)
Οι Δανειστές και ο Δανειολήπτης δεν επιτρέπεται να εκχωρήσουν ή καθ’ οιονδήποτε άλλο τρόπο να μεταβιβάσουν οποιοδήποτε από τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις τους (ή, όσον αφορά τους Δανειστές, να συνάπτουν συμβάσεις με οποιοδήποτε τρίτο μέρος με σκοπό να μεταβιβάσουν το σύνολο ή μέρος της συμμετοχής τους προς το Δανειολήπτη ή το σύνολο ή μέρος των κινδύνων και των ωφελειών που απορρέουν από την συμμετοχή τους στην παρούσα Σύμβαση) χωρίς την προηγούμενη γραπτή συναίνεση όλων των Δανειστών.
(4)
Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 2 (3) ανωτέρω, ένας Δανειστής έχει το δικαίωμα να εκχωρήσει ή/και να μεταβιβάσει:
(α) μέρος (αλλά όχι το σύνολο) των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του που απορρέουν από ένα Δάνειο στο πλαίσιο της ανακατανομής των συμμετοχών των Δανειστών (όπως ορίζεται στο Άρθρο 3 (6) κατωτέρω) μεταξύ τους όπως προβλέπεται στο Άρθρο 6 της Συμφωνίας μεταξύ των Πιστωτών, ή
(β) οποιοδήποτε από τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του, τα οποία απορρέουν από ένα Δάνειο, στο Κράτος Μέλος που είναι ο εγγυητής του.
(5)
Κάθε τέτοια εκχώρηση και μεταβίβαση γίνεται σύμφωνα με τους όρους του Άρθρου 13.

(6)
Μετά από την εκχώρηση και μεταβίβαση οιωνδήποτε δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, οι συγκεκριμένοι Δανειστές οφείλουν αμελλητί να γνωστοποιούν εγγράφως στο Δανειολήπτη μια τέτοια εκχώρηση και μεταβίβαση.

3.
ΑΝΑΛΗΨΕΙΣ, ΚΑΘΑΡΟ ΠΟΣΟ ΕΚΤΑΜΙΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΟΙ ΟΡΟΙ
(1)
Με την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων της παρούσας Σύμβασης και του Μνημονίου Συνεννόησης, ο Δανειολήπτης μπορεί, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή, να ζητήσει εκταμίευση σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, (κάθε τέτοια εκταμίευση που πραγματοποιήθηκε ή πρόκειται να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της Δανειακής Διευκόλυνσης ή το τρέχον υπόλοιπο κεφαλαίου που κάθε φορά εκκρεμεί που εφεξής αναφέρονται ως «Δάνειο»), με



κατάθεση στην Επιτροπή δεόντως συμπληρωμένης αίτησης για την χρηματοδότηση, σύμφωνα με το υπόδειγμα του Παραρτήματος 2, αποδεχόμενος αμετάκλητα τους βασικούς όρους που αναφέρονται στην παρούσα, σύμφωνα με το Άρθρο 3 (3) (εφεξής «Αίτημα Χρηματοδότησης»).
(2)
Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, «Εργάσιμη Ημέρα» νοείται η ημέρα κατά την οποία το σύστημα πληρωμών TARGET 2 είναι σε λειτουργία για εκτέλεση συναλλαγών. Ως «Περίοδος Διαθεσιμότητας» νοείται η περίοδος που αρχίζει από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας Σύμβασης, και λήγει την (συμπεριλαμβανομένης αυτής) ημερομηνία της τρίτης επετείου της ημερομηνίας της παρούσας Σύμβασης.
(3)
Το Αίτημα Χρηματοδότησης είναι αμετάκλητο και δεν θεωρείται ότι έχει δεόντως ολοκληρωθεί εάν δεν προσδιορίζει τουλάχιστον τα ακόλουθα:
(α) την προτεινόμενη ημερομηνία της εκταμίευσης του αιτούμενου Δανείου (η «Ημερομηνία Εκταμίευσης»), η οποία πρέπει να είναι (i) μια Εργάσιμη Ημέρα, και (ii) μια ημέρα (εκτός Σαββάτου ή Κυριακής) κατά την οποία τα πιστωτικά ιδρύματα λειτουργούν στην πρωτεύουσα του κάθε Δανειστή, και (iii) μια ημέρα εντός της Περιόδου Διαθεσιμότητας, και (iv) μια ημέρα, όχι νωρίτερα από την δέκατη πέμπτη Εργάσιμη Ημέρα μετά την ημερομηνία υποβολής του Αιτήματος Χρηματοδότησης. Παρά τα προαναφερόμενα, το σημείο (iv) δεν εφαρμόζεται για το πρώτο Δάνειο·
(β) το ποσό του αιτούμενου Δανείου θα πρέπει να είναι κατ’ ελάχιστον το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου Ευρώ (1,000,000,000 €)·
(γ) την αιτούμενη περίοδο χάριτος για το σχετικό Δάνειο, εάν υπάρχει, κατά την διάρκεια της οποίας δεν απαιτείται να πραγματοποιηθούν καταβολές εξόφλησης κεφαλαίου από το Δανειολήπτη και η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των τριών ετών από την Ημερομηνία Εκταμίευσης (η «Περίοδος Χάριτος»)·
(δ) τη διάρκεια του αιτούμενου Δανείου, που δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε έτη, από την Ημερομηνία Εκταμίευσης του Δανείου και της οποίας η τελευταία ημέρα πρέπει να είναι Ημερομηνία Καταβολής Τόκων (όπως ορίζεται κατωτέρω) (η "Διάρκεια"), και
(ε) το χρονοδιάγραμμα εξόφλησης, το οποίο προβλέπει ότι οι καταβολές εξόφλησης κεφαλαίου πρέπει να γίνονται σε ισόποσες τριμηνιαίες καταβολές κεφαλαίου από το Δανειολήπτη σε κάθε Ημερομηνία Καταβολής Τόκων (όπως ορίζεται κατωτέρω) αρχίζοντας από την πρώτη Ημερομηνία Καταβολής Τόκων μετά τη λήξη της Περιόδου Διαθεσιμότητας ή (το αργότερο) από το τέλος της σχετικής Περιόδου Χάριτος (εάν υπάρχει) και λήγοντας στην Ημερομηνία Καταβολής Τόκων που συμπίπτει με το τέλος της Διάρκειας αυτού του Δανείου.


(4)
Μετά το Αίτημα Χρηματοδότησης για το πρώτο Δάνειο, η υποχρέωση των Δανειστών να καταβάλουν το ποσό της Καθαρής Συμμετοχής (όπως ορίζεται κατωτέρω στο Άρθρο 3(6) ) στο Δανειολήπτη σε σχέση με το πρώτο Δάνειο, υπόκειται:

(α) στην παραλαβή από την Επιτροπή νομικής γνωμοδότησης που ικανοποιεί τους Δανειστές, και παρέχεται από τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και από τον Νομικό Σύμβουλο του Υπουργείου Οικονομικών, με βάση το υπόδειγμα που προβλέπεται στο Παράρτημα 4. Η εν λόγω γνωμοδότηση πρέπει να φέρει ημερομηνία, όχι μεταγενέστερη της ημερομηνίας υποβολής του Αιτήματος Χρηματοδότησης. Ο Δανειολήπτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενημερώσει τους Δανειστές αμέσως αν, μεταξύ της ημερομηνίας της γνωμοδότησης και της Ημερομηνίας Εκταμίευσης, έχει επέλθει οποιοδήποτε συμβάν που θα καθιστούσε εσφαλμένη οποιαδήποτε δήλωση περιέχεται στη γνωμοδότηση·
(β) στην παραλαβή από την Επιτροπή ενός επίσημου εγγράφου από τον Υπουργό Οικονομικών του Δανειολήπτη, το οποίο αναφέρει τα πρόσωπα που είναι εξουσιοδοτημένα να υπογράφουν τα Αιτήματα Χρηματοδότησης (και κατ’ αυτόν τον τρόπο δεσμεύουν εγκύρως τον Δανειολήπτη) και περιέχουν δείγματα υπογραφής των προσώπων αυτών·
(γ) στο υπογεγραμμένο Μνημόνιο Συνεννόησης·
(δ) στην παραλαβή από την Επιτροπή, όχι αργότερα από την Ημερομηνία Εκταμίευσης του εν λόγω Δανείου, Επιβεβαιώσεων Δέσμευσης, από τουλάχιστον πέντε δανειστές που αντιστοιχούν τουλάχιστον στα 2/3 της Συνολικής Δέσμευσης (ο «Κρίσιμος Αριθμός των Δανειστών»)·
(ε) στην παραλαβή από την Επιτροπή επιβεβαίωσης από τους Δανειστές (i) ότι είναι ικανοποιημένοι ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την ανάληψη κεφαλαίων δυνάμει της παρούσας Σύμβασης, και (ii) για τους όρους βάσει των οποίων επιθυμούν να χορηγήσουν ένα Δάνειο στο Δανειολήπτη·
(στ) στο ότι δεν έχει συμβεί ουσιώδης δυσμενής μεταβολή από την ημερομηνία της παρούσας Σύμβασης, τέτοιας που, κατά τη γνώμη των Δανειστών, μετά από διαβούλευση με το Δανειολήπτη, να μπορεί να βλάψει σημαντικά την ικανότητα του Δανειολήπτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις καταβολής του βάσει της παρούσας Σύμβασης, δηλαδή την εξυπηρέτηση του Δανείου που πρόκειται να χρηματοδοτηθεί και την αποπληρωμή του και
(ζ) στο γεγονός ότι δεν σημειώθηκε λόγος καταγγελίας (περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων) εκ μέρους του Δανειολήπτη η οποία να συνεχίζεται.
(5)
Μετά την παραλαβή Αιτήματος Χρηματοδότησης σε σχέση με οποιοδήποτε επόμενο Δάνειο, η υποχρέωση των Δανειστών για μεταβίβαση της Καθαρής Συμμετοχής, όπως ορίζεται κατωτέρω στο Άρθρο 3 (6), για οποιοδήποτε τέτοιο μεταγενέστερο Δάνειο στον Δανειολήπτη υπόκειται:



(α) στην επιβεβαίωση από το Δανειολήπτη ότι δεν έχει συμβεί κανένα γεγονός τέτοιο που να καθιστά εσφαλμένη οποιαδήποτε δήλωση που περιέχεται στη νομική γνωμοδότηση που έλαβαν οι Δανειστές σύμφωνα με το Άρθρο 3 (4) (α)·
(β) στο διαθέσιμο υφιστάμενο υπόλοιπο από τις Δεσμεύσεις ενός Κρίσιμου Αριθμού Δανειστών·
(γ) στην παραλαβή από την Επιτροπή επιβεβαίωσης από τα Κράτη Μέλη της Ζώνης του Ευρώ (εξαιρουμένης της Ελλάδας) ότι είναι ικανοποιημένα με την τήρηση εκ μέρους του Δανειολήπτη των όρων του Μνημονίου Συνεννόησης και των όρων που προβλέπονται στην απόφαση του Συμβουλίου δυνάμει των Άρθρων 126 (9) και 136 ΣΛΕΕ, και
(δ) στην πλήρωση των όρων που αναφέρονται παραπάνω στις παραγράφους (ε), (στ) και (ζ) του Άρθρου 3 (4).
Εάν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 (4) (στην περίπτωση του πρώτου Δανείου) ή του Άρθρου 3 (5) ανωτέρω (στην περίπτωση των επόμενων Δανείων) πληρούνται, η Επιτροπή κοινοποιεί στον Δανειολήπτη εγγράφως κατά το υπόδειγμα του Παραρτήματος 3, το καθοριζόμενο ποσό και τους λεπτομερείς όρους (οι οποίοι μπορεί να είναι όμοιοι ή να διαφέρουν από αυτούς που ορίζονται στο αντίστοιχο Αίτημα Χρηματοδότησης) του Δανείου που οι Δανειστές είναι πρόθυμοι να επεκταθεί προς τον Δανειολήπτη δυνάμει της παρούσας Σύμβασης (εφεξής «Ανακοίνωση Αποδοχής»).
Ο Δανειολήπτης και οι Δεσμευόμενοι Δανειστές, όπως ορίζονται στο Άρθρο 3 (6) κατωτέρω, δεσμεύονται αμετάκλητα από τους όρους της Ανακοίνωσης Αποδοχής, εκτός εάν οι όροι του Δανείου διαφέρουν από εκείνους που προσδιορίζονται στο Αίτημα Χρηματοδότησης, περίπτωση κατά την οποία ο Δανειολήπτης και οι Δεσμευόμενοι Δανειστές δεσμεύονται μόνο από τους όρους της Ανακοίνωσης Αποδοχής, εφόσον ο Δανειολήπτης γνωστοποιεί εγγράφως στην Επιτροπή τη συγκατάθεσή του για αυτό. Σε περίπτωση άρνησης του Δανειολήπτη για την αποδοχή τέτοιων όρων, το Αίτημα Χρηματοδότησης και η σχετική Ανακοίνωση Αποδοχής καθίστανται αμφότερα άκυρα.
(6)
Εάν οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρούσα Σύμβαση (και ιδίως τα Άρθρα 3 (4) και 3 (5) ανωτέρω) έχουν τηρηθεί, κάθε Δανειστής που έχει καταθέσει στην Επιτροπή Επιβεβαίωση Δέσμευσης (τέτοια ώστε κάθε Δανειστής ορίζεται ως «Δεσμευόμενος Δανειστής») οφείλει, όχι αργότερα από την σχετική Ημερομηνία Εκταμίευσης, να μεταφέρει σε πίστωση του λογαριασμού των Δανειστών τη συμμετοχή του σε κάθε δάνειο (η «Συμμετοχή») (μειωμένη, με μοναδικό σκοπό τον καθορισμό και τον τρόπο πληρωμής του Καθαρού Ποσού Εκταμίευσης, όπως ορίζεται στην παράγραφο 8 κατωτέρω), κατά το ποσό της Επιβάρυνσης Εξυπηρέτησης (όπως ορίζεται στο Άρθρο 5 (2) παρακάτω) που υπολογίζεται στο ποσό μιας τέτοιας Συμμετοχής, σύμφωνα με το Άρθρο 5 (2), (η «Καθαρή Συμμετοχή»), όπως αυτή η Συμμετοχή καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμφωνίας μεταξύ των Πιστωτών.
Για την αποφυγή αμφιβολιών, για όλους τους άλλους σκοπούς εκτός από τον καθορισμό και τον τρόπο πληρωμής του Καθαρού Ποσού Εκταμίευσης (π.χ. για σκοπούς υποβολής αναφοράς, ψηφοφοριών, κ.λπ.), μόνο η Συμμετοχή (όχι η Καθαρή Συμμετοχή) των Δανειστών λαμβάνεται υπόψη.
(7)
Ο Δεσμευόμενος Δανειστής δεν υποχρεούται να συμμετέχει σε ένα Δάνειο, αν ισχύουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 5(7) και παρά τα μέτρα που προτείνονται από την Ομάδα Εργασίας του Ευρώ, εφόσον ο εν λόγω Δεσμευόμενος


(8)
Εφόσον η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα λαμβάνει στο Λογαριασμό των Δανειστών πριν από τις 11:00 π.μ. (ώρα Βρυξελλών) κατά την Ημερομηνία Εκταμίευσης ενός Δανείου το σύνολο των Καθαρών Συμμετοχών όλων των Δεσμευόμενων Δανειστών αυτού του Δανείου (εφεξής αναφερόμενο ως το «Καθαρό Ποσό Εκταμίευσης»), οι Δανειστές μεριμνούν ώστε η Επιτροπή να αναθέσει στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να μεταβιβάσει το Καθαρό Ποσό Εκταμίευσης στην Ημερομηνία Εκταμίευσης στον λογαριασμό του Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη που τηρείται σε ευρώ (SWIFT BIC: BNGRGRAA, IBAN: GR0301000230000000000200659) (Σχετ.: «Μηχανισμός Στήριξης της Ζώνης του Ευρώ για την Ελλάδα), ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό σε ευρώ τον οποίο ο Αντιπρόσωπος του Δανειολήπτη θα υποβάλει εγγράφως στην Επιτροπή και την ΕΚΤ με αντίγραφο που κοινοποιείται στον Δανειολήπτη, το αργότερο σε δύο Εργάσιμες Ημέρες, πριν από την Ημερομηνία Εκταμίευσης.
Αν, κατά την Ημερομηνία Εκταμίευσης, ο λογαριασμός των Δανειστών δεν έχει πιστωθεί με το συνολικό ποσό όλων των Καθαρών Συμμετοχών όλων των Δεσμευόμενων Δανειστών αναφορικά με το εν λόγω Δάνειο, τότε:
(α) όταν το άθροισμα των Καθαρών Συμμετοχών που πραγματικά εισπράχθηκε σε σχέση με το Δάνειο αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90% του συνόλου των Καθαρών Συμμετοχών όλων των Δεσμευόμενων Δανειστών σε σχέση με το εν λόγω Δάνειο, τότε και υπό τον όρο ότι συναινεί ο Δανειολήπτης, το Καθαρό Ποσό Εκταμίευσης μειώνεται έτσι ώστε να είναι ίσο με το άθροισμα των Καθαρών Συμμετοχών που πραγματικά εισπράχθηκαν από την ΕΚΤ και οι Δανειστές μεριμνούν ώστε η Επιτροπή να δώσει οδηγίες στην ΕΚΤ να μεταβιβάσει το Καθαρό Ποσό Εκταμίευσης, μειωμένο στον Δανειολήπτη με τον τρόπο που ορίστηκε ανωτέρω. Σε αντίθετη περίπτωση, αν ο Δανειολήπτης αρνηθεί να λάβει τέτοιου είδους χαμηλότερο ποσό σε σχέση με το Δάνειο, η Επιτροπή δεν αναθέτει στην ΕΚΤ τη μεταβίβαση αυτών των κεφαλαίων (τα οποία επιστρέφονται αμέσως χωρίς καθυστέρηση στους συγκεκριμένους Δεσμευόμενους Δανειστές) και το Αίτημα Χρηματοδότησης και οι σχετικές Ανακοινώσεις Αποδοχής ακυρώνονται αυτομάτως. Εάν οποιοδήποτε μέρος του υπολειπόμενου ποσού των Καθαρών Συμμετοχών ληφθεί πράγματι εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την προγραμματισμένη Ημερομηνία Εκταμίευσης, τότε η Επιτροπή διαβουλεύεται με τον Δανειολήπτη για το αν αυτός επιθυμεί να λάβει έμβασμα των εν λόγω χρηματοδοτήσεων και σε αυτήν την περίπτωση τα (αντισυμβαλλόμενα) μέρη θα πραγματοποιήσουν τέτοιες προσαρμογές στους όρους του σχετικού ποσοστού του Δανείου, όσες είναι απαραίτητες, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η καθυστερημένη είσπραξη αυτών των χρηματοδοτήσεων. Οποιεσδήποτε χρηματοδοτήσεις λαμβάνονται πέραν της περιόδου των δύο (2) Εργάσιμων Ημερών επιστρέφονται από την Επιτροπή στον Δανειστή(-ές) που αφορούν, ή
(β) όταν το άθροισμα των Καθαρών Συμμετοχών που πραγματικά εισπράχθηκαν σε σχέση με αυτό το Δάνειο είναι χαμηλότερο του 90% του συνόλου των Καθαρών Συμμετοχών όλων των Δεσμευόμενων Δανειστών σε σχέση με το Δάνειο αυτό, τότε η Επιτροπή δεν αναθέτει στην ΕΚΤ την μεταβίβαση στον Δανειολήπτη των αντίστοιχων δανειακών κεφαλαίων (και αυτά παραμένουν πιστωμένα στο λογαριασμό των Δανειστών) μέχρι η Επιτροπή να



λάβει περαιτέρω οδηγίες από τους Δανειστές για να προβεί σε αυτή και ο Δανειολήπτης να γνωστοποιήσει εγγράφως την συγκατάθεσή του στην Επιτροπή για τη λήψη των δανειακών κεφαλαίων. Σε περίπτωση κατά την οποία:
(i)
είτε οι Δανειστές έχουν δώσει την εντολή στην Επιτροπή να μην προχωρήσει περαιτέρω με την εκταμίευση, ή οι Δανειστές δεν έχουν δώσει εντολή στην Επιτροπή εντός δύο Εργάσιμων Ημερών μετά την Ημερομηνία Εκταμίευσης,
(ii)
είτε ο Δανειολήπτης έχει γνωστοποιήσει στην Επιτροπή την άρνησή του να λάβει το χαμηλότερο ποσό ή ο Δανειολήπτης δεν έχει γνωστοποιήσει στην Επιτροπή την συγκατάθεσή του για τη λήψη των δανειακών κεφαλαίων εντός δύο Εργάσιμων Ημερών μετά την Ημερομηνία Εκταμίευσης,
η Επιτροπή, στη συνέχεια, δίνει εντολή στην ΕΚΤ να επιστρέψει αμέσως τις Καθαρές Συμμετοχές που βρίσκονται σε πίστωση του λογαριασμού των Δανειστών στους Δεσμευόμενους Δανειστές που αφορούν και το Αίτημα Χρηματοδότησης και η σχετική Ανακοίνωση Αποδοχής ακυρώνονται και
(γ) οποιεσδήποτε προσαρμογές σύμφωνα με τα Σημεία (α) και (β) λαμβάνουν χώρα με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων του Δανειολήπτη έναντι των Δεσμευόμενων Δανειστών που δεν κατάφεραν να χρηματοδοτήσουν το ποσοστό τους στο Δάνειο.
(9)
Η εκταμίευση ενός Δανείου σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει τα μέρη να προχωρήσουν στη σύναψη δανειοδοτικών και δανειοληπτικών πράξεων οποιουδήποτε περαιτέρω Δανείου.
(10)
Το δικαίωμα του Δανειολήπτη να υποβάλει αιτήσεις για Δάνεια στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης λήγει στο τέλος της Περιόδου Διαθεσιμότητας, μετά την πάροδο της οποίας κάθε ποσό που δεν εκταμιεύθηκε από την Δανειακή Διευκόλυνση καθίσταται άμεσα άκυρο.
4.
ΠΑΡΑΔΟΧΕΣ, ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
(1)
Παραδοχές

Ο Δανειολήπτης αναγνωρίζει και εγγυάται στους Δανειστές κατά την Ημερομηνία (έναρξης ισχύος) της παρούσας Σύμβασης καθώς και για κάθε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκων ότι:
(α) κάθε Δάνειο αποτελεί μία χωρίς εξασφάλιση, άμεση, ανεπιφύλακτη, μη εξαρτημένη και γενική υποχρέωση του Δανειολήπτη και έχει σειρά προτεραιότητας τουλάχιστον ισότιμη (pari passu) με όλα τα άλλα υφιστάμενα και μελλοντικά χωρίς εξασφάλιση και μη εξαρτημένα δάνεια και υποχρεώσεις του Δανειολήπτη, που απορρέουν από το υφιστάμενο ή μελλοντικό του Σχετικό Χρέος, όπως ορίζεται στο Άρθρο 8 (1) (ζ) κατωτέρω, και



(β) Η νομική γνωμοδότηση του Νομικού Συμβούλου του Κράτους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Νομικού Συμβούλου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών που παρέχεται σε συμφωνία με το Άρθρο 3 (4) (α) είναι ακριβής και ορθή.
Ο Δανειολήπτης επιβεβαιώνει ότι έχει λάβει αντίγραφο της Συμφωνίας μεταξύ των Πιστωτών και αναγνωρίζει ότι είναι ενήμερος και κατανοεί τους όρους της. Σε περίπτωση οποιασδήποτε τροποποίησης της Συμφωνίας μεταξύ των Πιστωτών, οι Δανειστές πρέπει να παρέχουν τους αναθεωρημένους όρους στον Δανειολήπτη για να λάβει γνώση.
(2)
Υποχρεώσεις
Ο Δανειολήπτης δεσμεύεται, έως ότου όλο το κεφάλαιο της παρούσας Σύμβασης να έχει επιστραφεί πλήρως και όλοι οι τόκοι και τα πρόσθετα ποσά, αν υπάρχουν, στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης, να έχουν πλήρως εξοφληθεί:

(α) Με εξαίρεση τα βάρη που απαριθμούνται στις παραγράφους (1) έως (6) κατωτέρω:
(i)
να μην εξασφαλίσει με υποθήκη, ενέχυρο ή άλλο βάρος πάνω στην ίδια περιουσία ή στα έσοδα, τυχόν υφιστάμενο ή μελλοντικό Σχετικό Χρέος και οποιαδήποτε εγγύηση ή αποζημίωση δίδονται επί αυτού, εκτός εάν τα Δάνεια την ίδια στιγμή διαμοιράζονται ισότιμα (pari passu) και αναλογικά (pro rata) έχοντας την ίδια διασφάλιση· και
(ii)
να μην χορηγήσει σε οποιονδήποτε άλλο πιστωτή ή κάτοχο του δημόσιου χρέους, προτεραιότητα σε σχέση με τους Δανειστές.
Η χορήγηση των ακόλουθων βαρών δε θα πρέπει να αποτελεί παράβαση αυτού του Άρθρου:
(1)
εμπράγματα βάρη, σε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, που δημιουργήθηκαν για τη διασφάλιση της τιμής αγοράς των περιουσιακών αυτών στοιχείων, καθώς και κάθε ανανέωση ή παράταση των εν λόγω βαρών, η οποία περιορίζεται στην αρχική ιδιοκτησία που καλύπτεται από αυτά και η οποία διασφαλίζει οποιαδήποτε ανανέωση ή παράταση της αρχικής διασφαλισμένης χρηματοδότησης, και
(2)
βάρη επί εμπορικών αγαθών, που προκύπτουν κατά τη διάρκεια των συνήθων εμπορικών συναλλαγών (και λήγουν το αργότερο εντός ενός έτους), για τη χρηματοδότηση της εισαγωγής ή εξαγωγής τέτοιων αγαθών από και προς τη χώρα του Δανειστή, και
(3)
εμπράγματα βάρη ή βάρη τα οποία αποσκοπούν στην πληρωμή του Σχετικού Χρέους, που προέκυψαν αποκλειστικά με σκοπό να παρασχεθεί χρηματοδότηση για ένα ειδικό επενδυτικό έργο, υπό την προϋπόθεση ότι, η περιουσία την οποία οποιοδήποτε από αυτά τα βάρη αφορά, είναι περιουσία που αποτελεί αντικείμενο αυτού του χρηματοδοτούμενου έργου ή είναι πρόσοδοι ή απαιτήσεις που απορρέουν από το έργο αυτό, και
(4)
οποιαδήποτε άλλα βάρη, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της υπογραφής αυτής της Σύμβασης, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω βάρη εξακολουθούν να περιορίζονται στην περιουσία που επηρεάζεται από αυτά τα βάρη στο πλαίσιο των ισχυουσών συμβάσεων κατά την ημερομηνία της υπογραφής της παρούσας Σύμβασης και υπό την


(5)
όλα τα άλλα θεσμοθετημένα βάρη και προνόμια, που ισχύουν αποκλειστικά λόγω της νομοθεσίας και τα οποία δεν μπορούν εύλογα να αποφευχθούν από τον Δανειολήπτη, και
(6)
βάρη, που αναγνωρίζονται ή για τα οποία συγκατατίθενται σε σχέση με την εξασφάλιση περιουσιακών στοιχείων του Κράτους όπου η συναλλαγή συνεπάγεται (α) (i) την πώληση, μεταβίβαση, ή εκχώρηση περιουσιακών στοιχείων του Κράτους σε εταιρεία ειδικού σκοπού ή παρόμοιου φορέα ή (ii) τη χορήγηση από τον Δανειολήπτη εξασφαλίσεων σε περιουσιακά στοιχεία του Κράτους, όπου (β) αυτά τα περιουσιακά στοιχεία χρησιμοποιούνται σε κάθε περίπτωση για να ενισχύσουν ή να εξασφαλίσουν μια δημόσια έκδοση ομολόγων από μια τέτοια εταιρεία ειδικού σκοπού ή από παρόμοιο φορέα και όπου το δικαίωμα αναγωγής των επενδυτών σε σχέση με αυτά τα ομόλογα είναι περιορισμένο στα παραγόμενα έσοδα ή στην πραγματοποιήσιμη (εφικτή) αξία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων του Κράτους και (γ) υπό την προϋπόθεση ότι οι όροι μιας τέτοιας εξασφάλισης και η χρήση των εισπράξεων της εν λόγω συναλλαγής είναι συμβατοί με τους όρους πολιτικής του Μνημονίου Συνεννόησης και υπολογίζονται στους εθνικούς λογαριασμούς σύμφωνα με τις αρχές του ΕΣΟΛ 95 και τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Εurostat) για τις τιτλοποιήσεις που αναλαμβάνονται από τις κυβερνήσεις.
Όπως χρησιμοποιείται στο παρόν άρθρο, «χρηματοδότηση ενός ειδικού επενδυτικού έργου» σημαίνει κάθε χρηματοδότηση απόκτησης, κατασκευής ή ανάπτυξης οποιασδήποτε περιουσίας σε σύνδεση με ένα έργο, εφόσον ο φορέας που χορηγεί αυτή τη χρηματοδότηση συμφωνεί ρητά να εξετάσει την χρηματοδοτούμενη περιουσία και τα έσοδα που προκύπτουν από τη λειτουργία, ή την απώλεια ή τη ζημία, σε αυτή την περιουσία ως την βασική πηγή αποπληρωμής αυτών των χρημάτων.
(β) να αξιοποιήσει τα Καθαρά Ποσά Εκταμίευσης σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου βάσει των Άρθρων 126 (9) και 136 ΣΛΕΕ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο και σε συμφωνία με το Μνημόνιο Συνεννόησης.
(γ) να καταβάλει μόνο τα Δάνεια που υπάγονται στο πλαίσιο αυτής της Σύμβασης, σύμφωνα με τους όρους της παρούσας Σύμβασης κατ’ αναλογία (pro rata) και ισότιμη (pari passu) βάση σε κάθε Δεσμευόμενο Δανειστή, μέσω καταβολών στο λογαριασμό των Δανειστών που τηρείται στην ΕΚΤ και να μην διαπραγματεύεται σε διμερή ή προτιμησιακή βάση με μεμονωμένους Δανειστές σχετικά με τα Δάνεια της παρούσας Σύμβασης.
(δ) να αποκτά και να διατηρεί σε πλήρη ισχύ όλες τις εξουσιοδοτήσεις που απαιτούνται, για να τηρεί τις υποχρεώσεις του όπως απορρέουν από αυτή τη Σύμβαση
και
(ε) να συμμορφώνεται πλήρως με τους ισχύοντες νόμους, που θα ήταν δυνατόν να επηρεάσουν την ικανότητά του για την εφαρμογή της παρούσας Σύμβασης.
5.
ΕΠΙΤΟΚΙΟ, ΚΟΣΤΗ ΚΑΙ ΔΑΠΑΝΕΣ


(1)
Με την επιφύλαξη του άρθρου 5 (7) κατωτέρω, και αναφορικά με κάθε υφιστάμενο δάνειο, ο Δανειολήπτης καταβάλλει, σε κάθε Ημερομηνία Πληρωμής Τόκων, τόκους που έχουν προκύψει από κάθε τέτοιο δάνειο κατά τη διάρκεια της Τοκοφόρου Περιόδου που λήγει κατά την ημερομηνία αυτή, με ετήσιο επιτόκιο (το «Επιτόκιο») ίσο με το άθροισμα:
(α) του τότε ισχύοντος τρίμηνου EURIBOR προσδιοριζόμενου σύμφωνα με το Παράρτημα 5, ή (i) του προσδιοριζόμενου αναφορικά με τις περιόδους που ισούνται ή υπερβαίνουν τη μία εβδομάδα και είναι μικρότερες από τρεις μήνες, το αντίστοιχο επιτόκιο EURIBOR (χρησιμοποιώντας το επιτόκιο EURIBOR για την επόμενη μεγαλύτερη διάρκεια για την οποία τέτοια επιτόκια είναι διαθέσιμα και (ii) αναφορικά με τις περιόδους που είναι μικρότερες από μία εβδομάδα το εφαρμοζόμενο επιτόκιο ΕΟΝΙΑ για κάθε ημέρα με ημερήσια κεφαλαιοποίηση, και,
(β) του περιθωρίου που ισούται με :
(i)
300 μονάδες βάσης για όλες τις Τοκοφόρους Περιόδους που αρχίζουν κατά ή μετά την Ημερομηνία Εκταμίευσης κάθε Δανείου ή μετά από αυτήν και λήγουν συμπεριλαμβάνοντας την Τοκοφόρο Περίοδο, που λήγει την τρίτη επέτειο της Ημερομηνίας Εκταμίευσης, ή αν αυτή δεν είναι η Ημερομηνία Καταβολής Τόκων, την πρώτη Ημερομηνία Καταβολής Τόκων μετά την τρίτη επέτειο μιας τέτοιας Ημερομηνίας Εκταμίευσης, και,
(ii)
400 μονάδες βάσης για όλες τις επόμενες Τοκοφόρους Περιόδους.
Για τους σκοπούς αυτής της Σύμβασης :
«Ημερομηνία Καταβολής Τόκων» σημαίνει, αναφορικά με κάθε Δάνειο, οποιαδήποτε ημερομηνία, 15 Μαρτίου, 15 Ιουνίου, 15 Σεπτεμβρίου και 15 Δεκεμβρίου κάθε έτους και την τελική ημερομηνία εξόφλησης κάθε δανείου, αν αυτό καταστεί εξοφλητέο πριν από το τέλος της προγραμματισμένης του Διάρκειας, και,
«Τοκοφόρος περίοδος» σημαίνει, αναφορικά με το δάνειο, κάθε τρίμηνη περίοδο που αρχίζει την (και συμπεριλαμβάνει) την Ημερομηνία Καταβολής Τόκων και λήγει την (αλλά αποκλείοντάς την) επομένη Ημερομηνία Καταβολής Τόκων εκτός από (i) την πρώτη Τοκοφόρο Περίοδο κάθε τέτοιου δανείου, το οποίο πρόκειται να αρχίσει (και συμπεριλαμβάνει) την Ημερομηνία Εκταμίευσης και να λήξει (εξαιρώντας την) την πρώτη Ημερομηνία Καταβολής Τόκων που ακολουθεί κάθε Ημερομηνία Εκταμίευσης και (ii) κάθε διακεκομμένη Τοκοφόρο Περίοδο στην περίπτωση που ένα Δάνειο επισπεύδεται ή σε διαφορετική περίπτωση εξοφλείται σε ημερομηνία διαφορετική από την τελευταία ημέρα της προγραμματισμένης του διάρκειας.
(2)
Προκειμένου να καλύψει τις λειτουργικές δαπάνες, ο Δανειολήπτης καταβάλλει σε καθέναν από τους Δεσμευόμενους Δανειστές, αρχική μη επιστρεπτέα επιβάρυνση εξυπηρέτησης, ίση με 50 μονάδες βάσης (η «Επιβάρυνση Εξυπηρέτησης») που υπολογίζεται στο κεφάλαιο της Συμμετοχής του κάθε Δεσμευόμενου Δανειστή σε κάθε Δάνειο, που αφαιρείται από κάθε Δάνειο που πρόκειται να εκταμιευθεί στον Δανειολήπτη. Στην περίπτωση οποιασδήποτε ανακατανομής των Συμμετοχών μεταξύ των Δανειστών κάθε τέτοια Επιβάρυνση Εξυπηρέτησης ανακατανέμεται


(3)
Η Επιτροπή ενημερώνει τον Δανειολήπτη και τους Δανειστές δύο Εργάσιμες Ημέρες πριν την πρώτη ημέρα της σχετικής Τοκοφόρου Περιόδου για τις λεπτομέρειες του υπολογισμού των τόκων για κάθε Τοκοφόρο Περίοδο. Ο καθορισμός του EURIBOR και η συμβατική ημερομηνία υπολογισμού προσδιορίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με το Παράρτημα 5.
(4)
Ο Δανειολήπτης καταβάλει το ποσό των τόκων που οφείλεται, στο Λογαριασμό των Δανειστών που αναφέρεται στο Άρθρο 7(3), κατά τις σχετικές Ημερομηνίες Καταβολής Τόκων και σύμφωνα με τους όρους που του έχουν γνωστοποιηθεί από την Επιτροπή. Οι τόκοι ενός Δανείου υπολογίζονται από την ημερομηνία κατά την οποία τα σχετικά ποσά μεταβιβάζονται στο λογαριασμό του Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία η αντίστοιχη αποπληρωμή πιστώνεται αμετάκλητα στο λογαριασμό των Δανειστών.
(5)
Αν ο Δανειολήπτης δεν είναι σε θέση να καταβάλει οποιοδήποτε απαιτητό ποσό σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση κατά την ημερομηνία οφειλής, ο Δανειολήπτης οφείλει να καταβάλει επιπλέον τόκο υπερημερίας επί αυτού του ποσού (ή, ανάλογα με την περίπτωση, επί του ποσού εκείνου που για τον τρέχοντα χρόνο θα ήταν απαιτητό και μη καταβληθέν) στους Δανειστές από την ημερομηνία που κατέστη απαιτητό έως την ημερομηνία της πραγματικής συνολικής πληρωμής, υπολογιζόμενο σε διαδοχικές τοκοφόρους περιόδους (κάθε μιας περιόδου με τέτοια διάρκεια την οποία οι Δανειστές μπορεί αναλόγως να επιλέγουν, αρχής γενομένης της πρώτης περιόδου από την αντίστοιχη ημερομηνία που καθίσταται απαιτητό, και όπου αυτό είναι δυνατόν, η διάρκεια μιας τέτοιας περιόδου θα φθάνει στη μία εβδομάδα) με ετήσιο επιτόκιο επί του υπερήμερου ποσού το οποίο υπερβαίνει κατά 200 μονάδες βάσης το Επιτόκιο που θα ήταν πληρωτέο, αν το υπερήμερο ποσό, κατά τη διάρκεια της περιόδου της αδυναμίας πληρωμής, αποτελούσε υφιστάμενο Δάνειο.
Αν η αδυναμία πληρωμής συνεχίζεται, αυτό το επιτόκιο επαναπροσδιορίζεται σύμφωνα με τους όρους του παρόντος Άρθρου 5 (5) την τελευταία ημέρα κάθε τέτοιας τοκοφόρου περιόδου και οι τόκοι που δεν καταβλήθηκαν σύμφωνα με το παρόν Άρθρο και αφορούν προηγούμενες τοκοφόρους περιόδους πρέπει να προστεθούν στο ποσό του τόκου που θα καταβληθεί στο τέλος κάθε τέτοιας τοκοφόρου περιόδου. Το ποσό του τόκου που αθετήθηκε είναι απαιτητό και πληρωτέο κατά διαστήματα μετά από αίτημα της Επιτροπής.
(6)
Ο Δανειολήπτης αναλαμβάνει να καταβάλει στους Δανειστές ή στην Επιτροπή κάθε πρόσθετο τόκο καθώς και όλα τα έξοδα και τις δαπάνες, συμπεριλαμβάνοντας αποζημιώσεις για νομικές υπηρεσίες, που προκύπτουν και πρέπει να καταβληθούν από τους Δανειστές ή την Επιτροπή ως συνέπεια παραβίασης κάθε υποχρέωσης του Δανειολήπτη που απορρέει από την παρούσα Σύμβαση.


(7)
Αν ένας Δανειστής αντιμετωπίζει υψηλότερα χρηματοδοτικά κόστη από αυτά που εφαρμόζονται στο Δανειολήπτη σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση, αυτός ο Δανειστής μπορεί να ενημερώσει τους άλλους Δανειστές και την Επιτροπή (μέσω του προέδρου του Ομάδας Εργασίας του Ευρώ) και η Ομάδα Εργασίας του Ευρώ θα λάβει απόφαση σύμφωνα με την Συμφωνία μεταξύ των Πιστωτών ενημερώνοντας σχετικά τον Δανειολήπτη.
6.
ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ, ΠΡΟΩΡΗ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ, ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΠΟΠΛΗΡΩΜΗ ΚΑΙ ΑΚΥΡΩΣΗ
(1)
Ο Δανειολήπτης αποπληρώνει το κεφάλαιο κάθε Δανείου κατά την ημερομηνία/(-ες) (κάθε μία από τις οποίες πρέπει να είναι Ημερομηνία Καταβολής Τόκων) και σύμφωνα με τους όρους που του έχουν γνωστοποιηθεί από την Επιτροπή στη σχετική Ανακοίνωση Αποδοχής και σε όλα τα σχετικά έγγραφα.
(2)
Ο Δανειολήπτης μπορεί, εάν έχει επιδώσει προηγουμένως στους Δανειστές σε όχι λιγότερο από ένα μήνα έγγραφη ειδοποίηση και με την επιφύλαξη της Συμφωνίας μεταξύ των Δανειστών, να αποπληρώσει νωρίτερα το σύνολο ή μέρος οποιουδήποτε Δανείου (με την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε μερική αποπληρωμή δεν θα είναι μικρότερη από ένα δισεκατομμύριο ευρώ) κατά την Ημερομηνία Καταβολής Τόκων.
(3)
Αν, περισσότερα από ένα Δάνεια, είναι σε ισχύ, η πρόωρη αποπληρωμή πρέπει να εφαρμόζεται ισομερώς (pari passu) μεταξύ όλων των Δανείων ανεξάρτητα από την ημερομηνία λήξης τους, εκτός εάν η εκ νέου κατανομή σύμφωνα με το Άρθρο 6 της Συμφωνίας μεταξύ των Πιστωτών έχει εφαρμοσθεί, και ολοκληρωθεί, σε περίπτωση κατά την οποία ο Δανειολήπτης μπορεί να επιλέξει για ποιο Δάνειο ή ποια Δάνεια εφαρμόζει οποιαδήποτε πρόωρη αποπληρωμή.
(4)
Οι ακόλουθοι περιορισμοί εφαρμόζονται:
(α) η ανακοίνωση της προπληρωμής είναι αμετάκλητη και εξειδικεύει το ποσό και την ημερομηνία κατά την οποία η προπληρωμή θα πραγματοποιηθεί, η οποία πρέπει να είναι Ημερομηνία Καταβολής Τόκων, και,
(β) κάθε προπληρωμή πραγματοποιείται μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους επί του ποσού της προεξόφλησης και με την επιφύλαξη ότι ο Δανειολήπτης αποζημιώνει τους Δανειστές, όσον αφορά οποιαδήποτε έξοδα, δαπάνες ή αμοιβές προκύπτουν (συμπεριλαμβάνοντας διακεκομμένη χρηματοδότηση και κόστη διακεκομμένης χρηματοδότησης και κάλυψης κινδύνων) ως συνέπεια κάθε τέτοιας προπληρωμής. Οι δεδουλευμένοι τόκοι είναι πληρωτέοι σύμφωνα με το Επιτόκιο που προσδιορίζεται για τη σχετική περίοδο, και
(γ) κάθε μερική προεξόφληση πραγματοποιείται (μετά την πληρωμή των δεδουλευμένων τόκων, αμοιβών ή άλλων οφειλόμενων ποσών σχετικών με το ποσό της αποπληρωμής) σύμφωνα με την προγραμματισμένη αναλογική επιστροφή κεφαλαίων, και
(δ) κάθε ποσό που προπληρώνεται εκουσίως δεν μπορεί να το δανεισθεί εκ νέου.


(5)
Ο Δανειολήπτης μπορεί να ακυρώνει, με προηγούμενη έγγραφη προειδοποίησή του σε διάστημα όχι λιγότερο των δύο εβδομάδων, το σύνολο ή μέρος (με ελάχιστο το ποσό των εκατό εκατομμυρίων ευρώ) του ποσού της Δανειακής Διευκόλυνσης που δεν έχει αναληφθεί.
(6)
Αν :
(α) Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με οριστική του απόφαση κρίνει ότι αυτή η Σύμβαση ή η σύναψη των Δανείων παραβιάζει το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η παραβίαση αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί, τότε η Δανειακή Διευκόλυνση ως σύνολο (π.χ. οι Δεσμεύσεις όλων των Δανειστών σύμφωνα με το παρόν) ακυρώνεται αμέσως και αμετάκλητα, αλλά αυτό δεν εγείρει αξίωση για την επίσπευση (πρόωρη εξόφληση) των υφισταμένων Δανείων, ή
(β) Συνταγματικό Δικαστήριο Δανειστή ή άλλο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο για κάθε τέτοιο Δανειστή κρίνει με οριστική απόφαση ότι αυτή η Σύμβαση ή ένα Δάνειο παραβιάζει το Σύνταγμα του Δανειστή και αυτή η παραβίαση δεν μπορεί να αποκατασταθεί, τότε μόνο η Δέσμευση κάθε Δανειστή ακυρώνεται αμέσως και αμετάκλητα, αλλά αυτό δεν εγείρει αξίωση για την επίσπευση (πρόωρη εξόφληση) των υφισταμένων Δανείων.
(7)
Εάν η χορηγηθείσα χρηματοδότηση στο Δανειολήπτη σύμφωνα με τον Διακανονισμό Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας του Δ.Ν.Τ. αποπληρώνεται εκ των προτέρων εν όλω ή εν μέρει σε εκούσια ή υποχρεωτική βάση, ένα αναλογικό ποσό των Δανείων που πραγματοποιήθηκαν βάσει της παρούσας Σύμβασης, εκτός και αν οι Δανειστές ενεργώντας ομόφωνα συμφωνούν διαφορετικά, καθίσταται άμεσα πληρωτέο και εξοφλητέο κατά ένα ποσό που βασίζεται στην αρχική αναλογία των Δανείων που έγιναν σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση για τη χρηματοδότηση που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τον Διακανονισμό Χρηματοδότησης Άμεσης Ετοιμότητας του Δ.Ν.Τ.
7. ΠΛΗΡΩΜΕΣ
(1)
Όλες οι πληρωμές που θα πραγματοποιηθούν από τον Δανειολήπτη καταβάλλονται στο ακέραιο, χωρίς μείωση λόγω συμψηφισμού ή ύπαρξης ανταπαίτησης, απαλλαγμένες από και χωρίς μειώσεις ή παρακρατήσεις φόρων, προμηθειών και άλλων χρεώσεων για όλη τη διάρκεια της παρούσας Σύμβασης.
(2)
Ο Δανειολήπτης δηλώνει ότι όλες οι καταβολές πληρωμών και οι μεταβιβάσεις ποσών βάσει της παρούσας Σύμβασης, καθώς και η ίδια η Σύμβαση, δεν υπόκεινται σε οποιοδήποτε φόρο ή άλλη επιβάρυνση στη χώρα του Δανειολήπτη και δεν πρόκειται να υπαχθούν σε τέτοιους φόρους ή επιβαρύνσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της παρούσας Σύμβασης. Αν ωστόσο ο Δανειολήπτης είναι υποχρεωμένος από το νόμο να προβεί σε τέτοιες παρακρατήσεις, ο Δανειολήπτης καταβάλλει τα απαιτούμενα επιπλέον ποσά έτσι ώστε οι Δανειστές να λαμβάνουν το σύνολο των ποσών που καθορίζει η παρούσα Σύμβαση.
(3) Όλες οι πληρωμές από τον Δανειολήπτη πραγματοποιούνται μέσω μηνύματος SWIFT MT202 σε TARGET2, στην ημερομηνία με αξία πριν τις 11:00 π.μ. (ώρα Βρυξελλών) στο TARGET2 SWIFT-BIC: ECBFDEFFBAC, σε πίστωση του λογαριασμού 4050992001, όνομα λογαριασμού «Κοινά οργανωμένα Διμερή Δάνεια Ε.Ε./Δανειστές» με την αιτιολογία: «Στήριξη για τη σταθερότητα της Ελλάδας από την Ευρωζώνη», ή σε άλλο τέτοιο λογαριασμό που η Επιτροπή υποδεικνύει στον Δανειολήπτη και στον Αντιπρόσωπο του Δανειολήπτη με έγγραφη ειδοποίηση τουλάχιστον δύο Εργάσιμες Ημέρες πριν τη σχετική Ημερομηνία Καταβολής Τόκων (ο «Λογαριασμός Δανειστών»).

4)
Η Επιτροπή ενημερώνει εκ μέρους των Δανειστών, τον Δανειολήπτη και τον Αντιπρόσωπο του Δανειολήπτη, τουλάχιστον δεκαπέντε ημερολογιακές ημέρες πριν κάθε Ημερομηνία Καταβολής Τόκων, για το ποσό του κεφαλαίου και των τόκων που είναι απαιτητά και πληρωτέα τη συγκεκριμένη ημερομηνία, καθώς και για τα στοιχεία (επιτόκιο, τοκοφόρος περίοδος) στα οποία βασίζεται ο υπολογισμός των τόκων.
(5)
Ο Δανειολήπτης αποστέλλει στους Δανειστές και την ΕΚΤ αντίγραφο των οδηγιών πληρωμής που έχει σταλεί στον Αντιπρόσωπο του Δανειολήπτη τουλάχιστον δύο Εργάσιμες Ημέρες πριν από την αντίστοιχη Ημερομηνία Καταβολής των Τόκων.
(6)
Αν ο Δανειολήπτης καταβάλει, σε σχέση με οποιοδήποτε από τα Δάνεια, ποσό το οποίο είναι μικρότερο από το συνολικό απαιτητό και πληρωτέο ποσό βάσει της παρούσας Σύμβασης, ο Δανειολήπτης με την παρούσα παραιτείται οποιουδήποτε δικαιώματος για να επανακτήσει το ήδη καταβληθέν ποσό σε σχέση με τα απαιτητά ποσά.
Το καταβληθέν ποσό στο πλαίσιο ενός Δανείου χρησιμοποιείται για την ικανοποίηση των οφειλόμενων πληρωμών στο πλαίσιο του συγκεκριμένου Δανείου με την ακόλουθη σειρά:
(a)
πρώτον για οποιεσδήποτε επιβαρύνσεις, δαπάνες και αποζημιώσεις•
(b)
δεύτερον για οποιοδήποτε τόκο υπερημερίας, όπως ορίζεται στο Άρθρο 5(5) •
(c)
τρίτον για τόκους• και
(d)
τέταρτον για το κεφάλαιο,
δεδομένου ότι τα συγκεκριμένα ποσά είναι ληξιπρόθεσμα ή εκπρόθεσμα τη συγκεκριμένη ημερομηνία.
(7)
Οποιοσδήποτε υπολογισμός και καθορισμός από την Επιτροπή βάσει της παρούσας Σύμβασης:
(α) πραγματοποιείται με εύλογη από εμπορική άποψη μέθοδο• και
(β) δεσμεύει, απουσία προδήλου σφάλματος, όλους τους Δανειστές και τον Δανειολήπτη.
(8)
Στην περίπτωση που η καταβολή πρέπει βάσει της παρούσας Σύμβασης να πραγματοποιηθεί σε ημέρα που δεν είναι Εργάσιμη Ημέρα, τέτοια καταβολή πραγματοποιείται κατά την αμέσως προηγούμενη Εργάσιμη Ημέρα.


8. ΛΟΓΟΙ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑΣ
(1)
Οι Δανειστές μπορούν με γραπτή ειδοποίηση (που επιδίδεται από την Επιτροπή ενεργώντας εκ μέρους τους) (και ενεργώντας σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας μεταξύ των Πιστωτών) προς τον Δανειολήπτη, να ακυρώσουν τη Δανειακή Διευκόλυνση και/ή να απαιτήσουν το ανεξόφλητο κεφάλαιο των Δανείων ως άμεσα απαιτητό και πληρωτέο, μαζί με τους δεδουλευμένους τόκους, σε περίπτωση που:
(α) ο Δανειολήπτης αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό κεφαλαίου ή τόκων στο πλαίσιο οποιουδήποτε Δανείου ή οποιαδήποτε άλλα οφειλόμενα ποσά βάσει της παρούσας Σύμβασης την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας, είτε εξ ολοκλήρου είτε εν μέρει, με τον τρόπο που συμφωνήθηκε στην παρούσα Σύμβαση, όσον αφορά οποιοδήποτε Δάνειο και η εν λόγω αθέτηση υποχρεώσεων συνεχίζεται για περίοδο τριάντα ημερολογιακών ημερών (σχετικά με αδυναμία πληρωμής οποιουδήποτε ποσού τόκων ή οποιουδήποτε άλλου ποσού εξαιρουμένου του κεφαλαίου) ή επτά ημερολογιακών ημερών (σχετικά με αδυναμία πληρωμής οποιουδήποτε ποσού κεφαλαίου) αφότου θα έχει επιδοθεί σχετική έγγραφη ειδοποίηση στο Δανειολήπτη από τους Δανειστές, ή
(β) ο Δανειολήπτης ή οι φορείς του αθετούν κατά την εκτέλεση οποιαδήποτε υποχρέωση δυνάμει της παρούσας Σύμβασης (συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης που ορίζεται στο Άρθρο 1(3) για τη θέση σε εφαρμογή των Δανείων σύμφωνα με τους όρους του Μνημονίου Συνεννόησης και εξαιρουμένων όλων των άλλων υποχρεώσεων δυνάμει του Μνημονίου Συνεννόησης), και η εν λόγω αθέτηση υποχρεώσεων συνεχίζεται για χρονικό διάστημα ενός μηνός αφότου έχει επιδοθεί σχετική έγγραφη ειδοποίηση στο Δανειολήπτη από τους Δανειστές, ή
(γ) οι υποχρεώσεις του Δανειολήπτη στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης, κρίνονται από οποιοδήποτε καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο ως μη δεσμευτικές ή εκτελεστές έναντι του Δανειολήπτη ή κρίνονται παράνομες από καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο, ή
(δ) (i) διαπιστώνεται ότι, σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση ή με το Μνημόνιο Συνεννόησης, ο Δανειολήπτης ή ο Αντιπρόσωπος του Δανειολήπτη, ενέχεται σε οποιαδήποτε παράνομη δραστηριότητα ή σε οποιεσδήποτε επιζήμιες ενέργειες για τους Δανειστές ή (ii) κάθε εκπροσώπηση ή εγγύηση στην οποία προβαίνει ο Δανειολήπτης ή ο Αντιπρόσωπος του Δανειολήπτη στο πλαίσιο της παρούσας Σύμβασης είναι ανακριβείς, αναληθείς ή παραπλανητικές, ή
(ε) Σχετικό Χρέος του Δανειολήπτη του οποίου το συνολικό ποσό κεφαλαίου υπερβαίνει τα 250 εκατομμύρια ευρώ, είναι υποκείμενο σε δήλωση αθέτησης υποχρεώσεων όπως ορίζεται σε κάθε όργανο διοίκησης ή τεκμηρίωσης του συγκεκριμένου χρέους και ως αποτέλεσμα μίας τέτοιας δήλωσης προκύπτει επίσπευση του εν λόγω χρέους ή μια εν τοις πράγμασιν αναστολή πληρωμών ή
(στ) ο Δανειολήπτης δεν προβαίνει σε εμπρόθεσμες αποπληρωμές προς το ΔΝΤ σχετικές με τον Διακανονισμό Χρηματοδότης Άμεσης Ετοιμότητας του ΔΝΤ, ή
(ζ) ο Δανειολήπτης γενικώς δεν καταβάλλει το Σχετικό Χρέος του, κατά τις ημερομηνίες οφειλής του ή προβαίνει σε αναστολή πληρωμών του Σχετικού Χρέους του ή των ανειλημμένων ή εγγυημένων υποχρεώσεών του.



Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, ως «Σχετικό Χρέος» νοείται το Εξωτερικό Χρέος και το Δημόσιο Εσωτερικό Χρέος.
«Εξωτερικό Χρέος» νοείται το συνολικό χρέος του Δανειολήπτη ή του Αντιπροσώπου του Δανειολήπτη που είναι (i) εκφρασμένο ή πληρωτέο σε νόμισμα διαφορετικό από το επίσημο νόμισμα του Δανειολήπτη και (ii) το οποίο δεν είχε προκύψει αρχικά ή αναληφθεί στο πλαίσιο Σύμβασης ή Οργάνου ή εκδόθηκε κατ’ ουσίαν σε πιστωτές που είναι όλοι κάτοικοι της Ελλάδας ή σε οντότητες που έχουν την έδρα τους ή τον βασικό τόπο των συναλλαγών τους εντός της επικράτειας της Ελλάδας.
«Δημόσιο Εσωτερικό Χρέος» νοείται κάθε χρέος του Δανειολήπτη το οποίο (i) εκφράζεται στο επίσημο νόμισμα του Δανειολήπτη, (ii) έχει τη μορφή ή αντιπροσωπεύεται από ομόλογα, τίτλους ή άλλα χρεόγραφα ή οποιαδήποτε εγγύηση για αυτά και (iii) διαπραγματεύεται ή δύναται να διαπραγματεύεται ή εισάγεται ή επαναγοράζεται και πωλείται με συνήθη τρόπο σε οποιοδήποτε χρηματιστήριο, αυτοματοποιημένο σύστημα συναλλαγών, εξωχρηματιστηριακή ή άλλη αγορά χρεογράφων.
(2)
Οι Δανειστές μπορούν, χωρίς ωστόσο να είναι υποχρεωμένοι, να ασκήσουν τα δικαιώματά τους βάσει του παρόντος Άρθρου και μπορούν επίσης να τα ασκήσουν μόνο μερικώς με την επιφύλαξη της μελλοντικής άσκησης των εν λόγω δικαιωμάτων. Σχετικά με τα δικαιώματα αυτά οι Δανειστές ενεργούν σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας μεταξύ των Πιστωτών.
(3)
Ο Δανειολήπτης επιστρέφει όλα τα έξοδα, τις δαπάνες, τις αμοιβές και την απώλεια των τόκων που προκύπτουν και είναι πληρωτέα από τους Δανειστές ή την Επιτροπή ως συνέπεια της πρόωρης αποπληρωμής οποιουδήποτε Δανείου δυνάμει του παρόντος Άρθρου. Η απώλεια του τόκου είναι η διαφορά (αν πρόκειται για θετικό ποσό) μεταξύ του επιτοκίου του Δανείου και των τόκων που εισπράττονται από την επανεπένδυση των πρόωρα αποπληρωθέντων ποσών για την περίοδο μεταξύ της ημερομηνίας της πρόωρης αποπληρωμής και της ημερομηνίας κατά την οποία το Δάνειο λήγει ή μπορεί να καταγγελθεί από τους Δανειστές. Επιπλέον, ο Δανειολήπτης καταβάλλει τόκους υπερημερίας, όπως ορίζεται στο Άρθρο 5 (5) ανωτέρω, οι οποίοι προκύπτουν από την ημερομηνία κατά την οποία το οφειλόμενο ποσό του κεφαλαίου του Δανείου έχει κηρυχθεί αμέσως απαιτητό και πληρωτέο, μέχρι την ημερομηνία της πλήρους πραγματικής καταβολής του.
9.
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ
(1) Ο Δανειολήπτης παρέχει στην Επιτροπή για να δοθούν στους Δανειστές:
(α) όλα τα έγγραφα που αποστέλλονται από τον Δανειολήπτη γενικά προς τους πιστωτές του την ίδια στιγμή που αποστέλλονται·
(β) τακτική έκθεση για την πρόοδο που σημειώνεται στην εκπλήρωση των όρων του Μνημονίου Συνεννόησης·



(γ) αμελλητί, κάθε συμπληρωματική πληροφορία που αφορά τη δημοσιονομική και οικονομική κατάστασή του την οποία οποιοσδήποτε δανειστής ή η Επιτροπή μπορεί ευλόγως να ζητήσει·
και
(δ) οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με κάθε γεγονός που μπορεί ευλόγως να συνιστά Λόγο Καταγγελίας και τα μέτρα που, ενδεχομένως, λαμβάνονται για την αποκατάστασή του.
(2)
Ο Δανειολήπτης αναλαμβάνει την υποχρέωση να ενημερώσει τους Δανειστές και την Επιτροπή αμελλητί, εάν συμβεί οποιοδήποτε γεγονός που θα καθιστούσε εσφαλμένη οποιαδήποτε δήλωση έγινε στο πλαίσιο της νομικής γνωμοδότησης του Δανειολήπτη που αναφέρεται ανωτέρω στο άρθρο 3 (4).
一.
ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΕΙΣ, ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΑΠΑΤΗΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥΣ
Οι Δανειστές (σύμφωνα με τις οδηγίες των Κρατών Μελών της Ζώνης του Ευρώ) (εκτός της Ελλάδας) έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν την τήρηση από το Δανειολήπτη των υποχρεώσεών του που απορρέουν από την παρούσα Σύμβαση, καθώς και από το Μνημόνιο Συνεννόησης και για το σκοπό αυτό οι Δανειστές εκπροσωπούνται από την Επιτροπή, και στο πλαίσιο αυτό:
(α) Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να αποστέλλει τους υπαλλήλους της ή δεόντως εξουσιοδοτημένους εκπροσώπους για τη διενέργεια οιωνδήποτε τεχνικών, οικονομικών ή λογιστικών ελέγχων που η Επιτροπή κρίνει αναγκαίους αναφορικά με τη διαχείριση του Δανείου.
(β) Ο Δανειολήπτης και ο Αντιπρόσωπος του Δανειολήπτη οφείλουν να παρέχουν τις σχετικές πληροφορίες και τα έγγραφα που μπορεί να ζητηθούν για τις εν λόγω αξιολογήσεις, τους οικονομικούς ή λογιστικούς ελέγχους, και να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να διευκολύνουν το έργο των εντεταλμένων για την διεξαγωγή τους προσώπων. Ο Δανειολήπτης και ο Αντιπρόσωπος του Δανειολήπτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να παρέχουν στα πρόσωπα που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (α) πρόσβαση σε χώρους και εγκαταστάσεις όπου φυλάσσονται οι σχετικές πληροφορίες και τα σχετικά έγγραφα.
(γ) Ο Δανειολήπτης και ο Αντιπρόσωπος του Δανειολήπτη διασφαλίζουν τη διερεύνηση και την ικανοποιητική αντιμετώπιση όλων των καταγγελλόμενων και των διαπιστωμένων περιπτώσεων απάτης, δωροδοκίας ή κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας σε σχέση με τη διαχείριση της στήριξης σταθερότητας. Όλες αυτές οι περιπτώσεις, καθώς και τα σχετικά μέτρα που λαμβάνονται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, πρέπει να γνωστοποιούνται στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.
11.
ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ
(1)
Όλες οι γνωστοποιήσεις όσον αφορά την παρούσα Σύμβαση θεωρούνται έγκυρες, εφόσον γίνονται εγγράφως και αποστέλλονται στους αποδέκτες που αναφέρονται στο Παράρτημα 7. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος επικαιροποιεί τους αποδέκτες και το γνωστοποιεί στους άλλους συμβαλλόμενους κάθε φορά που προβαίνει σε παρόμοια τροποποίηση.


(2)
Όλες οι γνωστοποιήσεις γίνονται μέσω συστημένου ταχυδρομείου. Σε επείγουσες περιπτώσεις, μπορούν να αποστέλλονται με τηλεομοιοτυπία, με μήνυμα swift ή με αγγελιοφόρο στους προαναφερόμενους αποδέκτες και να επιβεβαιώνονται με συστημένη επιστολή χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Οι γνωστοποιήσεις τίθενται σε ισχύ με την παραλαβή της τηλεομοιοτυπίας, του μηνύματος swift ή της επιστολής.
(3)
Όλα τα έγγραφα, οι πληροφορίες και στοιχεία που πρόκειται να χορηγηθούν βάσει της παρούσας Σύμβασης είναι στην αγγλική γλώσσα.
(4)
Κάθε συμβαλλόμενο μέρος αυτής της Σύμβασης γνωστοποιεί στα υπόλοιπα μέρη τον κατάλογο με τα ονόματα και τα δείγματα υπογραφών των εξουσιοδοτημένων προσώπων που δρουν για λογαριασμό του βάσει της παρούσας Σύμβασης, αμέσως μετά την υπογραφή της Σύμβασης αυτής. Με τον ίδιο τρόπο, κάθε συμβαλλόμενο μέρος επικαιροποιεί τον συγκεκριμένο κατάλογο και τον γνωστοποιεί στα υπόλοιπα συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας, κάθε φορά που αυτός τροποποιείται.
12.
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
(1)
Σε περίπτωση που μία ή περισσότερες από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στην παρούσα Σύμβαση είναι ή καταστούν εξ ολοκλήρου ή εν μέρει άκυρες, παράνομες ή μη εκτελεστές από οποιαδήποτε άποψη βάσει οποιουδήποτε εφαρμοστέου νόμου, η ισχύς, η νομιμότητα και η εκτελεστότητα των υπολοίπων διατάξεων που περιλαμβάνονται στην παρούσα Σύμβαση επ’ ουδενί τρόπω επηρεάζεται ή κλονίζεται για το λόγο αυτό. Οι διατάξεις που είναι εξ ολοκλήρου ή εν μέρει άκυρες, παράνομες ή μη εκτελεστές, ερμηνεύονται και ως εκ τούτου εφαρμόζονται σύμφωνα με το πνεύμα και τον σκοπό της παρούσας Σύμβασης.
(2)
Το Προοίμιο και τα Παραρτήματα της παρούσας Σύμβασης αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα αυτής.
(3)
Μέρη που δεν είναι συμβαλλόμενα στην παρούσα Σύμβαση δεν έχουν κανένα δικαίωμα, βάσει του Νόμου περί Συμβάσεων (Δικαιώματα Τρίτων) του 1999, να εφαρμόσουν ή να επωφεληθούν από κανέναν όρο της παρούσας Σύμβασης.
(4)
Στην περίπτωση που η Επιτροπή έχει απορίες ή ερωτήματα σχετικά με τυχόν εκκρεμή ή ανεξόφλητα ποσά μεταξύ των Δανειστών, μπορεί να απευθύνει τέτοια ζητήματα στην Ομάδα Εργασίας της Ευρωζώνης (Euro Area Working Group) με σκοπό την επίτευξη φιλικού διακανονισμού των ζητημάτων μεταξύ των Δανειστών (ενεργώντας σύμφωνα με τις οδηγίες των Κρατών Μελών της Ευρωζώνης (εκτός της Ελλάδας).
13.
ΕΚΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ
(1) Οποιαδήποτε εκχώρηση και μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κάποιου Δανειστή, η οποία επιτρέπεται βάσει του Άρθρου 2, ισχύει ως εξής: ο πρώην Δανειστής, ο νέος Δανειστής και οι υπόλοιποι Δανειστές υπογράφουν σύμβαση εκχώρησης σύμφωνα με το υπόδειγμα του Παραρτήματος 6 («Σύμβαση Εκχώρησης») και κατά την ημερομηνία που αυτή εκτελείται από όλα αυτά τα μέρη και υπόκειται στην πληρωμή των σχετικών οφειλόμενων


ποσών σύμφωνα με την εκχώρηση και μεταβίβαση αυτή: (i) ο υφιστάμενος Δανειστής εκχωρεί εξ ολοκλήρου τα δικαιώματά του σχετικά με τα Δάνεια και τη Σύμβαση που προβλέπεται να εκχωρηθεί βάσει της Σύμβασης Εκχώρησης• (ii) ο υφιστάμενος Δανειστής αποδεσμεύεται από τον Δανειολήπτη και τους λοιπούς Δανειστές από τις υποχρεώσεις του βάσει της παρούσας Σύμβασης κατά την αναλογία των Δανείων που εκχωρούνται και προβλέπεται να αποτελούν αντικείμενο της Σύμβασης Εκχώρησης (οι «Σχετικές Υποχρεώσεις»)• και (iii) ο νέος Δανειστής αναλαμβάνει προς τον Δανειολήπτη και τους λοιπούς Δανειστές υποχρεώσεις ισοδύναμες με τις Σχετικές Υποχρεώσεις και (αν δεν είναι ήδη Δανειστής) γίνεται μέρος της παρούσας Σύμβασης ως Δανειστής. Αντίγραφο κάθε Σύμβασης Εκχώρησης χορηγείται αμελλητί στην Επιτροπή και οι Δανειστές γνωστοποιούν αμελλητί στον Δανειολήπτη κάθε παρόμοια Σύμβαση Εκχώρησης και την εκχώρηση που πραγματοποιείται βάσει αυτής.
(2) Παρά το ανωτέρω Άρθρο 13(1), κάθε εκχώρηση και μεταβίβαση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κάποιου Δανειστή σύμφωνα με το Άρθρο 2(4)(β) τίθεται σε ισχύ χωρίς να χρειάζεται προηγούμενη γραπτή συναίνεση όλων των Δανειστών με τον όρο ο πρώην Δανειστής να πληροφορεί αμελλητί τους λοιπούς Δανειστές και την Επιτροπή για την εκχώρηση ή/και μεταβίβαση αυτή.
14.
ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ
(1)
Η παρούσα Σύμβαση καθώς και κάθε εξωσυμβατική υποχρέωση που τυχόν προκύψει από την παρούσα ή σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, διέπεται και ερμηνεύεται σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο.
(2) Οι συμβαλλόμενοι αναλαμβάνουν την υποχρέωση να υποβάλουν οποιαδήποτε διένεξη προκύψει σχετικά με τη νομιμότητα, την ισχύ, την ερμηνεία ή την εκτέλεση της παρούσας Σύμβασης στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(3) Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι πλήρως δεσμευτικές και εκτελεστές από τα συμβαλλόμενα μέρη.
(4) Οι Δανειστές μπορεί να εκτελέσουν ή να επιδιώξουν να εκτελέσουν οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ορίζεται στην παρούσα ή άλλα δικαιώματα κατά του Δανειολήπτη στα δικαστήρια της χώρας του Δανειολήπτη.
(5)
Με την παρούσα ο Δανειολήπτης αμετάκλητα και άνευ όρων παραιτείται από κάθε ασυλία που έχει ή πρόκειται να αποκτήσει, όσον αφορά τον ίδιο ή τα περιουσιακά του στοιχεία, από νομικές διαδικασίες σε σχέση με την παρούσα Σύμβαση, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, της ασυλίας όσον αφορά την άσκηση αγωγής, δικαστική απόφαση ή άλλη διαταγή, κατάσχεση, αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης ή προσωρινή διαταγή, και όσον αφορά την εκτέλεση και επιβολή κατά των περιουσιακών στοιχείων του στο βαθμό που δεν το απαγορεύει αναγκαστικός νόμος.


一.
ΕΝΑΡΞΗ ΙΣΧΥΟΣ
(1) Μετά την υπογραφή της από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία που:
(α) οι Δανειστές λάβουν την επίσημη ανακοίνωση υπό μορφή Νομικής Γνωμοδότησης του Νομικού Συμβούλου του Κράτους του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Νομικού Συμβούλου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών σύμφωνα με το υπόδειγμα του Παραρτήματος 4 ότι η Σύμβαση αυτή έχει νομίμως συναφθεί εκ μέρους του Δανειολήπτη και όλες οι υποχρεώσεις του Δανειολήπτη σε σχέση με τη Σύμβαση αυτή είναι έγκυρες, δεσμευτικές και εκτελεστές σύμφωνα με τους όρους τους και τίποτα περαιτέρω δεν απαιτείται για να τεθούν σε ισχύ.
και
(β) η Επιτροπή λάβει Επιβεβαιώσεις Δέσμευσης από Κρίσιμο Αριθμό Δανειστών,
κατά την οποία ημερομηνία η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ και δεσμεύει τον Δανειολήπτη και όσους Δανειστές παρείχαν τις συγκεκριμένες Επιβεβαιώσεις Δέσμευσης.
Η παρούσα Σύμβαση τίθεται σε ισχύ και δεσμεύει τον Δανειολήπτη, τους Δεσμευόμενους Δανειστές και κάθε άλλο Δανειστή, από την ημερομηνία που η Επιτροπή λαμβάνει την Επιβεβαίωση Δέσμευσης του συγκεκριμένου Δανειστή.
Ως «Επιβεβαίωση Δέσμευσης» νοείται η γραπτή επιβεβαίωση (σύμφωνα με το Παράρτημα 4 της Συμφωνίας μεταξύ των Πιστωτών) από έναν Δανειστή προς την Επιτροπή ότι, βάσει της νομοθεσίας της χώρας του, είναι νομίμως εξουσιοδοτημένος να συμμετέχει ως Δανειστής στην παρούσα Σύμβαση.
(2) Αναγνωρίζεται και συμφωνείται ότι η Επιβεβαίωση Δέσμευσης ενός Δανειστή μπορεί να έχει προσωρινή εφαρμογή σύμφωνα με τη νομοθεσία του αντίστοιχου κράτους μέλους. Αν βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας η προσωρινή εξουσιοδότηση ανακληθεί, καταγγελθεί ή λήξει, τότε η Δέσμευση του αντίστοιχου Δανειστή ανακαλείται και ακυρώνεται όσον αφορά μελλοντικές εκταμιεύσεις Δανείων αλλά κάτι τέτοιο δεν θέτει θέμα επίσπευσης (της εξόφλησης) Δανείου που έχει ήδη εκταμιευθεί από τον συγκεκριμένο Δανειστή βάσει της παρούσας Σύμβασης.
一.
ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Η παρούσα Σύμβαση συνάπτεται σε οιονδήποτε αριθμό αντιτύπων υπογραφούν από ένα ή περισσότερα από τα συμβαλλόμενα μέρη. Κάθε αντίτυπο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πρωτοτύπου και η υπογραφή των αντιτύπων έχει την ίδια ισχύ ως εάν οι υπογραφές στα αντίτυπα να ήταν σε ένα μόνον αντίτυπο της Σύμβασης.



Η Επιτροπή χορηγεί αμελλητί, μετά την υπογραφή της Σύμβασης, ακριβή αντίγραφα της Σύμβασης σε κάθε συμβαλλόμενο μέρος.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ
Τα Παραρτήματα της παρούσας Σύμβασης αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα αυτής:
1. Κατάλογος Δανειστών
2. Υπόδειγμα Αιτήματος Χρηματοδότησης
3. Υπόδειγμα Ανακοίνωσης Αποδοχής
4. Υπόδειγμα Νομικής Γνωμοδότησης
5. Κανόνες καθορισμού EURIBOR
6. Υπόδειγμα Σύμβασης Εκχώρησης, και
7. Κατάλογος Επαφών.



Έγινε στις Βρυξέλλες στις 8 Μαΐου 2010 και στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2010.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ως Δανειολήπτης Εκπροσωπούμενη από τον -υπογραφή- Γεώργιο Παπακωνσταντίνου Υπουργό Οικονομικών Τα ακόλουθα κράτη μέλη της Ευρωζώνης
ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ, ΙΡΛΑΝΔΙΑ, ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ, ΓΑΛΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΕΓΑΛΟ ΔΟΥΚΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ, ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΩ ΧΩΡΩΝ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣΑΥΣΤΡΙΑΣ, ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΣΛΟΒΕΝΙΑΣ, ΣΛΟΒΑΚΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΤΗΣ ΦΙΝΛΑΝΔΙΑΣ ως Δανειστές εκπροσωπούμενα από την:
ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Εκπροσωπούμενη από τον -υπογραφή- Olli Rehn
ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ως ο Αντιπρόσωπος του Δανειολήπτη Εκπροσωπούμενη από τον Γεώργιο Προβόπουλο Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος KfW που υπόκειται στις οδηγίες, τελεί υπό την εγγύηση και ενεργεί για το δημόσιο συμφέρον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ως Δανειστής Εκπροσωπούμενη από τους -υπογραφή- Δρ. Günther Bräunig Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου - υπογραφή - Δρ. Frank Czichowski Ταμίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: