Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

Θρησκεία: Η «κόλλα» που οργάνωσε τις κοινωνίες

Το ΒΗΜΑ
Η θρησκεία αρχικά δεν είχε σχέση με την ηθική, αλλά με τη συνεργασία. Το «άγρυπνο μάτι» του Θεού ώθησε τους ανθρώπους να δείξουν τον καλύτερο εαυτό τους

Στην κορυφή ενός λόφου στη σημερινή Νοτιοανατολική Τουρκία βρίσκεται το αρχαιότερο ιερό λατρείας στον κόσμο. Με τους τεράστιους λίθινους στύλους του σε σχήμα Τ, σκαλισμένους με εικόνες ζώων, το Γκεμπεκλί Τεπέ αμφισβητεί μακροχρόνιες θεωρίες για τις ρίζες του πολιτισμού. Ενώ οι αρχαιολόγοι ανασκάπτουν στοιχεία και συζητούν το νόημά τους, η σημασία του χώρου δεν διαφεύγει από κανέναν.

Καμία ένδειξη γεωργίας δεν έχει βρεθεί στον χώρο, κάτι το οποίο μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το ιερό χρονολογείται στα περίπου 11.500 χρόνια και άρα είναι τόσο παλιό ώστε θα μπορούσε να έχει κατασκευαστεί από κυνηγούς-τροφοσυλλέκτες. Παρ’ όλα αυτά η μνημειώδης αρχιτεκτονική του απαιτεί τη συμμετοχή εκατοντάδων, ενδεχομένως και χιλιάδων ατόμων. Επομένως μπορεί να κρύβει ενδείξεις σχετικές με δύο από τα μεγαλύτερα αινίγματα του ανθρώπινου πολιτισμού: πώς οι ανθρώπινες κοινωνίες πέρασαν από τις μικρές, μετακινούμενες ομάδες των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών στις μεγάλες, εγκατεστημένες σε ένα μέρος, κοινωνίες; Και πώς οι οργανωμένες θρησκείες εξαπλώθηκαν για να εποικίσουν τα περισσότερα πνεύματα στον κόσμο;



Γιατί συνεργαζόμαστε;

Το πρώτο αίνιγμα σχετίζεται με τη συνεργασία. Ως και περίπου 12.000 χρόνια πριν όλοι οι άνθρωποι ζούσαν σε σχετικά μικρές ομάδες. Σήμερα κυριολεκτικά όλοι ζουν σε τεράστιες, συνεργαζόμενες ομάδες ξένων που στον μεγαλύτερο βαθμό δεν σχετίζονται μεταξύ τους. Πώς συνέβη αυτό;

Στην εξελικτική βιολογία η συνεργασία εξηγείται συνήθως με δυο μορφές αλτρουισμού: ή μεταξύ συγγενών ή του τύπου «ξύσε την πλάτη μου και εγώ θα ξύσω τη δική σου». Ωστόσο η συνεργασία μεταξύ ξένων δεν εξηγείται εύκολα με καμία από αυτές.

Καθώς το μέγεθος της ομάδας μεγαλώνει, οι μορφές αλτρουισμού εξουδετερώνονται. Καθώς οι πιθανότητες της συναναστροφής με ξένους αυξάνονται, οι ευκαιρίες για συνεργασία μεταξύ συγγενών και γνωστών μειώνονται. Ο αμοιβαίος αλτρουισμός – χωρίς επιπλέον ασφαλιστικές δικλίδες όπως οι θεσμοί για την τιμωρία των τζαμπατζήδων – επίσης δεν είναι αποδοτικός.

Το δεύτερο αίνιγμα είναι πώς ορισμένες θρησκευτικές παραδόσεις εξαπλώθηκαν τόσο. Αν είστε χριστιανός, μουσουλμάνος, ιουδαϊστής, ινδουιστής, βουδιστής είτε αγνωστικιστής ή άθεος προερχόμενος από οποιοδήποτε από αυτά τα θρησκεύματα είστε κληρονόμος ενός εκπληκτικά επιτυχημένου θρησκευτικού κινήματος το οποίο ξεκίνησε σαν ένα σκοτεινό πολιτισμικό πείραμα.



Πόσες θρησκείες επιβιώνουν;

«Πολλοί γαρ εισί κλητοί, ολίγοι δ’ εκλεκτοί» λέει το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Αυτό μπορεί επίσης να περιγράψει τον νόμο της «θρησκευτικής εξέλιξης», ο οποίος υπαγορεύει ότι αν και μυριάδες θρησκευτικές οντότητες γεννιούνται, οι περισσότερες από αυτές εξαφανίζονται, μόνο λίγες ισχυρές επιβιώνουν και ανθούν.

Μακροπρόθεσμα σχεδόν όλα τα θρησκευτικά κινήματα αποτυγχάνουν. Σε μια ανάλυση της σταθερότητας 200 ουτοπικών κοινοβίων, τόσο θρησκευτικών όσο και κοσμικών, στην Αμερική του 19ου αιώνα ο Ρίτσαρντ Σόζις του Πανεπιστημίου του Κονέκτικατ στο Στορς εντόπισε ένα εκπληκτικό μοτίβο. Ο μέσος όρος ζωής των θρησκευτικών κοινοβίων ήταν μόλις 25 χρόνια. Σε 80 χρόνια τα εννέα στα δέκα είχαν διαλυθεί. Τα κοσμικά κοινόβια, τα περισσότερα των οποίων ήταν σοσιαλιστικά, τα πήγαν ακόμη χειρότερα: διήρκεσαν κατά μέσο όρο έξι ως τέσσερα χρόνια και εννέα στα δέκα εξαφανίστηκαν σε λιγότερο από 20 χρόνια.

Το Γκεμπεκλί Τεπέ υποδηλώνει μια κομψή λύση και στα δυο αινίγματα: το καθένα απαντά στο άλλο. Για να καταλάβουμε πώς, θα πρέπει να επιστρέψουμε στις έντονες διαμάχες γύρω από τις εξελικτικές ρίζες της θρησκείας.



Εφαλτήριο πολιτισμού


Σε μια θεαματική στροφή ο Φιντέλ Κάστρο και η «άθεη» Κούβα άνοιξαν πρόσφατα τις αγκάλες τους στον Πάπα Βενέδικτο ΙΣτ’ και καθιέρωσαν την αργία της Μ. Παρασκευής


Μια άποψη η οποία κερδίζει έδαφος είναι ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις και τα τελετουργικά ανέκυψαν ως ένα εξελικτικό υποπροϊόν συνηθισμένων γνωσιακών λειτουργιών. Από τη στιγμή που αυτό συνέβη, το πεδίο ήταν έτοιμο για τη γρήγορη πολιτισμική εξέλιξη που οδήγησε τελικά σε μεγάλες κοινωνίες με «Μεγάλους Θεούς».

Κάποιες πρώιμες πολιτισμικές παραλλαγές της θρησκείας πιστεύεται ότι προωθούσαν φιλοκοινωνικές συμπεριφορές όπως η συνεργασία, η εμπιστοσύνη και η αυτοθυσία ενώ παράλληλα ενθάρρυναν τις επιδείξεις θρησκευτικής ευλάβειας όπως οι νηστείες, τα σχετικά με την τροφή ταμπού, τα υπερβολικά τελετουργικά και άλλες «δύσκολες να τις υποκριθεί» κανείς συμπεριφορές οι οποίες εξέπεμπαν αξιόπιστα την ειλικρινή πίστη των πιστών και επεδείκνυαν την πρόθεσή τους να συνεργαστούν. Με αυτόν τον τρόπο η θρησκεία μετέτρεψε τους ανώνυμους ξένους σε ηθικές κοινότητες συνδεδεμένες με ιερούς δεσμούς υπό μια κοινή υπερφυσική δικαιοδοσία.

Οι ομάδες αυτές θα πρέπει να ήταν μεγαλύτερες και περισσότερο συνεργάσιμες και άρα πιο επιτυχημένες στον ανταγωνισμό για πόρους και τόπους κατοικίας. Καθώς αυτές οι συνεχώς επεκτεινόμενες ομάδες μεγάλωναν, έπαιρναν μαζί τους και τη θρησκεία τους, ενισχύοντας ακόμη περισσότερο την κοινωνική αλληλεγγύη σε μια ραγδαία διαδικασία η οποία άμβλυνε τους περιορισμούς που έθεταν στο μέγεθος των ομάδων η συγγένεια και η αμοιβαιότητα.



Η ηθική ήρθε δεύτερη

Από εκεί και πέρα απομένει ένα μικρό βήμα για να φθάσει κανείς στους ηθικά ανήσυχους Μεγάλους Θεούς των μεγάλων θρησκειών του κόσμου. Οσοι έχουν γαλουχηθεί στις αβρααμικές πίστεις έχουν τόσο πολύ συνηθίσει να βλέπουν μια σχέση ανάμεσα στη θρησκεία και την ηθική ώστε τους είναι δύσκολο να φανταστούν ότι η θρησκεία δεν ξεκίνησε έτσι. Παρ’ όλα αυτά οι θεοί των μικρότερων ομάδων των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών, όπως των Χάτζα στην Ανατολική Αφρική και των Σαν στην έρημο Καλαχάρι, δεν ασχολούνται με την ηθική των ανθρώπων. Σε αυτές τις διαφανείς κοινωνίες, όπου η πρόσωπο με πρόσωπο αλληλεπίδραση αποτελεί τον κανόνα, είναι δύσκολο να ξεφύγει κανείς από τον κοινωνικό προβολέα. Ο αλτρουισμός και η αμοιβαιότητα μεταξύ συγγενών αρκούν για τη διατήρηση των κοινωνικών δεσμών.

Παρ’ όλα αυτά, καθώς οι ομάδες μεγαλώνουν σε μέγεθος, η ανωνυμία εισβάλλει στις σχέσεις και η συνεργασία διακόπτεται. Μελέτες δείχνουν ότι το αίσθημα της ανωνυμίας – ακόμη και όταν είναι απατηλό, όπως όταν φοράει κανείς μαύρα γυαλιά – είναι ο φίλος του εγωισμού και της εξαπάτησης. Η κοινωνική επιτήρηση, όπως όταν είναι κανείς μπροστά σε μια κάμερα ή σε ένα ακροατήριο, έχει το αντίθετο αποτέλεσμα. Ακόμη και η ανεπαίσθητη έκθεση σε σκίτσα που μοιάζουν με μάτια ενθαρρύνει την καλή συμπεριφορά προς τους ξένους.



Κάποιος να σε κοιτάζει...

Είναι λοιπόν επόμενο το ότι οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλά όταν πιστεύουν ότι υπάρχει ένας θεός που παρακολουθεί τους ίδιους και τους γύρω τους. Τα ανθρωπολογικά στοιχεία υποστηρίζουν αυτή την ιδέα. Με το πέρασμα από τις μικρότερης κλίμακας ανθρώπινες κοινωνίες στις μεγαλύτερες και πιο σύνθετες οι Μεγάλοι Θεοί – ισχυροί, πανταχού παρόντες, παρεμβατικοί παρατηρητές – γίνονται όλο και πιο διαδεδομένοι ενώ η ηθική και η θρησκεία συνδέονται όλο και περισσότερο.

Ο Κουέντιν Ατκινσον του Πανεπιστημίου του Οκλαντ στη Νέα Ζηλανδία και ο Χάρβεϊ Γουάιτχαουζ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ανακάλυψαν μια παρόμοια στροφή στις μορφές των τελετουργικών: καθώς οι κοινωνίες γίνονται μεγαλύτερες και πιο σύνθετες, τα τελετουργικά εξελίσσονται σε συνήθη διαδικασία και χρησιμοποιούνται για τη μετάδοση και την ενίσχυση των δογμάτων. Κατά τον ίδιο τρόπο οι έννοιες της υπερφυσικής τιμωρίας, το κάρμα, η καταδίκη και η σωτηρία, ο Παράδεισος και η Κόλαση είναι διαδεδομένες στις σύγχρονες κοινωνίες αλλά σχετικά λιγότερο συνηθισμένες στους πολιτισμούς των κυνηγών-τροφοσυλλεκτών.

Πολλά στοιχεία από διαφορετικά πειράματα δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση. Σε μια μελέτη επιστήμονες είπαν σε παιδιά να μην κοιτάξουν μέσα σε ένα κουτί και μετά τα άφησαν μόνα μαζί με αυτό. Εκείνα στα οποία είχαν πει ότι ένας υπερφυσικός παράγοντας ονόματι Πριγκίπισσα Αλίκη θα τα έβλεπε και είχαν πιστέψει στην ύπαρξή της, ήταν πολύ λιγότερο πιθανό να κρυφοκοιτάξουν το κουτί.

Οικονομικά παιχνίδια έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για τη διερεύνηση της φιλοκοινωνικής συμπεριφοράς.



Το παιχνίδι του δικτάτορα

Το παιχνίδι του δικτάτορα, για παράδειγμα, εμπλέκει δυο ανώνυμους παίκτες σε μια μεμονωμένη συναλλαγή. Ο παίκτης υπ’ αριθμόν 1 παίρνει κάποια χρήματα και πρέπει να αποφασίσει πόσα από αυτά θα δώσει στον παίκτη υπ’ αριθμόν 2. Ο παίκτης υπ’ αριθμόν 2 παίρνει τα χρήματα που του δίνονται (ή και καθόλου) και το παιχνίδι τελειώνει. Πειράματα από τον Τζόζεφ Χάινριχ του Πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας στο Βανκούβερ του Καναδά και τους συναδέλφους του διαπίστωσαν ότι, σε 15 διαφορετικές κοινωνίες από όλο τον κόσμο, όσοι πίστευαν στον Θεό του Αβραάμ έδιναν περισσότερα χρήματα από εκείνους που πίστευαν σε τοπικές θεότητες οι οποίες δεν είναι τόσο πανταχού παρούσες και δεν ασχολούνται με την ηθική.Ο συνάδελφός του Αζίμ Σαρίφ και εγώ υποβάλαμε σκέψεις του Θεού σε εθελοντές προτού παίξουν το παιχνίδι του δικτάτορα εκθέτοντάς τους ανεπαίσθητα σε λέξεις όπως θεϊκός, θεός και πνεύμα. Αλλοι εθελοντές έπαιξαν το παιχνίδι χωρίς θρησκευτικές υποβολές. Οι υπενθυμίσεις του Θεού είχαν ισχυρή επίδραση. Οι περισσότεροι εθελοντές στην ομάδα που δεν εκτέθηκε σε αυτές κράτησαν τα χρήματα, όμως εκείνοι που είχαν υποβληθεί στη σκέψη του Θεού ήταν πολύ πιο γενναιόδωροι. Ο συνάδελφός μου Γουίλ Ζερβέ και εγώ διαπιστώσαμε ότι οι θρησκευτικές υπενθυμίσεις ενίσχυαν την αίσθηση των εθελοντών ότι βρίσκονταν υπό επιτήρηση.



Το σουηδικό μοντέλο

Η θρησκεία, με την πίστη της σε θεούς που παρακολουθούν και τα υπερβολικά τελετουργικά και τις πρακτικές της, αποτέλεσε μια κοινωνική κόλλα στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Πρόσφατα όμως κάποιες κοινωνίες πέτυχαν να συντηρήσουν τη συνεργασία μέσω κοσμικών θεσμών όπως τα δικαστήρια, η αστυνομία και οι μηχανισμοί για την τήρηση των συμβάσεων. Σε ορισμένα μέρη του κόσμου, ιδιαίτερα στη Σκανδιναβία, οι θεσμοί αυτοί έχουν επισπεύσει την παρακμή της θρησκείας οικειοποιούμενοι τις λειτουργίες της που «χτίζουν» τις κοινωνίες. Αυτές οι κοινωνίες με τις αθεϊστικές πλειονότητες – οι οποίες είναι από τις πιο συνεργάσιμες, ειρηνικές και ευημερούσες κοινωνίες στον κόσμο – ανέβηκαν τη σκάλα της θρησκείας και μετά την κλώτσησαν μακριά.

Η ανεπαίσθητη υπενθύμιση της κοσμικής ηθικής αρχής, λέξεις όπως πολιτικός, δικαστήριο ή αστυνομία, έχουν την ίδια «δικαιότερη» επίδραση στο παιχνίδι του δικτάτορα. Οι άνθρωποι έχουν ανακαλύψει νέους τρόπους για να είναι καλοί ο ένας απέναντι στον άλλον χωρίς να τους παρακολουθεί ένας θεός.

ΖΗΤΗΜΑ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ
Γιατί δυσπιστούμε στους άθεους

Μια από τις πιο διαχρονικές αλλά λανθάνουσες προκαταλήψεις που συνδέονται με τη θρησκεία είναι η μη αποδοχή των άθεων. Ερευνες έχουν επανειλημμένως διαπιστώσει ότι σε κοινωνίες με θρησκευτικές πλειονότητες οι άθεοι βρίσκονται στα χαμηλότερα ποσοστά αποδοχής από οποιαδήποτε άλλη κοινωνική ομάδα, συμπεριλαμβανομένων των άλλων θρησκειών. Αυτή η μισαλλοδοξία έχει μακρά ιστορία. Το 1689 ο φιλόσοφος του Διαφωτισμού Τζον Λοκ είχε γράψει μια «Επιστολή περί ανεκτικότητας». «Δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με καμία ανεκτικότητα εκείνοι που αρνούνται την ύπαρξη ενός Θεού. Οι υποσχέσεις, οι συμφωνίες και οι όρκοι, που αποτελούν τους δεσμούς της ανθρώπινης κοινωνίας, δεν μπορούν να έχουν ισχύ για έναν άθεο».

Γιατί οι πιστοί απορρίπτουν τους άθεους, οι οποίοι δεν αποτελούν μια ορατή, ισχυρή – ούτε καν συνεκτική – κοινωνική ομάδα; Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται στην ίδια δύναμη που έκανε τις θρησκείες να εξαπλωθούν διατηρώντας παράλληλα την κοινωνική συνοχή: την υπερφυσική επιτήρηση.

Οι συνάδελφοί μου Γουίλ Ζερβέ, Αζίμ Σαρίφ και εγώ διαπιστώσαμε ότι η αίσθηση του Λοκ – ότι οι άθεοι δεν είναι άξιοι εμπιστοσύνης ως προς τη συνεργασία – αποτελεί τη ρίζα της μισαλλοδοξίας. Οι προς τα έξω επιδείξεις πίστης σε έναν θεό ο οποίος παρακολουθεί εκλαμβάνονται ως δείγματα αξιοπιστίας. Η μισαλλοδοξία απέναντι στους άθεους προκαλείται από την αίσθηση ότι οι άνθρωποι συμπεριφέρονται καλύτερα όταν αισθάνονται ότι κάποιος θεός τους παρακολουθεί.

Αν και οι άθεοι θεωρούν τη μη πίστη τους ένα ιδιωτικό ζήτημα συνείδησης, οι πιστοί αντιμετωπίζουν την απουσία πίστης τους στην υπερφυσική επιτήρηση ως απειλή για τη συνεργασία και την εντιμότητα.

Ο κ. Αρα Νορενζαγιάν είναι εταίρος καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας στο Βανκούβερ του Καναδά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: