Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

Γιατί υπάρχει η θρησκεία;



Πηγή: www.foundalis.com

0. Εισαγωγή
Η θρησκεία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα προς εξέταση.
Τώρα, μια στιγμή... εγώ που έγραψα το παραπάνω δεν είμαι θρήσκος, αλλά άθεος. Για τους περισσότερους ανθρώπους η θρησκεία είναι μια προσωπική υπόθεση, κι αν έχει κάποιο ενδιαφέρον, αυτό το βρίσκουν στην πληρότητα που αισθάνονται τις στιγμές που πιστεύουν οτι επικοινωνούν με υπερφυσικές οντότητες. Αλλά πώς μπορεί η θρησκεία να εμφανίζεται ενδιαφέρουσα σε έναν άθεο;
Μα πώς, ασφαλώς η θρησκεία είναι άκρως ενδιαφέρουσα και για τους άθεους, γιατί παρουσιάζει τόσα και τόσα ερωτήματα που — από τη σκοπιά ενός άθεου — απαιτούν εξήγηση: Γιατί υπάρχει η θρησκεία γύρω-μας; Γιατί ο κόσμος πιστεύει; Γιατί τόσο πολύς κόσμος πιστεύει — γιατί ο κανόνας είναι το να ’ναι κανείς θρήσκος, και η εξαίρεση το νά ’ναι άθεος;
Οι θρησκευόμενοι αναγνώστες θα καγχάζουν ειρωνικά τώρα με την απλοϊκότητά μου. «Γιατί υπάρχει η θρησκεία» — τι κουτή ερώτηση! Μόνον ένας αδαής άθεος θα μπορούσε να κάνει μια τέτοια ερώτηση, που έχει τόσο προφανή απάντηση: Επειδή ο Θεός βρίσκεται εκεί ψηλά, και μας δημιούργησε έτσι ώστε να ’χουμε γνώση της ύπαρξής Του, ανόητε! Και μερικοί από μας τον δοξάζουμε, ενώ μερικοί άλλοι, σαν εσένα, έχουν πέσει στην παγίδα του διαβόλου. Είναι τόσο απλό!
Μα μισό λεπτό, δεν νομίζω οτι είναι τόσο απλό. Διότι στο κάτω-κάτω, οι τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες που μιλούν για ένα Θεό που δημιούργησε την ανθρωπότητα (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, και Ισλάμ) εμφανίστηκαν μόλις τα τελευταία 4.000 χρόνια (οι Ιουδαϊκές φυλές εκτιμώνται οτι έχουν το πολύ αυτήν την ηλικία, δείτε εδώ). Όμως ξέρετε για πόσον καιρό έχουμε υπάρξει εμείς οι άνθρωποι σ’ αυτόν τον πλανήτη σαν είδος, το είδος Άνθρωπος ο σοφός; Για περίπου 150.000 χρόνια!(*) Πώς γίνεται να μη μιλούσε κανείς για Θεό (εννοώ τον γνωστό Θεό, με Θ κεφαλαίο) για δεκάδες, κι ακόμα και για εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια; Ασφαλώς, οι άνθρωποι ήσαν θρήσκοι από πολύ παλιά, αλλά τί είδους θρησκείες είχαν για σχεδόν ολόκληρη τη μέχρι τώρα ύπαρξή τους; Για σχεδόν 150.000 χρόνια κανείς δεν ήξερε ούτε μιλούσε για το γνωστό Θεό. Οι κυνηγοί-συλλέκτες πρόγονοί μας πίστευαν σε φαντάσματα και πνεύματα προγόνων. Αν η θρησκεία υπάρχει λόγω του Θεού, πώς μπόρεσε ο Θεός να το επιτρέψει αυτό; Τί στην ευχή του Θεού έκανε ο Θεός όλον αυτόν τον καιρό που είμαστε στη Γη, αγαπητοί-μου; Παρακαλώ, ρίξτε μια ματιά στη γραμμή που ακολουθεί, η οποία δείχνει (σε μπλε χρώμα, στ’ αριστερά) το κατά προσέγγιση χρονικό διάστημα που υπάρχουμε σ’ αυτόν τον πλανήτη χωρίς καμιά έννοια Θεού έτσι όπως τον έχει φανταστεί το μονοθεϊστικό τρίο, και συγκρίνετέ το με το χρονικό διάστημα που η έννοια “Θεός” άρχισε να εμφανίζεται στο νου των ανθρώπων (κόκκινο χρώμα, στα δεξιά):
Στην πραγματικότητα, ακόμα και το παραπάνω διάγραμμα είναι κολακευτικό για τις μονοθεϊστικές θρησκείες. Η έννοια “Θεός” δεν εμφανίστηκε ξαφνικά και σε πλήρη ανάπτυξη στο νου των ανθρώπων, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα. Ο Θεός των αρχαίων Εβραίων ήταν πολύ διαφορετικός από αυτόν της σύγχρονης εποχής: επρόκειτο για έναν ανθρωπόμορφο Θεό. Είχε βροντερή φωνή, πόδια για να περπατάει στον κήπο της Εδέμ, και άλλα μέλη σώματος που δεν χρειάζεται ν’ αναφέρουμε τώρα, μη τυχόν και προσβληθεί κανείς. Η έννοια “Θεός” υπέστη εξέλιξη στο νου των πιστών, μέχρις ότου φτάσαμε στο Θεό-πνεύμα της Χριστιανικής θρησκείας τα τελευταία 2.000 χρόνια: ένας Θεός που πότε-πότε παριστάνεται σαν ένας σεβάσμιος και υγιής Γέρος Άνδρας· και στον Αλλάχ της Μουσουλμανικής θρησκείας στα τελευταία 1.300 χρόνια, ο οποίος δεν έχει φύλο(*) και δεν επιτρέπεται να παρασταθεί καν. Και κάτι άλλο: η ανθρωπότητα δεν ανακάλυψε στο σύνολό της ξαφνικά την έννοια “ένας Θεός” μια μέρα, 4.000 χρόνια πριν· οι Εβραίοι δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο ποσοστό του συνολικού πληθυσμού των ανθρώπων (κ’ εξακολουθούν να είναι), και χρειάστηκε να έρθει η Χριστιανική θρησκεία και η εξάπλωσή της στην Ευρώπη, και λίγο αργότερα το Ισλάμ και η εξάπλωσή του στον Αραβικό κόσμο, για να μπορέσει η έννοια “ένας Θεός” ν’ αποκτήσει ουσιαστικό έρεισμα στο συλλογικό νου της ανθρωπότητας. Ακόμα και σήμερα, ο κόσμος στο πιο πολυπληθές έθνος, στην Κίνα, δεν πιστεύει σ’ έναν μοναδικό Θεό, δημιουργό του κόσμου. Άρα, αν η θρησκεία βρίσκεται ανάμεσά μας λόγω του Θεού, τότε ο Θεός έχει φτιάξει μια παράξενα κατατεμαχισμένη και περιορισμένη (τόσο στο χώρο όσο και στο χρόνο) εικόνα του εαυτού-του στον ανθρώπινο νου. Πρόκειται για έναν “Θεό με χίλια πρόσωπα” που εμφανίζεται στον κόσμο. Γιατί;
Αλλά ο σκοπός εδώ δεν είναι να επιχειρηματολογήσω αντιπαρατιθέμενος με τους πιστούς. Γι’ αυτούς, όλα τα ερωτήματα έχουν απαντηθεί, κανένα ανοιχτό θέμα δεν υπάρχει. Στους θρησκευόμενους ανθρώπους αρέσει να έχουν την ησυχία-τους: δεν τους αρέσει να βασανίζουν το μυαλό-τους με θεμελιώδη ερωτήματα όπως αν ο Θεός υπάρχει ή όχι, αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, κλπ. Αρνούνται να εξετάσουν τα θεμέλια της πίστης-τους, κι αυτό είναι απόλυτα κατανοητό, γιατί μια τέτοια εξέταση θα έθετε σε κίνδυνο ολόκληρο το οικοδόμημα, το οποίο δεν θέλουν να δουν να σείεται και — ο μη γένοιτο — ν’ αποκτά ρωγμές (με τη μορφή ερωτημάτων). Ο στόχος-μου είναι να καταγράψω εδώ ένα ερευνητικό κείμενο σχετικά με το φαινόμενο της θρησκείας για τον εαυτό-μου, γιατί σαν ερευνητής της νοολογίας (“γνωσιακής επιστήμης”, όπως λέγεται αλλιώς) ενδιαφέρομαι κατά κύριο λόγο να μάθω πώς λειτουργεί ο νους, κ’ ένα σπουδαίο χαρακτηριστικό του ανθρώπινου νου είναι οτι έχει θρησκευτικές πεποιθήσεις. Αλλά για ποιο λόγο έγραψα αυτή την ιστοσελίδα, αν ενδιαφέρομαι μόνο για την έρευνα και για την ικανοποίηση της περιέργειάς μου; Απλούστατα, γιατί είναι αντιπαραγωγικό να συνομιλεί κανείς μόνο με τον εαυτό-του· χρειάζομαι ν’ ακούσω τον αντίλογο, κυρίως από κείνους που δεν αισθάνονται οτι απειλούνται όταν βάζουν κάτω από το μικροσκόπιο της λογικής ακόμα και τις πιο θεμελιώδεις δοξασίες-τους.
Έτσι λοιπόν, υπό την προϋπόθεση οτι ο Θεός υπάρχει, ασφαλώς κανένα ερώτημα δεν χρειάζεται να τεθεί σχετικά με την προέλευση της θρησκείας (εκτός από τα ερωτήματα που έθεσα προηγουμένως — βλέπε το διάγραμμα με την έγχρωμη γραμμή, παραπάνω — αλλά οι πιστοί μπορούν πάντα να ξεπεράσουν το σκόπελο με τη σκέψη «μυστήριαι αι βουλαί του Υψίστου»). Το ερώτημα της προέλευσης της θρησκείας αποκτά ενδιαφέρον μόνο υπό την προϋπόθεση οτι ο Θεός είναι δημιούργημα του ανθρώπινου νου. Αν είστε θρήσκος κ’ αισθάνεστε οτι προσβάλλεστε μ’ αυτήν την υπόθεση, υπάρχει πάντα το κουμπί “Πίσω” στον περιηγητή-σας. Αν δεν προσβάλλεστε, τότε ή δεν είστε θρήσκοι, ή είστε αλλά επίσης έχετε αρκετή περιέργεια να δείτε πώς απαντάει ένας άθεος το ερώτημα της προέλευσης της θρησκείας (λόγου χάρη, μπορεί να θέλετε να προετοιμαστείτε συλλέγοντας “πολεμοφόδια” για την επόμενη φορά που κάποιος που δεν πιστεύει σας θέσει αυτά τα θέματα σε μια συζήτηση). Εν πάση περιπτώσει, υποθέτοντας οτι δεν προσβάλλω τον αναγνώστη, προχωρώ τώρα στο κυρίως θέμα αυτού του κειμένου.
Πίνακας Περιεχομένων
1. Θεωρίες για την προέλευση της θρησκείας
1.1 Γιατί οι άνθρωποι είναι θρήσκοι;
1.1.1 Το βιβλίο του Pascal Boyer «Η εξήγηση της θρησκείας» (“Religion Explained”)
1.2 Δαρβινικές θεωρίες
1.3
Η θρησκεία σαν ιός του πνεύματος
2. Η εξέλιξη της θρησκείας
2.1 Τα βιολογικά θεμέλια της Ηθικής και η εξέλιξή της
2.1.1 Η Αγία Γραφή ως οδηγός για την Ηθική
2.1.2
Τα ιερά Ισλαμικά κείμενα ως οδηγός για την Ηθική
2.1.3
Η Ηθική συνεχίζει να εξελίσσεται
2.2 Η εξέλιξη της τελετουργίας
3. Ιδιότητες του θρησκευόμενου νου
3.1 Ενδείκνυται η ορθολογική σκέψη για την κατανόηση της θρησκείας;
3.1.1 Είναι αλήθεια οτι ο θρήσκος νους αποφεύγει, ή ακόμα και εχθρεύεται τη λογική;
3.2 Το “καλωδιωμένο” τμήμα της θρησκείας
3.3 Μπερδεύοντας το τί είναι επιθυμητό να πιστεύουμε με το τί πραγματικά ισχύει
3.4 Γιατί η θρησκεία εχθρεύεται τη σεξουαλικότητα;
4

1. Θεωρίες για την προέλευση της θρησκείας

1.1 Γιατί οι άνθρωποι είναι θρήσκοι;

Ο θρήσκος άνθρωπος θα είχε ακριβώς το αντίθετο ερώτημα: γιατί μερικοί άνθρωποι (όπως ο συγγραφέας) δεν είναι θρήσκοι;(*) Αλλά υπάρχει συμμετρία στο ερώτημα; Δικαιολογείται ο θρήσκος να κάνει αυτή την ερώτηση τόσο όσο ο συγγραφέας που ρωτάει γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι είναι θρήσκοι; Θα ισχυριστώ σ’ αυτήν την ενότητα (§1) οτι το ερώτημα δεν είναι συμμετρικό:
Στη φυσική-του κατάσταση ο νους είναι ελεύθερος θρησκευτικών δοξασιών,
όπως ένα φυσικό σώμα είναι αυτό που του λείπουν τα περιττά κιλά.
Η θρησκεία είναι κάτι σαν το λίπος: κάτι το πρόσθετο,
χρήσιμο μεν για την επιβίωσή μας κατά το παρελθόν,
που όμως τώρα προκαλεί ζημιά στο είδος-μας.
Εντούτοις, η παραπάνω παρομοίωση δεν είναι πολύ ακριβής, γιατί μπορεί κανείς πάντα να επιλέξει να χάσει τα περιττά κιλά μέσω δίαιτας· ενώ στην περίπτωση της θρησκείας δεν υπάρχει συνταγή για να τη χάσει κανείς, για δύο λόγους: πρώτον, οι θρήσκοι δεν πιστεύουν οτι υπάρχει κάτι το στραβό με την πίστη-τους, ή οτι η πίστη-τους προκαλεί ζημιά σε άλλους ανθρώπους. Και δεύτερο, υπάρχει ένας ισχυρός γενετικός παράγοντας στη θρησκεία (ισχυρότερος από οποιαδήποτε γενετική προδιάθεση για συσσώρευση λίπους), που είναι μια ιδέα που θα συζητηθεί αργότερα (§3.2).
Η θρησκεία είναι κυρίως ένα νοητικό φαινόμενο, γιαυτό οι παραδοσιακές εξελικτικές προσεγγίσεις αποτυγχάνουν στο να ρίξουν άπλετο φως σε όλες τις ιδιότητές της. Αυτό δεν σημαίνει οτι η βιολογία δεν έχει τίποτε το χρήσιμο να μας πει για τη βαθύτερη κατανόηση της θρησκείας. Για παράδειγμα, όπως οι Frans de Waal[1] και Marc Hauser[2] μας λένε στα πρόσφατα βιβλία-τους, ο πυρήνας της αίσθησης της ηθικής που σχεδόν όλοι οι άνθρωποι συμμερίζονται έχει βιολογικό υπόβαθρο: άλλα ζώα μπορεί να μη χρειάζονται ν’ αποφασίζουν για θέματα όπως οι εκτρώσεις και η ευθανασία, αλλά είναι υποχρεωμένα να αντιμετωπίζουν την κλεψιά και το φόνο σε μόνιμη βάση. (Αυτό το θέμα θ’ αναπτυχθεί στην ενότητα της προέλευσης της ηθικής, βλ. §2.1.) Πράγματι, μια σύγκριση των νοητικών-μας ικανοτήτων μ’ εκείνες άλλων ζώων θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τη βάση της απάντησης στο ερώτημα “Από πού προήλθε η θρησκεία”. Σ’ αυτό πρόκειται ν’ αναφερθώ αμέσως τώρα.
Προσπαθήστε να βάλετε τον εαυτό-σας στη νοητική κατάσταση ενός ενήλικου χιμπαντζή που μόλις έγινε μάρτυρας του θανάτου ενός γεροντότερου μέλους της οικογένειάς του. Πιστεύετε οτι θα μπορούσατε να κάνετε την ακόλουθη σκέψη;
«Αυτός ο γερο-χιμπαντζής μόλις πέθανε· αλήθεια, όλοι οι χιμπαντζήδες πεθαίνουνε, αργά ή γρήγορα·
εγώ είμαι ένας απ’ αυτούς· άρα μια μέρα κι εγώ θα πεθάνω, αργά ή γρήγορα.»
Όχι, δεν θα μπορούσατε. Για να το πούμε απλά, δεν θα είχατε τη διανοητική διαύγεια να κάνετε την παραπάνω πολύπλοκη σκέψη. Μερικά τμήματα της σκέψης αυτής θα ήταν προσβάσιμα («Αυτός ο γερο-χιμπαντζής μόλις πέθανε», «εγώ είμαι ένας απ’ αυτούς» — αν και δεν θα εκφράζονταν με τέτοιους λεκτικούς όρους, εννοείται), αλλά άλλα τμήματα θα βρίσκονταν τελείως έξω από τον πνευματικό-σας ορίζοντα («αλήθεια, όλοι οι χιμπαντζήδες πεθαίνουν», «άρα μια μέρα θα πεθάνω κι εγώ»). Το βασικό διανοητικό-σας μειονέκτημα ως χιμπαντζής (ή ως οποιοδήποτε άλλο μη-ανθρώπινο είδος), θα ήταν οτι δεν θα μπορούσατε να φανταστείτε την έννοια “μακρινό μέλλον”. Μόνο ο άνθρωπος μπορεί να το κάνει αυτό.(*) Δεν θα ήταν όλο το μέλλον εκτός της διανόησής σας — λόγου χάρη, θα ήσασταν σε θέση να κρύψετε ένα κομμάτι τροφής από τους συντρόφους-σας, γνωρίζοντας οτι θα μπορούσατε να το ξαναβρείτε σύντομα, ίσως ακόμα και μετά από μερικές μέρες. Αλλά δεν θα μπορούσατε να φανταστείτε ένα μέλλον που εκτείνεται για περισσότερο από μερικές μέρες. Δεν θα καταλαβαίνατε τί σημαίνει “σε μερικά χρόνια”. Κατά συνέπεια, δεν θα μπορούσε ποτέ να σας φοβήσει ο μελλοντικός θάνατός σας.
Ο φόβος του θανάτου είναι μόνο ένα από τα ψυχολογικά βάρη που εμείς οι άνθρωποι μόνοι-μας πρέπει να κουβαλάμε στους ώμους-μας σε όλη-μας τη ζωή. Άλλο ένα παρόμοιο βάρος είναι ο φόβος της αβεβαιότητας του εχθρικού-μας περιβάλλοντος. Αυτή τη στιγμή οι περισσότεροι από μας (και ιδίως όσοι έχουμε πρόσβαση σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας όπως το Διαδίκτυο) αισθανόμαστε τελείως ασφαλείς καθώς διαβάζουμε το παρόν κείμενο. Μπορώ να στοιχηματίσω όλα τα λεφτά-μου οτι δεν σκέφτεστε πως μπορεί να καταρρεύσει ο τοίχος και να σας σκοτώσει πριν να τελειώσετε το διάβασμα αυτής της παραγράφου. Όμως οι πρόγονοί μας δεν εξελίχθηκαν σε τέτοια ασφαλή περιβάλλοντα σαν τα δικά-μας, αλλά σε περιβάλλοντα όπου οποιαδήποτε κατάσταση που απειλούσε τη ζωή-τους μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή. Αισθάνονταν οτι τα απρόοπτα της ζωής, και ιδίως τα καταστροφικά και επώδυνα, απαιτούσαν μιαν εξήγηση. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει εξήγηση για το γιατί ένα άτομο εμφανίζεται άτυχο.(*) Αλλά το ανθρώπινο μυαλό είναι κατασκευασμένο έτσι ώστε να επιδιώκει την εξήγηση, και αν κάποια είναι δύσκολο να βρεθεί, θα αγκιστρωθεί από οτιδήποτε, από κάποια ιδέα που μοιάζει με εξήγηση. Έτσι οι πρόγονοί μας, για δεκάδες χιλιάδες χρόνια, πίστευαν οτι οι ατυχίες της ζωής προκαλούνται από κακόβουλα φαντάσματα, πνεύματα, και εκδικητικούς νεκρούς προγόνους (που υποτίθεται οτι ήσαν παρόντες τριγύρω, αόρατοι για τους ζωντανούς). Πρόσφατα (το πολύ στα τελευταία 4.000 χρόνια μόνο), η έννοια του “Κακού” προσωποποιήθηκε και αποδώθηκε σε μια οντότητα, το Σατανά· παρόμοια, η έννοια του “Καλού” επίσης προσωποποιήθηκε και αποδόθηκε σε άλλη οντότητα, το Θεό.(*) Αλλά αυτή είναι μια πολύ πρόσφατη (σχετικά βέβαια, βλ. εισαγωγή) εξέλιξη. Έτσι, η εξήγηση της αστάθμητης φύσης της Φύσης (πλημμύρες, σεισμοί, άγρια θηρία, προσωπικές συμφορές, κ.ά.) ήταν άλλος ένας παράγοντας που μας βοήθησε ν’ αναπτύξουμε τη θρησκευτικότητά μας. Ο Θεός, ή οι θεοί, ήταν το αποκούμπι του άτυχου και χτυπημένου από τη μοίρα ανθρώπου. Είναι γνωστό οτι την ώρα της προσωπικής δυστυχίας, ή της επικείμενης καταστροφής, ο άνθρωπος επικαλείται τη βοήθεια της θεϊκής δύναμης και παρέμβασης.
Σχετική με την εξήγηση των ατυχιών και των συμφορών της ζωής, αν και ήσσονος σημασίας, είναι η ανάγκη της εξήγησης για το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος. Πρέπει να σημειωθεί οτι επειδή αυτή η ανάγκη δεν είναι ζωτικής σημασίας, δεν συναντάμε μύθους δημιουργίας σε όλες τις θρησκείες του κόσμου. Εντούτοις, μύθοι δημιουργίας περιλαμβάνονται σε πολλές θρησκείες.(*) Ο ανθρώπινος νους μένει εκστατικός παρατηρώντας τη λεπτομερειακή δόμηση του φυσικού κόσμου, και ζητά μια εξήγηση: κάποιος πρέπει να έβαλε σε τάξη αυτό το χάος. Οι θρησκείες (μερικές τουλάχιστον) μπορούν να παίξουν το ρόλο της “φιλοσοφίας του λαού” όταν περιλαμβάνουν μύθους δημιουργίας.
Η θρησκεία έχει επίσης μια σημαντική λειτουργία, η οποία δεν απαντά κατευθείαν στο ερώτημα “γιατί είμαστε θρήσκοι”, αλλά σχετίζεται έμμεσα με την προέλευση της θρησκευτικής συμπεριφοράς: οι θρησκείες, τουλάχιστον εκείνες που πρόσφατα έχουν δημιουργήσει τεράστια κοινωνικά ιδρύματα (χριστιανική, μουσουλμανική, κλπ), αποτελούν μέσα για την επίτευξη της κοινωνικής τάξης. Μέχρι αρκετά πρόσφατα στη Δυτική Ευρώπη (πριν από την απαγκίστρωση του κράτους από τη θρησκεία), η ανυπακοή στο θρησκευτικό κανόνα μπορούσε να επιφέρει ακόμα και το θάνατο του ατόμου. Αυτό εξακολουθεί να ισχύει ακόμα και σήμερα (αρχές 21ου αιώνα) σε μερικά Ισλαμικά έθνη, όπως το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία, το δικαιικό σύστημα των οποίων καθορίζεται από τη σαρία (τον Ισλαμικό νόμο). Εντούτοις, η θρησκεία δεν είχε ιδρυματοποιηθεί για το μεγαλύτερο διάστημα της παρουσίας-της (βλ. το μπλε μέρος της γραμμής του διαγράμματος στην αρχή αυτής της σελίδας). Όμως η ανυπακοή στους θρησκευτικούς κανόνες συνήθως αποθαρρυνόταν είτε ήπια, είτε με βίαια μέσα. Ο βιολόγος Eugene O. Wilson πρότεινε οτι η αυστηρή εφαρμογή της θρησκείας, δηλ. η ανάγκη του “να αποτελεί κανείς μέρος της ομάδας/φυλής”, είναι ένας από τους παράγοντες που συνετέλεσαν στη φυσική επιλογή των θρησκευόμενων ατόμων, και πιο συγκεκριμένα, των υπάκουων ατόμων: όσα άτομα μπορούσαν να υποφέρουν αγόγγυστα τις ανοησίες που εκστόμιζε ο θρησκευτικός ηγέτης (ο σάμαν, που συνήθως ήταν και ο ηγέτης της φυλής), είχαν καλύτερη πρόσβαση στους πόρους της φυλής (διατροφή, συντροφική μέριμνα, κλπ.), κι έτσι μπορούσαν να παράγουν πιο πολλούς απογόνους από τους άλλους, τους “επαναστάτες”, που, αμφισβητώντας την αυθεντία του αρχηγού, εξοστρακίζονταν από την κοινότητα. Έτσι έχουμε μια πρόταση για την εξήγηση του για ποιο λόγο ο θρησκευόμενος νους εν γένει δεν νοιάζεται για τις αντιφάσεις,(*) και είναι διατεθειμένος να δεχτεί τις παράλογες ιδέες που πιστεύει ο θρησκευόμενος περίγυρός του, ειδικά μάλιστα τις ανοησίες που προέρχονται απ’ το στόμα θρησκευτικών ηγετών.(*) Πρέπει επίσης να σημειωθεί οτι ο ανθρωπολόγος και νοολόγος Pascal Boyer υποστηρίζει αρκετά πειστικά οτι όσο πιο απίστευτη είναι μια δοξασία, τόσο πιο κατάλληλη είναι για ν’ αποτελέσει μέρος της θρησκευτικής πίστης.[3] (Το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου του Boyer εξετάζεται επίσης αμέσως παρακάτω.) Συνολικά, η ανάγκη της συμμόρφωσης με τους θρησκευτικούς κανόνες, όσο παράλογοι κι αν είναι αυτοί, μπορεί να αποτελεί εξήγηση για το πώς η θρησκεία “καλωδιώθηκε” στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Φυσικά, όπως σε κάθε στατιστικό επιχείρημα, αυτό δεν σημαίνει οτι ο καθένας αναμένεται να είναι θρήσκος· μόνο οτι κατά μέσο όρο, οι άνθρωποι τείνουν να γεννιούνται με μια κλίση προς τη θρησκεία, παρά με μια αποστροφή γι’ αυτή. Με τα κατάλληλα κοινωνικά ερεθίσματα, το άτομο που γεννιέται με μια τέτοια κλίση θα γίνει θρήσκο, συνήθως ακολουθώντας την κυρίαρχη θρησκευτική πίστη της κοινωνίας-του.

1.1.1 Το βιβλίο του Pascal Boyer «Η εξήγηση της θρησκείας» (“Religion Explained”)

Ο Αμερικανός νοολόγος Pascal Boyer, που διδάσκει στους τομείς Ψυχολογίας και Ανθρωπολογίας του Washington University στο St. Louis του Missouri, ουσιαστικά απορρίπτει όλους τους παραπάνω λόγους σαν εξήγηση της προέλευσης της θρησκείας στο βιβλίο-του Η εξήγηση της θρησκείας,[3] από το πρώτο κεφάλαιο. Για κάθε μια από τις παραπάνω εξηγήσεις, ο Boyer ανακαλύπτει μια ή περισσότερες θρησκείες για τις οποίες η εξήγηση δεν ισχύει. Έτσι συμπεραίνει οτι καμιά-τους δεν μπορεί να αποτελέσει καθολική εξήγηση, που να ισχύει για όλες τις θρησκείες. Για παράδειγμα, σχετικά με το πρόβλημα του “φόβου του θανάτου”, ο Boyer λέει:
«Πρέπει να απορρίψουμε την περιορισμένη ιδέα οτι η θρησκεία υπόσχεται παντού τη σωτηρία [της ψυχής], γιατί αυτό προφανώς δεν συμβαίνει.» (σ. 21)
Ναι, αλλά τα 2.1 δισεκατομμύρια Χριστιανών του κόσμου, και το 1.5 δισ. των Μουσουλμάνων, δηλ. ένα άθροισμα της τάξης του 54% του θρησκευόμενου πληθυσμού της Γης (βλ. πηγή αυτών των στατιστικών) όντως πιστεύουν στη μετά θάνατον ζωή και στη σωτηρία της ψυχής. Πολλές αρχαίες θρησκείες επίσης πρέσβευαν την ιδέα της μετά θάνατον ζωής. Οι Έλληνες πίστευαν οτι οι ψυχές πηγαίνουν στον Κάτω Κόσμο, στο βασίλειο του θεού Άδη.(*) Οι Ρωμαίοι πίστευαν το ίδιο πράγμα, ονομάζοντας το θεό Πλούτωνα (Pluto). Ακόμα κι οι περισσότερες από τις θρησκείες που ο Boyer πιστεύει οτι προσφέρουν αντιπαραδείγματα, είναι στην πραγματικότητα παραδείγματα της πίστης στη μετά θάνατον ζωή: κάθε θρησκεία που αναφέρεται σε πνεύματα προγόνων, λόγου χάρη, άμεσα υποδεικνύει την ιδέα της μετά θάνατον ζωής: «Όταν πεθάνω, θα είμαι ένας νεκρός πρόγονος των ζώντων απογόνων-μου, και η ψυχή-μου μπορεί να μείνει εδώ γύρω, ακριβώς όπως οι ψυχές των προγόνων-μου βρίσκονται εδώ γύρω τώρα.» Η σωτηρία της ψυχής, στην οποία ο Boyer εστιάζει, μπορεί πράγματι να είναι μια περιορισμένη ιδέα. Αλλά αυτό που τρέφει την ανθρώπινη σκέψη με κουράγιο δεν είναι η συγκεκριμένη ιδέα της σωτηρίας, αλλά η πιο γενική της μετά θάνατον ζωής, της ελπίδας δηλαδή οτι ο θάνατος δεν σημαίνει το οριστικό τέλος του παντός.
Μια πιο προσεκτική εξέταση των θρησκειών του κόσμου αποκαλύπτει οτι ουσιαστικά σε όλες οι άνθρωποι πιστεύουν σε κάποιας μορφής μετά θάνατον ζωή: προσπερνώντας τις πολύ γνωστές δοξασίες περί παραδείσου και κολάσεως των Χριστιανών και Μουσουλμάνων, τα 900 εκατομμύρια των Ινδουϊστών πιστεύουν στη μετεμψύχωση· ~400 εκατομμύρια Βουδδιστές επίσης πιστεύουν σε κύκλους ανα-γέννησης, και την τελική απόκτηση του bodhi (δηλ. τη βουδδιστική παντογνωσία)· παρόμοιες δοξασίες πιστεύονται από άλλα ~400 εκατομμύρια παραδοσιακών Κινεζικών θρησκευμάτων (ένα μείγμα Βουδδισμού, Κομφουκιανισμού, και Ταοϊσμού). Αν προσθέσουμε σ’ αυτά τη λατρεία προγόνων του Ιαπωνικού Σιντοϊσμού και διάφορες τοπικές Αφρικανικές, Ινδιάνικες, και Αυστραλιανές (των αβοριγίνων) θρησκείες, αναρωτιέται κανείς, ποιο είναι τάχα το ποσοστό των ανθρώπων που μπορούμε να τους πούμε θρήσκους και που δεν πιστεύουν σε μετά θάνατον ζωή μιας κάποιας μορφής; Τέτοιες θρησκείες, αν υπάρχουν, πρέπει να είναι πραγματικά ελάχιστες.

Ακόμη κι η ιδέα οτι οι θρησκείες παρέχουν εξηγήσεις είναι αποτυχημένη κατά τον Boyer. Ισχυρίζεται οτι η κάθε θρησκευτική “εξήγηση” καταλήγει στο να δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα από κείνα που αρχικά προσπάθησε να απαντήσει. Για παράδειγμα:
Σκεφτείτε την εξήγηση της βροντής σαν τη βροντερή φωνή προγόνων που εκφράζουν το θυμό-τους για κάποιο ανθρώπινο παράπτωμα. Αυτή η εξήγηση, λέει ο Boyer, δημιουργεί ένα σωρό ερωτήματα: Πού είναι αυτοί οι πρόγονοι; Γιατί δεν μπορούν να ιδωθούν; Με ποιο μέσο φτάνει η φωνή από το μακρυνό μέρος που μένουν; Πώς παράγουν τη φωνή, έχουν κάποιο ειδικό στόμα; Είναι γιγάντιοι; Απ’ την άλλη μεριά, λέει ο Boyer, οι άνθρωποι καταλαβαίνουν την έννοια της εξήγησης πολύ καλά. Άρα δεν μπορεί να σκαρώνουν τη θρησκευτική ιδέα ως εξήγηση· πρέπει να υπάρχει κάποιος άλλος λόγος, ή λόγοι (σ. 10-18).
Διαφωνώ. Στο μυαλό του Boyer (όπως επίσης και στο δικό-μου, παρεμπιπτόντως), ίσως είναι αλήθεια οτι οι θρησκευτικές προσπάθειες να εξηγηθεί ένα φαινόμενο δημιουργούν πιο πολλά ερωτήματα από κείνα που αρχικά προσπάθησαν να απαντήσουν. Αλλά στο νου του πιστού οι εξηγήσεις στέκουν θαυμάσια, γιατί περαιτέρω ερωτήματα δεν δημιουργούνται. Ακόμα κι αν κάποιος (ένας μη-πιστός) κάνει αυτά τα συγκεκριμένα ερωτήματα, ο πιστός θα τα θεωρήσει γελοία, μη άξια προσοχής. Ένα παράδειγμα, αρκετά οικείο, θα βοηθήσει στην κατανόηση αυτού του επιχειρήματος:
Υποθέστε οτι ρωτάω έναν πιστό μιας από τις τρεις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες: «Πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος;» Αμέσως θα λάβω την εξήγηση: «Μα προφανώς, τον δημιούργησε ο Θεός!» Αλλά υποθέστε οτι τότε προσπαθώ να υποδείξω οτι αυτή η εξήγηση δεν είναι καλή, γιατί δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα απ’ αυτό που υποτίθεται οτι απάντησε. Για παράδειγμα, πώς δημιουργήθηκε ο Θεός; Σ’ αυτό, ο πιστός έχει έτοιμη την απάντηση: «Ο Θεός δεν δημιουργήθηκε, υπάρχει αιώνια.» Μα — θα επέμενα εγώ — πώς το γνωρίζουμε αυτό; Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι οτι ο Θεός έχει υπάρξει ανέκαθεν και δεν δημιουργήθηκε από κάποιον άλλον υπερ-Θεό; Αλλά κι έπειτα, κι αν ο Θεός υπήρχε ανέκαθεν, γιατί δημιούργησε το σύμπαν-μας εκείνη ακριβώς τη στιγμή; Πώς μπορεί ένας Νους να περιμένει επ’ άπειρον προτού να δημιουργήσει κάτι; Τι σημαίνει τάχα η επ’ άπειρον αναμονή; Μήπως σημαίνει οτι ο Θεός συνεχίζει να δημιουργεί σύμπαντα στον αιώνα τον άπαντα; Αν όχι, γιατί ο Θεός δημιούργησε ένα μόνο σύμπαν; Αν ναι, τί κάνει με τα άλλα σύμπαντα; Τα καταστρέφει, πεθαίνουν από μόνα-τους; Μήπως μερικά συνεχίζουν να υπάρχουν παράλληλα με το δικό-μας; Γιατί ο Θεός δημιούργησε το σύμπαν; “Τη βρίσκει” μ’ αυτή την απασχόληση, ή έχει κάποιον απώτερο σκοπό; Του τυπικού πιστού του διαφεύγει οτι, στην προσπάθειά του να δώσει μια εξήγηση, ένας μεγάλος αριθμός άλλων ερωτημάτων ξεπηδούν λόγω της υπόθεσης “ο Θεός είναι ο δημιουργός του κόσμου”.
Όχι, ο μέσος πιστός δεν αντιλαμβάνεται την έννοια “εξήγηση” με τον ίδιο τρόπο που την αντιλαμβάνεται ο Boyer (του οποίου η αντίληψη, όπως προανέφερα, συμφωνεί με τη δική-μου). Αυτό που έχει κατά νου ο Boyer είναι η εξήγηση τύπου “αξιωματικής θεωρίας”, όπου κανείς εξετάζει τις υποθέσεις-του και προχωρεί προς τα πίσω, απαντώντας όλα τα νέα ερωτήματα που δημιουργούνται, μέχρι να φτάσει στο “αμήν”, σταματώντας στα “αξιώματα” της θεωρίας. Επίσης, μεταξύ δύο αξιωματικών θεωριών, άνθρωποι με επιστημονικό υπόβαθρο σαν τον Boyer προτιμούν την πιο σύντομη, εκείνη που δεν πλατειάζει με ατελείωτες υποθέσεις. Αλλά κανένας ο οποίος δεν έχει υπόβαθρο στα μαθηματικά, τη λογική, και την αποδεικτική μέθοδο, δεν σκέφτεται αυτού του είδους την εξήγηση με τη λέξη “εξήγηση”. Για τον περισσότερο κόσμο, μια εξήγηση του τύπου “ο Θεός το έκανε” είναι απόλυτα επαρκής. Οπότε, βεβαίως — αντίθετα με ότι πιστεύει ο Boyer — οι περισσότερες θρησκείες παρέχουν εξηγήσεις στον πιο πολύ κόσμο. Ιδού τι λέει ο Boyer (σ. 14, η έμφαση δική-του):
«Αν πούμε οτι οι άνθρωποι χρησιμοποιούν θρησκευτικές έννοιες για να εξηγήσουν τον κόσμο, αυτό μοιάζει να υπονοεί οτι δεν γνωρίζουν τί σημαίνει εξήγηση. Αλλά αυτό είναι γελοίο. Έχουμε μπόλικες ενδείξεις οτι γνωρίζουν.»
Δεν συνεχίζει να μας πει ποιες είναι αυτές οι «μπόλικες ενδείξεις», αλλά περιγράφει το παραπάνω σαν ένα «παράδοξο οικείο σε όλους τους ανθρωπολόγους». Θα συμφωνούσα οτι είναι παράδοξο αν με τη λέξη “εξήγηση” ο μέσος άνθρωπος αντιλαμβανόταν την ίδια έννοια της εξήγησης τύπου αξιωματικής θεωρίας μ’ αυτήν που αντιλαμβανόμαστε ο Boyer κι εγώ. Όμως δεν είναι έτσι. Αντίθετα, οι άνθρωποι καταφεύγουν σε ψευδο-εξηγήσεις όλη την ώρα, όπως ας πούμε οτι η κακή-τους τύχη οφείλεται στο οτι είδαν μια μαύρη γάτα στο πρόσφατο παρελθόν (μια δεισιδαιμονία των κατοίκων της Ελλάδας, Τουρκίας, και άλλων Βαλκανικών και Μεσανατολικών χωρών)· ή πως το οτι πήγαν ταξίδι αυτόν το χρόνο οφείλεται στο οτι την 1η Ιανουαρίου έτρεχαν γύρω από το οικοδομικό τετράγωνο με μια άδεια βαλίτσα στα χέρια (δοξασία που κυκλοφορεί στην Κολομβία)· ή οτι δύο άνθρωποι ταιριάζουν μεταξύ-τους επειδή ο ένας γεννήθηκε το έτος του πιθήκου και ο άλλος το έτος του δράκου (Κινεζική δοξασία, ή γενικότερα της Άπω Ανατολής)· ή οτι κάποιο ατυχές γεγονός σχετίζεται με τον αριθμό 13, με τον ένα ή άλλο τρόπο (Δυτική δοξασία)· ή οτι η τύχη ενός ατόμου εξαρτάται από τις θέσεις των πλανητών σε σχέση με τα άστρα (επίσης Δυτική)· ή οτι η υγεία ενός ανθρώπου βελτιώθηκε επειδή κάποιο κρύσταλλο (μια πέτρα δηλαδή) τρίφτηκε τελετουργικά πάνω στο σώμα-του (βλακεία καθολικής ισχύος). Συνήθως αποκαλούμε τέτοιες δοξασίες όχι θρησκευτικές, αλλά προληπτικές. Εντούτοις, τέτοιου είδους δοξασίες είναι χαρακτηριστικές του τι μπορούν να δεχτούν οι άνθρωποι σαν “εξηγήσεις”, δηλαδή σχέσεις αιτίου–αποτελέσματος. Ο κόσμος μπορεί και πιστεύει ανοησίες. Υπάρχουν μπόλικες ενδείξεις, δεν χρειάζεται να έχει σπουδάσει κανείς νοολογία για να το καταλάβει αυτό. Δυστυχώς, οι “πολιτικά ορθοί” ανθρωπολόγοι μπορεί να το αρνούνται. Βλέπετε, μπορείτε ως ανθρωπολόγος ή κοινωνιολόγος, ακολουθώντας την πολιτική ορθότητα, να αρνείστε να δεχτείτε οτι οι άνθρωποι είναι συχνά ανόητοι. Αλλά όταν κάνετε κάτι τέτοιο, δεν είστε επιστήμονας. Μέσω της επιστήμης μαθαίνουμε όχι αυτό που επιθυμούμε να βρούμε, αλλά αυτό που οι αντικειμενικές και χωρίς απόψεις παρατηρήσεις-μας μας λένε οτι απλά είναι.

Παραμένουμε στο θέμα των εξηγήσεων, για να διαπιστώσουμε οτι ο Boyer επιχειρηματολογεί εναντίον μιας άποψης των ανθρωπολόγων του 19ου αιώνα που λέγεται διανοουμενισμός. Σύμφωνα με τον τελευταίο, αν ένα φαινόμενο είναι κοινό στην ανθρώπινη εμπειρία και οι άνθρωποι δεν έχουν τα νοητικά εφόδια να το καταλάβουν, τότε καταφεύγουν σε μια υποτιθέμενη εξήγηση.(*)
Ο Boyer πιστεύει οτι μια γενική αρχή σαν την παραπάνω είναι «ολοφάνερα λάθος», και για να μας δείξει γιατί, φέρνει σαν παράδειγμα το πώς οι σκέψεις-μας (μια άυλη οντότητα) καταφέρνουν να επιδρούν στον υλικό κόσμο, προκαλώντας, για παράδειγμα, την κίνηση των μελών-μας. Αυτό, λέει, «είναι ένα δύσκολο πρόβλημα για τους φιλοσόφους και τους νοολόγους(*) ... αλλά, κατά παράδοξο τρόπο, δεν είναι πρόβλημα για κανέναν άλλον σ’ ολόκληρο τον κόσμο.»
Ακριβώς. Αυτή η τελευταία παρατήρηση θα έπρεπε να κάνει ένα κουδουνάκι να ηχήσει στο μυαλό του καλού-μας καθηγητή Boyer. Γιατί δεν ενδιαφέρονται οι άνθρωποι να εφεύρουν μια εξήγηση — ούτε καν μια ψευδοεξήγηση — γι’ αυτό το πρόβλημα; Γιατί μόνο οι φιλόσοφοι και οι νοολόγοι το βλέπουν σαν πρόβλημα, αλλά του μέσου ανθρώπου δεν του καίγεται καρφάκι;
Προφανώς, διότι αυτό το πρόβλημα δεν έχει καμιά συνέπεια για τις ζωές των ανθρώπων. Αντίθετα, τα φυσικά φαινόμενα στα οποία δόθηκαν ψευδοεξηγήσεις είχαν άμεσες συνέπειες — μερικές φορές καταστροφικές — στη ζωή των ανθρώπων. Αν έβρεχε για μια ολόκληρη βδομάδα και οι ποταμοί ξεχείλισαν — όπως συμβαίνει κάθε τόσο σε κάποιο μέρος του κόσμου — και ολόκληρη η πεδιάδα στην οποία ζούσατε τα προϊστορικά χρόνια καλύφθηκε με νερά όσ’ όπου φτάνει το μάτι, κι όσ’ όπου μπορούσε να δει οποιοσδήποτε που ξέρατε, και αν τα περισσότερα από τα αγαπημένα-σας πρόσωπα χάθηκαν με την πλημμύρα, αυτό θα είχε καταστροφικό αντίκτυπο στον ψυχικό-σας κόσμο, και θα χάραζε ένα βαθύτατο αυλάκι στη συλλογική μνήμη της φυλής-σας. Θα αισθανόσασταν την ανάγκη να καταλάβετε το γιατί· πιθανώς θ’ αναρωτιόσασταν — ή μάλλον θα φωνάζατε με όλη-σας τη δύναμη — ΓΙΑΤΙ μας βρήκε αυτό το κακό; Γιατί καταστραφήκαμε; Η ψευδοεξήγηση μπορεί να διέφερε από πολιτισμό σε πολιτισμό. Οι Έλληνες, για παράδειγμα, πίστευαν οτι ο Δίας αποφάσισε οτι απέτυχε στο πρωταρχικό-του πείραμα κατασκευής της ανθρώπινης ψυχής, και θέλησε να ξεκινήσει από την αρχή, οπότε πλημμύρισε τον κόσμο. Οι Εβραίοι πίστευαν οτι ο Θεός θύμωσε με την ηθική ακολασία των ανθρώπων. Οποιαδήποτε εξήγηση κι αν δόθηκε, το ζήτημα είναι οτι οι άνθρωποι ένοιωθαν την ανάγκη να εξηγήσουν. Συγκρίνεται αυτό ποτέ με το “πρόβλημα” του πώς οι άυλες σκέψεις-μας καταφέρνουν να αλληλεπιδρούν με τον κόσμο και να κινούν υλικά αντικείμενα; Ασφαλώς και δεν θα το εννοήσει αυτό σαν πρόβλημα προς επίλυση κανένας φυσιολογικός άνθρωπος: πολύ που τους νοιάζει!
Αν εξετάσουμε τη φύση των προβλημάτων στα οποία δόθηκαν θρησκευτικές (ψευδο-) εξηγήσεις, θα διαπιστώσουμε οτι όλα είχαν άμεσο αντίκτυπο στην ζωή των ανθρώπων. Το ουράνιο τόξο εμφανίζεται την ώρα της αλλαγής μεταξύ καταιγίδας και ηρεμίας· υποδηλώνει κατάσταση αβεβαιότητας, οπότε φυσιολογικά είναι υποψήφιο για ψευδοεξήγηση. Βέβαια, δεν ήταν πολλοί οι πολιτισμοί που προσπάθησαν να εξηγήσουν το ουράνιο τόξο· είμαι σε γνώση μόνο της προσπάθειας των Εβραίων, που νόμιζαν οτι επρόκειτο για θεϊκό σημάδι της επερχόμενης ειρήνης στην καιρική κατάσταση. Αυτό υποβάλλει την ιδέα οτι το πόσο σημαντικό είναι ένα φαινόμενο στη ζωή των ανθρώπων μπορεί να σχετίζεται με τον αριθμό των πολιτισμών που προσπάθησαν να το εξηγήσουν. Άλλα γεγονότα, πιο σημαντικά, “εξηγήθηκαν” από πιο πολλούς πολιτισμούς. Η βροντή, η αστραπή, και ο κεραυνός, είχαν πιο άμεσα αποτελέσματα από το ουράνιο τόξο — οι άνθρωποι και τα ζώα-τους χτυπιόνταν θανάσιμα — επομένως, πιο πολλοί πολιτισμοί συσχέτισαν αυτά τα φαινόμενα με την οργή ενός θεού εναντίον κάποιου ή για κάτι που συνέβει. Τα βουνά έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στις ζωές των ανθρώπων της αρχαιότητας, καθορίζοντας το εύρος στο οποίο μπορούσαν να επεκτείνουν τη γεωργία και κτηνοτροφία-τους, και τις περιοχές απ’ όπου εχθρικές φυλές δεν μπορούσαν να τους επιτεθούν. Συνεπώς, τα βουνά επιζητούσαν μια εξήγηση, ή τουλάχιστον έναν δημιουργό. Γιατί βρίσκονταν εκεί; Οι Εβραίοι νόμιζαν οτι ο Θεός τα δημιούργησε (για κάποιον όχι προφανή λόγο), αλλά οι Μουσουλμάνοι προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα: πίστεψαν οτι ο Αλλάχ τα τοποθέτησε όπως τα μικρά παλούκια που στερεώνουν μια σκηνή στην άμμο, έτσι ώστε η γη να μην τρέμει.(*) Οι ποταμοί ήταν σημαντικοί για παρόμοιους λόγους, και όσο πιο σημαντικό ρόλο έπαιξαν (π.χ., ο Νείλος στην Αιγυπτιακή ζωή, οι Τίγρης και Ευφράτης στη Μεσοποταμία), τόσο πιο πιθανό ήταν οτι θα εξηγούνταν σαν προσωποποιημένες οντότητες. Αντίθετα, η θάλασσα δεν έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στη ζωή των αρχαίων Εβραίων, οπότε ήταν ένα “πράγμα”, ένα από τα πολλά που ο Θεός δημιούργησε· αλλά οι θαλασσοπόροι λαοί όπως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι την προσωποποίησαν με μια θεότητα (Ωκεανός/Oceanus), και πανίσχυροι θεοί υποθέτονταν οτι είχαν εκεί το βασίλειό τους (Ποσειδών/Neptune, Τρίτων, οι Νηρηίδες, κ.ά.).
Άρα, αν ο ανθρωπολογικός διανοουμενισμός επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει ακόμη και “προβλήματα” που προκαλούν χασμουρητό, όπως το πώς οι σκέψεις μετακινούν αντικείμενα, ασφαλώς και είναι λάθος. Αλλά, όπως τον αντιλαμβάνομαι, ο διανοουμενισμός απλώς λέει οτι παραδοσιακά οι άνθρωποι έχουν προσπαθήσει να εξηγήσουν φαινόμενα που τους φάνηκαν σημαντικά, κι αυτό το έκαναν παραβλέποντας την αληθοφάνεια της εξήγησης, ή τη συμφωνία-της με τις παρατηρήσεις και τα δεδομένα, ή τον αριθμό των επιπρόσθετων ερωτημάτων που δημιουργεί. Οποιαδήποτε εξήγηση, είτε θρησκευτικής είτε δεισιδαιμονικής φύσης, μοιάζει εξίσου καλή. Δεν βλέπω πώς μπορεί κανείς ν’ απορρίψει αυτή την ιδέα. Οι ενδείξεις δεν είναι απλώς μπόλικες, είναι συντριπτικές.

Ο Boyer απορρίπτει παρόμοια άλλα επιχειρήματα που εξηγούν τη θρησκευτικότητα, αναφέροντας κάποια θρησκεία για την οποία το επιχείρημα δεν ισχύει. Οπότε, αφού καμιά απ’ αυτές τις εξηγήσεις δεν ισχύει για το 100% των περιπτώσεων, προχωρεί στα επόμενα κεφάλαια για να δικαιολογήσει τον τίτλο του βιβλίου-του: “Η εξήγηση της θρησκείας”. Πρόκειται για ένα πραγματικά καλό βιβλίο (αν και με λίγο “ξερό” στυλ), και θα το συνιστούσα ανεπιφύλακτα στον ενδιαφερόμενο και υπομονετικό αναγνώστη. Αλλά στο πρώτο κεφάλαιό του, ο Boyer, σαν καλός Αμερικανός, πέφτει στην παγίδα της κουλτούρας-του: αναζητεί καθολικές εξηγήσεις, που να δουλεύουν στο 100% των περιπτώσεων. Πιστεύει οτι είτε κάτι εξηγεί τα πάντα, ή δεν εξηγεί τίποτα. (Η σκέψη σε όρους μαύρου–άσπρου είναι τυπικό χαρακτηριστικό της Αμερικανικής κουλτούρας.(*)) Θέλει τη μαγική απάντηση που θα εξηγήσει τα πάντα. Γιατί είναι αυτό χαρακτηριστικό της κουλτούρας-του; Σκεφτείτε αυτό το παράδειγμα: Είναι γνωστό οτι οι Αμερικανοί γίνονται όλο και πιο χοντροί. Ενώ άλλοι λαοί αναπτύσσονται κατακόρυφα, οι Αμερικανοί συνεχίζουν να αναπτύσσονται οριζόντια. Αυτό είναι προβληματική κατάσταση, και πολλοί Αμερικανοί την αντιλαμβάνονται ως τέτοια. Αλλ’ αντί να κάνουν αυτό που υποδεικνύει η κοινή λογική, και συγκεκριμένα να καταναλώνουν λιγότερη ποσότητα και καλύτερη ποιότητα τροφής (λιγότερα “ταχυγεύματα” [fast food], λιγότερα άχρηστα συμπληρώματα μεταξύ των γευμάτων, και πόση νερού αντί για το διάσημο ζαχαρώδες εθνικό ποτό-τους), οι επιστήμονές τους θέλουν ν’ ανακαλύψουν το μαγικό χημικό συστατικό που, όταν καταναλωθεί (σε μορφή χαπιού, λόγου χάρη), θα τους επιτρέψει να κρατήσουν τις διατροφικές-τους συνήθειες (που σημαίνει να τρώνε σαν ελέφαντες), και παρ’ όλ’ αυτά να διατηρούνται σε τέλεια φόρμα. Αυτή η ανοησία σίγουρα χρειάζεται κοινωνιολογική και ανθρωπολογική εξήγηση, αλλά εδώ θέλω μόνο να επισημάνω οτι η αντιμετώπιση της έννοιας “εξήγηση” από τον Boyer είναι τυπικά Αμερικάνικη: αντί να δεχτεί το σύνολο των εξηγήσεων για την ύπαρξη της θρησκείας, παρατηρεί οτι καμία δεν λειτουργεί σαν μαγικό συστατικό που εξηγεί τα πάντα, οπότε τις απορρίπτει όλες.

1.2 Δαρβινικές θεωρίες

Ο κάθε ειδήμων έχει την τάση να βλέπει τον κόσμο μέσα από το πρίσμα του δικού-του κλάδου. Ο θεολόγος θα βρει θρησκευτικές προεκτάσεις σε κάθε θέμα του φυσικού κόσμου· ο καλλιτέχνης θα το θαυμάσει και θα εμπνευστεί απ’ αυτό, και θα προσπαθήσει να το παραστήσει σε κάποιο εικαστικό μέσο· κι ο βιολόγος θα προσπαθήσει να βρει γι’ αυτό μια Δαρβινική (εξελικτική) εξήγηση. Η θρησκεία, σαν πλευρά της (ανθρώπινης) φύσης, δεν αποτελεί εξαίρεση: οι βιολόγοι έχουν προτείνει εξελικτικές εξηγήσεις για την ανάδυση της θρησκείας μεταξύ των ανθρώπων. Αυτές οι εξηγήσεις παρουσιάζονται σε συντομία παρακάτω.
Η θρησκεία, από βιολογική άποψη, μοιάζει με μια πρώτη σκέψη τόσο παράδοξη όσο και η ουρά του αρσενικού παραδείσιου πτηνού: τόσο μπελαλίδικια που καταντάει επικίνδυνη για την επιβίωση του κατόχου-της. Το αρσενικό παραδείσιο πουλί σηκώνεται με δυσκολία από το έδαφος, δοσμένου του βάρους των μακριών φτερών της ουράς-του, κι έτσι γίνεται πιο εύκολη λεία στα αρπακτικά είδη που το κυνηγούν. Παρόμοια, το να είναι κανείς μέλος θρησκευτικής κοινότητας μπορεί ν’ αποβεί επικίνδυνο για το άτομο: θρησκευτικής φύσης ανθρωποθυσίες διεξάγονταν κανονικά μέχρι το πρόσφατο παρελθόν-μας (εντός των ιστορικών χρόνων) σαν μέσο για τον εξευμενισμό κάποιας ανύπαρκτης οντότητας, ένα θεό, ή θεούς, δηλαδή ιδέες στο νου θρησκευόμενων ανθρώπων. Οι μυθολογίες κι οι δοξασίες διαφόρων πολιτισμών περιγράφουν τέτοιες ιστορίες ανθρωποθυσιών. Στην Ιλιάδα, η Ιφιγένεια, κόρη παρθένος του βασιλιά-αρχηγού των Ελλήνων, του Αγαμέμνονα, θυσιάζεται στο βωμό για να εξευμενιστούν οι θεοί και να στείλουν ούριο άνεμο, ώστε ν’ αποπλεύσει ο ελληνικός στόλος εναντίον της Τροίας. Στην ιστορία αυτή, η θεά Άρτεμις υποτίθεται οτι επεμβαίνει την τελευταία στιγμή, αντικαθιστώντας την Ιφιγένεια μ’ ένα ελάφι. Αυτή η ιστορία επαναλαμβάνεται σε δύο εκδοχές στην Ιουδαϊκή Βίβλο: μία στην οποία το θύμα της θυσίας, ο μικρός Ισαάκ, αντικαθίσταται την τελευταία στιγμή μ’ ένα κριάρι, μέσω μιας θεϊκής παρέμβασης που αποτρέπει τη δολοφονία-του από τον πατέρα-του Αβραάμ, και μία άλλη, κατά την οποία ένα παρθένο κορίτσι πραγματικά θυσιάζεται από τον πατέρα-της, ο οποίος πίστεψε πως ο Θεός τον βοήθησε να βγει νικητής σε μια μάχη (οπότε πρόσφερε την κόρη-του στο Θεό σαν ευχαριστήριο δώρο· περισσότερες λεπτομέρειες ακολουθούν αργότερα). Αν και αυτές δεν είναι παρά μυθολογικές περιγραφές, είναι λογικό να υποθέσουμε οτι απηχούν υπαρκτά αρχαία ήθη και πρακτικές. Ενδείξεις πραγματικών ανθρωποθυσιών έχουν βρεθεί μεταξύ ιθαγενών Αμερικανικών πολιτισμών της Κεντρικής Αμερικής (Αζτέκοι, Μάγια) και της Νότιας Αμερικής (Ίνκα), πάντοτε σαν μέρος θρησκευτικών τελετών. Ακόμα και η μη ανθρώπινη θυσία, δηλ. η έννοια της σπατάλησης πόρων (τροφής) για τον εξευμενισμό θεών, λειτουργεί ενάντια στην επιβίωση. Το αντι-επιχείρημα εδώ είναι οτι η ιδέα της θυσίας αναπτύχθηκε μόνο αφού οι πρόγονοί μας πέρασαν από το στάδιο του κυνηγού-συλλέκτη στο στάδιο του καλιεργητή της γης, που απέφερε πλεόνασμα πόρων, κάνοντας δυνατή (ή ακόμα και αναγκαία) την ιδέα οτι κάποιοι από τους πόρους θα μπορούσαν να καταστραφούν. Αλλά η θρησκεία μπορεί να αποβεί βλαβερή για την υγεία όχι μόνο λόγω θυσιών. Τον καιρό που γράφονται αυτές οι γραμμές υπάρχουν καθημερινές αναφορές για ανθρώπους που αυτοανατινάζονται στο Ιράκ: άνθρωποι που ζώνονται με εκρηκτικά, τα οποία αναφλέγουν όχι απλώς για να εξαλείψουν τους εχθρούς-τους, αλλά επίσης για να πλησιάσουν τον δημιουργό-τους, κι έτσι να ζήσουν ευτυχισμένα κι αιώνια μετά την αυτοκτονία-τους — έτσι νομίζουν. Σε πρωτύτερους, προ-γεωργίας καιρούς, ο άνθρωπος που ασχολιόταν με τη θρησκεία σπαταλούσε πολύτιμους πόρους και ενέργεια σε δραστηριότητες που αποτύγχαναν να γεμίσουν ένα άδειο στομάχι. Όμως οποιοδήποτε φαινομενικά προβληματικό χαρακτηριστικό, είτε πρόκειται για την ουρά του αρσενικού παραδείσιου πτηνού, είτε για τις θρησκευτικές δραστηριότητες των ανθρώπων, πρέπει να έχει κάποια μη-προφανή πλεονεκτήματα που αντισταθμίζουν το πρόβλημα. Ποια είναι τα βιολογικά πλεονεκτήματα της θρησκείας;
Εφόσον ψάχνουμε για εξελικτικές εξηγήσεις, πρέπει να θεωρήσουμε τη θρησκεία όχι όπως μας παρουσιάζεται ως επί το πλείστον τώρα, αλλά όπως παρουσιαζόταν κατά το μεγαλύτερο μέρος της ύπαρξής μας ως είδος. (Αυτό το θέμα θα αναπτυχθεί περισσότερο εδώ.) Έχει προταθεί οτι ένα άτομο που πίστευε στην ικανότητα ενός σάμαν (μάγου φυλής) να θεραπεύει, μπορεί να είχε κάποιες πιθανότητες να να θεραπευτεί πραγματικά σε κάποιες περιπτώσεις, λόγω του φαινομένου της αυθυποβολής. Αλλά για να δουλέψει η αυθυποβολή πρέπει κανείς να έχει τυφλή εμπιστοσύνη στις πρακτικές και τη σοφία του μάγου. Έτσι, τα άτομα που μπορούσαν να δείξουν τυφλή πίστη στην αυθεντία του μάγου τύγχαναν μεγαλύτερων πιθανοτήτων να γιατρευτούν.[6] Μαζί με την τυφλή πίστη στην αυθεντία του μάγου ήρθε επίσης και η ικανότητα για την αποφυγή της εφαρμογής της κοινής λογικής (που θα εξεταστεί εδώ), γιατί πραγματικά χρειάζεται κάποια ιδιαίτερη ικανότητα προκειμένου να πιστέψει κανείς οτι τα ξόρκια, οι χοροί, και οι τελετές ενός μάγου μπορούν να έχουν κάποιο ωφέλιμο αποτέλεσμα στην υγεία ενός ανθρώπου. Ας σημειωθεί οτι τέτοια υπάκουα μέλη της φυλής ωφελούνταν λαμβάνοντας πόρους από την ομάδα, ενώ οι ανυπάκουοι έχαναν την επαφή με την ομάδα, επομένως και τους πόρους, κι έτσι είχαν λιγότερες ευκαιρίες ν’ αποκτήσουν απογόνους και να διατηρήσουν τα γονίδιά τους, συμπεριλαμβανομένων και των γονιδίων που τους ώθησαν στο να ζήσουν απομονωμένοι από τη φυλή (κατά τον E. O. Wilson). Άλλοι βλέπουν το πλεονέκτημα όχι μόνο σαν ατομικό, αλλά και προς ολόκληρη την ομάδα των ανθρώπων που συμμερίζονταν κοινή πίστη. Έτσι, η κοινή πίστη θα βοηθούσε στην ενίσχυση της συνεκτικότητας της ομάδας, βοηθώντας-τη να επιζήσει καλύτερα από άλλες ομάδες που δεν είχαν τέτοια συνοχή. Μεταξύ των υποστηρικτών της αμφισβητούμενης θεωρίας της επιλογής ομάδων είναι ο αρχαιολόγος του Cambridge, Colin Renfrew, και ο Αμερικανός βιολόγος David Sloan Wilson (βλ. βιβλίο Darwin’s Cathedral[14]).
Άλλοι βιολόγοι βλέπουν τη θρησκεία όχι σαν ένα βοήθημα για το άτομο, αλλά σαν παραπροϊόν κάποιας άλλης σημαντικής βιολογικής ή ψυχολογικής ιδιότητας. Ο Βρετανός βιολόγος Richard Dawkins, για παράδειγμα, προτείνει (χωρίς να επιμένει οτι αυτή είναι η τελική και πλήρης εξήγηση) οτι τα θρησκευτικά συναισθήματα είναι συναισθήματα που ξεκινούν στην παιδική ηλικία σαν υπακοή στην αυθεντία των γονιών, και που αργότερα, στη φάση του ενήλικου, “αστοχούν” και γίνονται συναισθήματα υπακοής στην ιδέα ενός πατρικού και στοργικού Θεού.[13] Αναμφισβήτητα, τα παιδιά έχουν εξελιχθεί ώστε να εμπιστεύονται τη συμβουλή των γονιών-τους χωρίς ερωτήσεις. (Εκείνα τα παιδιά που δεν το ’καναν αυτό είχαν πιο λίγες πιθανότητες να επιζήσουν και ν’ αφήσουν απογόνους.) Όταν η ιδέα «Εμπιστεύσου την αυθεντία χωρίς ερωτήσεις» εγκατασταθεί σ’ ένα νεαρό νου, ριζώνει βαθειά, και αργότερα αστοχεί δείχνοντας εμπιστοσύνη στους γηραιότερους της φυλής, στους ιερείς, και στον “απόλυτο γονέα”, το Θεό. Παρόλο που αυτή η ιδέα είναι ενδιαφέρουσα, αναρωτιέται κανείς, δεν θα μπορούσαν οι άνθρωποι να εξελιχθούν έτσι ώστε να χάνουν την ικανότητα για τυφλή πίστη στην αυθεντία σε μεταγενέστερα στάδια της ζωής-τους, ακριβώς όπως τα παιδιά χάνουν την ικανότητα να γίνονται γηγενείς ομιλητές μιας γλώσσας μετά την εφηβεία; Αλλά και πάλι, ο Dawkins το προτείνει αυτό μόνο σαν μια δυνατότητα: σαν ένα παράδειγμα του πώς μπορεί τα θρησκευτικά συναισθήματα να είναι ένα παραπροϊόν μιας άλλης λειτουργίας του ανθρώπινου πνεύματος.

1.3 Η θρησκεία σαν μιμίδιο με χαρακτηριστικά ιού

Πέρασαν πάνω από δύο δεκαετίες από τότε που η ιδέα οτι μερικές από τις σκέψεις-μας μπορεί ν’ αντιγράφονται από νου σε νου με μια εξελικτική διαδικασία πρωτοεμφανίστηκε στο μνημειώδες έργο του Dawkins, Το εγωιστικό γονίδιο.[4] Ο Dawkins πρότεινε τον όρο “μιμίδιο” (“meme”) για κάθε αυτοαναπαραγόμενη ιδέα (κατ’ αναλογία προς τη λέξη “γονίδιο”, “gene”), και ο όρος επικράτησε από τότε (1976), σαν ένα νέο μιμίδιο (το μιμίδιο του μιμιδίου). Ο Dawkins επίσης εισηγήθηκε, στο τέλος του βιβλίου-του, την άποψη οτι η θρησκεία θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα “ιικό μιμίδιο”, δηλαδή ένα μιμίδιο με χαρακτηριστικά ιού. Αυτή η ιδέα αναπτύχθηκε κάπως περισσότερο στο βιβλίο της Susan Blackmore, Η Μιμιδιακή Μηχανή.[5] Για να καταλάβουμε πώς ένα ιικό μιμίδιο μπορεί να κουμαντάρει το νου ενός ανθρώπου, επιτρέποντας στον άνθρωπο να πιστεύει οτι εκείνος/-η έχει τον έλεγχο, είναι καλό να δούμε έναν παραλληλισμό που προτείνεται από τον φιλόσοφο Daniel C. Dennett, στην αρχή-αρχή του πρόσφατου βιβλίου-του, Λύνοντας το Ξόρκι.[6] Ο Dennett μας λέει για ένα μυρμήγκι που παρουσιάζει περίεργη συμπεριφορά:
«Παρατηρείτε ένα μυρμήγκι σ’ ένα λειβάδι, να σκαρφαλώνει με κόπο σ’ ένα φύλλο γρασιδιού, όλο και πιο ψηλά μέχρι που πέφτει· μετά σκαρφαλώνει πάλι, και πάλι, σαν τον Σίσυφο που κυλάει το βράχο-του, πάντοτε μοχθώντας να φτάσει στην κορυφή. Γιατί το κάνει αυτό, το μυρμήγκι; Τί πλεονέκτημα αποκομίζει για τον εαυτό-του μ’ αυτή την έντονη και μάλλον όχι ελπιδοφόρα δραστηριότητα; Λάθος ερώτηση, όπως αποδείχνεται. Κανένα βιολογικό πλεονέκτημα δεν αποκομίζει το μυρμήγκι. Δεν είναι οτι προσπαθεί ν’ αποκτήσει μια καλύτερη θέα της γύρω περιοχής, ή οτι ψάχνει για τροφή, ή οτι αυτο-επιδεικνύεται σ’ έναν εν δυνάμει σύντροφο, λόγου χάρη. Ο εγκέφαλός του έχει παραδοθεί σ’ ένα μικροσκοπικό παράσιτο, το Dicrocelium dendriticum, το οποίο “θέλει” να εισαχθεί στο στομάχι ενός προβάτου ή αγελάδας για να ολοκληρώσει τον αναπαραγωγικό-του κύκλο. Αυτός ο μικροσκοπικός εγκεφαλικός σκώληκας οδηγεί το μυρμήγκι σε θέση ώστε να ωφελήσει τα δικά-του γονίδια, όχι του μυρμηγκιού. Αυτό δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Παρόμοια επιδέξια παράσιτα μολύνουν τα ψάρια και τα ποντίκια, μεταξύ άλλων. Αυτοί οι γνώστες του οτοστόπ κάνουν τους οικοδεσπότες-τους να συμπεριφέρονται με απρόσμενους—ακόμα και αυτοκαταστροφικούς—τρόπους, μόνο για το όφελος του επιβάτη, όχι του οικοδεσπότη.» (p. 3).
Ο Dennett στη συνέχεια συγκρίνει την κατάσταση ενός νου που είναι “παραδομένος” στα θρησκευτικά μιμίδια, με την κατάσταση του εγκεφάλου ενός μυρμηγκιού που είναι παρόμοια “παραδομένο” στα παρασιτικά γονίδια. Ο παραλληλισμός του Dennett δεν πρέπει να παρθεί τοις μετρητοίς, φυσικά. Για παράδειγμα, το παράσιτο Dicrocelium dendriticum έχει μεταβολισμό, οπότε αν δεν βρει ένα φορέα, όπως ένα πρόβατο ή μια αγελάδα, για να συμπληρώσει τον μεταβολικό-του κύκλο, προφανώς θα πεθάνει. Δεν συμβαίνει το ίδιο με τα μιμίδια (σκέψεις, έννοιες), τα οποία δεν έχουν μεταβολισμό, και μπορούν να μείνουν στο μυαλό ενός πιστού επ’ αόριστον. Όμως, όπως ακριβώς το μυρμήγκι με το D. dendriticum, ένας πιστός επιδίδεται σε ορισμένες επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (λόγου χάρη, πηγαίνει στην εκκλησία κάθε Κυριακή), ξανά, και ξανά, και ξανά. Και πάλι, ο πιστός μπορεί ν’ αντιτάξει οτι το μυρμήγκι επιδίδεται στο σκαρφάλωμα στο φύλλο του γρασιδιού χωρίς να σκέφτεται, ενώ ο πιστός πηγαίνει στην εκκλησία με τη θέλησή του (και θ’ απέφευγε να πάει αν του συνέβαινε κάτι επείγον). Ασφαλώς, ο νους του ανθρώπου εφοδιασμένος μ’ ένα σύνολο θρησκευτικών μιμιδίων αποτελεί ένα εξαιρετικά πολύπλοκο σύστημα. Ο παραλληλισμός του Dennett δεν επιδιώκει να υποτιμήσει τον θρησκευόμενο νου, υποβιβάζοντάς τον σ’ ένα απερίσκεπτο αυτόματο (“ρομποτάκι”), σαν αυτόν ενός μυρμηγκιού. Δεν σημαίνει οτι ο πιστός έχει το μυαλό ενός μυρμηγκιού! (αν είναι δυνατόν, όπως μου παραπονέθηκε ένας αναγνώστης· στο κάτω-κάτω, αν ο πιστός είναι σαν το μυρμήγκι, όλοι είμαστε μυρμήγκια — του Dennett και του συγγραφέα μη εξαιρουμένων!) Ο παραλληλισμός απλώς επισημαίνει το γεγονός οτι ο θρησκευόμενος νους είναι ένας φυσιολογικός νους συν ένα σύνολο ιδεών (τα θρησκευτικά μιμίδια), που ωθούν τον πιστό να επιδεικνύει κάποια μοτίβα στη συμπεριφορά-του. Ένα απ’ αυτά τα μοτίβα είναι οτι ο πιστός προσπαθεί (και συνήθως επιτυγχάνει) να πείσει τα παιδιά-του για την “αλήθεια” αυτών των θρησκευτικών μιμιδίων, έτσι ώστε τα μιμίδια να μεταδοθούν στο παιδί· και ούτω καθεξής, από τη μία γενεά στην άλλη. Ο πιστός πιστεύει οτι η μετάδοση γίνεται χάρη στην ελεύθερη βούληση του πιστού. Ωραία. Μια εναλλακτική άποψη όμως είναι οτι αυτό αποτελεί απλώς μια νοητική απάτη. Στο κάτω-κάτω, πόσοι πιστοί έχουν ποτέ σκεφτεί: «Όχι: δεν πρόκειται να διδάξω στα παιδιά-μου τίποτε σχετικά με τη θρησκεία· αντί γι’ αυτό, θα τ’ αφήσω ν’ ανακαλύψουν το Θεό από μόνα-τους.» Σχεδόν ποτέ δεν κάνουν οι πιστοί τέτοιες σκέψεις, άρα πού είναι η “ελεύθερη βούληση”; Άλλωστε, ακόμη κι αν κάποιος πιστός περιστασιακά όντως κάνει αυτή τη σκέψη, τα θρησκευτικά μιμίδια δεν μεταδίδονται μόνο από τους γονείς στα παιδιά, αλλά επίσης κι από τον κοινωνικό περίγυρο στον οποίο τα παιδιά μεγαλώνουν. Το να πει κανείς «Δεν θα διδάξω στα παιδιά-μου τίποτε περί θρησκείας» είναι σαν να ζει σ’ ένα σπίτι όπου όλοι οι ενήλικοι είναι γριπωμένοι, και να ελπίζει ουτοπικά οτι δεν θα μεταδώσει τον ιό στα παιδιά-του αν απλώς αποφεύγει να φταρνίζεται και να βήχει μέσ’ τα μούτρα-τους.
Αλλά υπάρχουν κι άλλα μιμίδια στο νου των ανθρώπων. Γιατί θα ’πρεπε μόνο τα θρησκευτικά μιμίδια ν’ αποκαλούνται “ιικά”, δηλαδή με ιδιότητες ιών; Γιατί μόνο εκείνα να κακοχακτηρίζονται με μια ταμπέλα όπως “σαν τους ιούς”, και να μην κάνουμε το ίδιο για άλλα μιμίδια, π.χ. εκείνα που οι άθεοι έχουν σχετικά με την ανυπαρξία του Θεού; Άλλωστε, δεν είναι κι ο άθεος “παραδομένος” στα μιμίδια της αθεΐας;
Διότι υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ μιμιδίων και μιμιδίων. Τα θρησκευτικά μιμίδια “επιδιώκουν”(*) να εξαπλωθούν. Προς το σκοπό αυτό, οι θρησκείες παραδοσιακά οργανώνουν ιεραποστολές, στέλνοντας τους ιεραποστόλους-τους σε μέρη που θεωρούνται “κατάλληλο έδαφος για τη σπορά του λόγου του Θεού”. (Που σημαίνει οτι εκεί υπάρχουν μυαλά τόσο ασθενώς μολυσμένα από άλλα, καχεκτικά θρησκευτικά μιμίδια, που τα νέα και ισχυρότερα θα μεταδοθούν σαν την πανούκλα — και οι Εκκλησίες συνήθως πετυχαίνουν διάνα.) Συχνά οι πιστοί συνεισφέρουν χρηματικά σε τέτοιες ιεραποστολές, θεωρώντας-το σαν ένα από τα θρησκευτικά-τους καθήκοντα. Σε αντίθεση, τα μη-θρησκευτικά μιμίδια δεν φαίνονται να έχουν κάποια “επιδίωξη” να εξαπλωθούν, οπότε μετά βίας έχουν τα προσόντα να χαρακτηριστούν μιμίδια (ένα μιμίδιο είναι μια ιδέα, ή σύνολο ιδεών, που εμφανίζεται σαν να επιδιώκει να εξαπλωθεί· άλλα παραδείγματα δίνονται παρακάτω). Αν και οι θρησκευτικές ιεραποστολές είναι γνωστές από τότε που έγινε οικονομικά δυνατό να οργανωθούν, ακόμα δεν έχω ακούσει για την πρώτη αθεϊστική ιεραποστολή.(*) Οι άθεοι, οι αγνωστικιστές, και άλλοι μη-πιστοί, δεν συγκεντρώνονται σε κάποιο μέρος κάθε τόσο ακούγοντας τη λειτουργία κάποιου άθεου παπά. Δεν υπάρχουν ναοί άθεων, ούτε τελετές, ούτε προσευχές, ούτε ιερείς, επίσκοποι, ή ιεραπόστολοι, ούτε ιερά κείμενα, ούτε δωρεές για την προώθηση της αθεΐας στον κόσμο.(*) Αυτές οι έννοιες είναι όλες γνωρίσματα της θρησκείας, κι αυτός είναι ο λόγος που υπάρχει ασυμμετρία μεταξύ πίστης και μη-πίστης, και που οι θρησκευτικές ιδέες έχουν τα προσόντα να χαρακτηριστούν μιμίδια, ενώ η έλλειψη αυτών των ιδεών δεν έχει τα ίδια προσόντα.(*)
Παναγιά-μου!... Εμένα αυτός ο τύπος μου μοιάζει σαν να θέλει να “φταρνίσει” τα ιικά θρησκευτικά-του μιμίδια μέσ’ τα μούτρα-μου.
Τώρα, αν οι ιδέες ενός μη-πιστού δεν έχουν καν τα προσόντα να χαρακτηριστούν σαν μιμίδια, αλλά τα έχουν οι θρησκευτικές ιδέες, γιατί οι τελευταίες παίρνουν την ετικέττα “ιικές”? Ποια μπορούν να είναι παραδείγματα μη-ιικών μιμιδίων;
Μη-ιικά, ή αλλιώς κοινά μιμίδια, είναι τα σύνολα ιδεών που εν γένει μεταδίδονται από άτομο σε άτομο, αλλά χωρίς να προκαλούν το νου που τα κατέχει να επιδίδεται σε επαναλαμβανόμενες τελετές, και χωρίς να προσπαθεί να τα μεταδώσει στις επόμενες γενεές. Παραδείγματος χάρη, ένας μουσικός σκοπός που “παίζει” στο μυαλό-μας και μας προκαλεί να τον σιγοσφυρίζουμε — μερικές φορές για μια ολόκληρη ημέρα — θα μπορούσε να αποτελεί ένα μιμίδιο. Μεταδίδεται με ραδιοκύματα, ηλεκτρονικά, οπτικά (μέσω CD), ή κι απλώς ακούγοντας κάποιον άλλον να τον σιγοσφυρίζει. Μια νέα μόδα θα χαρακτηριζόταν σαν ένα άλλο μιμίδιο, ή σύνολο μιμιδίων. Ασφαλώς, τέτοια μιμίδια θα σας κάνουν να επιδείξετε κάποιες συμπεριφορές (μπορεί να πάτε σε κατάστημα μουσικής ν’ αγοράσετε ένα CD, ή σε εμπορικό κατάστημα για ν’ αγοράσετε ένα μοντέρνο ζευγάρι παπούτσια), αλλά δεν θα σας υποχρεώσουν να επιδοθείτε σε τελετές, ούτε να συγκεντρωθείτε με άλλα άτομα για να εμπεδώσετε την απομνημόνευση των τελετών-σας, ούτε να καλέσετε το παιδί-σας μια μέρα για να του πείτε σε πολύ σοβαρό τόνο: «Άκουσε, παιδί-μου: Θέλω να σου μιλήσω για μια πολύ σημαντική μελωδία/μόδα που υπάρχει στο Σύμπαν, και που θα ήθελα να θυμάσαι/ακολουθείς σε όλη την υπόλοιπη ζωή-σου!»
Υπάρχουν άλλα ιικά μιμίδια εκτός από τα θρησκευτικά; Νομίζω ναι. Κάθε ιδεολογία, κάθε “-ισμός” που περιλαμβάνει μια ιεραρχική οργάνωση των μελών-του, με αρχηγούς και υποδεέστερα μέλη, με κάποιο κείμενο που ορίζει τις ιδεολογικές αρχές-του, συνελεύσεις στις οποίες επιτελούνται τελετές ή σχεδόν-τελετές, καμπάνιες συγκέντρωσης χρημάτων, και προπαγάνδα για τη διάδωση του “-ισμού”, που περιλαμβάνει πιθανώς κάποιο περιοδικό ή εφημερίδα που ελέγχεται από τα ανώτερα στελέχη της οργάνωσης, έχει όλα τα προσόντα να χαρακτηριστεί σαν “ιικός” κατά τη γνώμη-μου. Οι θιασώτες τέτοιων ιδεολογιών εν γένει επιθυμούν να δουν τα παιδιά-τους να συμμετέχουν κι αυτά στην ίδια οργάνωση (δηλ., να μολυνθούν από τα ιικά μιμίδια της ιδεολογίας). Η διαφορά με τις θρησκείες είναι οτι το περιβάλλον του παιδιού (π.χ., το σχολείο) συνήθως δεν είναι μολυσμένο με την ίδια ιδεολογία, οπότε η μολυσματική μετάδοση δεν είναι τόσο αποτελεσματική όπως στην περίπτωση ενός θρησκευτικού δόγματος. (Συνήθως, αλλά όχι πάντα: ο κομμουνισμός θα μπορούσε να δοθεί σαν παράδειγμα ιδεολογίας με ένα σύνολο ιικών μιμιδίων που μόλυναν ακόμη και τα σχολεία των κοινωνιών που τον εφάρμοσαν σαν τον μοναδικό-τους τρόπο διακυβέρνησης.)
Νεαροί μαθητές λαμβάνουν Ισλαμική παιδεία στο Αφγανιστάν. (Προέλευση: φωτογραφίες
που παρθηκαν το καλοκαίρι του 2007, αλλά τα πρωτότυπα είναι ιδιοκτησία του Associated Press,
οπότε έκανα ένα φωτογραφικό φιλτράρισμα για ν’ αποφύγω παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων.)
Ο παραπάνω παραλληλισμός μεταξύ θρησκευτικών μιμιδίων και ιικών γονιδίων μπορεί να είναι ενδιαφέρων για τον μη-πιστό, γιατί παρέχει μια νέα οπτική για τη θρησκεία, αλλά μπορεί να μοιάζει εχθρικός, ακόμα και απεχθής για τον πιστό. Αντικειμενικά, ο παραλληλισμός χάνει σε ένα κρίσιμο σημείο: ενώ οι βιολογικοί ιοί είναι συνήθως καταστροφικοί για την υγεία των μολυσμένων απ’ αυτούς ατόμων, τα θρησκευτικά μιμίδια πρέπει να έχουν παίξει έναν κρίσιμο και ευεργετικό ρόλο στην εξέλιξη του είδους-μας. Χωρίς αυτά, μπορεί να μην υπήρχαμε. Αυτή η ιδέα θα εξεταστεί πιο διεξοδικά στις ενότητες που ακολουθούν.

2. Η εξέλιξη της θρησκείας

Όταν σκεφτόμαστε την έννοια “θρησκεία” σήμερα, συνήθως έχουμε τη σημερινή κατάσταση της θρησκείας κατά νου. Υπάρχουν περισσότερα από έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι, και οι γνωστές θρησκείες (π.χ. εκείνες που ακολουθούνται από πάνω από 100 εκατομμύρια πιστούς) συγκεντρώνουν γύρω στο 80% του πληθυσμού της Γης. (Πηγή.) Οι ιθαγενείς δοξασίες φυλών της Αφρικής, Αμερικής (Βόρειας και Νότιας), Ασίας, και Αυστραλίας, συγκεντρώνουν μόνο το 6% του συνόλου σήμερα. Αλλά ήταν πάντα έτσι; Μήπως σήμερα παρατηρούμε μια πολύ πρόσφατη και μη-τυπική όψη της θρησκείας; Αν θέλουμε να καταλάβουμε τη θρησκεία σε βάθος, το από πού ήρθε, και το τί σήμαινε για μας τους ανθρώπους και για την ύπαρξή μας, αντί για το πώς μας εμφανίζεται τώρα, πρέπει ν’ αποκτήσουμε μια καθαρή εικόνα του πώς οι άνθρωποι και οι διάφορες θρησκείες-τους άλλαξαν διαμέσου των αιώνων· με άλλα λόγια, του πώς η θρησκεία εξελίχθηκε στο χρόνο. Συγκεκριμένα, πρέπει να μάθουμε τις απαντήσεις στις παρακάτω ερωτήσεις:
  • Για πόσο χρόνο έχουμε υπάρξει στην υφήλιο;
  • Πού πρωτοεμφανίστηκε το είδος-μας;
  • Πόσα άτομα αποτελούσαν τους πιο αρχαίους προγόνους-μας;
  • Πότε εξαπλώθηκαν οι πρόγονοί μας σε διαφορετικά μέρη του κόσμου;
  • Πώς άλλαξε το μέγεθος του ανθρώπινου πληθυσμού με την πάροδο του χρόνου;
  • Περίπου πόσον καιρό πριν άρχισαν οι πρόγονοί μας ν’ αναπτύσσουν θρησκευτικές δοξασίες, και τί είδους δοξασίες ήταν εκείνες;
  • Πώς άρχισαν οι θρησκείες να παίρνουν τη σημερινή-τους οικεία μορφή;
Σημειώστε οτι, αν και — με μια πρώτη ματιά — μόνο τα τελευταία δύο ερωτήματα φαίνονται να σχετίζονται με τη θρησκεία, είναι λάθος να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε μόνο εκείνα αγνοώντας τα προηγούμενα, τα οποία είναι προαπαιτούμενη γνώση για να κατανοήσουμε πλήρως τις απαντήσεις στις δυο τελευταίες ερωτήσεις. Ας προχωρήσουμε λοιπόν, απαντώντας τις παραπάνω ερωτήσεις μία προς μία.
Οι πρώτες τρεις ερωτήσεις είναι και οι ευκολότερες ν’ απαντηθούν, επειδή τα δεδομένα με τη μορφή απολιθωμάτων και αναλύσεων μέσω DNA συσσωρεύονται για αρκετό καιρό τώρα, συγκλίνοντας περίπου στα ίδια συμπεράσματα.(*)
Η ηλικία του είδους-μας φαίνεται να είναι μεταξύ 200.000 και 100.000 ετών, με τον αριθμό 150.000 σαν την καλύτερη προσεγγιστική εκτίμηση, αν θέλουμε να θυμόμαστε έναν σκέτο αριθμό. Πώς καταλήγουμε σ’ αυτά τα νούμερα;
Η χρονολόγηση απολιθωμάτων γίνεται εδώ και αρκετές δεκαετίες, με τη βοήθεια γνώσης πυρηνικής φυσικής. Υπάρχουν αρκετές μέθοδοι. Αν η ηλικία ενός βράχου που μπορεί να είναι δύο ή τρία δισεκατομμύρια χρόνια είναι υπό εξέταση, κάποια συγκεκριμένη μέθοδος ακολουθείται· αλλ’ αν αυτό που ζητείται είναι η ηλικία ενός απολιθωμένου κόκκαλου που μπορεί να είναι μόνο μερικών δεκάδων χιλιάδων ετών, τότε ακολουθείται διαφορετική μέθοδος. Αυτό που συμβαίνει είναι οτι όταν ένα απολίθωμα δημιουργείται, κάποια ραδιενεργά άτομα (που λέγονται “ισότοπα”) εγκλείονται μέσα-του και γίνονται μέρος της δομής-του. Με το χρόνο τα άτομα αυτά διασπώνται, και μετατρέπονται σε άτομα διαφορετικών στοιχείων. Για παράδειγμα, μια συνήθης περίπτωση είναι οτι άτομα του ισότοπου κάλιο-40 μετατρέπονται σε άτομα του ισότοπου αργό-40 μέσα σε δεκάδες χιλιάδες χρόνια. Μετρώντας το ποσοστό του κάλιου-40 που απέμεινε στο υλικό (συγκρίνοντάς το με το ποσοστό που μετατράπηκε σε αργό-40) παίρνουμε μια εκτίμηση του χρόνου που το απολίθωμα παρέμεινε σ’ αυτήν την κατάσταση μέχρι που βρέθηκε. Αυτό είναι απλώς ένα παράδειγμα μεθόδου, και οι επιστήμονες συχνά εφαρμόζουν περισσότερες από μια ανεξάρτητες μεθόδους χρονολόγησης, για να φτάσουν σε ασφαλή συμπεράσματα.
Η εξέταση του τρόπου με τον οποίο το DNA-μας αλλάζει είναι πιο πρόσφατη μέθοδος. Κανονικά, όταν γίνεται η σύλληψη ενός παιδιού, το παιδί κληρονομεί περίπου τα μισά γονίδια (το μισό του μορίου DNA) από καθένα γονέα. Εντούτοις, πάντοτε συμβαίνουν κάποιες λίγες τυχαίες μεταλλάξεις (αλλαγές) στη μοριακή δομή του DNA, οπότε στα σημεία όπου συνέβησαν μεταλλάξεις το DNA του παιδιού δεν μοιάζει με κανέναν από τους δυο γονείς. Επειδή οι μεταλλάξεις συμβαίνουν με μια λίγο-πολύ προβλέψιμη συχνότητα διαμέσου των γενεών απογόνων, συγκρίνοντας τα μόρια DNA δύο ανθρώπων μπορούμε να εκτιμήσουμε περίπου πόσο παλιά αυτοί οι δυο άνθρωποι είχαν έναν κοινό πρόγονο. Για παράδειγμα, εσείς και ένας από τους πρώτους εξαδέλφους ή εξαδέλφες-σας θα βρεθείτε να έχετε έναν πολύ μικρό αριθμό διαφορετικών σημείων στο DNA-σας λόγω μεταλλάξεων, γιατί έχετε έναν πολύ πρόσφατο κοινό πρόγονο (τον παππού ή τη γιαγιά-σας). Αλλά ένας Αβορίγινας της Αυστραλίας κ’ ένας μέσος Έλληνας θα βρεθούν να έχουν μεγαλύτερο αριθμό διαφορών στο DNA-τους, γιατί θα έχουν πολύ πιο μακρινό κοινό πρόγονο (εν γένει).
Τώρα, οι επιστημονικές μέθοδοι χρονολόγησης υλικών έχουν γίνει στόχος λυσσαλέων επιθέσεων από κάποιους εξτρεμιστικούς θρησκευτικούς κύκλους, τους “δημιουργιστές” (“creationists”, κυρίως στις Η.Π.Α.: ανθρώπους που αρνούνται οτι η θεωρία της βιολογικής εξέλιξης των ειδών είναι σωστή), επειδή τα επιστημονικά ευρήματα δεν συμφωνούν με τη σοφία των ιερών-τους βιβλίων. Κάποτε είχα μια σειρά από εβδομαδιαίες συναντήσεις (που κράτησαν αρκετούς μήνες) με ένα τέτοιο άτομο, έναν Αμερικάνο, στέλεχος της αίρεσης των “Μαρτύρων του Ιεχωβά” — ας τον πούμε Τζο τον άνθρωπο — που ήταν επίσης δημιουργιστής. Ο Τζο πίστευε οτι η ηλικία της Γης είναι τόση όση εκτιμούν οι επιστήμονες, δηλ. γύρω στα 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια. Δεν είχε πρόβλημα μ’ αυτό.(*) Αλλά αρνιόταν οτι η ηλικία του είδους-μας είναι περίπου 150.000 χρόνια, πιστεύοντας αντίθετα οτι είναι κοντά στα 10.000. Ο λόγος ήταν οτι υπάρχει μια γενεαλογία ανδρών στην Εβραϊκή Βίβλο, μια αλληλουχία του Χ που γέννησε τον Ψ, που αρχίζει με τον Αδάμ και τελειώνει με το Χριστό, δηλαδή δύο χιλιετίες πριν. Καθώς η διάρκεια ζωής του μακροβιώτερου ανθρώπου, του Μαθουσάλα, δίνεται συγκεκριμένα (969 χρόνια), είναι αδύνατο να φτάσουμε σ’ έναν αριθμό όπως το 150.000, ακόμα κι αν οι περισσότεροι άνδρες σ’ αυτήν την αλληλουχία έζησαν σχεδόν όσο ο Μαθουσάλας. (Για πολλά από τα αρχικά μέλη αυτής της αλληλουχίας ο χρόνος ζωής-τους δίνεται συγκεκριμένα.) Η οργάνωση των Μαρτύρων του Ιεχωβά είχε εκδώσει ένα βιβλιαράκι στο οποίο τα λόγια ενός επιστημονικού περιοδικού είχαν αντιγραφεί εκτός συμφραζομένων, κάνοντάς το να φαίνεται σαν το περιοδικό να έλεγε οτι οι επιστημονικές μέθοδοι για τη χρονολόγηση των ανθρώπινων απολιθωμάτων είναι όλες λάθος. Όταν πήγα στην τοπική βιβλιοθήκη και βρήκα το αρχικό κείμενο, και το διάβασα μέσα στα σωστά συμφραζόμενα, διαπίστωσα οτι το περιοδικό έλεγε οτι ένας δημιουργιστής είχε πει αυτά τα πράγματα για τις μεθόδους χρονολόγησης. Στην πραγματικότητα το επιστημονικό άρθρο περιέγραφε τις μεθόδους χρονολόγησης, και απλώς παρέθετε και την αντίθετη άποψη του δημιουργιστή. Σε μια άλλη περίπτωση, τα λόγια ενός αναγνώστη από την αλληλογραφία του περιοδικού παρουσιάζονταν από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά σαν η καθαυτό άποψη του επιστημονικού περιοδικού. Αλλά όταν πια είχα συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία γι’ αυτήν την ξεδιάντροπη απάτη που γινόταν από τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, και ακριβώς ενώ ήμουν έτοιμος να τα παρουσιάσω στον Τζο, εκείνος αποφάσισε οτι δεν ήθελε να συνεχίσει τις συναντήσεις-μας πλέον. (“Τον έσωσε το κουδούνι του διαλείμματος”... πάντως έχω στην κατοχή-μου τις αποδείξεις — ακολουθήστε το σύνδεσμο αν ενδιαφέρεστε.)
Αυτή η επιλεκτική απόρριψη ή αποδοχή των επιστημονικών μεθόδων, ανάλογα με το πώς βολεύει τις θρησκευτικές δοξασίες και τους σκοπούς του καθενός, είναι χαρακτηριστικό της μη-ορθολογικής σκέψης που διακρίνει τους εξτρεμιστές των θρησκειών. Γεμάτοι υποκρισία, αποδέχονται την επιστήμη που φέρνει την εικόνα στις τηλεοράσεις-τους, κάνει τους υπολογιστές-τους να δουλεύουν και τα κινητά τηλέφωνά τους να επικοινωνούν (για ν’ αναφέρω μόνο λίγα παραδείγματα), και απορρίπτουν την επιστήμη που χρονολογεί τ’ απολιθώματα. Όταν μας βολεύει, είναι καλή η επιστήμη· όταν όχι, κακή. Η μη-ορθολογικότητα του θρησκευόμενου νου είναι ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο, και εξετάζεται αργότερα (σ’ αυτήν την παράγραφο).
Προχωρώντας τώρα στο ερώτημα για το πού εμφανίστηκαν οι αρχικοί πρόγονοί μας, οι επιστημονικές ενδείξεις συγκλίνουν και πάλι σε μία και μοναδική απάντηση. Οι Χριστιανοί και οι Ιουδαίοι πιστεύουν οτι η τοποθεσία ήταν ο κήπος της Εδέμ, κάπου στη Μεσοποταμία (στο σημερινό Ιράκ), κι οτι οι πρώτοι πρόγονοί μας ήταν δύο άτομα, ο Αδάμ και η Εύα. Μερικοί Μουσουλμάνοι πιστεύουν οτι ο Αδάμ τοποθετήθηκε κάπου στην Ινδία μετά από τη δημιουργία-του (π.χ., δείτε εδώ). Καμία θρησκεία δεν έχει μαντέψει σωστά την αληθινή τοποθεσία της προέλευσής μας,(*) εκτός ίσως από κάποιες φυλές στην ανατολική Αφρική, μεταξύ Αιθιοπίας και Κένυας (υποθέτοντας οτι έχουν μύθους δημιουργίας), γιατί εκεί είναι που πρωτοεμφανιστήκαμε.
Η περιοχή που σημειώνεται με πράσινο στο χάρτη της Αφρικής στ’ αριστερά περιλαμβάνει κατά προσέγγιση την έκταση όπου έχουν βρεθεί τα πιο αρχαία απολιθώματα του είδους-μας. Υπάρχουν επίσης ανεξάρτητες ενδείξεις μέσω ανάλυσης DNA που επιβεβαιώνει την υπόθεση της Αφρικανικής προέλευσής μας, μόνο που σ’ αυτήν την περίπτωση το συμπέρασμα δεν είναι τόσο συγκεκριμένο που να λέει “Ανατολική Αφρική”, αλλά λέει απλώς “Αφρική”. Μεταξύ των πηγών που παρουσιάζουν και αναλύουν με λεπτομέρεια τις ενδείξεις, περιλαμβάνονται το Ανθρώπινη εξέλιξη του Roger Lewin,[7] το Η προέλευση του ανθρώπινου είδους του Richard Leakey,[8] το Χαρτογραφώντας την ανθρώπινη ιστορία του Steve Olson,[9] και το Ιστορία της ζωής του Richard Cowen.[10] Οι ίδιες πηγές παρουσιάζουν τις ενδείξεις για την ηλικία του είδους-μας. Τα βιβλία των Lewin (στην ενότητα 7) και Cowen (στο κεφάλαιο 2) παρουσιάζουν επίσης τις λεπτομέρειες των επιστημονικών μεθόδων για την εύρεση της ηλικίας πετρωμάτων και απολιθωμάτων. (Αυτά τα δύο βιβλία χρησιμοποιήθηκαν και σαν πανεπιστημιακά βοηθήματα σε πολλά πανεπιστήμια των Η.Π.Α.)
Δεν είναι θαυμάσιο αυτό το σύγχρονο συμπέρασμα; Εντάξει, για μερικούς ανθρώπους τουλάχιστον (εμού συμπεριλαμβανομένου) είναι, ενώ για κάποιους άλλους δεν ακούγεται ακριβώς σαν μελωδία στ’ αυτιά-τους. Κατηγορίες ανθρώπων που μπορεί να αισθάνονται προσβεβλημένοι απ’ αυτό το συμπέρασμα, εκτός από τους φανατικούς θρησκευόμενους που επιμένουν να παίρνουν κατά γράμμα το περιεχόμενο των ιερών βιβλίων-τους, περιλαμβάνουν όλους τους ρατσιστές, και άλλους που επιμένουν στην “καθαρότητα” της προέλευσής τους· επειδή, μεταξύ άλλων, απ’ αυτό το συμπέρασμα έπεται οτι οι αρχαιότεροι πρόγονοί μας ήσαν όλοι “μαύροι”. Όλοι είμαστε “μαύροι”! Όλος ο κόσμος στον πλανήτη: “λευκοί” Αμερικανοί, Αυστραλοί, και Ευρωπαίοι (συμπεριλαμβανομένου και του Αδόλφου Χίτλερ, ας μην ξεχνάμε), Εβραίοι, Άραβες, Ινδοί, Ανατολίτες, Ινδιάνοι, Αυστραλοί Αβορίγινες, Εσκιμώοι, και φυσικά όλοι όσοι έχουν Αφρικανική καταγωγή οπουδήποτε στον κόσμο, όλοι έχουμε μόνο “μαύρους” προγόνους, αν προχωρήσουμε αρκετά πίσω στο γενεαλογικό-μας δέντρο. Οι μυθολογικοί χαρακτήρες Αδάμ και Εύα, αν υπήρχαν, θα έπρεπε να έχουν κι αυτοί σοκολατί χρώμα δέρματος. Κανενός οι ρίζες δεν είναι “αμιγώς λευκές”.
Τί μπορούμε να πούμε για το μέγεθος του πληθυσμού των πρώτων προγόνων-μας; Ο Steve Olson[9] υπολογίζει οτι θα πρέπει να ήταν μεταξύ 10.000 και 20.000 (σ. 28). Αυτή η εκτίμηση βασίζεται σε ανάλυση μέσω DNA, προχωρώντας αντίστροφα στο χρόνο με δεδομένο το μέγεθος του σημερινού πληθυσμού, και παίρνοντας υπόψη το “μοριακό ρολόι” που συνεπάγεται από τις μεταλλάξεις στη δομή του DNA (που αναφέρθηκε νωρίτερα).
Σ’ αυτό το σημείο κάποιοι αναγνώστες μπορεί να αισθάνονται κάποια νοηματική δυσκολία να δεχτούν την παραπάνω εκτίμηση. Αν οι πρόγονοί μας ξεκίνησαν με έναν αριθμό τόσο μεγάλο όσο ο παραπάνω, πώς θα μπορούσαν να είναι οι πρώτοι; Πώς ήρθαν στον κόσμο, δεν είχαν γονείς; Αν όχι, τότε ποιος τους δημιούργησε; Αν ναι, τότε δεν θα ήταν οι γονείς-τους (και οι παπούδες, και οι προπάπποι-τους...) επίσης πρόγονοί μας;
Η πλήρης απάντηση βρίσκεται σ’ αυτή τη σελίδα-μου, οπότε δεν θα επιχειρήσω να την επαναλάβω εδώ. Η σύντομη απάντηση είναι οτι δεν μιλάμε για κάποια χρονική στιγμή, μια όμορφη ημέρα κατά την οποία παίρνουμε ένα φωτογραφικό στιγμιότυπο του ανθρώπινου πληθυσμού, μετράμε κεφάλια, τους βρίσκουμε να είναι 15.824 (λόγου χάρη), κι αποφασίζουμε οτι αυτοί και μόνον αυτοί μετράνε σαν “πρωταρχικοί πρόγονοί μας”. Φυσικά και δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Μιλάμε για μια χρονική περίοδο που διήρκεσε χιλιάδες χρόνια, ίσως ακόμα και δεκάδες χιλιάδες χρόνια, κατά την οποία οι πρόγονοί μας άλλαζαν σταδιακά από το είδος που ονομάζουμε σήμερα Άνθρωπος ο όρθιος (Homo erectus), στο είδος Άνθρωπος ο σοφός (Homo sapiens). Σ’ αυτή την περίοδο των χιλιάδων ετών, οι άνθρωποι βρίσκονταν σ’ ένα μεταβατικό στάδιο μεταξύ των δύο ειδών, και δεν θα μπορούσαν να τοποθετηθούν με ακρίβεια είτε στο ένα είδος είτε στο άλλο. Όλοι αυτοί ήσαν πρόγονοί μας: και οι του είδους Ά. ο όρθιος, και οι της μεταβατικής περιόδου, και οι του είδους Ά. ο σοφός όταν πια η μεταβολή ολοκληρώθηκε. Σημειώστε οτι αυτή είναι μια γενική διαδικασία που ισχύει για όλους τους ζωντανούς οργανισμούς, εφόσον όλοι εξελίσσονται και αλλάζουν από κάποιο προηγούμενο είδος σε κάποιο μεταγενέστερο· δεν περιορίζεται στην περίπτωσή μας μόνο. Κ’ επίσης, παρακαλώ, πριν αποφασίσετε να μου γράψετε διαμαρτυρόμενοι οτι αυτό που περιγράφω είναι λογικά αδύνατον, σιγουρευτείτε οτι έχετε διαβάσει και καταλάβει την πλήρη απάντηση (δείτε τη σελίδα που έχω συνδέσει στην αρχή αυτής της παραγράφου).
Αλλά πώς θα μπορούσαν μόνο 10.000 με 20.000 άτομα να είναι διασκορπισμένα σε μια τεράστια περιοχή όπως αυτή που σημειώνεται στο χάρτη, παραπάνω; Η απάντηση είναι οτι η περιοχή στο χάρτη δείχνει προσεγγιστικά την έκταση στην οποία οι πρόγονοί μας θα μπορούσαν να βρίσκονται επί χιλιάδες χρόνια· δεν είναι μια περιοχή που κατοικούνταν από κάποιους 10.000–20.000 ανθρώπους σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.
Πότε άρχισαν να διαχέονται οι πρόγονοί μας έξω από την αρχική περιοχή-τους, κατακτώντας την υπόλοιπη Αφρική, τη Μέση Ανατολή, την υπόλοιπη Ασία, την Ευρώπη, κι ακόμη και την Αυστραλία, και (πολύ αργότερα) τη Βόρεια και Νότια Αμερική; Η χρονολογική σειρά των γεγονότων, όπως είναι γνωστή σήμερα μέσω τόσο παλαιοανθρωπολογικών ευρημάτων (απολιθωμάτων) όσο και ανάλυσης μέσω DNA, έχει ως εξής:
Για αρκετές δεκάδες χιλιάδες χρόνια, ίσως περίπου μέχρι 100.000 χρόνια πριν, οι πρόγονοί μας παρέμειναν στην περιοχή της Αφρικής που αναφέρθηκε παραπάνω. Σ’ ολόκληρη αυτή την περίοδο, τα μόνα εργαλεία που έφτιαχναν ήταν απλές πέτρες, πελεκημένες απ’ τη μια μεριά για να είναι οξείς (που τις έκαναν έτσι χτυπώντας-τις με άλλες πέτρες), με τις οποίες σκότωναν το κυνήγι-τους, χώριζαν το κρέας απ’ τα κόκκαλα, και πότε-πότε σπάζαν και κανα κεφάλι απ’ την αντίπαλη φυλή. (Δεν υπάρχουν ενδείξεις για το τελευταίο, αλλά αμφιβάλλω αν θα το αμφισβητούσε κανένας στα σοβαρά.) Ο τρόπος διαβίωσής τους ήταν ο λεγόμενος του “κυνηγού–συλλέκτη”, με τον οποίο εννοούμε οτι οι άντρες “κυνηγούσαν” (δραστηριότητα που περιλάμβανε και τη συλλογή καρπών, ριζών, φρούτων, κλπ., κι όχι μόνο το κυνήγι ζώων, όπως σημειώνει ο Jared Diamond[11]), και οι γυναίκες συνέλεγαν την τροφή στον τόπο διαμονής-τους, την αποθήκευαν, την προετοίμαζαν για κατανάλωση, και τη διένεμαν. Πολλές φυλές Αφρικανών και Ινδιάνων της Αμερικής συνεχίζουν να οργανώνουν τη ζωή-τους μ’ αυτόν τον τρόπο ακόμα και σήμερα, γιαυτό και γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες: μέσω της απ’ ευθείας παρατήρησης. (Υποτίθεται οτι ο τρόπος ζωής των σύγχρονων ιθαγενών φυλών δεν έχει αλλάξει κατά κάποιο σημαντικό τρόπο μέχρι τις μέρες-μας.)
Στη διάρκεια μιας περιόδου μεταξύ 100.000 και 60.000 ετών πριν, εμφανίστηκε μια μεγάλη μεταβολή στη νοημοσύνη των προγόνων-μας — μια μεταβολή που έχει ονομαστεί “το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός”[11] από τους παλαιοανθρωπολόγους. Τα αρχέγονα χονδροειδή λίθινα εργαλεία αντικαταστάθηκαν από άλλα, πιο λεπτοφτιαγμένα, κυρίως από κόκκαλο. Ενδιαφέρον είναι το οτι είδη τέχνης (χάντρες και άλλα στολίδια, ζωγραφική) έκαναν την εμφάνισή τους τον “ίδιο καιρό” (σημειώστε όμως οτι ο “καιρός” αυτός αναφέρεται σε χιλιάδες χρόνια). Οι ανθρωπολόγοι και οι νοολόγοι υποπτεύονται οτι αυτή η ξαφνική “έκρηξη” δημιουργικότητας έγινε δυνατή λόγω βελτίωσης της γλωσσικής επικοινωνίας. Αυτό δεν σημαίνει οτι οι εγκέφαλοι μεγάλωσαν. Το μέγεθος του εγκεφάλου-μας ήταν ήδη όπως είναι σήμερα από την εποχή των αρχέγονων προγόνων-μας, γύρω στα 200.000 με 150.000 χρόνια πριν. Η υψηλότερη νοημοσύνη μπορεί να ήταν το αποτέλεσμα ποιοτικής (καλύτερα οργανωμένης σύνδεσης των νευρώνων) παρά ποσοτικής αλλαγής στον εγκέφαλο. Όποια και να ’ναι η αιτία, το Μεγάλο Άλμα προς τα Εμπρός συνέπεσε με ένα γεωγραφικό “άλμα προς τα εμπρός”, χάρη στο οποίο οι πρόγονοί μας άφησαν την πρωταρχική περιοχή-τους στην Ανατολική Αφρική και σκόρπισαν, σταδιακά, σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ο παραπάνω χάρτης (προσαρμογή από τους Lewin[7] και Olson,[9]) δείχνει τις γενικές κατευθύνσεις που πήραν οι πρόγονοί μας όταν βγήκαν από την αρχική περιοχή-τους στην Ανατολική Αφρική. Σημειώστε οτι μία από τις πορείες περιλαμβάνει τον διάπλου των Στενών του Μπαμπ ελ Μαντέμπ, που είναι το στενότερο σημείο όπου το νοτιοδυτικό άκρο της Αραβικής χερσονήσου σχεδόν αγγίζει την Αφρική — διάπλους που επιχειρήθηκε κάποια εποχή μεταξύ 80.000 και 70.000 χρόνια πριν. (Το K στο χάρτη αντιπροσωπεύει 1000 χρόνια.) Αν και τα Στενά είναι τόσο... στενά που μετά βίας φαίνονται στο χάρτη (δείτε επίσης τον προηγούμενο, μεγαλύτερο χάρτη της Αφρικής), τα 27 χιλιόμετρά τους παρουσίαζαν ένα αξεπέραστο εμπόδιο ναυσιπλοΐας στα προηγούμενα είδη ανθρώπων.(*) Ίσως πια εκείνη την εποχή οι πρόγονοί μας απέκτησαν αρκετή περιέργεια για να ρισκάρουν ένα θαλάσσιο ταξίδι, αρκετή γενική νοημοσύνη για να επινοήσουν κάτι σαν σχεδία, και αρκετή πολυπλοκότητα στην προφορική-τους επικοινωνία για να συντονίσουν το φτιάξιμο μιας σχεδίας από μια ομάδα συντρόφων. Όποιες και να ’ταν οι διανοητικές δεξιότητες που απαιτούνταν, γνωρίζουμε οτι ο Ά. ο σοφός έφτασε στην Αυστραλία περίπου 65.000 χρόνια πριν. Εντούτοις, αυτό δεν πρέπει να το φανταστούμε σαν μια και μοναδική γενναία εξερεύνηση που επιτεύχθηκε στη διάρκεια μιας ζωής. Αντίθετα, πραγματοποιήθηκε μέσω της διασποράς φυλών που παρέμεναν στις κατασκηνώσεις-τους σε προσιτή πάντα απόσταση από τη θάλασσα, μέσα σε χιλιάδες χρόνια. Η διασπορά συμβαίνει επειδή οι άνθρωποι πιέζονται από το συνωστισμό σε ένα μέρος και αναζητούν νέες και παρθένες πηγές τροφής. Αμέσως μετά την εποχή που οι άνθρωποι έφτασαν στην Αυστραλία, μερικά από τα μεγάλα μαρσιποφόρα της Αυστραλίας εξαφανίστηκαν. Αυτό, σε συνδυασμό με ανθρώπινα απολιθώματα, είναι μια πρόσθετη ένδειξη του χρόνου κατά τον οποίο οι άνθρωποι έφτασαν στην Αυστραλία.
Μια άλλη πορεία των προγόνων-μας προχωρεί προς τα βόρεια στη στεριά, περνώντας από την σημερινή Αιγυπτιακή χερσόνησο του Σινά, και από κει πορεύεται προς περιοχές της Ασίας και της Ευρώπης. Εντούτοις, η διασπορά-τους θα ήταν κάθε άλλο παρά απρόσκοπτη και στρωμένη με ροδοπέταλα, γιατί κάπου στην περιοχή του σημερινού Ισραήλ, και παραπέρα, στην Τουρκία και τη νοτιοανατολική Ευρώπη, θα πρέπει να συνάντησαν τους προηγούμενους κατοίκους αυτών των περιοχών, τους Νεάντερταλ.(*) Αυτοί οι τελευταίοι πρέπει να είναι παρακλάδι του προγονικού-μας είδους, του Ά. του όρθιου, που είχε ήδη διασπαρεί στον Παλαιό Κόσμο (Αφρική, Ασία, και Ευρώπη) από περίπου 1,5 εκατομμύριο χρόνια πριν, ξεκινώντας και πάλι από την Αφρική. Έτσι, έχουν υπάρξει τουλάχιστον δύο έξοδοι από την Αφρική: μία παλαιότερη, του προγονικού-μας είδους Ά. του όρθιου, και μία νεώτερη, του δικού-μας Ά. του σοφού (το γεγονός που περιγράφεται εδώ· σημειώστε οτι ο Alan Templeton περιγράφει μια τρίτη έξοδο, μεταξύ των δύο προαναφερθέντων, συν ένα πιο πρόσφατο γεγονός “επανεισόδου” από την Ασία στην Αφρική — βλ. Dawkins,[30] σελ. 57–60). Οι Νεάντερταλ εμφανίστηκαν τουλάχιστον 500.000 χρόνια πριν, και εξαφανίστηκαν πλήρως περίπου 24.000 χρόνια πριν. Έρευνα σε μοριακό επίπεδο κατατείνει προς το παρόν στο συμπέρασμα οτι οι πρόγονοί μας δεν αναμείχθηκαν γενετικά με τους Νεάντερταλ,[9] γιατί δεν έχει βρεθεί μέχρι στιγμής κανένα τμήμα του δικού-μας DNA που να μη συντείνει μαζί με όλα τα άλλα τμήματα σε κάποιο χρόνο πιο αρχαίο από περίπου 150.000 με 200.000 χρόνια πριν. (Αν είχαμε αναμειχθεί γενετικά με τους Νεάντερταλ, θα έπρεπε να έχουμε τμήματα DNA κοινά μαζί-τους που να συντείνουν σε τουλάχιστον 500.000 χρόνια πριν.) Εντούτοις, αυτό το συμπέρασμα είναι ακόμη υπό έλεγχο.
Σημειώστε οτι τα βέλη στον παραπάνω χάρτη δεν υποδεικνύουν συγκεκριμένες οδούς που ακολουθήθηκαν, αλλά μάλλον τις γενικές κατευθύνσεις διασποράς του είδους-μας. Η Βόρεια και Νότια Αμερική πρέπει να κατοικήθηκαν όχι νωρίτερα από 13.000 χρόνια πριν, από ανθρώπους που πέρασαν τον Βερίγγειο Πορθμό (τα 92 χλμ. θάλασσας που χωρίζουν τη Σιβηρία απ’ την Αλάσκα), σε μια περίοδο που το επίπεδο της θάλασσας ήταν πεσμένο λόγω παγετώνων, εκθέτοντας τη στεριά όπου τα νερά είναι ρηχά και μετατρέποντας το Βερίγγειο Πορθμό σε μια γέφυρα στεριάς. Οι πρώτοι αυτόχθονες Αμερικανοί (οι μετέπειτα “Ινδιάνοι” δηλαδή) καθηλώθηκαν από παγετώνες και έμειναν για κάποιο διάστημα στην Αλάσκα (για αρκετές γενεές, ίσως 1000 χρόνια), αλλά τελικά οι παγετώνες υποχώρησαν και οι άνθρωποι κατάφεραν να μετοικήσουν νοτιότερα, στο σημερινό Καναδά και τις Η.Π.Α. Από κει, τους πήρε μόνο 1000 χρόνια για να φτάσουν ως την Παταγονία, τη νότια εσχατιά της Νότιας Αμερικής.[7]
Λέχθηκε παραπάνω οτι το αρχικό μέγεθος του πληθυσμού των πρώτων προγόνων-μας υπολογίζεται οτι ήταν μεταξύ 10.000 και 20.000. Το έτος 2000 έφτασε περίπου τα 6.000.000.000 (έξι δισεκατομμύρια). Πώς άλλαξε το μέγεθος του πληθυσμού-μας μέσα στο χρόνο, και γιατί γίναμε τόσο πολλοί; Είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβουμε αυτό αν επιδιώκουμε μια πλήρη κατανόηση της εξέλιξης της θρησκείας, για τον ακόλουθο λόγο: στο πιο μεγάλο διάστημα, δηλαδή για περίπου 150.000 χρόνια, η ύπαρξή μας χαρακτηριζόταν από τις ακόλουθες ιδιότητες:
  • τρόπος διαβίωσης: κυνηγοί–συλλέκτες,
  • μικρό μέγεθος παγκόσμιου πληθυσμού (από μερικές χιλιάδες σε μερικά εκατομμύρια το πολύ), και
  • κυρίως λατρεία προγόνων, ή αυτό που θα ονόμαζα “μικρής κλίμακας, ‘ερασιτεχνική’ (ειδωλολατρική) θρησκεία”.
Αλλά για περίπου τα τελευταία 10.000 χρόνια (μόνο), ο τρόπος διαβίωσής μας άλλαξε ριζικά. Συγκεκριμένα, απέκτησε τα παρακάτω χαρακτηριστικά:
  • τρόπος διαβίωσης: γαιοκτήμονες,
  • πολύ μεγάλο μέγεθος παγκόσμιου πληθυσμού (της τάξης των δισεκατομμυρίων), και
  • κυρίως λατρεία Θεού (με κεφαλαίο Θ), ή αυτό που θα ονόμαζα “μεγάλης κλίμακας, ιδρυματοποιημένη θρησκεία”.
Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν ήσαν ανεξάρτητα το ένα απ’ τ’ άλλο. Χάρη στον τρόπο διαβίωσης ως γαιοκτήμονες, πολύ μεγάλοι πληθυσμοί — πολύ μεγαλύτεροι από πριν — μπορούσαν να τραφούν και να συντηρηθούν. Επίσης, οι μεγάλοι πληθυσμοί επέφεραν την ανάδυση των κοινωνικών τάξεων μεταξύ των ανθρώπων (έμποροι, στρατιωτικοί, σκλάβοι, γραφιάδες, αριστοκράτες, και φυσικά ιερείς). Ήταν λόγω της αγροτικής ανάπτυξης(*) που οι ανθρώπινοι πληθυσμοί μπορούσαν τώρα να θρέψουν τάξεις ανθρώπων που δεν δούλευαν για να κερδίσουν τα προς το ζην (π.χ. οι στρατιωτικοί, οι ιερείς, οι αριστοκράτες), κάτι που ήταν αδιανόητο κατά το προηγούμενο στάδιο, του κυνηγού–συλλέκτη. Μία απ’ τις συνέπειες της διαίρεσης της κοινωνίας σε τάξεις ήταν η δομική “πολυπλοκοποίηση” της θρησκείας: αντί για έναν μοναδικό σάμαν–βασιλιά της φυλής, υπήρχε τώρα μια ολόκληρη τάξη ανθρώπων, το ιερατείο, πυραμιδοειδώς οργανωμένο με έναν ανώτατο ηγέτη (π.χ., έναν Πάπα, έναν Οικουμενικό Πατριάρχη, έναν Μεγάλο Αγιατολλάχ, κλπ.), λίγα άτομα κοντά στον ανώτατο ηγέτη (αρχιεπισκόπους, αγιατολλάχ), και πιο πολλά άτομα μακρύτερα από τον ηγέτη, και κοντύτερα στη βάση της πυραμίδας (επισκόπους, παπάδες, μουφτήδες, ιμάμηδες, κλπ.). Μια θαυμάσια πηγή που εξηγεί όχι μόνο τα παραπάνω, αλλά και γιατί η αγροκαλλιέργεια αναπτύχθηκε σε συγκεκριμένα μέρη του κόσμου και όχι σε άλλα (έχοντας σαν συνέπεια αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν “υπεροχή” των “λευκών”, ενώ στην πραγματικότητα τα οποιαδήποτε τεχνολογικά επιτεύγματά τους τους δόθηκαν σαν δώρα της τύχης, χάρη σε γεωγραφικές, βοτανικές, και ζωολογικές συμπτώσεις), είναι το βιβλίο του Jared Diamond: Guns, Germs, and Steel[12] — για το οποίο του απονεμήθηκε το βραβείο Πούλιτζερ — που καλό είναι να διαβάσει οποιοσδήποτε αναρωτιέται για το γιατί κάποιες “ράτσες” εμφανίζονται πιο ικανές, κ’ επομένως πιο κυριαρχικές, από άλλες.
Πρέπει να σημειωθεί οτι στους πολύ πρόσφατους καιρούς — ίσως τα τελευταία 300–400 χρόνια, μετά την Αναγέννηση — ένα σημαντικό τμήμα της ανθρωπότητας έχει προχωρήσει σ’ ένα τρίτο στάδιο διαβίωσης: το στάδιο των υπηρεσιών, στο οποίο το προϊόν της δουλειάς των ανθρώπων δεν είναι κάτι φαγώσιμο, ή ακόμα και χειροπιαστό, αλλά παρ’ όλα αυτά μπορεί να έχει αξία για άλλους ανθρώπους. Για παράδειγμα, μπορεί να είναι μια ασφάλιση, ένα κινηματογραφικό έργο, ένα διήγημα, ένα πρόγραμμα λογισμικού, μια λοτταρία, μια νομική συμβουλή, μια εμπορική συμφωνία, ή απλώς η μεταπώληση της δουλειάς κάποιου άλλου. Επειδή πολλοί από μας κερδίζουμε τα προς το ζην σ’ αυτό το στάδιο διαβίωσης, είναι εύκολο να παραβλέψουμε το τεράστιο αποτέλεσμα που είχε το στάδιο του γαιοκτήμονα στην ανθρώπινη κοινωνία. Εντούτοις, όπως ακριβώς το στάδιο των υπηρεσιών είναι πολύ σύντομο σε σύγκριση με το στάδιο του γαιοκτήμονα, έτσι και το τελευταίο είναι πολύ σύντομο συγκρινόμενο με το στάδιο του κυνηγού–συλλέκτη. Μια άλλη παρατήρηση είναι οτι η εμφάνιση κάθε στάδιου δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση των προηγούμενων: υπάρχουν ακόμα κυνηγοί–συλλέκτες σε πολλά μέρη του κόσμου, αλλά τείνουν να παίζουν έναν περιφερειακό μόνο ρόλο στη διεθνή κατάσταση των πραγμάτων.
Με τα παραπάνω κατά νου, ας φτιάξουμε ένα γράφημα που να δείχνει την πρόοδο του ανθρώπινου πληθυσμού μέσα στο χρόνο.
Ο πληθυσμός είναι στον κατακόρυφο άξονα, ενώ στον οριζόντιο άξονα είναι ο χρόνος, που αντιστοιχεί σχεδόν ακριβώς στη Δυτική/Χριστιανική έννοια “έτος”· δηλαδή: ο χρόνος μηδέν αντιστοιχεί στο 1 μ.Χ., ή στο 1 π.Χ., όποιο απ’ τα δυο προτιμάτε· ο χρόνος -2.000 αντιστοιχεί στο έτος 2000 π.Χ., συν/πλην ένα έτος — μια διόρθωση που δεν έχει καμιά σημασία σε όσα αφορούν στο παραπάνω γράφημα. Η μπλε περιοχή κάτω-δεξιά δείχνει πώς περίπου αυξήθηκε ο πληθυσμός διαμέσου των αιώνων. Τα δεδομένα για την κατασκευή αυτού του γραφήματος πάρθηκαν από αυτή τη σελίδα, και αυτήν επίσης. Μια άλλη μορφή αυτού του γραφήματος μπορείτε να δείτε εδώ.
Βλέπουμε λοιπόν οτι η αύξηση του πληθυσμού είναι τέτοια που η μπλε περιοχή στο παραπάνω γράφημα παραμένει σχεδόν αόρατη για πιο πολύ απ’ το μισό του χρόνου που απεικονίζεται, μέχρις ότου γίνει ορατή και αρχίσει να υψώνεται στους ιστορικούς χρόνους, ενώ εξακοντίζεται στα ύψη στην πολύ πρόσφατη εποχή. Αλλά το πιο ενδιαφέρον μέρος για το σκοπό της παρούσας συζήτησης είναι όχι το ορατό, αλλά το αόρατο μέρος της μπλε περιοχής· συγκεκριμένα, το μήκος του αόρατου μέρους. Σημειώστε οτι το γράφημα σταματάει στ’ αριστερά στο -10.000 (εποχή κατά την οποία σύμφωνα με τα δεδομένα ο πληθυσμός-μας ήταν περίπου 4 με 5 εκατομμύρια). Αυτός ο χρόνος όμως δεν συνδέεται με την αρχή του είδους-μας· είναι μια αυθαίρετη χρονολογία, λίγο πριν την εμφάνιση της γεωργίας. Αν θέλαμε να περιλάβουμε ολόκληρη τη διάρκεια της ύπαρξής μας ως είδος στο γράφημα, με τον συμβατικό χρόνο -150.000 στ’ αριστερά (όπου υπέθεσα νωρίτερα οτι ο πληθυσμός-μας ήταν γύρω στα 10.000 με 20.000 άτομα), θα έπρεπε να επεκτείνουμε το γράφημα 15 φορές προς τ’ αριστερά, με την καμπύλη του πληθυσμού να συμπίπτει σχεδόν ακριβώς με τον οριζόντιο άξονα για ολόκληρο το μήκος αυτής της προς τ’ αριστερά επέκτασης. Αν σας είναι δύσκολο να το φανταστείτε αυτό, δείτε-το στο επόμενο γράφημα:
Το παραπάνω γράφημα βέβαια δεν μας λέει τίποτα το πιο ενδιαφέρον από το οτι ο πληθυσμός-μας “πήρε τ’ απάνω-του” αμέσως μετά την εμφάνιση της γεωργίας. Αυτό που είναι πιο ενδιαφέρον είναι οτι σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής μας στο στάδιο του κυνηγού–συλλέκτη, κι ακόμα αργότερα, μέχρι και εντός των ιστορικών χρόνων (δηλ. για ολόκληρο το τμήμα όπου το ύψος της μπλε περιοχής είναι πρακτικά μηδέν), οι θρησκευτικές δοξασίες των ανθρώπων δεν είχαν καμιά σχέση με το Θεό· ήσαν δοξασίες περί ψυχών των προγόνων, φαντασμάτων, καλών και κακών πνευμάτων που κατοικούσαν στα δάση, τις λίμνες, τη θάλασσα, ή άλλα άγνωστα κ’ επικίνδυνα μέρη που προκαλούσαν φόβο, και ούτω καθεξής — ακριβώς το είδος των δοξασιών που οι λίγοι εναπομείναντες κυνηγοί–συλλέκτες πιστεύουν σήμερα (θα περιγραφούν κάπως πιο αναλυτικά σε λίγο). Αν θελήσουμε ν’ απεικονίσουμε τη διάδωση των μονοθεϊστικών θρησκειών που προήλθαν από τον Ιουδαϊσμό στο παραπάνω γράφημα (δηλ. του Χριστιανισμού και του Ισλάμ), τότε παίρνουμε το παρακάτω:
Το ποσόν του πληθυσμού που πίστευε ή πιστεύει σε μονοθεϊστικές θρησκείες (στις οποίες η έννοια “Θεός” είναι κυρίαρχη) σημειώνεται παραπάνω με κόκκινο. Η εμφάνιση του Ιουδαϊσμού σημειώνεται λίγο πριν από το χρόνο μηδέν, με το ύψος του κόκκινου μέρους να παραμένει κοντά στο μηδέν για λίγο διάστημα, λόγω του πολύ μικρού πληθυσμού των Εβραίων σε σύγκριση με όλο τον πληθυσμό της Γης. Από το χρόνο μηδέν και μετά είναι κυρίως λόγω του Χριστιανισμού, και στη συνέχεια και λόγω του Ισλάμ, που το κόκκινο τμήμα της έγχρωμης περιοχής εκτινάσσεται στα ουράνια. Πριν να βιαστείτε να με κατηγορήσετε οτι “στρίμωξα το Θεό σε μια γωνία” (μάλλον κατά κυριολεξία), σκεφτείτε οτι τα παραπάνω γραφήματα κατασκευάστηκαν από καθαρά αριθμητικά δεδομένα, που ελπίζω μας δίνουν μια καθαρότερη εικόνα του μεγέθους και της διάρκειας της έννοιας “Θεός” (του μιμίδιου Θεός δηλαδή) στο νου της ανθρωπότητας από αυτή που τείνουμε να της αποδώσουμε σήμερα — τουλάχιστον για όσους από μας ζουν σε κοινωνίες διαποτισμένες με την έννοια “Θεός”.
Τώρα, έχοντας πάνω-κάτω μια ιδέα της χρονικής και ποσοτικής διασποράς των προγόνων-μας στον πλανήτη, ας εστιάσουμε στις θρησκευτικές-τους ιδέες και συνήθειες: περίπου πότε εμφανίστηκαν αυτές, τί μορφή είχαν αρχικά, και πώς εξελίχθηκαν με το χρόνο;
Είναι δύσκολο ν’ απαντήσουμε το πρώτο από τα παραπάνω ερωτήματα με κάποιο βαθμό βεβαιότητας, όμως υπάρχουν ενδείξεις οτι οι δοξασίες που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε σαν “σχετιζόμενες με το υπερφυσικό” έκαναν την εμφάνισή τους γύρω στα 100.000 με 90.000 χρόνια πριν. Από πού το συμπεραίνουμε αυτό; Από το οτι αυτή είναι η κατά προσέγγιση εποχή που συναντούμε τους πιο αρχαίους τάφους με αντικείμενα (κτερίσματα) που συνοδεύουν το νεκρό, υποτίθεται για τη μετά θάνατο ζωή (π.χ., βλ. εδώ). Ταφές μπορεί να γίνονταν και παλιότερα (αν και όχι πολύ παλιότερα), αλλά μια απλή ταφή δεν είναι ένδειξη πίστης σε μετά θάνατο ζωή. Για παράδειγμα, οι συγγενείς του αποθανόντος μπορεί να μην άντεχαν να βλέπουν το σώμα του μόλις πρωτύτερα ζωντανού συγγενή-τους να σπαράσσεται από ζώα.(*) Αλλά αν υπάρχουν κτερίσματα στον τάφο μαζί με το νεκρό σώμα, ποιο σκοπό θα μπορούσαν να εξυπηρετούν αυτά εκτός από το να φανούν χρήσιμα στη μετά θάνατο ζωή; Φυσικά, μπορεί ν’ αντιταχθεί κανείς σ’ αυτή την ιδέα, λέγοντας οτι οι ζώντες συγγενείς μπορεί να μην ήθελαν να βλέπουν πια τα υπάρχοντα του αποθανόντος, γιατί θλίβονταν βλέποντάς τα. Πάντα είναι δυνατό να κάνουμε υποθέσεις ενάντια σε κάτι που είναι απλώς μια εξήγηση ενός γεγονότος (το γεγονός είναι οτι αντικείμενα βρέθηκαν σε τάφους), αλλά πρέπει κανείς να αξιολογεί τις διάφορες υποθέσεις ρεαλιστικά. Εννοώ, αν θέλετε να ξεφορτωθείτε μερικά αντικείμενα μπορείτε να τα πετάξετε κάπου αλλού, όχι υποχρεωτικά στον τάφο του συγγενή-σας, σαν να ’τανε σκουπιδότοπος. Επίσης, δεν βρίσκουμε τυχαία αντικείμενα, αλλά τέτοια που ανήκουν σε συγκεκριμένες κατηγορίες, με συμβολική σημασία. Το γεγονός οτι δεν μπορούμε να βρούμε αυτή τη συνήθεια πριν από 100.000 χρόνια, πολύ πιθανό να σημαίνει οτι πρωτύτερα οι άνθρωποι δεν διέθεταν τη νοητική πολυπλοκότητα που απαιτείται για να φτάσουν σε μια ιδέα όπως η ζωή μετά το θάνατο.
Αλλά η ακριβής εποχή κατά την οποία εμφανίστηκε η πίστη στη μετά θάνατο ζωή δεν έχει πολλή σημασία. Πιο σπουδαίο είναι να καταλάβουμε το ποιόν των θρησκευτικών δοξασιών που είχαν οι πρόγονοί μας κατά το μεγαλύτερο διάστημα της ύπαρξης του είδους-μας. Δεδομένου οτι ο τρόπος διαβίωσής τους ήταν αυτός του κυνηγού-συλλέκτη μέχρι αρκετά πρόσφατα (δηλ. μέχρι περίπου 10.000 χρόνια πριν), μπορούμε να εξάγουμε συμπεράσματα για τις θρησκευτικές πεποιθήσεις-τους παρατηρώντας τους λιγοστούς εναπομείναντες σύγχρονους κυνηγούς-συλλέκτες. Οι ανθρωπολόγοι κάνουν ακριβώς αυτό, εδώ και τουλάχιστον δυο αιώνες, κ’ έχουν συλλέξει μια πληθώρα δεδομένων. Η συνολική εικόνα που προκύπτει είναι οτι οι θρησκευτικές (ή καλύτερα οι μεταφυσικές) πεποιθήσεις των κυνηγών-συλλεκτών περιστρέφονται γύρω από ιδέες όπως ψυχές των νεκρών προγόνων, μάγισσες, νεράιδες, άλλα πνεύματα, κλπ. Όταν κάτι κακό και απρόσμενο συμβαίνει, όπως π.χ. αν καταρρεύσει η στέγη μιας καλύβας, η εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι οτι κάποια υποθετική αλλά γνωστή σε όλους μάγισσα προξένησε την καταστροφή επίτηδες, για να βλάψει κάποιους ανθρώπους (βλ. Boyer[3], κεφ.1). Τα μέλη της φυλής μπορεί να μαζευτούν και να συζητήσουν, προσπαθώντας να καταλάβουν γιατί η μάγισσα θέλησε να κάνει κακό, και πώς να την εξευμενίσουν. Ο κακός καιρός μπορεί να προκαλείται από δυσαρεστημένες ψυχές προγόνων, και τα μπουμπουνητά μπορεί να είναι οι θυμωμένες φωνές-τους. Αν κανείς περπατήσει μόνος-του, μακριά από τη φυλή, καλά και κακά πνεύματα συνοδεύουν το άτομο αυτό, το οποίο βρίσκεται στο έλεός τους. Αυτό είναι απλώς ένα μικρό δείγμα μερικών τυπικών μεταφυσικών πεποιθήσεων των κυνηγών-συλλεκτών. Καθώς δεν έχουν άλλες πιο συγκεκριμένες ιδέες περί θεών ή Θεού, μπορούμε να ονομάσουμε τις δοξασίες αυτές θρησκευτικές, αντί για γενικά μεταφυσικές.
Εντούτοις, σήμερα οι περισσότεροι άνθρωποι όχι μόνο δεν ζουν σε κοινωνίες κυνηγών-συλλεκτών, αλλά επίσης οι πιο πολλοί δεν έχουν θρησκευτικές πεποιθήσεις του είδους των κυνηγών-συλλεκτών, σαν αυτές που περιέγραψα μόλις παραπάνω. Σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων είναι πιστοί μιας χούφτας θρησκειών, οι πιο επικρατούσες των οποίων είναι παρακλάδια του Ιουδαϊσμού. Αυτή η αλλαγή στο “στυλ” των θρησκευτικών πεποιθήσεων δεν είναι απλή σύμπτωση. Το “στυλ” των δοξασιών των κυνηγών-συλλεκτών ήταν ακατάλληλο για τον μετέπειτα γεωργικό κόσμο, που ανέπτυξε πίστη σε συγκεκριμένους θεούς, οι οποίοι ήσαν επίσης και δημιουργοί του κόσμου, ή τμημάτων του κόσμου. Ας δούμε επί τροχάδην μερικές από αυτές τις νεώτερες θρησκευτικές δοξασίες, όπως διαμορφώθηκαν στην εποχή των γαιοκτημόνων:
  • Οι Αιγύπτιοι πίστευαν στον Άμμονα (Amun, το δημιουργό), το Ρα (το θεό-ήλιο), τον Όσιρι (θεό των νεκρών), την Ίσιδα (θεά της μαγείας, συζύγου του Όσιρι), τη Νουτ (θεά του ουρανού, συζύγου του Ρα), το Γεβ (θεό της γης, εραστή της Νουτ), το Θωθ (θεό της σοφίας), το Σεθ (θεό της ερήμου), τον Ώρο (γιο της Ίσιδας και του Όσιρι), και άλλους. Γίνονταν καβγάδες μεταξύ των θεών (Ο Σεθ σκότωσε τον αδελφό-του Όσιρι, ο οποίος έτσι έγινε θεός των νεκρών), παράνομοι έρωτες (η Νουτ ερωτοτροπούσε με τον Γεβ), πόλεμοι (ο Ώρος εναντίον του Σεθ), όπως επίσης και ιστορίες σχετικά με το πώς και γιατί ο Νείλος πλημμυρίζει και γονιμοποιεί τη γη κάθε χρόνο, πώς ο ήλιος διανύει την τροχιά-του στον ουρανό και φέγγει στη γη κάθε μέρα, και πολλές άλλες. Αυτές οι ιστορίες και οι χαρακτήρες αποτελούσαν την Αιγυπτιακή μυθολογία.
  • Οι Έλληνες πίστευαν στο Δία (βασιλιά των θεών του Ολύμπου), τον Ποσειδώνα (θεό της θάλασσας), την Ήρα (σύζυγο του Δία), την Αθηνά (θεά της σοφίας), τον Απόλλωνα (θεό της μουσικής), τον Άρη (θεό του πολέμου), την Άρτεμη (θεά του κυνηγιού), τη Δήμητρα (θεά της γεωργίας), την Αφροδίτη (θεά του έρωτα), τον Άδη (θεό του κάτω κόσμου), και άλλους. Και πάλι υπήρχαν καβγάδες και πόλεμοι μεταξύ των θεών (ο Δίας έγινε βασιλιάς ανατρέποντας τον πατέρα-του Κρόνο μαζί με τους Τιτάνες, μετά από μια “τιτανομαχία”), παράνομοι ερωτικοί δεσμοί (ο Δίας πρέπει να είναι ο κάτοχος του παγκόσμιου ρεκόρ σε τέτοιους δεσμούς, κρύβοντας τις θνητές ερωμένες-του από τη σύζυγό του Ήρα, συνήθως μετατρέποντάς τις σε κάποιο ζώο). Και πάλι, υπήρχε ένα μεγάλο πλήθος ιστοριών που αποτελούσαν την Ελληνική μυθολογία: ιστορίες για το πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος, πώς οι άνθρωποι έμαθαν να χρησιμοποιούν τη φωτιά (ο καλός Τιτάνας Προμηθέας την έδωσε στους ανθρώπους αφού την έκλεψε από το Δία, ο οποίος στη συνέχεια τον τιμώρησε σκληρά), πώς ο Δίας αποφάσισε να καταστρέψει τον κόσμο και όλους τους ανθρώπους σε έναν Μεγάλο Κατακλυσμό, εκτός από ένα ζευγάρι ανθρώπων (το Δευκαλίωνα και τη γυναίκα-του Πύρρα), οι οποίοι έφτιαξαν μια κιβωτό, που μετά από εννιά ημέρες πάνω στα κύματα προσάραξε στην κορυφή του όρους Παρνασσός.(*) Η ελληνική μυθολογία μας είναι γνωστή πολύ λεπτομερειακά, κυρίως λόγω του ενδιαφέροντος του Δυτικού κόσμου στις ελληνικές πολιτισμικές-του ρίζες.
  • Οι Ρωμαίοι αργότερα κληρονόμησαν τους θεούς των Ελλήνων και τις ιστορίες-τους απαράλλαχτες, στη μεγαλύτερη πράξη “κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας” που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος. Λατινοποίησαν μόνο τα ονόματα των θεών: ο Δίας έγινε Jupiter, ο Ποσειδώνας Neptune, η Ήρα Juno, η Αθηνά Minerva, ο Απόλλων Apollo, ο Άρης Mars, η Άρτεμις Diana, η Δήμητρα Ceres, η Αφροδίτη Venus, ο Άδης Pluto, ο Κρόνος Saturn, κλπ. Οι Ρωμαίοι πρόσθεσαν και μερικές ιστορίες δικές-τους, και το σύνολο αυτών των ελληνο-ρωμαϊκών ιστοριών αποτέλεσαν τη Ρωμαϊκή μυθολογία.
  • Οι Εβραίοι πίστευαν σε ένα και μοναδικό θεό, το Γιαχβέ (εξ ου και το “Ιεχωβάς” στο όνομα της γνωστής αίρεσης), που αργότερα υιοθετήθηκε από το Χριστιανισμό (ως Θεός), και το Ισλάμ (ως Αλλάχ). Η Εβραϊκή μυθολογία περιλάμβανε τις δικές-της εκδοχές της δημιουργίας, του Μεγάλου Κατακλυσμού, και πολέμους. Μόνο που καθώς δεν υπήρχαν άλλοι θεοί για να πολεμήσουν με το Γιαχβέ, σ’ αυτή την περίπτωση ήσαν οι πόλεμοι του “εκλεκτού λαού του Κυρίου”, των Εβραίων, εναντίον των γειτονικών φυλών που καταγράφηκαν στη μυθολογία-τους, άλλοτε βασιζόμενοι σε πραγματικά γεγονότα, κι άλλοτε στο μύθο. Αλλά υπάρχουν και μεγάλες διαφορές μεταξύ των Εβραϊκών δοξασιών και εκείνων άλλων λαών. Συγεκριμένα, ενώ οι περισσότεροι άλλοι λαοί (ή τουλάχιστον οι μορφωμένοι ανάμεσά τους) ήσαν λίγο-πολύ γνώστες της μυθολογικής φύσης των δοξασιών-τους (δηλ. του γεγονότος οτι ήσαν φανταστικές ιστορίες), οι Εβραίοι πήραν τις ιστορίες-τους στα σοβαρά, συγχέοντάς τις με την πραγματικότητα. Ενώ μεταξύ των σύγχρονών τους πολιτισμών (π.χ., Ελληνικού, Ρωμαϊκού) υπήρχαν σκεπτόμενοι άνθρωποι που πίστευαν πως η μυθολογία ήταν ένα σύνολο από φανταστικές ιστορίες για τις μάζες, και εξέφραζαν ανοιχτά αυτή την άποψη στα συγγράματά τους, μεταξύ των Εβραίων δεν είναι γνωστό ούτε ένα άτομο που να εξέφρασε την άποψη αυτή, που ήταν αντίθετη προς το επίσημο δόγμα. Κι αυτό δεν αποτελεί κανένα μεγάλο μυστήριο, καθώς η αντίθεση προς την Ιουδαϊκή θρησκεία τιμωρούνταν με θάνατο. Όχι μόνο πίστευαν οι Εβραίοι στην κατά γράμμα αλήθεια της μυθολογίας-τους, αλλά επίσης αυτή η άποψη κληρονομήθηκε από τις απογόνους θρησκείες: ακόμα και σήμερα υπάρχει πλήθος Χριστιανών που πιστεύουν στην Ιουδαϊκή Βίβλο (την Παλαιά Διαθήκη, σε Χριστιανική ορολογία) κατά κυριολεξία, αν και ένας μάλλον μεγαλύτερος αριθμός Χριστιανών πιστεύουν οτι η ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης είναι μεταφορική (μια “αλληγορία”)· στο Μουσουλμανικό κόσμο, η κατάσταση δεν είναι και πολύ διαφορετική από εκείνη του αρχαίου Εβραϊκού κόσμου: το Κοράνι πιστεύεται οτι είναι ο λόγος του Θεού (Αλλάχ), και στα περισσότερα Ισλαμικά έθνη(*) η απιστία στην κυριολεκτική αλήθεια του Κορανίου τιμωρείται με θάνατο.
Οι Ιουδαϊκές δοξασίες έγιναν οι προγεννήτορες θρησκευτικών μιμιδίων που αργότερα εξαπλώθηκαν στον κόσμο σαν πυρκαγιά σε ξερά χόρτα. Συνεπώς ο Ιουδαϊσμός κατέχει εξέχουσα θέση στην ιστορία της εξέλιξης της θρησκείας. Μας αποκαλύπτει το πώς άλλαξαν οι θρησκευτικές δοξασίες. Για παράδειγμα, ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης (Π.Δ., δηλ. της Ιουδαϊκής Βίβλου) είναι θεωρητικά ο ίδιος Θεός μ’ εκείνον του σύγχρονου Χριστιανισμού· αλλά στην πράξη ο Θεός της Π.Δ. ήταν πολύ διαφορετικός· είχε πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από το Χριστιανικό Θεό, ο οποίος είναι μια πιο “εξελιγμένη” έκδοση του πρώτου. Συγκεκριμένα, ο Θεός της Π.Δ. ήταν μια φυσική οντότητα. Είχε φωνή, και πόδια για να περπατάει. Σύμφωνα με τη Γένεση 3:8, ο Αδάμ και η Εύα άκουσαν τη φωνή του Θεού που περπατούσε στον κήπο της Εδέμ («Και ήκουσαν την φωνήν Κυρίου του Θεού, περιπατούντος εν τω παραδείσω προς το δειλινόν»), και χώθηκαν κάπου για να κρυφτούν, αισθανόμενοι ντροπή γιατί είχαν μόλις φάει από το απαγορευμένο φρούτο. Τότε ο Θεός έχει ένα διάλογο με τον Αδάμ και την Εύα («Εκάλεσε δε Κύριος ο Θεός τον Αδάμ, και είπε προς αυτόν, Πού είσαι; ο δε είπε, Την φωνήν σου ήκουσα εν τω παραδείσω, και εφοβήθην,» κλπ, 3:9-10). Ας σημειωθεί οτι η ιστορία αυτή δεν γράφτηκε για να γίνει κατανοητή σαν απλή αλληγορία, γιατί ο κήπος της Εδέμ (μέσα στον οποίο ο Θεός έκανε τον περίπατό του) ήταν ένας πραγματικός κήπος με φυσική υπόσταση πάνω στη Γη, τοποθετημένος μεταξύ τεσσάρων ποταμών γνωστών στους αρχαίους Εβραίους, ένας από τους οποίους ήταν ο πασίγνωστος Ευφράτης (Γεν. 2:10-14), άρα η Εδέμ ήταν κάποια τοποθεσία στη Μεσοποταμία (το σημερινό Ιράκ), όπου ρέει ο Ευφράτης. Την ιδέα οτι η ιστορία του Αδάμ και της Εύας θα έπρεπε να ερμηνευθεί σαν αλληγορία τη σκαρφίστηκαν αργότερα κάποιοι θεολόγοι, που είδαν τις παραδοξότητές της όταν εκλαμβάνεται κατά κυριολεξία (αν και δεν βλέπουν όλοι οι πιστοί τις παραδοξότητές της).
Τώρα, αν ο Θεός είχε πόδια για να περπατάει σ’ έναν κήπο με φυσική υπόσταση, και προφανώς επίσης και στόμα για να μιλάει, αναρωτιέται κανείς, τί άλλα όργανα είχε ο Θεός; Δεν θα μπορούσε να είναι ένα συνονθύλευμα δύο ποδιών και ενός στόματος, έτσι δεν είναι; Θα έπρεπε να έχει ένα κεφάλι με μυαλό (που έκανε τη σκέψη πριν από την ομιλία), ένα σώμα στο οποίο θα ήσαν στερεωμένα το κεφάλι και τα πόδια, και ποιος ξέρει τί άλλο. Αλλά αυτή δεν είναι η μόνη ιστορία στην Π.Δ. που περιγράφει έναν ανθρωπόμορφο Θεό. Στην Έξοδο 33:9-23, για παράδειγμα, ο Θεός ομιλεί στο Μωυσή «πρόσωπον προς πρόσωπον» (Έξδ. 33:11) λίγο πριν του δώσει τις Δέκα Εντολές. Ο Μωυσής παρακαλεί το Θεό να τον αφήσει να δει το πρόσωπό του, ο Θεός αρνείται (γιατί όποιος δει το πρόσωπό του πρέπει να πεθάνει, Έξδ. 33:20), αλλά επιτρέπει στο Μωυσή να δει τα οπίσθιά του («και θέλω σηκώσει την χείρα μου, και θέλεις ιδεί τα οπίσω μου· το δε πρόσωπόν μου δεν θέλεις ιδεί.» Έξδ. 33:23). Βέβαια, αν ο Θεός των Ιουδαίων είχε κεφάλι και πόδια, δεν ακούγεται καθόλου περίεργο το οτι είχε επίσης και σώμα με μια πίσω πλευρά (μαζί με ότι άλλο συνεπάγεται κάτι τέτοιο, προφανώς). Αλλά αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι οτι τα εδάφια αυτά από την Έξοδο δείχνουν μια συνεπή εικόνα ενός ανθρωπόμορφου Θεού στην Π.Δ. Αυτή η εικόνα, που είναι σε πλήρη συμφωνία με τον ανθρωπομορφισμό θεών άλλων πολιτισμών εκείνης της εποχής, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον Χριστιανικό Θεό της μετέπειτα εποχής, που υποτίθεται πως είναι μόνον πνεύμα, στερούμενο ανθρώπινων μελών, όπως πόδια, στόμα, κεφάλι, φύλο, κλπ. (αν και όχι και σκέψης — διαβάστε αυτή τη σελίδα-μου για να δείτε τα προβλήματα που αναφύονται με ένα Θεό που σκέπτεται). Τον καιρό που πια ιδρύθηκε το Ισλάμ, ο Χριστιανικός Θεός είχε ήδη αποκτήσει τις σημερινές-του αφηρημένες ιδιότητες, οπότε το Ισλάμ κληρονόμησε από το Χριστιανισμό την ιδέα ενός Θεού σαν αφηρημένη έννοια — ένα “απόλυτο πνεύμα”.
Η φυσική υπόσταση του Θεού της Π.Δ. και ο ανθρωπομορφισμός-του, σε αντιπαράθεση με τη μετέπειτα Χριστιανο-Ισλαμική εικόνα-του σαν απόλυτο πνεύμα, είναι μόνο μία από τις ενδείξεις της εξέλιξης που υπέστη η θρησκεία. Μια άλλη ένδειξη είναι η μετεξέλιξη της ηθικής του Θεού. Αυτό είναι το θέμα της επόμενης ενότητας.

2.1 Τα βιολογικά θεμέλια της Ηθικής και η εξέλιξή της

Ο Θεός της Π.Δ. είναι ένας Θεός του οποίου οι πράξεις αντικειμενικά θα έπρεπε να κρίνονται σαν ηθικά “ιδιαζόντως ειδεχθείς” από κάθε σύγχρονο άνθρωπο που δεν τυφλώνεται από τα ιικά μιμίδια του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού. Για να υποστηρίξω την προηγούμενη πρόταση με κάποιες ενδείξεις, θυμίζω οτι ο Θεός εξαλείφει από προσώπου Γης δύο πόλεις καίγοντας όλους τους κατοίκους-τους — προφανώς συμπεριλαμβανομένων και των βρεφών — επειδή ήσαν ανήθικοι,(*) σώζοντας όμως ένα ζευγάρι: το Λωτ και τη γυναίκα-του· η οποία εντούτοις έκανε το “ολέθριο λάθος” να γυρίσει και να κοιτάξει πίσω, οπότε ο Θεός τη μετέτρεψε σε στήλη άλατος (Γεν. 19:24-25). Νωρίτερα, ο ίδιος άνθρωπος, ο Λωτ, είχε προτείνει σε κάποιους κακοποιούς που τον ενοχλούσαν (προσπαθούσαν να παραβιάσουν την πόρτα του σπιτιού-του), να τους δώσει τις δυο παρθένες κόρες-του για να τις κάνουν ότι θέλουν (Γεν. 19:8), αρκεί οι κακοποιοί να άφηναν το Λωτ και τους άρρενες φιλοξενούμενους στην ησυχία-τους! Σε ένα νωρίτερο επεισόδιο, ο Θεός εξαλείφει ολόκληρο τον ανθρώπινο πληθυσμό από τη Γη με έναν Κατακλυσμό (εκτός απ’ το Νώε και την οικογένειά του· και πάλι, η ευνοιοκρατία δεν μοιάζει με κατηγορία που θα μπορούσε να κάνει το Θεό — ή μάλλον το συγγραφέα εκείνης της ιστορίας — να κοκκινίσει). Ακόμα νωρίτερα, ο Θεός ζητάει από ένα γέρο άνθρωπο, τον Αβραάμ, να θυσιάσει το μοναδικό γιο-του, και τη στιγμή που ο Αβραάμ είναι έτοιμος να καταφέρει το θανάσιμο χτύπημα με ένα μαχαίρι στο παιδί πάνω στο βωμό, ο Θεός αντικαθιστά το παιδί με ένα κριάρι.(*) Όμως σε ένα μετέπειτα επεισόδιο, ένα νεαρό κορίτσι ψήνεται πάνω στο βωμό από τον πατέρα-της, τον Ιεφθάε, ένα στρατηγό των Εβραίων, ο οποίος ορκίστηκε οτι αν ο Θεός τον βοηθούσε να πετύχει μια μεγάλη νίκη με το στράτευμά του, θα θυσίαζε στο Θεό ότι εξερχόταν πρώτο από την πόρτα του σπιτιού-του και θα ερχόταν να τον συναντήσει κατά την επιστροφή-του (Κριταί 11:30-40). Αυτή τη φορά ο Θεός δεν το θεώρησε σκόπιμο να σπεύσει σε αντικατάσταση του άτυχου θύματος με κάποιο αμνοερίφιο, οπότε το κορίτσι αποτέλεσε την πρώτη καταγεγραμμένη περίπτωση ανθρώπινου μπάρμπεκιου. Τα παραπάνω είναι μόνο μια σύντομη ανθολογία της αιμοσταγούς βίας και — βάσει των σημερινών στάνταρ — της ηθικής κατάπτωσης που παρουσιάζεται σαν ενάρετη και αξιέπαινη (ή απλώς αξιομνημόνευτη) στην Παλαιά Διαθήκη. Μια πολύ πιο πλήρη συλλογή μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο του Dawkins, Η περί Θεού αυταπάτη,[13] σ. 237-250.
Τί συνέβη στο Θεό αργότερα; Γιατί άλλαξε ο Θεός τόσο δραστικά, κι από ένα γενοκτόνο, μισογύνικο, διαβολικά ζηλιάρικο ον (*) — σε σύγκριση με το οποίο ο Σατανάς έμοιαζε με αληθινό αγγελούδι — άλλαξε κι έγινε το πατρικό και καλοκάγαθο πνεύμα της μετά Χριστόν εποχής; Θα πρέπει είτε να πιστέψουμε το αδιανόητο, οτι δηλαδή ο ίδιος ο Θεός βελτιώθηκε, ή να δεχτούμε μια λογικότερη εκδοχή: οτι η ιδέα των ανθρώπων σχετικά με τον ίδιο τον εαυτό-τους (το πώς θα έπρεπε να συμπεριφέρονται προς τους άλλους ανθρώπους, κλπ.), βελτιώθηκε, κι αυτή η βελτίωση αντικατοπτρίστηκε στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι φαντάζονταν το Θεό-τους. Τώρα έχουμε ένα πολύ διαφορετικό σύνολο αρχών, σύμφωνα με το οποίο είναι ανήθικο να προκαλέσει κακό αυτός που έχει την ισχύ σε άλλους που είναι ασθενείς και απροστάτευτοι.(*) Αυτή η αρχή δεν ακολουθιόταν λίγες μόνο δεκαετίες πριν, και η κατάσταση εμφανίζεται όλο και χειρότερη καθώς κινούμαστε πίσω στο χρόνο ([13], σ. 262-272). Πώς διαμορφώσαμε τη σύγχρονη αντίληψή μας περί ηθικής; Από πού μας ήρθε η ηθική; Είναι ουρανοκατέβατη; Θα μπορούσε ποτέ η προέλευσή της να είναι θρησκείες που κραδαίνουν ιερά βιβλία τα οποία περιγράφουν το για ποιο λόγο να κάνετε σίσκεμπαπ από τη σάρκα παρθένων κοριτσιών — των ίδιων των θυγατέρων-σας; Εξαιρετικά απίθανο. Μήπως υπάρχει κάποια πιο φυσιολογική προέλευση της ηθικής-μας; Αυτό εξετάζεται στην ενότητα που ακολουθεί.

Κάποτε, μερικά χρόνια πριν, έλαβα ένα μήνυμα μέσω e-mail από μια ψυχολόγο, που έγραφε από την πόλη Fort Belvoir, στη Βιρτζίνια των Η.Π.Α. Είχε μόλις διαβάσει μια προγενέστερη έκδοση αυτής της σελίδας-μου, όπου εξηγώ αυτές που θεωρώ οτι είναι οι δύο μεγαλύτερες αντιφάσεις στη θρησκευτική αντίληψη περί Θεού, και θέλησε να μου δώσει ένα μάθημα περί πίστεως, θρησκείας, του Σύμπαντος, της προέλευσής μας, του πώς δεν καταλαβαίνω τις ιδιότητες του Θεού όπως μας αποκαλύπτονται στις Γραφές, και τα λοιπά. Την επόμενη μέρα έλαβα ένα μήνυμα από το σύζυγό της, που έλεγε πως ήταν «φυσικός για 23 χρόνια, και τώρα κατηχητής», ο οποίος αφού μου παρουσίασε τη δική-του θρησκευτική άποψη, με προειδοποίησε σχετικά με τη γυναίκα-του, λέγοντας: «Εγώ γενικά επιχειρηματολογώ υπέρ [της ύπαρξης του Θεού], εκείνη επιχειρεί να την αποδείξει.» Πράγματι, την επόμενη μέρα η γυναίκα-του, γεμάτη ως τα μπούνια από θρησκευτική βεβαιότητα κι από την υπεροψία της κουλτούρας-της,(*) ξεκίνησε να μου αποδείξει οτι ο Θεός υπάρχει, τραβώντας αυτό που νόμιζε πως ήταν άσος από το μανίκι-της· αυτό που θεωρούσε οτι είναι πραγματικά άλυτος γρίφος για κάθε άθεο: ποια είναι η προέλευση της ηθικής-μας;
Αφού ανταλλάξαμε λίγα μηνύματα, σύντομα κατάλαβα οτι η πιθανότητα να εγκαταστήσω κάποια μορφή επικοινωνίας με εκείνο το άτομο ήταν ακριβώς μηδέν. Φαινόταν τόσο “νοητικά κουφή” όσο κ’ ένας βράχος (ένας βράχος πίστεως, ίσως;), και σε μερικές μέρες διέκοψα τη συζήτηση, διαλογιζόμενος οτι αν συνεχίζαμε θα “μιλούσαμε” όπως δυο πλοία που συναντώνται κι ανταλλάσσουν σήματα καθώς πλέουν μέσ’ τη νύχτα προς αντίθετες κατευθύνσεις. Αυτό που μου έμεινε στο νου σαν ενδιαφέρουσα ιδέα μετά απ’ αυτή την εμπειρία ήταν η βεβαιότητα της ψυχολόγου οτι η ερώτηση «Ποια είναι η προέλευση της ηθικής-μας;» έχει μια προφανή και μοναδική απάντηση: «Η ηθική-μας εκπορεύεται από το Θεό! Είμαστε ηθικοί επειδή ο Θεός είναι ηθικός, και μας θέλει κ’ εμάς να μοιάζουμε μ’ Εκείνον!»
Απίστευτο. Πώς γίνεται άνθρωποι που υποτίθεται πως σκέπτονται ορθολογικά, όπως η ψυχολόγος και ο σύζυγός της (πρώην φυσικός), να θεωρούν πως αυτή η κυκλική εξήγηση(*) αποτελεί απάντηση; Πώς μπορούν λογικοί άνθρωποι ν’ αποτυγχάνουν να δουν την έλλειψη εξήγησης σ’ αυτή την “εξήγηση” της ανθρώπινης ηθικής όταν την αποδίδουν στην ηθική ενός ανώτερου όντος; Πώς γίνεται να μην αναρωτιώνται: γιατί εκείνου του όντος η ηθική είναι αυτή που είναι και όχι η αντίθετη; Υποτιθέμενα, θα μπορούσαμε να ζούμε στο Σύμπαν ενός μοχθηρού Θεού, έτσι δεν είναι; Θα μπορούσε να πρόκειται για έναν κακόβουλο Θεό, ο οποίος διαθέτει ένα στρατό από αγγέλους που φέρνουν την καταστροφή και την αμαρτία, και που έχει περιορίσει τον μόνο καλοκάγαθο άγγελο, το Σατανά, στην κόλαση: το μόνο μέρος όπου οι αγαθοεργίες συμβαίνουν επί 24-ώρου βάσεως. Ένας τέτοιος Θεός θα μας ήθελε να είμαστε κακοί σαν εκείνον, άρα το έγκλημα θα ήταν ο κανόνας στον κόσμο-μας, και οι λίγοι καλοί άνθρωποι θα κλείνονταν στη φυλακή, εκτίοντας ποινές για την καλοσύνη-τους, για να συνετιστούν και να γίνουν πραγματικά κακοί. Λοιπόν; Γιατί δεν είναι έτσι η πραγματικότητα;
Οι άνθρωποι που είναι θρήσκοι συνήθως αποφεύγουν ν’ αναρωτηθούν για την προέλευση των ιδιοτήτων του Θεού-τους. Μια χαρακτηριστική απάντησή τους είναι: «Μυστήριαι αι βουλαί του Υψίστου», χωρίς να καταλαβαίνουν οτι αυτός είναι ένας εύσχημος τρόπος για να πει κανείς: «Δεν ξέρω, αλλά και δεν θέλω να το παραδεχτώ οτι δεν ξέρω.» Το θέμα του πώς (και γιατί) η θρησκεία “κατεβάζει τα ρολά” στη λογική θα εξεταστεί αργότερα, αλλά προς το παρόν μπορούμε να προσπαθήσουμε ν’ απαντήσουμε το εξής ερώτημα: Θα ήταν ποτέ δυνατό να ζούμε στον κόσμο ενός κακόβουλου Θεού, όπως περιγράφηκε μόλις προηγουμένως;
Όποιος πιστεύει οτι η πηγή της ηθικής-μας είναι ο Θεός, και ταυτόχρονα μπορεί να σκέφτεται λογικά, θα πρέπει να παραδεχτεί οτι είναι απλώς θέμα τύχης που το “καλό” είναι αξιέπαινο και το “κακό” αξίζει τιμωρία. Υπάρχει ακριβώς 50% πιθανότητα ο Θεός-μας να ήταν κακόβουλος,(*) και να ήθελε και μας να είμαστε κακοί σαν κ’ εκείνον. Δεν συμβαίνει όμως αυτό· έτυχε ο Θεός-μας να είναι καλόςαυτό είναι το μόνο που μπορεί να πιστέψει ο πιστός.
Αλλά η άποψή μου διαφέρει. Όχι, ο κόσμος-μας δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι τέτοιος ώστε να υπερισχύει το κακό, και το καλό ν’ αποτελεί εξαίρεση. Δεν είναι καθόλου σύμπτωση το οτι ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου οι δάσκαλοι και οι πνευματικοί ηγέτες μας προτρέπουν να συμπεριφερόμαστε με αρετή, και όπου η μειοψηφία των ανθρώπων που εγκληματούν απομονώνεται από την πλειοψηφία. Η ηθική-μας εξηγείται ανατρέχοντας σε αρχές της βιολογίας, σύμφωνα με τις οποίες οι πιθανότητες του να είμαστε ενάρετοι ή ανήθικοι δεν είναι καθόλου 50-50%· ο κόσμος-μας, σύμφωνα με αυτές τις αρχές που θα εξηγήσω αμέσως παρακάτω, δεν θα μπορούσε να είναι καθόλου διαφορετικός από αυτόν που παρατηρούμε τώρα.
Ας αρχίσουμε με ένα πείραμα σκέψης, το οποίο στη συνέχεια θα υλοποιήσω σαν πρόγραμμα στον υπολογιστή, οπότε θα διαπιστώσουμε οτι το πείραμα σκέψης πράγματι δουλεύει όπως το περιγράφω.
Ας υποθέσουμε οτι υπάρχουν δύο είδη ζώων σε ένα περιβάλλον που περιέχει περιορισμένη ποσότητα τροφής γι’ αυτά τα ζώα: κάποια φυτά, λόγου χάρη, τα οποία τα ζώα καταναλώνουν. Ας ονομάσουμε τα δύο είδη ζώων Ε και Κ — η επιλογή αυτή των συμβόλων θα γίνει κατανοητή αμέσως. Ας πούμε λοιπόν οτι ξεκινάμε με μερικά άτομα του είδους Ε, και έναν ίσο αριθμό ατόμων του είδους Κ. Καί τα δύο είδη έχουν το συνήθειο να συλλέγουν την τροφή, την οποία καταναλώνουν αργότερα. Αλλά — και εδώ είναι η διαφορά μεταξύ των δύο ειδών — τα ζώα του είδους Ε είναι όλα “εργάτες”, που σημαίνει οτι απλώς συλλέγουν την τροφή όταν τη βρίσκουν μπροστά-τους· ενώ τα ζώα του είδους Κ συμπεριφέρονται μερικές φορές σαν “κλέφτες”, που σημαίνει το εξής: μερικές φορές συλλέγουν την τροφή όταν τη βρουν στο δρόμο-τους, αλλά κάποιες άλλες φορές κλέβουν την τροφή άλλων ατόμων του είδους Κ. Το πόσο καταφέρνουν να κλέψουν είναι παράμετρος του πειράματος. Επίσης, το τί ποσοστό των ζώων Κ αποτελεί κλέφτες, όπως και το πόσο πιθανό είναι ένα τέτοιο άτομο να κάνει κλοπή (όταν συναντήσει άλλο άτομο του είδους Κ) είναι κι αυτά παράμετροι αυτού του φανταστικού κόσμου. Τα ζώα του είδους Κ ποτέ δεν επιτίθενται εναντίον των ζώων του είδους Ε, ούτε αντιστρόφως. (Γιατί; Διότι αυτό θα κατέστρεφε τον χαρακτηρισμό-τους σαν “κλέφτες”. Διαβάστε τις απόψεις αναγνωστών, παρακάτω, για να δείτε την πλήρη εξήγηση.)
Κατά τα άλλα, κάθε ζώο ζει πάνω-κάτω για ένα δοσμένο χρόνο, και όταν πεθάνει “επιστρέφεται στη φύση”, που σημαίνει οτι υπάρχει μια πιθανότητα να φυτρώσει ένα φυτό σε κάποιο μέρος μετά το θάνατο του ζώου. Όσο ζει, εφόσον το ζώο διαθέτει αρκετή “ενέργεια” (δηλ. εφόσον τα εφόδια τροφής που διαθέτει ξεπερνούν κάποιο όριο), μπορεί να γεννήσει άλλο άτομο του ίδιου είδους, το οποίο αρχίζει αμέσως να περιδιαβαίνει στο περιβάλλον, ψάχνοντας για τροφή, κλπ, κλπ. Υποθέστε οτι όλα τα ζώα κάθε είδους είναι πανομοιότυπα στη δομή-τους, δηλαδή δεν γίνονται μεταλλάξεις, επομένως δεν υπάρχει βιολογική εξέλιξη εντός των χρονικών ορίων στα οποία εκτυλίσσεται το πείραμά μας.
Με λίγα λόγια, αυτό το οποίο περιγράφω παραπάνω είναι ένα απλουστευμένο μοντέλο αυτού που θα περίμενε να συναντήσει κανείς σε ένα περιβάλλον όπου δύο είδη συναγωνίζονται για την ίδια πηγή τροφής, μέσα σε χρόνο που είναι αρκετά σύντομος ώστε η βιολογική εξέλιξη να θεωρείται αμελητέα. Εντούτοις, το ένα είδος αποτελείται από τίμιους εργάτες που ποτέ δεν κλέβουν ο ένας απ’ τον άλλον, ενώ το άλλο είδος περιλαμβάνει και κλέφτες, που κάποιες φορές κλέβουν ο ένας απ’ τον άλλον. Τί θα συνέβαινε σ’ αυτά τα δύο είδη καθώς περνάει ο καιρός; Θα συνέχιζαν να υπάρχουν επ’ άπειρο, συναγωνιζόμενα για τροφή; Θα εξαφανίζονταν οι κλέφτες με το πέρασμα του χρόνου, ή μήπως θα προόδευαν και θα πληθύνονταν εις βάρος των τίμιων εργατών;
Αυτό που υποψιάστηκα όταν φαντάστηκα την παραπάνω κατάσταση ήταν οτι τα ζώα του είδους Κ αργά ή γρήγορα θα εξαφανίζονταν. Πόσο αργά ή πόσο γρήγορα; Εξαρτάται από το πόσα απ’ αυτά ρέπουν προς την κλοπή, κι από το πόσο καλά τα καταφέρνουν να κλέβουν: όσο πιο πολύ επικρατεί η κλεψιά, τόσο πιο γρήγορα θα εξαφανιστεί το είδος των κλεφτών, τα Κ. Οι κλέφτες οι ίδιοι, ατομικά ο καθένας-τους, ίσως θα μπορούσαν να ευημερήσουν και να δημιουργήσουν πιο πολλούς απογόνους από εκείνους που δεν κλέβουν. (Θυμηθείτε οτι εφόσον πρόκειται για ζώα, δεν υπάρχουν φυλακές για να εγκλειστούν ή να τιμωρηθούν με άλλον τρόπο οι κλέφτες· άρα δεν βλέπω το λόγο γιατί να μην ευημερήσουν κάποιοι κλέφτες.) Αλλά το είδος των ζώων Κ σαν μια οντότητα θα πρέπει να εξαφανιστεί με την πάροδο του χρόνου.
Γιατί αυτό; Διότι, ανεξάρτητα από τις συνήθειες και τις τύχες μεμονωμένων ατόμων, αν κοιτάξουμε το περιβάλλον από κάποια “απόσταση” και σκεφτούμε τα δύο είδη σαν δύο ολότητες, θα δούμε οτι το είδος Ε είναι πιο αποδοτικός καταναλωτής τροφής, δηλαδή τα καταφέρνει καλύτερα από το είδος Κ στο να μετατρέπει την τροφή σε ενέργεια (κίνηση). Το είδος Ε μετατρέπει όλη την τροφή που συναντά σε ενέργεια και απογόνους, ενώ το είδος Κ πότε-πότε “τρώει από την ίδια-του τη σάρκα”. Διότι αυτό συνεπάγεται μια πράξη κλοπής: Αν η τροφή βρίσκεται τόσο ελεύθερη στο περιβάλλον όσο και στην κατοχή ατόμων του είδους Κ, τότε κάθε φορά που ένα άτομο του είδους Κ κλέβει τροφή από ένα άλλο, αυτό που συμβαίνει είναι οτι το είδος Κ σαν ολότητα αποτυγχάνει να αποσπάσει τροφή από το περιβάλλον. Αντί γι’ αυτό, κάποια ποσότητα τροφής απλώς ανταλλάσσεται μεταξύ των μελών-του. Αυτό μπορεί μεν να είναι ευεργετικό για κάποια μέλη του είδους Κ (αυτά που κάνουν την κλοπή), αλλά είναι καταστροφικό για το είδος Κ σαν ολότητα. Κατ’ αναλογία, υποθέστε οτι το σώμα-σας αντιστοιχεί στο είδος Κ σαν ολότητα, και οτι τα κύτταρα του σώματός σας αντιστοιχούν στα μεμονωμένα άτομα του είδους Κ. Κάποια από τα κύτταρα αυτά, συγκεκριμένα των πνευμόνων-σας, είναι επιφορτισμένα με το να παίρνουν οξυγόνο από τον αέρα (που αντιστοιχεί στην “τροφή από το περιβάλλον”) και να το αποδίδουν στην κυκλοφορία του αίματός σας. Αν όλα τα πνευμονικά-σας κύτταρα κάνουν αυτή τη δουλειά όπως είναι αναμενόμενο, πολύ ωραία. Αν όμως κάποια απ’ αυτά, αντί να παίρνουν οξυγόνο από τον αέρα, επιτίθενται σε γειτονικά-τους κύτταρα και παίρνουν μόρια οξυγόνου απ’ τους γείτονές τους, η αναπνοή σας θ’ αρχίσει να χωλαίνει. Τα μεν πνευμονικά-σας κύτταρα-κλέφτες θα ευδοκιμήσουν βρίσκοντας πληθώρα μορίων οξυγόνου, ο δε οργανισμός-σας στο σύνολό του θ’ αρχίσει να ασθμαίνει, μη λαμβάνοντας αρκετό οξυγόνο από το περιβάλλον. Τελικά, αν όλα τα πνευμονικά-σας κύτταρα αρχίσουν να επιδίδονται στο σπορ της κλεψιάς και να παίρνουν οξυγόνο μόνο από τους γείτονές τους, σύντομα θα πεθάνετε από ασφυξία.
Είναι σωστή η παραπάνω σκέψη; Οι θεωρίες και τα πειράματα σκέψης όπως το παραπάνω ανήκουν στη σφαίρα της φιλοσοφίας. Εγώ δεν είμαι φιλόσοφος. Εμένα μ’ αρέσει να υλοποιώ συστήματα, συνήθως με χρήση υπολογιστή, προγραμματίζοντάς τα. Όταν έχω μπροστά-μου ένα ερώτημα και μια θεωρία όπως η παραπάνω, αμέσως αυτό που μου έρχεται στο μυαλό είναι το να γράψω ένα πρόγραμμα υπολογιστή που να προσομοιώνει το σύστημα ακριβώς όπως το φαντάστηκα, ώστε να ξεκινήσω το πρόγραμμα, να το βάλω να τρέξει, και να διαπιστώσω ποιο είναι το αποτέλεσμα. Αν ήμουν μαθηματικός θα έγραφα μια σειρά από “αξιώματα” του συστήματός μου (“υπάρχουν δύο είδη ζώων”, “κάθε ζώο ζει για χρονικό διάστημα x”, και ούτω καθεξής), και μετά θα προσπαθούσα ν’ αποδείξω οτι η μια από τις προτάσεις “το είδος Κ σαν ολότητα εξαφανίζεται”, ή “το είδος Κ σαν ολότητα ευδοκιμεί επ’ άπειρον”, έπεται σαν θεώρημα. Όμως όχι μόνο δεν είμαι μαθηματικός, αλλά υποπτεύομαι οτι στην πραγματικότητα οι μαθηματικοί θα δυσκολεύονταν ν’ αποδείξουν τέτοιες προτάσεις. Αυτό που μόλις περιέγραψα ονομάζεται “χαοτικό σύστημα” στη θεωρία υπολογισιμότητας, και συχνά ο μόνος τρόπος να εξεταστούν τέτοια συστήματα είναι με το να τα υλοποιήσουμε στον υπολογιστή και να τ’ αφήσουμε να δουλέψουν, παρατηρώντας την πρόοδο και το αποτέλεσμά τους.(*) Άρα λοιπόν: Ας υλοποιήσουμε ένα τέτοιο σύστημα σε πρόγραμμα για να δούμε ποιο είναι το αποτέλεσμα. Ιδού το πρόγραμμα:
Αυτό που βλέπουμε παραπάνω είναι ο χώρος (“περιβάλλον”, μαύρο ορθογώνιο) όπου τα ζώα-μας ζουν τη ζωή-τους. Ο χώρος είναι γεμάτος με μονάδες τροφής (“φυτά”, τα πράσινα κυκλάκια). Περιλαμβάνονται επίσης μερικά ζώα του είδους Ε (κίτρινα), και ένας ίσος αριθμός ζώων του είδους Κ (κόκκινα). Έτσι όπως φαίνεται παραπάνω, το περιβάλλον έχει 1500 μονάδες τροφής, 50 ζώα Ε, και 50 ζώα Κ, αλλά αυτοί οι αριθμοί είναι παράμετροι που μπορείτε να μεταβάλλετε (πατώντας το κουμπί των παραμέτρων , δείτε σχετικά παρακάτω).
Τώρα πατήστε το κουμπί που δείχνει ένα ανθρωπάκι που τρέχει . Θα διαπιστώσετε οτι τα κίτρινα και κόκκινα ζωάκια (τα Ε και τα Κ) τίθενται σε κίνηση. Καθώς κινούνται τυχαία, βρίσκουν στο δρόμο-τους μονάδες τροφής, φυτά δηλαδή, τα οποία συλλέγουν κ’ έτσι γίνονται παχύτερα. Αφού συλλέξουν αρκετή τροφή (αν το καταφέρουν), μπορεί να γεννήσουν άλλα άτομα του είδους-τους (έναν απόγονο ανά τοκετό). Μετά από λίγο χρόνο, το ζωάκι πεθαίνει. Μία “μονάδα χρόνου” ονομάζεται “εποχή” σε τέτοια συστήματα, και κάθε ζώο κάνει ένα τυχαίο βήμα στο χώρο ανά εποχή. Μπορείτε να δείτε τον αριθμό των εποχών που ήδη πέρασαν στην κάτω-δεξιά γωνία, στην γκρίζα “ταινία κατάστασης” του συστήματος (εκεί που λέει “Epoch”· ζητώ συγνώμη για το οτι δεν έχω εξελληνίσει τις λέξεις που παρουσιάζει το πρόγραμμα). Στην ίδια ταινία κατάστασης θα δείτε τους τρέχοντες αριθμούς των ζώων του είδους Ε (“Workers”, δηλ. τους “Εργάτες”, στ’ αριστερά), και των ζώων του είδους Κ (“Thieves”, δηλ. τους “κλέφτες”, στο κέντρο). Η παρατήρηση του πώς μεταβάλλονται αυτοί οι αριθμοί με την πάροδο του χρόνου αποτελεί την ουσία της εκτέλεσης αυτής της προσομοίωσης.
Υπάρχει ένα εργαλείο για τον καθορισμό της ταχύτητας της προσομοίωσης, στην ταινία εργαλείων (στο πάνω μέρος, “speed”). Αφού εξοικειωθείτε κάπως με το τί συμβαίνει, αυξήστε λίγο την ταχύτητα, και μετά ακόμη περισσότερο, μέχρις ότου τα όσα συμβαίνουν στην κυρίως περιοχή (στο “χώρο”) να γίνονται πιο γρήγορα απ’ όσο μπορείτε να τα παρακολουθήσετε, οπότε τότε επικεντρωθείτε στο πώς αλλάζουν οι αριθμοί των Ε και των Κ (στην ταινία κατάστασης). Με τις δοσμένες τιμές των παραμέτρων, τα ζώα του είδους Κ θα εξαφανιστούν κάποια εποχή μεταξύ 1000 και 8000 (αυτοί οι αριθμοί δεν είναι απόλυτοι, απλώς προσεγγιστικοί), ενώ ο αριθμός των ζώων του είδους Ε θα σταθεροποιηθεί κάπου γύρω στα 100 άτομα. Όσες φορές κι αν έτρεξα αυτή την προσομοίωση, πάντοτε παρατήρησα το ίδιο αποτέλεσμα: το είδος Κ κάποια στιγμή εξαφανίστηκε, τελεία και παύλα. Μπορείτε να επαναλάβετε την εκτέλεση της προσομοίωσης παγώνοντας πρώτα το πρόγραμμα (με το πάτημα του κουμπιού , που είναι ο τρόπος με τον οποίο το κουμπί παρουσιάζεται όσο τρέχει το πρόγραμμα), μετά βάζοντάς το στην αρχική-του κατάσταση μέσω του κουμπιού (“νέος χώρος”), και τέλος τρέχοντας το πρόγραμμα και πάλι (με το κουμπί , όπως και πριν).
Θα ήθελα ν’ απαριθμήσω τώρα ακριβώς τις παραμέτρους αυτού του συστήματος, γιατί αντιστοιχούν στα “αξιώματα” (τις αρχικές παραδοχές) μιας αξιωματικής θεωρίας. Οι ακριβείς τιμές των παραμέτρων θα βοηθήσουν επίσης τον αναγνώστη ν’ αποφασίσει το αν φαίνεται λογικά στημένο το σύστημα ή όχι.
  • Ο χώρος έχει πλάτος 100 θέσεων, και ύψος 64 θέσεων, δηλαδή αποτελείται συνολικά από 6400 θέσεις. Κάθε φυτό ή ζώο καταλαμβάνει ακριβώς μία θέση, και σε κάθε θέση χωράει ένα και μόνον ένα φυτό ή ζώο.
  • Υπάρχουν 1500 φυτά (δηλ. μονάδες τροφής, πράσινα).
  • Κάθε φυτό παραμένει για πάντα(*) στη θέση όπου δημιουργείται, μέχρις ότου φαγωθεί από κάποιο ζώο.
  • Τα ζώα κινούνται τυχαία κατά μία θέση κάθε εποχή, προς τα πάνω, κάτω, αριστερά, δεξιά, ή διαγώνια.
  • Τα ζώα ζουν το πολύ 150 εποχές (δεδομένου οτι βρίσκουν αρκετή τροφή για να διατηρηθούν στη ζωή όλον αυτόν το χρόνο, βλ. παρακάτω), μετά τον οποίο χρόνο έχουν πιθανότητα 0,10 να πεθάνουν σε κάθε επόμενη εποχή. (Αυτή η πιθανότητα τοποθετείται στο σύστημα για να αποφεύγεται το οπτικό φαινόμενο να βλέπουμε όλα τα ζώα μιας συγκεκριμένης γενιάς να εξαφανίζονται ταυτόχρονα· δεν παίζει ουσιαστικό ρόλο, οπότε θα μπορούσε να έχει και την τιμή 1.)
  • Μετά τη συλλογή 6 μονάδων τροφής (φυτών), κάθε ζώο μπορεί να γεννήσει ένα άλλο, πανομοιότυπο με τον εαυτό-του, με πιθανότητα 0,75. Ο απόγονος τοποθετείται σε τυχαία θέση στο χώρο. Ο γονέας χάνει ενέργεια ισοδύναμη με μία μονάδα τροφής σε κάθε τοκετό.
  • Τα ζώα μπορούν να κάνουν μέχρι 50 βήματα στο χώρο με την ενέργεια που περιέχει μία μονάδα τροφής. Μετά τη συμπλήρωση 50 βημάτων έχουν πιθανότητα 0,95 να χάσουν μια μονάδα τροφής σε κάθε επόμενη εποχή (βήμα). (Αυτή η πιθανότητα τοποθετείται μόνο για να αποφεύγεται το οπτικό φαινόμενο να βλέπουμε τα φυτά να εμφανίζονται στο χώρο ξαφνικά όλα μαζί, καθώς πολλά ζώα θα πέθαιναν όλα μαζί· δεν παίζει ουσιαστικό ρόλο, οπότε θα μπορούσε να έχει και την τιμή 1.)
  • Τα ζώα μπορούν να πεθάνουν όχι μόνο λόγω μεγάλης ηλικίας, αλλά και λόγω εξάντλησης, δηλαδή επειδή έκαναν τουλάχιστον 50 βήματα και έχασαν και την τελευταία μονάδα τροφής που είχαν στην κατοχή-τους.
  • Κάθε ζώο ξεκινά τη ζωή-του με ενέργεια ισοδύναμη με μία μονάδα τροφής. (Συνεπώς, αν ένα ζώο δεν βρει ούτε ένα φυτό κατά τα πρώτα 50 βήματα της ζωής-του, πεθαίνει από εξάντληση.)
  • Όταν ένα ζώο πεθάνει από εξάντληση επιστρέφει στο περιβάλλον μία ακριβώς μονάδα τροφής (η οποία εμφανίζεται σαν φυτό σε μία τυχαία θέση στο χώρο) με πιθανότητα 0,95. Αν πεθάνει λόγω προχωρημένης ηλικίας, τότε όλες οι μονάδες τροφής που είχε στην κατοχή-του κατά τη στιγμή του θανάτου-του επιστρέφονται στο περιβάλλον (εμφανιζόμενες σαν φυτά, τυχαία στο χώρο).
  • Υπάρχουν δύο είδη ζώων: το είδος Ε (κίτρινα) και το είδος Κ (κόκκινα). Αρχικά υπάρχουν 50 Ε και 50 Κ.
  • Τα Ε ποτέ δεν αλληλεπιδρούν με τα Τ, ούτε μεταξύ-τους· αλληλεπιδρούν μόνο με μονάδες τροφής (φυτά), όπως περιγράφηκε παραπάνω.
  • Κάθε Κ έχει πιθανότητα 0,10 να έχει την “ψυχολογία του κλέφτη”, όπως περιγράφεται παρακάτω. Αυτή η “ψυχολογία” του δίνεται κατά τη γέννησή του σύμφωνα με την προαναφερθείσα πιθανότητα, και διατηρείται όσο ζει το ζώο. (Συνεπώς, από τα αρχικά 50 Κ, μόνο περίπου 5 θα συμπεριφέρονται πραγματικά σαν κλέφτες· τα υπόλοιπα θα συμπεριφέρονται πανομοιότυπα με τους εργάτες, τα Ε.)
  • Όταν ένα Κ έχει την “ψυχολογία του κλέφτη”, συμπεριφέρεται ως ακολούθως: συναντώμενο με ένα άλλο ζώο του είδους Κ, έχει πιθανότητα 0,80 να κλέψει το 90% των μονάδων τροφής του άλλου Κ. (Μόνο στο ένα από τα δύο συναντώμενα Κ δίνεται αυτή η δυνατότητα, τυχαία.) Αλλά συναντώμενο με ένα φυτό, έχει πιθανότητα ίση μόνο με 0,20 να το μαζέψει υπό την κατοχή-του. (Άρα τα Κ με την ψυχολογία του κλέφτη συνήθως λαμβάνουν την τροφή-τους δια της κλοπής, και όχι “εργαζόμενα τίμια για να κερδίσουν τα προς το ζην”.)
Ο αναγνώστης θα πρόσεξε οτι υπάρχουν μπόλικες παράμετροι στην παραπάνω περιγραφή (δηλ. όλοι εκείνοι οι αριθμοί, οι συγκεκριμένες τιμές). Μερικές απ’ αυτές τις παραμέτρους παίζουν ουσιαστικό ρόλο για τη βιωσιμότητα των δύο πληθυσμών, και ο αναγνώστης μπορεί να διαπιστώσει το αποτέλεσμά τους αλλάζοντάς τις. Αυτό γίνεται πατώντας το κουμπί των παραμέτρων (). Έτσι, παραδείγματος χάρη, αν μειώσουμε λιγάκι την πιθανότητα 0,95 ενός ζώου (είτε εργάτη είτε κλέφτη) να μετατραπεί σε μονάδα τροφής μετά το θάνατό του, τότε δεν επιστρέφονται αρκετές μονάδες τροφής στο περιβάλλον κατά τους θανάτους των ζώων, και οι πληθυσμοί αργοπεθαίνουν από ασιτία (ανεξαρτήτως του είδους-τους)· ενώ αντίθετα, αν αυτή η πιθανότητα αυξηθεί λιγάκι, τότε δημιουργούνται πάρα πολλές μονάδες τροφής με την πάροδο του χρόνου, και οι πληθυσμοί των ζώων αυξάνονται δίχως όριο. Όμως σημειώστε οτι τέτοιες αλλαγές επηρρεάζουν όλα τα ζώα, σε όποιο είδος και ν’ ανήκουν, άρα δεν έχουν σημασία για το θέμα που μας απασχολεί. Η παρατήρηση που έχει σημασία είναι η ακόλουθη:
Εφόσον υπάρχουν άτομα με την ψυχολογία του κλέφτη σε ένα είδος, και υποθέτοντας πως γίνεται συναγωνισμός για πηγές τροφής με ένα άλλο είδος απ’ το οποίο λείπουν οι κλέφτες, το πρώτο είδος (με τους κλέφτες) είναι καταδικασμένο σε εξαφάνιση. Αυτό ισχύει είτε υπάρχει μεγάλο είτε μικρό ποσοστό ατόμων με την ψυχολογία του κλέφτη, και είτε οι υπάρχοντες κλέφτες είναι αποτελεσματικοί στις κλοπές-τους είτε όχι. Εφόσον υπάρχουν κλέφτες, το είδος-τους θα οδηγηθεί σε εξαφάνιση, υποθέτοντας όλα τα άλλα χαρακτηριστικά πανομοιότυπα με το συναγωνιζόμενο είδος. Όσο περισσότερες είναι οι κλοπές, τόσο συντομότερη είναι η ζωή του είδους των κλεφτών, αν και οι κλέφτες ως μεμονωμένα άτομα μπορεί να ευημερήσουν, δεδομένου οτι λείπει παντελώς ένας μηχανισμός τιμωρίας-τους.
Ας δούμε λίγο πιο προσεκτικά την υπόθεση πως όλα τα άλλα χαρακτηριστικά (του είδους Κ) είναι πανομοιότυπα μ’ εκείνα του συναγωνιζόμενου είδους (του Ε). Στον πραγματικό κόσμο κλοπές διαφόρων μορφών (συμπεριλαμβανομένων και ακραίων, όπως ο καννιβαλισμός) παρατηρούνται μεταξύ πολλών ειδών, περιλαμβανομένων και των ανθρώπων. Αυτό συμβαίνει γιατί στην πραγματικότητα δεν είναι όλα τα άλλα χαρακτηριστικά των συναγωνιζομένων ειδών πανομοιότυπα. Για παράδειγμα, προφανώς, όταν λείπει ο συναγωνισμός με άλλο είδος, δεν υπάρχει λόγος για να αποβαίνει η κλοπή μοιραία για το είδος, δεδομένου οτι η κλοπή δεν είναι ο μοναδικός τρόπος πρόσληψης τροφής. Είτε, αν μεν ο συναγωνισμός υπάρχει, αλλά το είδος Κ έχει κάποιο άλλο πλεονέκτημα σε σύγκριση με το είδος Ε, για άσχετους λόγους (π.χ. αναπτύσσει ανθεκτικότητα στη ζέστη, την οποία δεν αναπτύσσει το είδος Ε), τότε και πάλι το μειονέκτημα της κλοπής (μειονέκτημα για το είδος, εννοώ), μπορεί ν’ αντισταθμιστεί. Γι’ αυτούς τους λόγους, η κλοπή, ή μάλλον αυτό που θα ονομάζαμε “έγκλημα” πιο γενικά, ασφαλώς και παρατηρείται στο βιολογικό κόσμο. Αλλ’ αυτό που δείχνει η παραπάνω προσομοίωση είναι οτι η κλοπή, ή το έγκλημα, είναι μειονέκτημα για το είδος στην ολότητά του, ιδίως μάλιστα αν γίνει ο μοναδικός τρόπος πρόσληψης τροφής. Και αν κάτι είναι μειονέκτημα για ένα είδος στην ολότητά του, τότε είναι μειονέκτημα μακροπρόθεσμα και για τα άτομα που αποτελούν το είδος, ή μάλλον για τους απογόνους των ατόμων αυτών (τα γονίδιά τους, θα λέγαμε σε σύγχρονη ορολογία). Διότι αν το είδος εξαφανιστεί, τί σημασία έχει αν τα άτομά του χαίρουν βραχυπρόθεσμης ευημερίας μέσω των εγκλημάτων-τους; Σε βάθος χρόνου, όταν το είδος εξαφανιστεί, τα οποιαδήποτε προσωρινά προνόμια των ατόμων-του θα πεταχτούν στον κάλαθο της παλαιοντολογίας.
Αυτή την ιδέα, όσο προφανής και υποστηριζόμενη από τις ενδείξεις κι αν είναι, οι περισσότεροι βιολόγοι δυσκολεύονται να τη δεχτούν. Ο λόγος είναι οτι βλέπουν πως από την ιδέα αυτή λείπει η εξέλιξη. Βλέπουν οτι συγκεκριμένες εξελικτικές αρχές δεν πληρούνται στο επίπεδο του είδους. Συγκεκριμένα, τα είδη στην ολότητά τους κανονικά δεν γεννούν απογόνους μέσω τυχαίων μεταλλαγών, μόνο τα άτομα κάνουν κάτι τέτοιο. (Αν ένα είδος εξελιχθεί σε κάποιο είδος-απόγονο, το τελευταίο δεν διαφέρει από το γονέα-του μέσω τυχαίων μεταλλαγών, αλλά προσαρμόζεται στις νέες περιβαλλοντικές συνθήκες.) Οπότε αυτό που συμβαίνει σε επίπεδο ειδών είναι ένα περίεργο είδος “εξέλιξης”: είναι μάλλον “αλλαγή υπαγορευόμενη από περιβαλλοντικές προσαρμογές”, όχι η οικεία-μας Δαρβινική εξέλιξη. Κάποιοι βιολόγοι(*) (πολλοί, υποθέτω), μπορεί να έχουν δυσκολία να δεχτούν μια ιδέα που δεν έπεται από τον πιο βασικό νόμο της βιολογίας, δηλ. τη Δαρβινική εξέλιξη, οπότε αντιδρούν στην πρόταση οτι μπορεί να υπάρχουν αρχές σε επίπεδο ειδών που παίρνουν προτεραιότητα έναντι των αρχών της εξέλιξης, καθώς οι τελευταίες δουλεύουν στα χαμηλότερα επίπεδα των ατόμων και των γονιδίων.
Εντούτοις, το οτι κάποια αρχή δεν μπορεί να τοποθετηθεί εύκολα κάτω από την ομπρέλλα μιας άλλης, προτιμούμενης αρχής, δεν θα έπρεπε να αποτελεί λόγο απόρριψής της. Η αρχή του συναγωνισμού στο επίπεδο των ειδών καταδεικνύεται τόσο μέσω μαθηματικών (με προσομοιώσεις όπως αυτή παραπάνω, γιατί προσομοιώσεις που δεν εξαρτώνται από εξωτερικά δεδομένα αποτελούν καθαρά τυπικά συστήματα, που είναι παρόμοια με μαθηματικές αποδείξεις), όσο και μέσω της βιολογίας,(*) παρατηρώντας τις ενδείξεις που μας δίνουν τα απολιθώματα.
Απόψεις Αναγνωστών
Αναγνώστες που διάβασαν τα παραπάνω διατύπωσαν τις εξής ερωτήσεις/αντιρρήσεις:
1. Γιατί τα Κ δεν κλέβουν και από τα Ε;

Διότι τότε τα Κ δεν θα ήταν κλέφτες πλέον! Σκεφτείτε το εξής παράδειγμα: μια αρκούδα βρίσκει μια μελισσοφωλιά και παίρνει και τρώει όλο το μέλι που έχει μέσα-της. Το έκλεψε η αρκούδα το μέλι; Θα δίσταζα πολύ να ονομάσω κάτι τέτοιο “κλοπή”. Θα προτιμούσα να το τοποθετήσω στην κατηγορία “ανεύρεση τροφής”, ή “αναγκαία πράξη επιβίωσης”. Αν η αρκούδα επιθυμεί να επιβιώσει, το καλύτερο γι’ αυτήν είναι να κάνει αυτό που οι αρκούδες (όπως και όλα τα άλλα ζώα) συνήθως κάνουν: να βρει τροφή. Σίγουρα δεν είναι ανήθικο να βρει κανείς τροφή, έτσι δεν είναι; Γιαυτό δεν ονομάζουμε “κλέφτες” τους λύκους που έρχονται και σκοτώνουν πρόβατα από μια στάνη. Ή, άλλο παράδειγμα: θεωρείστε έναν αγρότη που διατηρεί κοτόπουλα. Μήπως κλέβει ο αγρότης τα αυγά από τα κοτόπουλα όταν τα συλλέγει κάθε πρωί; Υπάρχει κάτι ανήθικο σ’ αυτήν την πράξη; Και πάλι, δεν το νομίζω. Αν, ωστόσο, τα αυγά ανήκουν στη φάρμα του γείτονα, και ο αγρότης τρυπώσει στο κοτέτσι του γείτονα και βουτήξει μερικά αυγά, αυτό θα ήταν κλοπή. Άρα, δεν νομίζω οτι μπορούμε να κολλήσουμε την ετικέττα “ανήθικη” σε πράξεις που αφορούν στις φυσιολογικές “εχθροπραξίες” βιολογικής φύσης μεταξύ διαφορετικών ειδών. Γιαυτό δεν θέλησα τα δύο είδη Κ και Ε ν’ ανακατεύονται άμεσα το ένα με τις δουλειές του άλλου.
2. Γιατί τα Κ έχουν πιθανότητα μόνο 0,10 να έχουν την ψυχολογία του κλέφτη; Νόμιζα πως ήθελες να εξηγήσεις ΓΙΑΤΙ υπάρχουν τόσο λίγοι που είναι ανήθικοι. Μοιάζει να καταδίκασες τα Κ σε εξαφάνιση για να βγάλεις το αποτέλεσμα που θέλεις.

Κάθε άλλο! Αν επιτρέψουμε περισσότερα Κ με την ψυχολογία του κλέφτη στην αρχή, αυτό που θα συμβεί είναι οτι το είδος Κ θα εξαφανιστεί γρηγορότερα! Όσο πιο πολλά Κ συμπεριφέρονται σαν κλέφτες, τόσο πιο γρήγορα το είδος-τους εξαφανίζεται.

Αλλά μπορείτε να ελέγξετε το παραπάνω και μόνοι-σας. Δοκιμάστε να πατήσετε το κουμπί των παραμέτρων (). Στο χρωματιστό παράθυρο διαλόγου που εμφανίζεται, κοιτάξτε στην κάτω-κάτω, ροζ περιοχή. Υπάρχει ένα πεδίο εκεί που λέει: Probability to be a thief: 0.1 (Πιθανότητα για κλέφτης: 0,1). Αλλάξτε αυτή την τιμή σε κάτι μεγαλύτερο, 0,5 λόγου χάρη, ή και σε 1,0 αν επιθυμείτε (χρησιμοποιώντας όμως την τελεία για υποδιαστολή), πατήστε το ΟΚ, μετά το κουμπί που τοποθετεί την αρχική κατάσταση (), και τέλος τρέξτε το πρόγραμμα (). Όσο πιο μεγάλο κάνετε αυτόν τον αριθμό, τόσο λιγότερες είναι οι εποχές της ύπαρξης του είδους Κ. Έτσι, χρησιμοποίησα ένα μικρό αριθμό όπως το 0,1 κατά κάποια έννοια για να προστατέψω τα Κ από τη γρήγορη εξαφάνισή τους. Όπως παρατήρησαν οι επισκέπτες και χρήστες αυτού του προγράμματος, οι προσπάθειές τους να τροποποιήσουν τις τιμές των παραμέτρων είχαν σαν αποτέλεσμα να στείλουν τα Κ αδιάβαστα μια ώρα αρχύτερα.

Τώρα, μπορεί να νομίσετε οτι και πάλι δεν εξηγώ γιατί υπάρχουν μόνο λίγα ανήθικα άτομα, κι οτι απλά έβαλα το ποσοστό-τους να έχει μικρή τιμή από την αρχή. Και όμως, το έχω ήδη εξηγήσει το μικρό ποσοστό-τους. Η εξήγηση που έδωσα είναι η εξής: αν η κατάσταση στον πραγματικό κόσμο ήταν τόσο ιδεατή όσο παρουσιάζεται στην προσομοίωσή μου, τότε δεν θα υπήρχαν καθόλου κλέφτες, γιατί όποιο είδος περιελάμβανε τέτοιους σύντομα θα εξαφανιζόταν, οπότε θα παρατηρούσαμε γύρω-μας μόνο τα επιζώντα είδη που στερούνται κλεφτών (όπως τα Ε). Όμως ο πραγματικός βιολογικός κόσμος κάθε άλλο παρά ιδεατός είναι. Αντίθετα με την προσομοίωσή μου, μπορεί να μην υπάρχει συναγωνισμός με άλλα είδη, ή μπορεί το είδος ν’ αντέχει ένα μικρό ποσοστό κλοπών επειδή χαίρει κάποιων άλλων άσχετων πλεονεκτημάτων. Γιαυτό μπορούν να γίνονται ανεκτοί μερικοί κλέφτες μεταξύ των ατόμων κάποιων ειδών (συμπεριλαμβανομένου και του δικού-μας): γιατί “αντέχονται” από τη φύση. Αν όμως η κλοπή γίνει κανόνας, τότε η ανεύρεση τροφής για το είδος στην ολότητά του χωλαίνει, και το είδος οδηγείται σε εξαφάνιση εξαιτίας της μειωμένης ικανότητάς του να συλλέγει τροφή από το περιβάλλον. Γιαυτό δεν βλέπουμε να υπάρχουν είδη όπου η κλοπή να είναι κανόνας, και η φυσιολογική ανεύρεση τροφής η εξαίρεση.
3. Αν η κλοπή είναι πλεονέκτημα για τον κλέφτη σαν άτομο, κι έχει αρνητικά αποτελέσματα μόνο για το είδος στην ολότητά του, όπως υποστηρίζεις, τότε τι νόημα έχει να συμπεριφερόμαστε ηθικά; Σκεπτόμενος ατομιστικά, θα έπρεπε να συμπεριφέρομαι ανήθικα. Γιατί να μ’ ενδιαφέρει το μέλλον του ανθρώπινου είδους; Δεν νομίζεις οτι αυτή η προσομοίωση υποδεικνύει οτι θα έπρεπε να είμαστε όλοι ανήθικοι;

Ώ, λυπάμαι! Φτάσατε σε τελείως λάθος συμπέρασμα. Η προσομοίωσή μου είναι σχετική με ζώα τα οποία δεν τιμωρούν το έγκλημα. Οι άνθρωποι όμως διαθέτουν φυλακές, δικαστές, δικηγόρους, αστυνομία, και γενικά ένα μεγάλο αριθμό εννοιών και μηχανισμών, όλα με την ιδέα της τιμωρίας των ενόχων κατά νου, κανένα από τα οποία δεν συναντάμε μεταξύ άλλων ζώων. Αν νομίζετε οτι το να συμπεριφέρεστε ανήθικα είναι προς το συμφέρον-σας, θα σας συμβούλευα να το ξανασκεφτείτε. Και ειδικά να σκεφτείτε τις συνέπειες των πράξεών σας όταν (αν) ο νόμος εφαρμοστεί επάνω-σας. Δεν συμπεριέλαβα κάποιο μηχανισμό τιμωρίας στην προσομοίωσή μου γιατί αυτή εξετάζει το ερώτημα των θεμελίων της ηθικής στο ζωικό βασίλειο, όπου όλα τα είδη εκτός από ένα (τους ανθρώπους) στερούνται μεθόδων τιμωρίας του εγκλήματος και επιβολής του νόμου.

Φυσικά, όλα τα είδη εκτός από ένα (εμάς) είναι ανίκανα να κάνουν τη σκέψη που κάνατε. Οπότε από άποψη ηθικής συμπεριφέρονται “καθώς τους ετάχθη”, δηλαδή “ηθικά σωστά” κατά μέσο όρο. Ο άνθρωπος, το μόνο είδος που μπορεί να κάνει τη σκέψη-σας, τιμωρεί την ανηθικότητα· κι αυτό δεν πρέπει να είναι σύμπτωση, αφού αν δεν γινόταν μάλλον δεν θα υπήρχαμε.
Βεβαίως θα μπορούσε κανείς να απορρίψει την ιδέα οτι αυτή η προσομοίωση δείχνει οτιδήποτε το ενδιαφέρον, υποδεικνύοντας την πληθώρα των αστάθμητων παραγόντων που υφίστανται στην πραγματικότητα, και τους οποίους αγνοεί η προσομοίωση. Σύμφωνοι, μια προσομοίωση υποθέτει από τη φύση-της έναν ιδεατό κόσμο, οπότε αγνοεί ένα μεγάλο αριθμό παραγόντων (αλλιώς δεν θα ’ταν προσομοίωση, αλλά η πραγματικότητα). Είναι απαραίτητο να έχει κανείς δύο ικανότητες προκειμένου να εκτιμήσει σωστά τη σημασία των παραπάνω: πρώτο, να μπορεί να απομονώσει τους σχετικούς από τους άσχετους παράγοντες· και δεύτερο, να κάνει μια ψυχρή και ορθολογιστική εκτίμηση των κινήτρων που τον ωθούν να εγείρει μια αντίρρηση: είναι το κίνητρο πραγματικά η υποψία ενός λάθους, ή μήπως είναι η ανάγκη να βρεθεί κάποιο λάθος, επειδή η ορθότητα του επιχειρήματος απειλεί το οικοδόμημα της πίστης; Δεν υπάρχει τίποτα το κακό στο να θέλει κανείς να βρει ένα λάθος, αρκεί να μην τυφλωθεί από αυτή-του τη θέληση και εκπαραθυρώσει την αντικειμενικότητά του. Δεδομένου όμως οτι ο αναγνώστης έχει όντως κατά νου τα παραπάνω, θα ενδιαφερόμουν πολύ να μάθω ποια είναι τα πιθανά λάθη της παραπάνω προσομοίωσης.
Εν κατακλείδι, παρατηρούμε οτι η κλοπή και οι σχετιζόμενοι με αυτήν τύποι εγκλήματος είναι περιθωριακές ασχολίες μεταξύ ζώων επειδή είναι καταστροφικές στο επίπεδο των ειδών. Δηλαδή, τα μόνα είδη ζώων που παρατηρούμε στον κόσμο-μας είναι αυτά που είναι βιώσιμα: τα “ηθικά” είδη. Από βιολογική άποψη, εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε παρά ένα ακόμη είδος ζώου σ’ αυτόν τον πλανήτη, οπότε κουβαλάμε όλο το βιολογικό φορτίο στους ώμους-μας, που περιλαμβάνει την ηθική των ζώων. Εντούτοις, όντας νοητικά περίπλοκο είδος, αναπτύξαμε ένα πολυσύνθετο σύστημα ηθικών αρχών, που περιλαμβάνει πολιτισμικές αξίες, ιερείς, εξορκιστές, την Ιερά Εξέταση, νόμους, αστυνομία, φυλακές, δικαστές, δικηγόρους, μηνύσεις, και μια πληθώρα άλλων εννοιών που βρίσκονται τελείως εκτός των ορίων του υπόλοιπου ζωικού βασιλείου.
«Μα μισό λεπτό!» θα μπορούσε ν’ αντιτάξει η προαναφερθείσα ψυχολόγος. «Εδώ ακριβώς είναι το πρόβλημα: η ανθρώπινη ηθική δεν περιλαμβάνει μόνο τις κλοπές και τους φόνους. Είναι τόσο περίπλοκη! Από πού προήλθε όλη αυτή η πολυπλοκότητα, εφόσον παραδέχεσαι οτι είναι ανύπαρκτη μεταξύ των ζώων;»
Η απάντησή μου στο προηγούμενο υποτιθέμενο ερώτημα είναι οτι το κάθε βιολογικό είδος ακολουθεί ένα σύνολο ηθικών κανόνων, η πολυπλοκότητα του οποίου είναι ανάλογη της νοητικής και κοινωνικής πολυπλοκότητας του είδους αυτού. Για παράδειγμα, τα δέντρα στερούνται νοητικών ικανοτήτων, άρα η ηθική είναι άσχετη με την περίπτωσή τους. Οι σκίουροι έχουν μια υποτυπώδη νοημοσύνη, και πολύ χαλαρές κοινωνικές σχέσεις μεταξύ-τους, άρα οι ηθικοί-τους κανόνες περιορίζονται στον πολύ βασικό πυρήνα που περιγράφηκε στην παραπάνω προσομοίωση: «Μην προσπαθείς να βρεις την τροφή-σου αποκλειστικά κλέβοντας από το γείτονα σκίουρο, μην κάνεις κακό στο γείτονά σου», και πιθανώς μερικούς ακόμα τους οποίους δεν γνωρίζω γιατί δεν είμαι ζωολόγος που μελετά σκίουρους. Η “πρόβλεψή μου” (τη λέω πρόβλεψη μόνο και μόνο επειδή δεν γνωρίζω) είναι οτι οι κάστορες, παρόλο που έχουν εγκέφαλο περίπου του ίδιου μεγέθους με τους σκίουρους, πρέπει ν’ ακολουθούν ελαφρώς πιο περίπλοκους ηθικούς κανόνες επειδή σχηματίζουν μεγάλες κοινωνίες, επομένως γίνονται δέκτες πολύ περισσότερων κοινωνικών ανταλλαγών από τους σκίουρους. Οι λύκοι, που επίσης έχουν περίπλοκη κοινωνική οργάνωση, έχουν μεγαλύτερο εγκέφαλο και πιο πολύπλοκη νοημοσύνη από τους κάστορες, άρα πρέπει να είναι σε θέση ν’ ακολουθούν ακόμα πιο περίπλοκους ηθικούς κανόνες. (Και πάλι, δεν γνωρίζω τα παραπάνω, τα “προβλέπω” μόνο λόγω άγνοιας.) Ίσως τα ζώα με το πιο πολύπλοκο σύνολο ηθικών κανόνων, εκτός από τους ανθρώπους, να είναι οι γορίλλες και οι χιμπαντζήδες, που έχουν μεγάλους εγκεφάλους (για ζώα) και ζουν κοινωνικά περίπλοκο βίο, σχηματίζοντας οικογένειες, κάστες, φυλές, κλπ. Εμείς οι άνθρωποι βρισκόμαστε απλώς στην κορυφή αυτής της πυραμίδας, έχοντας αναμφίβολα την πιο πολύπλοκη νοημοσύνη, και όντας κατ’ εξοχήν κοινωνικό είδος. Η πολυπλοκότητα του νου-μας και της κοινωνικότητάς μας αντικατοπτρίζεται στην πολυπλοκότητα των ηθικών κανόνων-μας. Βάζουμε λοιπόν κάτω από την ομπρέλλα της ηθικής-μας θέματα όπως η ευθανασία ή η πορνεία, και — χάρη στην πολυπραγμοσύνη της Καθολικής Εκκλησίας — τη χρήση των προφυλακτικών για την αποφυγή της εξάπλωσης επιδημίας του AIDS.(*) Φυσικά, για να έχει καν τη δυνατότητα να θεωρήσει τέτοια θέματα ένα ζώο, πρέπει να έχει νου τουλάχιστον ίσο με τον ανθρώπινο σε πολυπλοκότητα, και προς το παρόν είμαστε το μόνο τέτοιο είδος ζώου στη Γη. Για να συνοψίσω:
  1. Δεν είμαστε το μόνο ηθικό είδος, είμαστε μόνο το είδος με το πιο πολύπλοκο σύνολο ηθικών αρχών, και
  2. Το μέγεθος του συνόλου των ηθικών αρχών αντικατοπτρίζει τη νοητική και κοινωνική πολυπλοκότητα του κάθε είδους.
Αλλά είναι σωστή η πρόταση 1 παραπάνω; Ακόμα κι αυτή η πρόταση έχει αμφισβητηθεί, κυρίως από φιλοσόφους. Έχουν προτείνει οτι η ανθρώπινη φύση είναι στην πραγματικότητα η φύση του ζώου, που υποτίθεται οτι στερείται ηθικής, ενώ αυτό που αντιλαμβανόμαστε σαν ανθρώπινη ηθική είναι μόνο ένα περίβλημα, ένας μανδύας από δέρας προβάτου που τον ντυνόμαστε για να καλύψουμε το λύκο που κρύβουμε μέσα-μας. Ο Frans de Waal την ονομάζει αυτή “θεωρία του περιβλήματος” της ανθρώπινης ηθικής,[1] και παραθέτει μεγάλο αριθμό ενδείξεων εναντίον-της. Για παράδειγμα:
  • Αρουραίοι που τους διδάχθηκε να πατούν ένα μοχλό για να λαμβάνουν τροφή, σταμάτησαν να πατούν το μοχλό όταν η πράξη-τους αυτή συνοδευόταν από τη δόση ενός ηλεκτροσόκ σε έναν γειτονικό αρουραίο τον οποίο μπορούσαν να δουν.[15] Αν και οι αρουραίοι γρήγορα συνήθισαν στην ιδέα οτι η λήψη τροφής συνεπάγεται ηλεκτροπληξία των γειτόνων-τους, οι αρχικές-τους αναστολές κατέδειξαν την αποστροφή-τους στην ένδειξη του πόνου άλλων αρουραίων.
  • Οι μαϊμούδες δείχνουν ισχυρότερες αναστολές από τους αρουραίους. Μαϊμούδες του είδους rhesus (μακάκοι) αρνήθηκαν να τραβήξουν μια αλυσίδα που τους επέτρεπε να λαμβάνουν τροφή, όταν το τράβηγμα της αλυσίδας συνοδευόταν από ηλεκτροσόκ σε κάποιο σύντροφό τους.[16] [17] Μία μαϊμού σταμάτησε να τραβάει την αλυσίδα για πέντε μέρες, και μια άλλη για 12 μέρες αφότου έγινε μάρτυρας του ηλεκτροσόκ σε άλλη μαϊμού. Όπως παρατηρεί ο de Waal, αυτές οι μαϊμούδες κυριολεκτικά προτιμούσαν να πεθάνουν της πείνας παρά να προκαλέσουν πόνο σε άλλες. Αυτού του είδους η αυτοθυσία σχετίζεται με το ισχυρό κοινωνικό σύστημα και το συναισθηματικό δέσιμο μεταξύ των μακάκων, και υποστηρίζεται από το γεγονός οτι η άρνηση να πληγώσουν άλλα άτομα του είδους-τους ήταν μεγαλύτερη μεταξύ μαϊμούδων που γνώριζαν η μια την άλλη, παρά μεταξύ εκείνων που ήσαν άγνωστες μεταξύ-τους.[17]
  • Οι αντιδράσεις στον πόνο του άλλου φαίνονται να είναι σημαντικά πιο πολύπλοκες στους πιθήκους από τις μαϊμούδες,(*) όπως έχει συναχθεί από την ανάλυση του περιεχομένου χιλιάδων ποιοτικών αναφορών.[18]
  • Ο de Waal αναφέρει διάφορα περιστατικά που δείχνουν πέραν πάσης αμφιβολίας αισθήματα συμπάθειας μεταξύ πιθήκων. Για παράδειγμα, η Κούνι, μια χιμπαντζής μπονόμπο στο ζωολογικό κήπο του Twycross στην Αγγλία, μια μέρα έπιασε ένα ψαρόνι. Ο φύλακας φώναξε στην πιθηκίνα ν’ αφήσει το πουλί να φύγει, από φόβο μήπως το βλάψει. Η Κούνι, αφού σκαρφάλωσε στο ψηλότερο σημείο του ψηλότερου δέντρου, τύλιξε τα πόδια-της γύρω απ’ τον κορμό και, με τα δυο-της χέρια ελεύθερα, ξετύλιξε κι άνοιξε τα φτερά του ψαρονιού, ένα σε κάθε χέρι-της, και το εκτόξευσε προς τα μπρος όσο πιο δυνατά μπορούσε. Το μισολιπόθυμο ψαρόνι προσγειώθηκε στην όχθη της τάφρου, όπου η Κούνι το προφύλαξε για πολλή ώρα από ένα περίεργο νεαρό πιθηκάκι.[19, σ. 156]

  • Σε μια πρόσφατη αντιπαράθεση σχετικά με την προέλευση της ηθικής, ο J. Kagan θεώρησε προφανές το οτι ένας χιμπαντζής ποτέ δεν θα βουτούσε σε μια λίμνη με κρύο νερό για να σώσει έναν άλλον,[20] όμως οι ενδείξεις τον διαψεύδουν. Όπως γράφει η J. Goodall [21] (σ. 213):
«Σε μερικούς ζωολογικούς κήπους οι χιμπαντζήδες φυλάσσονται σε τεχνητές νησίδες, που περιστοιχίζονται από τάφρους γεμάτες νερό. ... Οι χιμπαντζήδες δεν μπορούν να κολυμπήσουν, κι αν δεν διασωθούν πνίγονται, αν πέσουν στα βαθιά. Παρόλ’ αυτά, κάποια άτομα έχουν κάνει ηρωικές προσπάθειες να σώσουν συντρόφους-τους από πνιγμό — και κάποιες φορές το κατάφεραν. Ένας αρσενικός ενήλικος έχασε τη ζωή-του όταν προσπάθησε να σώσει ένα βρέφος, το οποίο ξέφυγε από την άπειρη μητέρα-του κ’ έπεσε στο νερό.»
Τελικά, ενώ κάποιοι φιλόσοφοι και άλλοι που δεν έχουν άμεση επαφή με τα ζώα υποθέτουν οτι τα ζώα είναι από τη φύση-τους ανήθικα (σκέτα κτήνη(*) όπως η κυριολεκτική και η μεταφορική έννοια αυτής της λέξης υποδηλώνει), οι επιστήμονες που δουλεύουν με τα ζώα και συλλέγουν ενδείξεις παρατηρούν οτι υπάρχει ένας πυρήνας ζωικής ηθικής, ο οποίος βρίσκεται σε αναλογία με τη νοητική και κοινωνική πολυπλοκότητα του ζωικού είδους.
Αλλά η ανθρώπινη ηθική δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο σε βιολογικό υπόβαθρο και σε τίποτ’ άλλο. Θα πρέπει να έχει και μια νοητική διάσταση, γιατί το είδος-μας δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά από βιολογική άποψη (πρόκειται για το ίδιο είδος στο κάτω-κάτω, το Άνθρωπος ο σοφός, που έχει ένα συγκεκριμένο όγκο εγκεφάλου εδώ και τουλάχιστον 150.000 χρόνια), ενώ οι ηθικές-μας αξίες συνεχίζουν να εξελίσσονται και να πλουτίζονται μέχρι σήμερα. Σαν παράδειγμα, το δουλεμπόριο το θεωρούσαν κάτι το φυσιολογικό μόλις δύο αιώνες πριν, και η ρατσιστική σκέψη ήταν κοινότατη ακόμα και μεταξύ διανοουμένων λιγότερο από 100 χρόνια πριν. (Περισσότερα πάνω σ’ αυτό παρακάτω.) Η διαφορά με το σήμερα είναι οτι αν και ο ρατσισμός και ακόμα και το δουλεμπόριο υπάρχουν, θεωρούνται πληγές, και κανείς λογικά σκεπτόμενος διανοούμενος δεν θα τα αποδεχόταν σήμερα σαν φυσιολογικά. Τα ηθικά-μας στάνταρ συνεχώς εξελίσσονται.



Βιβλιογραφία (κατά σειρά αναφοράς στο κείμενο· κάνοντας κλικ στον αριθμό πηγαίνετε στο πρώτο σημείο όπου γίνεται η αναφορά)

[1] De Waal, Frans. (2006). Primates and Philosophers: how morality evolved. Princeton University Press.
[2] Hauser, Marc. (2006). Moral Minds: How Nature Designed Our Universal Sense of Right and Wrong. Ecco/Harper Collins Publishers.
[3] Boyer, Pascal. (2001). Religion Explained: The Evolutionary Origins of Religious Thought. Basic Books.
[4] Dawkins, Richard. (1989). The Selfish Gene. Oxford University Press.
[5] Blackmore, Susan. (1999). The Meme Machine. Oxford University Press.
[6] Dennett, Daniel C. (2006). Breaking the Spell: Religion as a Natural Phenomenon. Viking.
[7] Lewin, Roger. (1999). Human Evolution: An Illustrated Introduction. Blackwell Science.
[8] Leakey, Richard. (1994). The Origin of Humankind. Basic Books.
[9] Olson, Steve. (2002). Mapping Human History: Genes, Race, and Our Common Origins. Mariner.
[10] Cowen, Richard. (1995). History of Life. Blackwell Science.
[11] Diamond, Jared. (2006). The Third Chimpanzee: The Evolution and Future of the Human Animal. Harper Perennial.
[12] Diamond, Jared. (1997). Guns, Germs, and Steel: The Fates of Human Societies. Norton.
[13] Dawkins, Richard. (2006). The God Delusion. Bantam.
[14] Wilson, David Sloan. (2003). Darwin’s Cathedral: Evolution, Religion, and the Nature of Society. University of Chicago Press.
[15] Church, R. M. (1959). Emotional Reactions of Rats to the Pain of Others, in Journal of Comparative and Physiological Psychology. 52: 132–134.
[16] Wechkin, S., Masserman, J. H., and Terris, W. (1964). Shock to a conspecific as an aversive stimulus, in Psychonomic Science. 1:47–48.
[17] Masserman, J. H., Wechkin, M. S., and Terris, W. (1964). Altruistic Behavior in Rhesus Monkeys, in American Journal of Psychiatry. 121: 584–585.
[18] O’Connell, S. M. (1995). Empathy in chimpanzees: Evidence for Theory of Mind? in Primates. 36: 397–410.
[19] De Waal, Frans. (1997). Bonobo: The Forgotten Ape. Berkley, CA: University of California Press.
[20] Kagan, J. (2000). Human morality is distinctive, in Journal of Consciousness Studies. 7: 46–48.
[21] Goodall, Jane V. (1990). Through a Window: My Thirty Years with the Chimpanzees of Gombe. Boston: Houghton Mifflin.
[22] Wells, Herbert George. (1902). Anticipations of the Reaction of Mechanical and Scientific Progress upon Human life and Thought. London: Chapman & Hall.
[23] Roberts, W. A. (2002). “Are animals stuck in time?” Psychological Bulletin, 128: 473–489.
[24] Dennett, Daniel C. (1995). Darwin’s Dangerous Idea: Evolution and the Meanings of Life. Allen Lane, the Penguin Press.
[25] Gould, Stephen Jay. (1999). Rocks of Ages: Science and Religion in the Fullness of Life. Ballantine.
[26] Begley, Sharon. (2001). “Religion and the Brain: In the new field of ‘neurotheology,’ scientists seek the biological basis of spirituality. Is God all in our heads?” Newsweek, May 7, 2001.
[27] Ramachandran, V. S., and Blakeslee, Sandra. (1998). Phantoms in the Brain: Probing the Mysteries of the Human Mind. HarperCollins.
[28] Jaynes, Julian (1976). The Origin of Consciousness in the Breakdown of the Bicameral Mind. New York: Houghton Mifflin.
[29] Hofstadter, Douglas (2007). I Am a Strange Loop. New York: Basic Books.
[30] Dawkins, Richard (2004). The Ancestor’s Tale. New York: Houghton Mifflin.

Δεν υπάρχουν σχόλια: