από amethystosbooks.blogspot.com
Είμαστε εμείς, είναι η σύγχρονη Ελλάδα, είναι η σύγχρονη Εκκλησία αυτή η συνάντηση! Όλες οι προσπάθειες που έγιναν από τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, μέχρι τον σύγχρονο μας Χρήστο Γιανναρά, να θυμηθούμε πως είμαστε Έλληνες και μάλιστα Χριστιανοί, απέτυχαν, προσκρούοντας στην σκληρή πραγματικότητα.
Είμαστε μια τερατώδης σύνθεση Χριστιανισμού και Μωαμεθανισμού και μάλιστα στην τουρκική του εποχή. Γράφονται ακόμη σπουδαίες μελέτες για την συνάντηση Ελληνισμού και Χριστιανισμού, για την συνάντηση Χριστιανισμού και Εβραϊσμού, και δεν υποπτεύεται ακόμη κανείς μας πως το σημερινό Ελληνικό κράτος και η σημερινή Εκκλησία, είναι η θλιβερή συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είμαστε πιστότεροι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ακόμη και από τους Τούρκους. Φαίνεται ξεκάθαρα το γεγονός, εάν δούμε από κάποια απόσταση την σημερινή εξουσία. Είτε αυτή ασκείται δια του κράτους, είτε σαν Εκκλησία, δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ενσάρκωση του Δεσπότη! Του πασά στα Γιάννενα!
Έχουν γίνει τεράστιες προσπάθειες να ενστερνιστούμε τον Δυτικό πολιτισμό! Ακόμη και αυτές προσκρούουν και αποτυγχάνουν, μπροστά σ’ αυτήν την τραγική και ανομολόγητη πραγματικότητα! Λείπει από τις καρδιές μας το πάθος της Δημοκρατίας, το πάθος της παιδείας, το πάθος της επιστήμης, της Φιλοσοφίας, της ψυχικής μεταμόρφωσης που έκαιγε στις καρδιές των Ελλήνων, λείπει και το Φως της πίστεως του Χριστιανισμού, λείπει και η ιστορική γιγαντομαχία της Δύσεως για το Νέο, το μοναδικό, την εξέλιξη!
Και τι υπάρχει; Η πνευματική κληρονομιά του Μωάμεθ του πορθητού! Ο οποίος κάθισε στον θρόνο του αυτοκράτορος και συνέχισε την ιστορία της αυτοκρατορίας, ντυμένος το μεγαλείο του θρόνου. Όπως ακριβώς και ο προφήτης Μωάμεθ, στον καιρό του, φιλοδόξησε να εξελίξει τον Χριστιανισμό με τον Μωαμεθανισμό!
Αυτήν την «εξέλιξη» φιλοδοξούμε όλοι μας σήμερα να προσφέρουμε στη Δύση, για να μας δεχθεί στην μεγάλη Ένωση όλων των Εκκλησιών και θρησκειών κάτω από την σκιά του μεγάλου ΠΡΩΤΟΥ, του κοσμοκράτορα ΠΑΠΑ!
Με τον ίδιο τρόπο και η Νεοελληνική πολιτεία, προσποιούμενη την κληρονόμο της Ελληνικής Δημοκρατίας έγινε δεκτή στο μεγάλο φαγοπότι της ενώσεως των θεσμών κάτω από έναν πολιτισμό, με τα γνωστά σε όλους μας πλέον αποτελέσματα, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η Νεοελληνική Εκκλησιά, προσποιούμενη την κληρονόμο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, θα προσφέρει αυτό το θλιβερό κακέκτυπό της, το Δεσποτάτο της Ορθοδοξίας, για να συμμετάσχει στο μεγάλο εσχατολογικό Δείπνο της ενώσεως όλων των Θρησκειών.
Για να εξασφαλιστεί η επιβίωση της ενδόξου Ιστορίας μας!
Ας ακούσουμε τα λόγια του λεγόμενου πατριάρχη Βαρθολομαίου, τους λεονταρισμούς του, μετά την εξασφάλιση της απαραίτητης προστασίας της δόξης του! «Μεγαλόφωνον μήνυμα προς πάσαν κατεύθυνσιν ότι δεν απεκάμαμεν, ότι δεν εκάμφθημεν, ότι δεν απηλπίσθημεν, ότι δεν εσκέφθημεν ουδέ πόρρωθεν να εγκαταλείψωμεν τας Θερμοπύλας μας! Αυτή είναι η επίγειος πατρίς μας, εδώ έχομεν τας ρίζας μας, εδώ είναι η καρδία μας και εδώ θα μείνωμεν! Είμεθα ολίγοι, αλλά ταυτοχρόνως και πολλοί. Ο μαρτυρικός Οικουμενικός Θρόνος έχει πολλά τέκνα ανά πάσαν την υφήλιον. Δεν προτιθέμεθα να αφήσωμεν ουδέ κατ' ελάχιστον τας ιδιοτροπίας της Ιστορίας να μας αφανίσουν εις τέλος. Είμεθα πλήρως παραδεδομένοι εις την αγάπην και την πρόνοιαν του Θεού, ταις πρεσβείαις της Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων!»
Ακόμη και ο κ. Γιανναρας θα εκπλήσσεται που περιέγραψε με τόση ακρίβεια, στο βιβλίο του «Ενάντια στη Θρησκεία», ένα γεγονός πριν αυτό ακόμη συμβεί, παρότι συμφωνεί και δικαιώνει τους πρωτεργάτες του αφανισμού της Εκκλησίας, στην επερχόμενη ένωση με τον ΠΑΠΑ!
Ας ακούσουμε και τα αμείλικτα ερωτήματα που έθεσε ο Αρχιεπίσκοπος μας! «Έως πότε κλήρος και λαός θα στεκόμεθα αδιάφοροι; (Σε ποιον έθεσε το ερώτημα άραγε;) Η κρισιμότητα των καιρών επιτάσσει να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων, να αναλάβουμε τις ευθύνες μας, με τρόπο ορατό και έμπρακτο (διότι μέχρι τώρα τις είχαμε αναλάβει με τρόπο αόρατο)».
Και πάλι ο αγαπητός κ. Γιανναρας αναδεικνύεται ο καλύτερος ερμηνευτής: «μέσα σε αεροπλάνο που μπαίνει σε ζώνη ισχυρών αναταράξεων δεν υπάρχει κανένας άθεος».
Αυτό το Δεσποτάτο της Ορθοδοξίας ξέρει να επιβιώνει, πρέπει να του το αναγνωρίσουμε!
Καλή επιβίωση και στην Νέα Χρονιά, λοιπόν!
Ένα blog για την ψυχή, το πνεύμα, και την ευτυχία!
Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2009
Η απάνθρωπη γοητεία των φενακισμών
του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
Ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος αντιπαλεύει τον χρόνο, ότι ο χρόνος είναι αντίπαλος του ανθρώπου. Οτι στην πάλη αυτή αν νικήσει ο χρόνος, η λήθη καταπίνει τον άνθρωπο, χάνεται στη ροή του χρόνου η προσωπική μοναδικότητα, σβήνει από τη συλλογική μνήμη. Βαυκαλιζόμαστε ότι μπορεί ο άνθρωπος να νικήσει τον χρόνο με το έργο του και τότε το έργο του ανθρώπου γίνεται Ιστορία. Οτι διαρκεί η ετερότητα του ανθρώπινου λόγου (λόγου της σκέψης, λόγου της πράξης: της τέχνης ή της κοινωνικής προσφοράς) μόνο όταν ο άνθρωπος νικάει τον χρόνο – τότε το έργο του ανθρώπου γίνεται κοινό θησαύρισμα, επίκαιρο από γενιά σε γενιά.
Συγχέουμε τις συμβολικές εικόνες με τη συμβολιζόμενη πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα η ύπαρξη είναι σχέση και ο χρόνος συμβατικό μέτρο αυτής της σχέσης – μετράει ο χρόνος το γίγνεσθαι της ύπαρξης - σχέσης. Ο άνθρωπος υπάρχει σε οργανική σχέση με τον κόσμο: θέλει αέρα να ανασάνει, τροφή και ποτό για να συντηρηθεί. Σχετίζεται με τον κόσμο σε ζωτική εξάρτηση, η σχέση του είναι και ένδυμα, εργαλείο, κοινωνία της χρείας με τους συνανθρώπους του. Μέτρο της σχέσης, κατά συνθήκη, ο χρόνος.
Αίνιγμα μεταφυσικό είναι το σίγουρο λάθος που υπάρχει στην οργανική σχέση του ανθρώπου (και κάθε έμβιου όντος) με τη φυσική πραγματικότητα – «λάθος», αν το κριτήριο για τον προσδιορισμό της «σωστής» ύπαρξης είναι η συνέχεια και η πληρότητα. Πραγματικά, ενώ η σχέση με τον κόσμο συνιστά το έμβιο υπαρκτό, αυτή η σχέση ταυτόχρονα το φθείρει, το οδηγεί νομοτελειακά στον αφανισμό του, στον θάνατο. Συμβατικό μέτρο της ύπαρξης - σχέσης ο χρόνος, μετράει συνεπέστατα και την αποτυχία ή το «λάθος» της σχέσης: τη φθορά, τη βαθμιαία προσέγγιση στον θάνατο.
Πότε η παρουσία και το έργο του ανθρώπου «νικάνε» τον χρόνο και γίνονται Ιστορία; Αίνιγμα και αυτό το ερώτημα. Μια τέτοια «νίκη» που τη λέμε και «εύνοια της Ιστορίας», σίγουρα δεν υπακούει ούτε στη λογική της ποιότητας ούτε καν στη λογική της κοινωνικής προσφοράς. Ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Πολ Ποτ ή ο Αριέλ Σαρόν θα μείνουν τόσο αθάνατοι στην Ιστορία όσο και ο Γκάντι, ο Ερρίκος Ντυνάν ή η Μητέρα Τερέζα. Θέση στην Ιστορία εξασφαλίζει και η φρίκη, το έγκλημα, η ιδιοφυής εξουσιολαγνεία, όπως και οι συγκυρίες ή η τυχαιότητα – ίσως ευκολότερα από ό,τι το ταλέντο, η αυταπάρνηση, η αξιοκρατική ανάδειξη.
Με ορθολογικούς όρους (τους μόνους που διαθέτουμε σκοπεύοντας στο «ορθώς κοινωνείν») μας απομένει αντίδοτο στο «λάθος» της φθοράς και του θανάτου η γνησιότητα της ύπαρξης - σχέσης. Αποκλεισμένοι από το ενδεχόμενο συνέχειας και πληρότητας της ύπαρξης στοχεύουμε στη γνησιότητα της σχέσης – και γνήσια είναι η σχέση όταν δεν αλλοτριώνεται σε επιβολή, κυριαρχία, εξάρτηση, υποταγή. Αυτή η μη-αλλοτρίωση κερδίζεται (αν κερδίζεται) στο άθλημα της αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς. Ο εαυτός μας (το εγώ μας, η φύση μας) καθορίζεται από την ορμέμφυτη, ενστικτώδη ανάγκη (τυφλή ανάγκη) της αυτοσυντήρησης, της κυριαρχίας, της ηδονής. Για να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες θέλουν τον «άλλον» της σχέσης υποταγμένον στην εξυπηρέτηση της εγωτικής μας ανάγκης – ακυρώνουν τα ορμέμφυτα τη σχέση. Για να κατορθωθεί «γνήσια» σχέση χρειάζεται να υπερβαθεί ο εαυτός μας, να είναι η σχέση αυτοσκοπός και αυταξία (γεύση πληρότητας - χαράς), όχι μέσον ηδονισμού του εγώ μας.
Την αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά, τη γνησιότητα της σχέσης, τη λέμε στη γλώσσα μας «αγάπη», τη λέμε «έρωτα». Οταν αλλοτριώνεται η σχέση, αλλοτριώνεται (αναπόφευκτα) και η γλώσσα. Τότε λέμε «αγάπη» και εννοούμε συμπεριφορά, όχι την ύπαρξη ως σχέση. Εννοούμε αισθήματα «φιλαλληλίας», αλτρουισμού, όχι αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά. Λέμε «έρωτας» και εννοούμε σεξουαλική επιθυμία, όχι την έκπληξη και τη συναρπαγή από την ετερότητα του «άλλου» που την αποκαλύπτει μόνο η σχέση.
Η αγάπη νικάει τον χρόνο, γίνεται Ιστορία; Αν είναι η αγάπη ρεαλισμός γνησιότητας της σχέσης, γνησιότητας της ύπαρξης, μάλλον εκτοπίζει το ενδιαφέρον για διαιώνιση του εγώ. Εστω και ως άθλημα που είναι (γιατί η δυναμική της αγάπης «ατέλεστη τελειότητα», ποτέ δεν τελειούται), συνιστά μάλλον τη μοναδική εμπειρία υπαρκτικής πληρότητας. Και υπαρκτική πληρότητα θα πει ελευθερία από την υποταγή σε βιολογικές αναγκαιότητες, ελευθερία από τα ορμέμφυτα και τη μεζούρα τους: τον χρόνο. Αρα ελευθερία και από τη ναρκισσιστική αγωνία να απομνημειωθεί στην Ιστορία το ακοινώνητο εγώ. Δεν κρίνει η Ιστορία την υπαρκτική πληρότητα, την κρίνει η αγάπη. Γι’ αυτό και η Ιστορία «καταργηθήσεται», η αγάπη «ουδέποτε εκπίπτει». Εχει υπαρκτικό ρεαλισμό μια τέτοια ελπίδα.
Σήμερα ζούμε σε πολιτισμό, κοινό τρόπο βίου, όπου ο χρόνος (αυτή η σύμβαση) λογαριάζεται σταθερή βάση στόχων και προσδοκιών – πασχίζουμε να στεριώσουμε στόχους στο τίποτα. Τα εγώ που κυριαρχούν στη δημοσιότητα νομίζουμε ότι δαμάζουν και τον χρόνο, ότι «γράφουν Ιστορία». Σχεδόν δεν υπάρχουμε, βιώνουμε εντυπώσεις. Κεντρική ευχή στις κατ’ επίφασιν «γιορτές» μας (και κυρίως την Πρωτοχρονιά, στην αλλαγή της συμβατικής αρίθμησης του χρόνου) η φράση: «χρόνια πολλά με υγεία». Ευχή, η βιολογική διάρκεια με τελική ευθανασία. Οπτική για προηγμένα θηλαστικά παραιτημένα από το άθλημα της ελπίδας για την υπαρκτική πληρότητα, την αυθυπερβατική «σχέση», τον «όντως έρωτα».
Με μέτρο το ερώτημα: πώς νικιέται ο χρόνος, θα προκαλούσα τον αναγνώστη να κρίνει τις ατομικές και συλλογικές μας επιδιώξεις – πόσο πραγματικές ή πόσο ανυπόστατες είναι. Τι κυνηγάμε μέρα και νύχτα, με ξέφρενους ρυθμούς, άγχος, πανικό. Να κρίνει ο αναγνώστης όχι το καλό ή το κακό των επιδιώξεων, το ηθικό ή το ανήθικο, το δίκαιο ή το άδικο, αλλά μόνο το υπαρκτό ή το ανυπόστατο: Σε ό,τι εμφανίζεται σήμερα σαν πολιτική, σε ό,τι εμφανίζεται σαν πληροφόρηση, σαν ευζωία, ψυχαγωγία, εκσυγχρονισμός, μεταρρύθμιση, παιδεία, ακόμα και σαν εμπορική δοσοληψία, διαφήμιση προϊόντος, τραπεζικό δάνειο. Να κρίνει και να σταθμίσει, αν ζούμε πραγματικές σχέσεις υπαρκτών ανθρώπων με υπαρκτά πράγματα ή μήπως έχουμε συλλογικά περιπέσει σε ανεπίγνωστο ντρογκάρισμα, πάνδημη εξάρτηση από παραισθησιογόνα. Και λογαριάζουμε σαν υπαρκτά τα ανύπαρκτα, ονομάζουμε με ονόματα πραγματικών οντοτήτων ή πραγματικών ενεργημάτων τεχνουργήματα απάτης ή ανθρώπινες φιγούρες γυμνωμένες από όλα τα γνωρίσματα του πραγματικού ανθρώπου: ελευθερία, ευθύνη, αξιοπρέπεια, νοημοσύνη, αυτοσεβασμό, διακριτή και ενεργό ταυτότητα.
Να κρίνει και να σταθμίσει ο αναγνώστης μήπως τη μία και μοναδική ζωή μας την έχουμε εκχωρήσει να τη διαχειρίζονται απάνθρωποι φενακιστές της πολιτικής, της τηλεόρασης, του συνδικαλισμού, της διανόησης. Και εμείς εθελότυφλοι ευχόμαστε σήμερα: «Καλή χρονιά, χρόνια πολλά, με υγεία»!
Ψευδαίσθηση ότι ο άνθρωπος αντιπαλεύει τον χρόνο, ότι ο χρόνος είναι αντίπαλος του ανθρώπου. Οτι στην πάλη αυτή αν νικήσει ο χρόνος, η λήθη καταπίνει τον άνθρωπο, χάνεται στη ροή του χρόνου η προσωπική μοναδικότητα, σβήνει από τη συλλογική μνήμη. Βαυκαλιζόμαστε ότι μπορεί ο άνθρωπος να νικήσει τον χρόνο με το έργο του και τότε το έργο του ανθρώπου γίνεται Ιστορία. Οτι διαρκεί η ετερότητα του ανθρώπινου λόγου (λόγου της σκέψης, λόγου της πράξης: της τέχνης ή της κοινωνικής προσφοράς) μόνο όταν ο άνθρωπος νικάει τον χρόνο – τότε το έργο του ανθρώπου γίνεται κοινό θησαύρισμα, επίκαιρο από γενιά σε γενιά.
Συγχέουμε τις συμβολικές εικόνες με τη συμβολιζόμενη πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα η ύπαρξη είναι σχέση και ο χρόνος συμβατικό μέτρο αυτής της σχέσης – μετράει ο χρόνος το γίγνεσθαι της ύπαρξης - σχέσης. Ο άνθρωπος υπάρχει σε οργανική σχέση με τον κόσμο: θέλει αέρα να ανασάνει, τροφή και ποτό για να συντηρηθεί. Σχετίζεται με τον κόσμο σε ζωτική εξάρτηση, η σχέση του είναι και ένδυμα, εργαλείο, κοινωνία της χρείας με τους συνανθρώπους του. Μέτρο της σχέσης, κατά συνθήκη, ο χρόνος.
Αίνιγμα μεταφυσικό είναι το σίγουρο λάθος που υπάρχει στην οργανική σχέση του ανθρώπου (και κάθε έμβιου όντος) με τη φυσική πραγματικότητα – «λάθος», αν το κριτήριο για τον προσδιορισμό της «σωστής» ύπαρξης είναι η συνέχεια και η πληρότητα. Πραγματικά, ενώ η σχέση με τον κόσμο συνιστά το έμβιο υπαρκτό, αυτή η σχέση ταυτόχρονα το φθείρει, το οδηγεί νομοτελειακά στον αφανισμό του, στον θάνατο. Συμβατικό μέτρο της ύπαρξης - σχέσης ο χρόνος, μετράει συνεπέστατα και την αποτυχία ή το «λάθος» της σχέσης: τη φθορά, τη βαθμιαία προσέγγιση στον θάνατο.
Πότε η παρουσία και το έργο του ανθρώπου «νικάνε» τον χρόνο και γίνονται Ιστορία; Αίνιγμα και αυτό το ερώτημα. Μια τέτοια «νίκη» που τη λέμε και «εύνοια της Ιστορίας», σίγουρα δεν υπακούει ούτε στη λογική της ποιότητας ούτε καν στη λογική της κοινωνικής προσφοράς. Ο Χίτλερ, ο Στάλιν, ο Πολ Ποτ ή ο Αριέλ Σαρόν θα μείνουν τόσο αθάνατοι στην Ιστορία όσο και ο Γκάντι, ο Ερρίκος Ντυνάν ή η Μητέρα Τερέζα. Θέση στην Ιστορία εξασφαλίζει και η φρίκη, το έγκλημα, η ιδιοφυής εξουσιολαγνεία, όπως και οι συγκυρίες ή η τυχαιότητα – ίσως ευκολότερα από ό,τι το ταλέντο, η αυταπάρνηση, η αξιοκρατική ανάδειξη.
Με ορθολογικούς όρους (τους μόνους που διαθέτουμε σκοπεύοντας στο «ορθώς κοινωνείν») μας απομένει αντίδοτο στο «λάθος» της φθοράς και του θανάτου η γνησιότητα της ύπαρξης - σχέσης. Αποκλεισμένοι από το ενδεχόμενο συνέχειας και πληρότητας της ύπαρξης στοχεύουμε στη γνησιότητα της σχέσης – και γνήσια είναι η σχέση όταν δεν αλλοτριώνεται σε επιβολή, κυριαρχία, εξάρτηση, υποταγή. Αυτή η μη-αλλοτρίωση κερδίζεται (αν κερδίζεται) στο άθλημα της αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς. Ο εαυτός μας (το εγώ μας, η φύση μας) καθορίζεται από την ορμέμφυτη, ενστικτώδη ανάγκη (τυφλή ανάγκη) της αυτοσυντήρησης, της κυριαρχίας, της ηδονής. Για να ικανοποιηθούν αυτές οι ανάγκες θέλουν τον «άλλον» της σχέσης υποταγμένον στην εξυπηρέτηση της εγωτικής μας ανάγκης – ακυρώνουν τα ορμέμφυτα τη σχέση. Για να κατορθωθεί «γνήσια» σχέση χρειάζεται να υπερβαθεί ο εαυτός μας, να είναι η σχέση αυτοσκοπός και αυταξία (γεύση πληρότητας - χαράς), όχι μέσον ηδονισμού του εγώ μας.
Την αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά, τη γνησιότητα της σχέσης, τη λέμε στη γλώσσα μας «αγάπη», τη λέμε «έρωτα». Οταν αλλοτριώνεται η σχέση, αλλοτριώνεται (αναπόφευκτα) και η γλώσσα. Τότε λέμε «αγάπη» και εννοούμε συμπεριφορά, όχι την ύπαρξη ως σχέση. Εννοούμε αισθήματα «φιλαλληλίας», αλτρουισμού, όχι αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά. Λέμε «έρωτας» και εννοούμε σεξουαλική επιθυμία, όχι την έκπληξη και τη συναρπαγή από την ετερότητα του «άλλου» που την αποκαλύπτει μόνο η σχέση.
Η αγάπη νικάει τον χρόνο, γίνεται Ιστορία; Αν είναι η αγάπη ρεαλισμός γνησιότητας της σχέσης, γνησιότητας της ύπαρξης, μάλλον εκτοπίζει το ενδιαφέρον για διαιώνιση του εγώ. Εστω και ως άθλημα που είναι (γιατί η δυναμική της αγάπης «ατέλεστη τελειότητα», ποτέ δεν τελειούται), συνιστά μάλλον τη μοναδική εμπειρία υπαρκτικής πληρότητας. Και υπαρκτική πληρότητα θα πει ελευθερία από την υποταγή σε βιολογικές αναγκαιότητες, ελευθερία από τα ορμέμφυτα και τη μεζούρα τους: τον χρόνο. Αρα ελευθερία και από τη ναρκισσιστική αγωνία να απομνημειωθεί στην Ιστορία το ακοινώνητο εγώ. Δεν κρίνει η Ιστορία την υπαρκτική πληρότητα, την κρίνει η αγάπη. Γι’ αυτό και η Ιστορία «καταργηθήσεται», η αγάπη «ουδέποτε εκπίπτει». Εχει υπαρκτικό ρεαλισμό μια τέτοια ελπίδα.
Σήμερα ζούμε σε πολιτισμό, κοινό τρόπο βίου, όπου ο χρόνος (αυτή η σύμβαση) λογαριάζεται σταθερή βάση στόχων και προσδοκιών – πασχίζουμε να στεριώσουμε στόχους στο τίποτα. Τα εγώ που κυριαρχούν στη δημοσιότητα νομίζουμε ότι δαμάζουν και τον χρόνο, ότι «γράφουν Ιστορία». Σχεδόν δεν υπάρχουμε, βιώνουμε εντυπώσεις. Κεντρική ευχή στις κατ’ επίφασιν «γιορτές» μας (και κυρίως την Πρωτοχρονιά, στην αλλαγή της συμβατικής αρίθμησης του χρόνου) η φράση: «χρόνια πολλά με υγεία». Ευχή, η βιολογική διάρκεια με τελική ευθανασία. Οπτική για προηγμένα θηλαστικά παραιτημένα από το άθλημα της ελπίδας για την υπαρκτική πληρότητα, την αυθυπερβατική «σχέση», τον «όντως έρωτα».
Με μέτρο το ερώτημα: πώς νικιέται ο χρόνος, θα προκαλούσα τον αναγνώστη να κρίνει τις ατομικές και συλλογικές μας επιδιώξεις – πόσο πραγματικές ή πόσο ανυπόστατες είναι. Τι κυνηγάμε μέρα και νύχτα, με ξέφρενους ρυθμούς, άγχος, πανικό. Να κρίνει ο αναγνώστης όχι το καλό ή το κακό των επιδιώξεων, το ηθικό ή το ανήθικο, το δίκαιο ή το άδικο, αλλά μόνο το υπαρκτό ή το ανυπόστατο: Σε ό,τι εμφανίζεται σήμερα σαν πολιτική, σε ό,τι εμφανίζεται σαν πληροφόρηση, σαν ευζωία, ψυχαγωγία, εκσυγχρονισμός, μεταρρύθμιση, παιδεία, ακόμα και σαν εμπορική δοσοληψία, διαφήμιση προϊόντος, τραπεζικό δάνειο. Να κρίνει και να σταθμίσει, αν ζούμε πραγματικές σχέσεις υπαρκτών ανθρώπων με υπαρκτά πράγματα ή μήπως έχουμε συλλογικά περιπέσει σε ανεπίγνωστο ντρογκάρισμα, πάνδημη εξάρτηση από παραισθησιογόνα. Και λογαριάζουμε σαν υπαρκτά τα ανύπαρκτα, ονομάζουμε με ονόματα πραγματικών οντοτήτων ή πραγματικών ενεργημάτων τεχνουργήματα απάτης ή ανθρώπινες φιγούρες γυμνωμένες από όλα τα γνωρίσματα του πραγματικού ανθρώπου: ελευθερία, ευθύνη, αξιοπρέπεια, νοημοσύνη, αυτοσεβασμό, διακριτή και ενεργό ταυτότητα.
Να κρίνει και να σταθμίσει ο αναγνώστης μήπως τη μία και μοναδική ζωή μας την έχουμε εκχωρήσει να τη διαχειρίζονται απάνθρωποι φενακιστές της πολιτικής, της τηλεόρασης, του συνδικαλισμού, της διανόησης. Και εμείς εθελότυφλοι ευχόμαστε σήμερα: «Καλή χρονιά, χρόνια πολλά, με υγεία»!
Παραχαϊδεύουμε τα παιδιά μας τα Χριστούγεννα;
της Μαρτίν Λαρόνς
Μήπως παραχαϊδεύουμε τα παιδιά μας τα Χριστούγεννα; Ενώ η κρίση αναγκάζει τις οικογένειες να περιστείλουν τις δαπάνες τους, η ερώτηση μπορεί να μοιάζει άτοπη, ίσως και προκλητική. Κι όμως, σύμφωνα με μία έρευνα που δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο από την εταιρεία συμβούλων Ντελουάτ, οι Γάλλοι φέτος θα μειώσουν μεν τα δώρα προς τους φίλους τους, αλλά τα δώρα προς τα παιδιά τους δε θα επηρεαστούν από την κρίση.
«Τα Χριστούγεννα αποτελούν την κατ' εξοχήν γονική άσκηση», σημειώνει ο Πατρίς Ουέρ (Patrice Huerre) ψυχίατρος παιδιών και εφήβων στο νοσοκομείο Αντονί στο Ο-Ντε-Σεν. «Στις εξετάσεις μου βλέπω γονείς με πολύ περιορισμένα οικονομικά μέσα που για να ευχαριστήσουν τα παιδιά τους κάνουν δυσανάλογα ακριβά δώρα, φτάνοντας να υποθηκεύουν σοβαρά τα οικονομικά τους».
Το πρόβλημα φυσικά παρουσιάζεται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την κοινωνική κατηγορία: «για τους λιγότερο προνομιούχους, το ζήτημα τίθεται ως μια προσπάθεια να αντισταθμιστούν οι δυσκολίες όλης της χρονιάς, να νιώσουν τα παιδιά λίγη ευτυχία, να μην ξεχωρίζουν από τα άλλα παιδιά», συνεχίζει ο ψυχίατρος. «Στους πιο προνομιούχους, αυξάνει η σύγχυση μεταξύ της ποσότητας και της τιμής των δώρων και της πραγματικής τους αξίας, με όρους ανταπόκρισης στις προσδοκίες των παιδιών».
«Σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί ο ανταγωνισμός, ακόμα και τα συναισθήματα τείνουν να προσδιορίζονται στη βάση των υλικών αγαθών και της αξίας τους... Το παιδί τείνει να εκτιμά πόσο το υπολογίζουν οι γονείς του από τα δώρα που παίρνει, ενώ οι γονείς τείνουν να εκτιμούν την αξία των παιδιών τους με κριτήριο τις σχολικές τους επιδόσεις» εκτιμά ο Πατρίς Ουέρ.
Αυτή η «λογιστική των συναισθημάτων» όμως κρύβει τη δυσκολία των γονέων να εκφράσουν την αγάπη και την τρυφερότητά τους, αλλά και τις ενοχές τους για την ελλιπή τους διαθεσιμότητα. Τα δωμάτια των παιδιών είναι όλο και πιο γεμάτα με παιχνίδια, αλλά όλο και πιο άδεια από τη φυσική παρουσία των γονέων στη σχέση με τα παιδιά τους.
«Όποτε έχουμε υπερπροσφορά δώρων, αξίζει να αναρωτηθούμε γιατί συμβαίνει αυτό», τονίζει η κλινική ψυχολόγος Μπεατρίς Κοπέρ-Ρουαγιέ (Béatrice Copper-Royer). «Μήπως δυσκολευόμαστε να εκφραστούμε με λόγια, με χειρονομίες; Μήπως φοβόμαστε πως δεν είμαστε αρκετά διαθέσιμοι για τα παιδιά μας; Μήπως προσπαθούμε να "επισκευάσουμε" την προσωπική μας ιστορία και τα δικά μας Χριστούγεννα που δεν αντεπεξήρθαν στις προσδοκίες μας;»
Η θέση των παιδιών στις σύγχρονες κοινωνίες ισχυροποιείται διαρκώς. «Η αφθονία των δώρων μαρτυρεί πόσο μεγάλη είναι η επένδυση που γίνεται στα παιδιά», συνεχίζει η κ. Κοπέρ-Ρουαγιέ. «Ο συναισθηματικός δεσμός παιδιών-γονέων μοιάζει ακατάλυτος, ισχυρότατος, σε έναν κόσμο όπου οι συναισθηματικοί δεσμοί γίνονται όλο και ασταθέστεροι». Οι γονείς κατέχονται από ισχυρή επιθυμία να μην απογοητεύσουν τα παιδιά τους, να εξασφαλίσουν την αγάπη τους.
Αυτή όμως η επιθυμία να είναι οι γονείς αρεστοί, μπορεί να ανατρέψει τις οικογενειακές ισορροπίες. «Τα περισσότερα παιδιά συνειδητοποιούν πως τα Χριστούγεννα είναι μια έκτακτη περίοδος», εκτιμά και ο κλινικός ψυχολόγος Ντιντιέ Πλε (Didier Pleux). «Υπάρχουν όμως και τα λεγόμενα "παιδιά-τύραννοι", που θεωρούν πως τους οφείλεται να έχουν ό,τι επιθυμούν, ανά πάσα στιγμή». Σύμφωνα με τον Ντιντιέ Πλε συναντάμε όλο και συχνότερα τέτοια παιδιά, που έχουν στην κυριολεξία αναλάβει την εξουσία του σπιτιού τους. Στα πάρτι των γενεθλίων προσκαλούν όσο περισσότερα παιδιά μπορούν, όχι τόσο διότι επιθυμούν να τα συναντήσουν, όσο για να συλλέξουν περισσότερα δώρα. «Η έννοια του "άλλου" δέχεται πλήγματα», εκτιμά ο ψυχολόγος. «Χρειάζεται να αποκαταστήσουμε την έννοια της μοιρασιάς. Λέω συχνά στους γονείς να ζητήσουν από τα παιδιά τους να κάνουν κι αυτά από την πλευρά τους μικρά δώρα στα μέλη της οικογένειάς τους».
Τα γράμματα στον 'Αι-Βασίλη, που έχουν κι αυτά πέσει θύμα του μάρκετινγκ, μοιάζουν όλο και περισσότερο με καταλόγους παραγγελιών. «Φυσικά και θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τις επιθυμίες των παιδιών... Γιατί όμως να αρνηθούμε τη δυνατότητα του δώρου-έκπληξη, αφού πρώτα έχουμε λάβει υπόψη μας τα ενδιαφέροντα των παιδιών μας;», συνεχίζει ο Ντιντιέ Πλε.
Ο Πατρίς Ουέρ δεν παύει να τονίζει πόσο πολύτιμα είναι τα παιχνίδια που οδηγούν σε διαπροσωπικές σχέσεις, όπως τα επιτραπέζια ή τα είδη αθλοπαιδιών... «Αυτό που λείπει στα παιδιά δεν είναι τόσο τα παιχνίδια, αλλά το να παίζουν με μέλη της οικογένειάς τους». «Οι γονείς προσηλώνονται στα μαθήματα του σχολείου και παραβλέπουν το παιχνίδι», συνεχίζει ο ψυχίατρος. «Όμως λίγος καιρός παιχνιδιού με το παιδί μας εμπλουτίζει τη σχέση του με τη μάθηση, με τον κόσμο, με τους συνανθρώπους του».
Σημαίνει αυτό πως θα πρέπει να κάνουμε λιγότερα δώρα; «Το ζήτημα ασφαλώς δεν είναι να γίνουμε "στριμμένοι"... Μπορούμε όμως να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να ιεραρχούν τις επιλογές τους, να εκδηλώσουν τις πραγματικές τους επιθυμίες», εκτιμά η Μπεατρίς Κοπέρ-Ρουαγιέ. «Για τα μικρότερα παιδιά, αυτό σημαίνει ίσως συζητήσεις για τον οικογενειακό προϋπολογισμό και να τους ζητηθεί να επιλέξουν, μεταξύ π.χ. περισσότερων παιχνιδιών και λιγότερων διακοπών -ή το αντίθετο».
Ο ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Αλάν Μπρακονιέ (Alain Braconnier) υποστηρίζει πως θα πρέπει να εμπιστευόμαστε τα παιδιά. «Ακόμα κι αν κατακλύζουμε τα παιδιά μας με παιχνίδια, μέσα σε λίγο καιρό τα βλέπουμε πως επιλέγουν δύο-τρία που αντιστοιχούν πράγματι στο προσωπικό τους γούστο». Το σημαντικό, είναι να διατηρήσουμε τη «μαγεία» των Χριστουγέννων.
Μήπως παραχαϊδεύουμε τα παιδιά μας τα Χριστούγεννα; Ενώ η κρίση αναγκάζει τις οικογένειες να περιστείλουν τις δαπάνες τους, η ερώτηση μπορεί να μοιάζει άτοπη, ίσως και προκλητική. Κι όμως, σύμφωνα με μία έρευνα που δημοσιεύτηκε το Νοέμβριο από την εταιρεία συμβούλων Ντελουάτ, οι Γάλλοι φέτος θα μειώσουν μεν τα δώρα προς τους φίλους τους, αλλά τα δώρα προς τα παιδιά τους δε θα επηρεαστούν από την κρίση.
«Τα Χριστούγεννα αποτελούν την κατ' εξοχήν γονική άσκηση», σημειώνει ο Πατρίς Ουέρ (Patrice Huerre) ψυχίατρος παιδιών και εφήβων στο νοσοκομείο Αντονί στο Ο-Ντε-Σεν. «Στις εξετάσεις μου βλέπω γονείς με πολύ περιορισμένα οικονομικά μέσα που για να ευχαριστήσουν τα παιδιά τους κάνουν δυσανάλογα ακριβά δώρα, φτάνοντας να υποθηκεύουν σοβαρά τα οικονομικά τους».
Το πρόβλημα φυσικά παρουσιάζεται με διαφορετικό τρόπο ανάλογα με την κοινωνική κατηγορία: «για τους λιγότερο προνομιούχους, το ζήτημα τίθεται ως μια προσπάθεια να αντισταθμιστούν οι δυσκολίες όλης της χρονιάς, να νιώσουν τα παιδιά λίγη ευτυχία, να μην ξεχωρίζουν από τα άλλα παιδιά», συνεχίζει ο ψυχίατρος. «Στους πιο προνομιούχους, αυξάνει η σύγχυση μεταξύ της ποσότητας και της τιμής των δώρων και της πραγματικής τους αξίας, με όρους ανταπόκρισης στις προσδοκίες των παιδιών».
«Σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί ο ανταγωνισμός, ακόμα και τα συναισθήματα τείνουν να προσδιορίζονται στη βάση των υλικών αγαθών και της αξίας τους... Το παιδί τείνει να εκτιμά πόσο το υπολογίζουν οι γονείς του από τα δώρα που παίρνει, ενώ οι γονείς τείνουν να εκτιμούν την αξία των παιδιών τους με κριτήριο τις σχολικές τους επιδόσεις» εκτιμά ο Πατρίς Ουέρ.
Αυτή η «λογιστική των συναισθημάτων» όμως κρύβει τη δυσκολία των γονέων να εκφράσουν την αγάπη και την τρυφερότητά τους, αλλά και τις ενοχές τους για την ελλιπή τους διαθεσιμότητα. Τα δωμάτια των παιδιών είναι όλο και πιο γεμάτα με παιχνίδια, αλλά όλο και πιο άδεια από τη φυσική παρουσία των γονέων στη σχέση με τα παιδιά τους.
«Όποτε έχουμε υπερπροσφορά δώρων, αξίζει να αναρωτηθούμε γιατί συμβαίνει αυτό», τονίζει η κλινική ψυχολόγος Μπεατρίς Κοπέρ-Ρουαγιέ (Béatrice Copper-Royer). «Μήπως δυσκολευόμαστε να εκφραστούμε με λόγια, με χειρονομίες; Μήπως φοβόμαστε πως δεν είμαστε αρκετά διαθέσιμοι για τα παιδιά μας; Μήπως προσπαθούμε να "επισκευάσουμε" την προσωπική μας ιστορία και τα δικά μας Χριστούγεννα που δεν αντεπεξήρθαν στις προσδοκίες μας;»
Η θέση των παιδιών στις σύγχρονες κοινωνίες ισχυροποιείται διαρκώς. «Η αφθονία των δώρων μαρτυρεί πόσο μεγάλη είναι η επένδυση που γίνεται στα παιδιά», συνεχίζει η κ. Κοπέρ-Ρουαγιέ. «Ο συναισθηματικός δεσμός παιδιών-γονέων μοιάζει ακατάλυτος, ισχυρότατος, σε έναν κόσμο όπου οι συναισθηματικοί δεσμοί γίνονται όλο και ασταθέστεροι». Οι γονείς κατέχονται από ισχυρή επιθυμία να μην απογοητεύσουν τα παιδιά τους, να εξασφαλίσουν την αγάπη τους.
Αυτή όμως η επιθυμία να είναι οι γονείς αρεστοί, μπορεί να ανατρέψει τις οικογενειακές ισορροπίες. «Τα περισσότερα παιδιά συνειδητοποιούν πως τα Χριστούγεννα είναι μια έκτακτη περίοδος», εκτιμά και ο κλινικός ψυχολόγος Ντιντιέ Πλε (Didier Pleux). «Υπάρχουν όμως και τα λεγόμενα "παιδιά-τύραννοι", που θεωρούν πως τους οφείλεται να έχουν ό,τι επιθυμούν, ανά πάσα στιγμή». Σύμφωνα με τον Ντιντιέ Πλε συναντάμε όλο και συχνότερα τέτοια παιδιά, που έχουν στην κυριολεξία αναλάβει την εξουσία του σπιτιού τους. Στα πάρτι των γενεθλίων προσκαλούν όσο περισσότερα παιδιά μπορούν, όχι τόσο διότι επιθυμούν να τα συναντήσουν, όσο για να συλλέξουν περισσότερα δώρα. «Η έννοια του "άλλου" δέχεται πλήγματα», εκτιμά ο ψυχολόγος. «Χρειάζεται να αποκαταστήσουμε την έννοια της μοιρασιάς. Λέω συχνά στους γονείς να ζητήσουν από τα παιδιά τους να κάνουν κι αυτά από την πλευρά τους μικρά δώρα στα μέλη της οικογένειάς τους».
Τα γράμματα στον 'Αι-Βασίλη, που έχουν κι αυτά πέσει θύμα του μάρκετινγκ, μοιάζουν όλο και περισσότερο με καταλόγους παραγγελιών. «Φυσικά και θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τις επιθυμίες των παιδιών... Γιατί όμως να αρνηθούμε τη δυνατότητα του δώρου-έκπληξη, αφού πρώτα έχουμε λάβει υπόψη μας τα ενδιαφέροντα των παιδιών μας;», συνεχίζει ο Ντιντιέ Πλε.
Ο Πατρίς Ουέρ δεν παύει να τονίζει πόσο πολύτιμα είναι τα παιχνίδια που οδηγούν σε διαπροσωπικές σχέσεις, όπως τα επιτραπέζια ή τα είδη αθλοπαιδιών... «Αυτό που λείπει στα παιδιά δεν είναι τόσο τα παιχνίδια, αλλά το να παίζουν με μέλη της οικογένειάς τους». «Οι γονείς προσηλώνονται στα μαθήματα του σχολείου και παραβλέπουν το παιχνίδι», συνεχίζει ο ψυχίατρος. «Όμως λίγος καιρός παιχνιδιού με το παιδί μας εμπλουτίζει τη σχέση του με τη μάθηση, με τον κόσμο, με τους συνανθρώπους του».
Σημαίνει αυτό πως θα πρέπει να κάνουμε λιγότερα δώρα; «Το ζήτημα ασφαλώς δεν είναι να γίνουμε "στριμμένοι"... Μπορούμε όμως να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να ιεραρχούν τις επιλογές τους, να εκδηλώσουν τις πραγματικές τους επιθυμίες», εκτιμά η Μπεατρίς Κοπέρ-Ρουαγιέ. «Για τα μικρότερα παιδιά, αυτό σημαίνει ίσως συζητήσεις για τον οικογενειακό προϋπολογισμό και να τους ζητηθεί να επιλέξουν, μεταξύ π.χ. περισσότερων παιχνιδιών και λιγότερων διακοπών -ή το αντίθετο».
Ο ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Αλάν Μπρακονιέ (Alain Braconnier) υποστηρίζει πως θα πρέπει να εμπιστευόμαστε τα παιδιά. «Ακόμα κι αν κατακλύζουμε τα παιδιά μας με παιχνίδια, μέσα σε λίγο καιρό τα βλέπουμε πως επιλέγουν δύο-τρία που αντιστοιχούν πράγματι στο προσωπικό τους γούστο». Το σημαντικό, είναι να διατηρήσουμε τη «μαγεία» των Χριστουγέννων.
Το πανεπιστήμιο των κολλητών
του Θοδωρή Πελαγίδη
Φανταστείτε μια ευθεία γραμμή με δύο άκρα. Στο ένα άκρο αυτοί που ερευνούν και δημοσιεύουν, στο άλλο αυτοί που απλώς με τη συνδικαλιστική συσπείρωσή τους επιδιώκουν την ακαδημαϊκή τους ανέλιξη και τα ευρύτερα οφέλη του «ακαδημαϊκού τίτλου».
Οι πρώτοι αναλώνουν το χρόνο τους στην ερευνητική προσπάθεια και στην καλή διδασκαλία που απορρέει μόνο από αυτήν.
Οι δεύτεροι, μειωμένων προσόντων είναι σουλατσαδόροι των γραφείων. Κατανέμουν τον χρόνο τους αποκλειστικά σχεδόν στην αναζήτηση συμμαχιών, αλληλοεξυπηρετήσεων, εκβιασμών, αδιαφανών συμφωνιών. Ασταμάτητα, μέχρι να επιτύχουν τις καλύτερες δυνατές συμμαχίες στη βάση των προσωπικών τους συμφερόντων.
Η αξιοκρατία και η ακαδημαϊκή τάξη και συμπεριφορά χαρακτηρίζει τη μικρότερη σε αριθμό και ισχύ πρώτη ομάδα. Η αδιαφάνεια και η διαφθορά, την πολυάριθμη και ισχυρότερη δεύτερη.
Τώρα υποθέστε ότι ένας καλός καθηγητής δύναται (λέμε τώρα...) να εκλεγεί στο τμήμα και έχει να διαλέξει ένα από τα δύο άκρα.
Πρέπει να κατανοήσετε ότι θα διαλέξει την ομάδα εκείνη που θα του εξασφαλίσει την ακαδημαϊκή προαγωγή και όλα τα «καλά» της ήσυχης ακαδημαϊκής ζωής.
Το σύστημα, και γενικότερα όλο το θεσμικό περιβάλλον που το διαμορφώνει, θα τον οδηγήσει στο άκρο των μετρίων. Και σιγά-σιγά, πιθανώς θα τον αλλοτριώσει κιόλας με την πάροδο των ετών. 'Αλλωστε, θα χρειαστεί πολύ σθένος για να αντιδρά μια ζωή σε εκείνη την ισχυρή ομάδα που μετέρχεται αδίστακτα κάθε μέσο χωρίς ενοχές και χρησιμοποιεί όλο τον χρόνο για να δημιουργεί καθημερινή φθορά και προβλήματα στους άλλους...
Αυτό στην καλύτερη περίπτωση που ο δρόμος πρόσληψης είναι ανοικτός ή έστω υπάρχουν κάποια διόδια όπως «... θα σε εκλέξουμε αλλά εσύ θα κάνεις ένα, δύο, τρία... "δώρα" κ.λπ.». Συνήθως μπορεί να βρεθεί κάποιος καθηγητής από ένα πανεπιστήμιο του εξωτερικού όπως το «Ράτζερς», το ΜΙΤ, το Μπρίστολ, το Σαουθάμπτον μ' «ένα κάρο» δημοσιεύσεις και ετεροαναφορές στο έργο του, που έχει το θράσος να υποβάλει στην ανοικτή προκήρυξη θέσης, η οποία, εννοείται ότι είναι «φωτογραφία» από κάποιο άθλιο ελληνικό βιβλίο του «εσωτερικού συναδέλφου»...
Α... δυστυχώς ατύχησε ο ξενιστής! Προτεραιότητα έχει ο «ντόπιος» με το ανύπαρκτο έργο, τα σπασμένα αγγλικά, το «κοινωνικό έργο» και το «δημοκρατικό ήθος» (δηλαδή τη... «συνδικαλιστική δράση»).
Ο τρόπος είναι πάντα ο ίδιος: συγκροτείται μια στημένη επιτροπή που συντάσσει μια άθλια έκθεση η οποία βγάζει ένα αστείο πόρισμα που εξυμνεί τον εξωτερικό αλλά... δυστυχώς τον βγάζει εκτός γνωστικού αντικειμένου. Εκλέγεται ο «ντόπιος» (insider).
'Αλλωστε έχει την ψήφο του για την οποία ενδιαφέρονται οι πρόεδροι, οι διευθυντές και κυρίως οι διακομματικές πρυτανείες, οι οποίες μονίμως παρεμβαίνουν. Τι στο καλό, τόσα χρόνια οικοδομούνται οι σχέσεις, σφυρηλατούνται οι προσοδοθηρικές ομάδες, γίνονται οι αλληλοεξυπηρετήσεις...
Όλα μέχρι εδώ αφορούν ένα μέρος της «γενικής συνέλευσης» (ΓΣ). Το άλλο είναι οι φοιτητές. Σχεδόν 50% της ΓΣ (!).
Ένας σοβαρός υπουργός δεν έχει βρεθεί να καταργήσει αυτήν την αθλιότητα.
Σθεναρά αντιστέκονται όλοι, και ιδίως οι «εσωτερικοί τρόφιμοι-σουλατσαδόροι». Και όχι τυχαία!
Δείτε τι γίνεται: η συνδικαλιστική μαφία (μην σοκάρεστε από τον όρο, θα καταλάβετε στη συνέχεια), έχει στην κατοχή της τις ψήφους των φοιτητών. Τι διδάσκει η «ορθολογική επιλογή»; Διδάσκει ότι το κίνητρο που έχουν είναι να προχωρήσουν στην ανταλλαγή των ψήφων με οτιδήποτε διευκολύνει την αναπαραγωγή των ιδίων. Ωπ, εδώ υπάρχει «βαρέλι με χοιρινό λίπος» (pork-barrel politics), όπως θα έλεγε ένας καθηγητής «θετικής πολιτικής οικονομίας».
Η αδίστακτη φάρα των σουλατσαδόρων θα κοιτάξει να πουλήσει τους φοιτητικούς βαθμούς ώστε να κερδίσει ψήφους.
Ένα πολύ ωραίο εμπόριο ορθολογικών παικτών.
Η ομάδα φοιτητών που θα βρεθεί κάτω από την «παράταξη» θα περάσει με ευκολία τα μισά μαθήματα. Ακόμη και οι απλοί, ανυποψίαστοι φοιτητές θα έχουν ισχυρό κίνητρο να συνταχθούν στη συνδικαλιστική νεολαία. Οι δε συνδικαλιστές που διακρίνονται για τη δουλειά αυτή, προβιβάζονται σε υπαλλήλους του πανεπιστημίου -συνήθως στο ταμείο, στον λεγόμενο «ειδικό λογαριασμό» της διοίκησης, ο οποίος είναι γεμάτος από αργόσχολα και άχρηστα παιδιά καθηγητών (νεποτισμός), συγγενείς και πρώην συνδικαλιστές.
Όλοι λοιπόν αυτοί συγκροτούν μια ωραία, μεγάλη ομάδα/παρέα των κολλητών.
Να μην ξεχάσουμε όμως το πιο σημαντικό, την πιο ισχυρή κολλητική ουσία: το χρήμα.
Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση έχει αγριέψει και οι πόρτες έχουν κλείσει γιατί τα συμφέροντα έχουν μεγαλώσει από τα τεράστια έσοδα των «μεταπτυχιακών-μούφα». Ναι, «μούφα», άμα διδάσκουν αυτοί με τα «σπασμένα αγγλικά» και το «δημοκρατικό ήθος»: δέκα χιλιάδες ευρώ δίδακτρα το κεφάλι. Πενήντα ή εκατό οι μεταπτυχιακοί φοιτητές (έχουν κι αυτοί εκπροσώπηση στη ΓΣ) σε κάθε κύκλο. Πολλαπλασιασμό ξέρετε.
Τα χρήματα αυτά λιπαίνουν πολλές τρύπες, διαφθείρουν συνειδήσεις.
Η κυρίαρχη ομάδα των «σουλατσαδόρων» έχει αποκτήσει των έλεγχο των πόρων και κάνει το παιχνίδι πιο σκληρό. «Μόνον οι δικοί μας μπαίνουν». Ο ένας δίνει στον άλλο και πάει λέγοντας. Αδύνατο να βρεις άκρη από τις μικροσυμφωνίες, τις ανταλλαγές, τα μικρά εγκλήματα (μεταξύ τους).
Τώρα, σίγουρα θα νομίσετε ότι είμαι κάποιος ριγμένος, δυσαρεστημένος, οργισμένος, τύπος, τέλος πάντων έχω κάποιου είδους εμμονή ή προκατάληψη. Πιθανόν. Πάντως, έγινα χωρίς ταλαιπωρίες τακτικός καθηγητής 39 χρονών. Λατρεύω την έρευνα και την ενασχόληση με τις ιδέες και είμαι ευτυχής που είμαι ακαδημαϊκός, δηλαδή δεν έχω απωθημένα. Να σας πω επίσης ότι στο τέλος, κι εμένα με βολεύει αυτή η κατάσταση, έστω βραχυχρονίως. Καταλήγω να κάνω μόνο τα εντελώς απαραίτητα, διοικητικά, κλπ. Όμως, χάνει η κοινωνία, οι οικογένειες, τα παιδιά. Το δε σύστημα αναπαράγει τον εαυτό του.
Να σας πω επίσης ότι η μικρή ομάδα των πραγματικών ακαδημαϊκών που έχει με πολύ κόπο τρυπώσει στο σύστημα από το εξωτερικό τα τελευταία χρόνια είναι συνήθως καταπληκτικής ποιότητας, διεθνούς επιπέδου (δεν έχετε με μια ματιά στο διαδίκτυο να δείτε τα βιογραφικά τού καθενός), αλλά δυστυχώς όλοι ταλαιπωρούνται από το προσοδοθηρικό, αναχρονιστικό, άθλιο πλαίσιο που κανείς πολιτικός δεν τολμά να αγγίξει. Επίσης, να πω ότι υπάρχουν και λίγα τμήματα, τουλάχιστον στη δική μου επιστήμη, κορυφαία (!), που αδικούνται κατάφωρα από τη γενική εικόνα.
Βασανιστικά ερωτήματα δημιουργούνται:
Γιατί δεν αντιγράφουμε το θεσμικό πλαίσιο των καλύτερων πανεπιστημίων διεθνώς;
Γιατί δεν εφαρμόζουμε την ακαδημαϊκή αξιολόγηση άμεσα;
Γιατί δεν στέλνουμε στα σπίτια των οικογενειών των υποψηφίων φοιτητών, μαζί με το μηχανογραφικό, και μια λίστα με την αξιολόγηση των τμημάτων;
Γιατί δεν μισθοδοτούμε τους καθηγητές κατευθείαν από τα ιδρύματα κι όχι από το κράτος;
Γιατί δεν απελευθερώνουμε το πανεπιστήμιο από τα κρατικά δεσμά των αστείων, δημοσιοϋπαλληλικών διατάξεων και των προσοδοθηρικών διακομματικών ομάδων και δεν τα μετατρέπουμε σε μη-κερδοσκοπικά δημόσιου συμφέροντος ιδρύματα σε μια ανταγωνιστική και διαφανή, αποκλειστικά δημόσια αγορά;
Μετά από όλα αυτά, καταλάβατε γιατί στις διεθνείς λίστες αξιολόγησης τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι χαμένα σε βαθύ πηγάδι...
Φανταστείτε μια ευθεία γραμμή με δύο άκρα. Στο ένα άκρο αυτοί που ερευνούν και δημοσιεύουν, στο άλλο αυτοί που απλώς με τη συνδικαλιστική συσπείρωσή τους επιδιώκουν την ακαδημαϊκή τους ανέλιξη και τα ευρύτερα οφέλη του «ακαδημαϊκού τίτλου».
Οι πρώτοι αναλώνουν το χρόνο τους στην ερευνητική προσπάθεια και στην καλή διδασκαλία που απορρέει μόνο από αυτήν.
Οι δεύτεροι, μειωμένων προσόντων είναι σουλατσαδόροι των γραφείων. Κατανέμουν τον χρόνο τους αποκλειστικά σχεδόν στην αναζήτηση συμμαχιών, αλληλοεξυπηρετήσεων, εκβιασμών, αδιαφανών συμφωνιών. Ασταμάτητα, μέχρι να επιτύχουν τις καλύτερες δυνατές συμμαχίες στη βάση των προσωπικών τους συμφερόντων.
Η αξιοκρατία και η ακαδημαϊκή τάξη και συμπεριφορά χαρακτηρίζει τη μικρότερη σε αριθμό και ισχύ πρώτη ομάδα. Η αδιαφάνεια και η διαφθορά, την πολυάριθμη και ισχυρότερη δεύτερη.
Τώρα υποθέστε ότι ένας καλός καθηγητής δύναται (λέμε τώρα...) να εκλεγεί στο τμήμα και έχει να διαλέξει ένα από τα δύο άκρα.
Πρέπει να κατανοήσετε ότι θα διαλέξει την ομάδα εκείνη που θα του εξασφαλίσει την ακαδημαϊκή προαγωγή και όλα τα «καλά» της ήσυχης ακαδημαϊκής ζωής.
Το σύστημα, και γενικότερα όλο το θεσμικό περιβάλλον που το διαμορφώνει, θα τον οδηγήσει στο άκρο των μετρίων. Και σιγά-σιγά, πιθανώς θα τον αλλοτριώσει κιόλας με την πάροδο των ετών. 'Αλλωστε, θα χρειαστεί πολύ σθένος για να αντιδρά μια ζωή σε εκείνη την ισχυρή ομάδα που μετέρχεται αδίστακτα κάθε μέσο χωρίς ενοχές και χρησιμοποιεί όλο τον χρόνο για να δημιουργεί καθημερινή φθορά και προβλήματα στους άλλους...
Αυτό στην καλύτερη περίπτωση που ο δρόμος πρόσληψης είναι ανοικτός ή έστω υπάρχουν κάποια διόδια όπως «... θα σε εκλέξουμε αλλά εσύ θα κάνεις ένα, δύο, τρία... "δώρα" κ.λπ.». Συνήθως μπορεί να βρεθεί κάποιος καθηγητής από ένα πανεπιστήμιο του εξωτερικού όπως το «Ράτζερς», το ΜΙΤ, το Μπρίστολ, το Σαουθάμπτον μ' «ένα κάρο» δημοσιεύσεις και ετεροαναφορές στο έργο του, που έχει το θράσος να υποβάλει στην ανοικτή προκήρυξη θέσης, η οποία, εννοείται ότι είναι «φωτογραφία» από κάποιο άθλιο ελληνικό βιβλίο του «εσωτερικού συναδέλφου»...
Α... δυστυχώς ατύχησε ο ξενιστής! Προτεραιότητα έχει ο «ντόπιος» με το ανύπαρκτο έργο, τα σπασμένα αγγλικά, το «κοινωνικό έργο» και το «δημοκρατικό ήθος» (δηλαδή τη... «συνδικαλιστική δράση»).
Ο τρόπος είναι πάντα ο ίδιος: συγκροτείται μια στημένη επιτροπή που συντάσσει μια άθλια έκθεση η οποία βγάζει ένα αστείο πόρισμα που εξυμνεί τον εξωτερικό αλλά... δυστυχώς τον βγάζει εκτός γνωστικού αντικειμένου. Εκλέγεται ο «ντόπιος» (insider).
'Αλλωστε έχει την ψήφο του για την οποία ενδιαφέρονται οι πρόεδροι, οι διευθυντές και κυρίως οι διακομματικές πρυτανείες, οι οποίες μονίμως παρεμβαίνουν. Τι στο καλό, τόσα χρόνια οικοδομούνται οι σχέσεις, σφυρηλατούνται οι προσοδοθηρικές ομάδες, γίνονται οι αλληλοεξυπηρετήσεις...
Όλα μέχρι εδώ αφορούν ένα μέρος της «γενικής συνέλευσης» (ΓΣ). Το άλλο είναι οι φοιτητές. Σχεδόν 50% της ΓΣ (!).
Ένας σοβαρός υπουργός δεν έχει βρεθεί να καταργήσει αυτήν την αθλιότητα.
Σθεναρά αντιστέκονται όλοι, και ιδίως οι «εσωτερικοί τρόφιμοι-σουλατσαδόροι». Και όχι τυχαία!
Δείτε τι γίνεται: η συνδικαλιστική μαφία (μην σοκάρεστε από τον όρο, θα καταλάβετε στη συνέχεια), έχει στην κατοχή της τις ψήφους των φοιτητών. Τι διδάσκει η «ορθολογική επιλογή»; Διδάσκει ότι το κίνητρο που έχουν είναι να προχωρήσουν στην ανταλλαγή των ψήφων με οτιδήποτε διευκολύνει την αναπαραγωγή των ιδίων. Ωπ, εδώ υπάρχει «βαρέλι με χοιρινό λίπος» (pork-barrel politics), όπως θα έλεγε ένας καθηγητής «θετικής πολιτικής οικονομίας».
Η αδίστακτη φάρα των σουλατσαδόρων θα κοιτάξει να πουλήσει τους φοιτητικούς βαθμούς ώστε να κερδίσει ψήφους.
Ένα πολύ ωραίο εμπόριο ορθολογικών παικτών.
Η ομάδα φοιτητών που θα βρεθεί κάτω από την «παράταξη» θα περάσει με ευκολία τα μισά μαθήματα. Ακόμη και οι απλοί, ανυποψίαστοι φοιτητές θα έχουν ισχυρό κίνητρο να συνταχθούν στη συνδικαλιστική νεολαία. Οι δε συνδικαλιστές που διακρίνονται για τη δουλειά αυτή, προβιβάζονται σε υπαλλήλους του πανεπιστημίου -συνήθως στο ταμείο, στον λεγόμενο «ειδικό λογαριασμό» της διοίκησης, ο οποίος είναι γεμάτος από αργόσχολα και άχρηστα παιδιά καθηγητών (νεποτισμός), συγγενείς και πρώην συνδικαλιστές.
Όλοι λοιπόν αυτοί συγκροτούν μια ωραία, μεγάλη ομάδα/παρέα των κολλητών.
Να μην ξεχάσουμε όμως το πιο σημαντικό, την πιο ισχυρή κολλητική ουσία: το χρήμα.
Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση έχει αγριέψει και οι πόρτες έχουν κλείσει γιατί τα συμφέροντα έχουν μεγαλώσει από τα τεράστια έσοδα των «μεταπτυχιακών-μούφα». Ναι, «μούφα», άμα διδάσκουν αυτοί με τα «σπασμένα αγγλικά» και το «δημοκρατικό ήθος»: δέκα χιλιάδες ευρώ δίδακτρα το κεφάλι. Πενήντα ή εκατό οι μεταπτυχιακοί φοιτητές (έχουν κι αυτοί εκπροσώπηση στη ΓΣ) σε κάθε κύκλο. Πολλαπλασιασμό ξέρετε.
Τα χρήματα αυτά λιπαίνουν πολλές τρύπες, διαφθείρουν συνειδήσεις.
Η κυρίαρχη ομάδα των «σουλατσαδόρων» έχει αποκτήσει των έλεγχο των πόρων και κάνει το παιχνίδι πιο σκληρό. «Μόνον οι δικοί μας μπαίνουν». Ο ένας δίνει στον άλλο και πάει λέγοντας. Αδύνατο να βρεις άκρη από τις μικροσυμφωνίες, τις ανταλλαγές, τα μικρά εγκλήματα (μεταξύ τους).
Τώρα, σίγουρα θα νομίσετε ότι είμαι κάποιος ριγμένος, δυσαρεστημένος, οργισμένος, τύπος, τέλος πάντων έχω κάποιου είδους εμμονή ή προκατάληψη. Πιθανόν. Πάντως, έγινα χωρίς ταλαιπωρίες τακτικός καθηγητής 39 χρονών. Λατρεύω την έρευνα και την ενασχόληση με τις ιδέες και είμαι ευτυχής που είμαι ακαδημαϊκός, δηλαδή δεν έχω απωθημένα. Να σας πω επίσης ότι στο τέλος, κι εμένα με βολεύει αυτή η κατάσταση, έστω βραχυχρονίως. Καταλήγω να κάνω μόνο τα εντελώς απαραίτητα, διοικητικά, κλπ. Όμως, χάνει η κοινωνία, οι οικογένειες, τα παιδιά. Το δε σύστημα αναπαράγει τον εαυτό του.
Να σας πω επίσης ότι η μικρή ομάδα των πραγματικών ακαδημαϊκών που έχει με πολύ κόπο τρυπώσει στο σύστημα από το εξωτερικό τα τελευταία χρόνια είναι συνήθως καταπληκτικής ποιότητας, διεθνούς επιπέδου (δεν έχετε με μια ματιά στο διαδίκτυο να δείτε τα βιογραφικά τού καθενός), αλλά δυστυχώς όλοι ταλαιπωρούνται από το προσοδοθηρικό, αναχρονιστικό, άθλιο πλαίσιο που κανείς πολιτικός δεν τολμά να αγγίξει. Επίσης, να πω ότι υπάρχουν και λίγα τμήματα, τουλάχιστον στη δική μου επιστήμη, κορυφαία (!), που αδικούνται κατάφωρα από τη γενική εικόνα.
Βασανιστικά ερωτήματα δημιουργούνται:
Γιατί δεν αντιγράφουμε το θεσμικό πλαίσιο των καλύτερων πανεπιστημίων διεθνώς;
Γιατί δεν εφαρμόζουμε την ακαδημαϊκή αξιολόγηση άμεσα;
Γιατί δεν στέλνουμε στα σπίτια των οικογενειών των υποψηφίων φοιτητών, μαζί με το μηχανογραφικό, και μια λίστα με την αξιολόγηση των τμημάτων;
Γιατί δεν μισθοδοτούμε τους καθηγητές κατευθείαν από τα ιδρύματα κι όχι από το κράτος;
Γιατί δεν απελευθερώνουμε το πανεπιστήμιο από τα κρατικά δεσμά των αστείων, δημοσιοϋπαλληλικών διατάξεων και των προσοδοθηρικών διακομματικών ομάδων και δεν τα μετατρέπουμε σε μη-κερδοσκοπικά δημόσιου συμφέροντος ιδρύματα σε μια ανταγωνιστική και διαφανή, αποκλειστικά δημόσια αγορά;
Μετά από όλα αυτά, καταλάβατε γιατί στις διεθνείς λίστες αξιολόγησης τα ελληνικά πανεπιστήμια είναι χαμένα σε βαθύ πηγάδι...
Οι δύο 'Αι-Βασίληδες
του Θανάση Δρίτσα
Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς του 22... στην πρωτεύουσα της Γραικίας Αθήνα. Η Γραικία ήταν μια πολύ γνωστή οθωμανική επαρχία της νότιας Ευρώπης που την επισκέπτονταν πάρα πολλοί τουρίστες. Οι κάτοικοι της Γραικίας είχαν πρόσφατα διαπιστώσει ότι η προ τετρακοσίων ετών υποτιθέμενη απελευθέρωση από τους Οθωμανούς παρέμενε καθαρή φαντασίωση, αφού οι πολίτες της Γραικίας στο μυαλό και στην ψυχή ήσαν ακόμη δέσμιοι του οθωμανικού νόμου.
Το κρύο και η παγωνιά έφτασαν στην άθεη πόλη μετά τις φωτιές και την καταστροφή που άφησε πίσω της η καθιερωμένη εξέγερση της νεολαίας, στις αρχές του Δεκέμβρη. Στην πλατεία Συντάγματος είχε ρίξει το προηγούμενο βράδυ κουβάδες χιόνι και το απόγευμα της παραμονής το χιόνι έμοιαζε καλοστρωμένο να έχει κιόλας ξεπεράσει το μισό μέτρο. Κοντά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη συναντιούνται εντελώς τυχαία δύο βιαστικές φιγούρες, δύο εντελώς διαφορετικοί αγιο-Βασίληδες.
Ο ένας είναι ο παχύσαρκος χοντρο-Σάντα και είναι ντυμένος με κόκκινη στολή, ζώνη, γυαλιστερές μπότες και μάλλινο σκούφο. Όλα τα ρούχα του έχουν πάνω τους τη σφραγίδα γνωστών οίκων μόδας -ακόμη και στη στολή του φέρνει χαραγμένα υποχρεωτικά τα λογότυπα των εταιρειών που είναι χορηγοί στο ταξίδι του.
Χρησιμοποιεί άψογα το internet, μπαίνει στο Google Earth με τον φορητό υπολογιστή του για να μαθαίνει συνέχεια τη θέση στον παγκόσμιο χάρτη, στα ταξίδια του ακούει μουσική από το iPod του. Μετακινείται με όχημα που σχεδίασε ειδικά για εκείνον η NASA. Φέρνει δώρα στα παιδιά μόνο εφόσον οι γονείς τους είναι συνδρομητές στο πρόγραμμα «Santa», το οποίο προβλέπει ετήσια δόση του ύψους των 10,000 ευρώ. Αλλά αυτή τη λεπτομέρεια δεν τη μαθαίνουν ποτέ τα παιδιά.
Τα παιδιά δεν παίρνουν δώρο από τον χοντρο-Σάντα αν οι γονείς δεν είναι κάτοχοι της προ-πληρωμένης πιστωτικής κάρτας ACP (a christmas present). Ο Σάντα παίρνει ποσοστό 10% από τις κατασκευάστριες εταιρείες για το κάθε δώρο που δωρίζει και αποφεύγει συστηματικά να λέει τη λέξη «χαρίζω».
Όταν λέει «δωρίζει» εννοεί γενικά ότι πουλάει και αγοράζει σε καλή τιμή. Απόψε θα μοιράσει δώρα στα παιδιά και τους αρρώστους των νοσοκομείων «υγεία-marfin», «ιατρικό κέντρο Αθηνών» και «Ιασώ-general».
Την αποψινή βραδιά στο φιλανθρωπικό του έργο θα τον συνοδέψει ο ίδιος ο υπουργός υγείας της χώρας κ. Τίποτας -και όλες οι κάμερες των ραδιοτηλεοπτικών μέσων της πόλης θα είναι εκεί.
Ο άλλος 'Αι-Βασίλης ή απλά Βασίλης, έμοιαζε κουρελής και ρακένδυτος με όψη ζητιάνου και κρατούσε στα χέρια του ένα μπαλωμένο σάκο που είχε μέσα πολύ λίγα πράγματα: λάδι, αγιασμό, βασιλικό, ένα μπουκαλάκι με φάρμακο, ένα κερί για να βλέπει στα παγωμένα σκοτάδια και μια βασιλόπιτα με φλουρί.
Αυτός ο Βασίλης δεν επισκεπτόταν τις αγορές και τα παλάτια με τα μεγάλα φώτα, δεν προτιμούσε τις μεγάλες πόλεις με τους θορύβους και τα πολυτελή αυτοκίνητα.
Θα τον έβρισκες να ταξιδεύει συχνά (κανείς δεν ήξερε επίσης με τι μέσο ταξιδεύει) στην πεινασμένη Νότιο Αμερική, στις μίζερες γειτονιές του Μπαγκλαντές, στα ορυχεία διαμαντιών του Κονγκό. Εκεί που οι φιλότιμοι φτωχοί μοιράζουν το λίγο ψωμί τους, δηλαδή τα μικρά τίποτα.
Δεν μιλάει πολύ, είναι τόσο αδύνατος ώστε όταν περπατάει ακούγεται ο θόρυβος που κάνουν τα κόκαλά του. Οι λιγοστοί φίλοι του τον φώναζαν «ακτινογραφία» για να δείξουν πόσο αδύνατος ήταν. Απόψε είχε βάλει στο πρόγραμμά του να επισκεφτεί αρρώστους στο «γενικό κρατικό νοσοκομείο» της Νίκαιας και το νοσοκομείο της Αγίας Βαρβάρας.
Ο χοντρο-Σάντα κόντεψε να πάθει ανακοπή καρδιάς όταν κατά τη διάρκεια της σύντομης συνάντησής τους του είπε ο κακόμοιρος ζητιάνος ότι είναι γιατρός, πως είναι ο 'Αγιος Βασίλης, που μοιράζει δώρα στα παιδιά και θεραπείες στους αρρώστους την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
Ο Σάντα του απάντησε εκνευρισμένος ότι είναι ένας κοινός απατεώνας που προσπαθεί να τον μιμηθεί και είναι αδύνατον ένας γιατρός να έχει εμφάνιση ζητιάνου: πραγματικά ήταν κάτι απίστευτο, γιατί όλοι οι γιατροί της Γραικίας που ήξερε ο Σάντα είχαν τουλάχιστον ένα σκάφος αναψυχής και πολλά πολυτελή σπίτια στα βόρεια της Αθήνας. Του είπε ότι θα καλέσει την αστυνομία άμεσα για να τον συλλάβει. Ο Βασίλης τού απάντησε ότι θα καταλάβει καλύτερα τι συμβαίνει στον κόσμο αν καθαρίσει το μυαλό και το σώμα του από τα πολλά λιπαρά.
Ο Σάντα προσπάθησε να τον σταματήσει με το σώμα του. Αδιάφορος ο Βασίλης προχώρησε χωρίς να χάνει τον χρόνο του σε περιττές κουβέντες -και χάθηκε σαν φάντασμα μέσα στη νύχτα και το χιόνι.
Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς του 22... στην πρωτεύουσα της Γραικίας Αθήνα. Η Γραικία ήταν μια πολύ γνωστή οθωμανική επαρχία της νότιας Ευρώπης που την επισκέπτονταν πάρα πολλοί τουρίστες. Οι κάτοικοι της Γραικίας είχαν πρόσφατα διαπιστώσει ότι η προ τετρακοσίων ετών υποτιθέμενη απελευθέρωση από τους Οθωμανούς παρέμενε καθαρή φαντασίωση, αφού οι πολίτες της Γραικίας στο μυαλό και στην ψυχή ήσαν ακόμη δέσμιοι του οθωμανικού νόμου.
Το κρύο και η παγωνιά έφτασαν στην άθεη πόλη μετά τις φωτιές και την καταστροφή που άφησε πίσω της η καθιερωμένη εξέγερση της νεολαίας, στις αρχές του Δεκέμβρη. Στην πλατεία Συντάγματος είχε ρίξει το προηγούμενο βράδυ κουβάδες χιόνι και το απόγευμα της παραμονής το χιόνι έμοιαζε καλοστρωμένο να έχει κιόλας ξεπεράσει το μισό μέτρο. Κοντά στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη συναντιούνται εντελώς τυχαία δύο βιαστικές φιγούρες, δύο εντελώς διαφορετικοί αγιο-Βασίληδες.
Ο ένας είναι ο παχύσαρκος χοντρο-Σάντα και είναι ντυμένος με κόκκινη στολή, ζώνη, γυαλιστερές μπότες και μάλλινο σκούφο. Όλα τα ρούχα του έχουν πάνω τους τη σφραγίδα γνωστών οίκων μόδας -ακόμη και στη στολή του φέρνει χαραγμένα υποχρεωτικά τα λογότυπα των εταιρειών που είναι χορηγοί στο ταξίδι του.
Χρησιμοποιεί άψογα το internet, μπαίνει στο Google Earth με τον φορητό υπολογιστή του για να μαθαίνει συνέχεια τη θέση στον παγκόσμιο χάρτη, στα ταξίδια του ακούει μουσική από το iPod του. Μετακινείται με όχημα που σχεδίασε ειδικά για εκείνον η NASA. Φέρνει δώρα στα παιδιά μόνο εφόσον οι γονείς τους είναι συνδρομητές στο πρόγραμμα «Santa», το οποίο προβλέπει ετήσια δόση του ύψους των 10,000 ευρώ. Αλλά αυτή τη λεπτομέρεια δεν τη μαθαίνουν ποτέ τα παιδιά.
Τα παιδιά δεν παίρνουν δώρο από τον χοντρο-Σάντα αν οι γονείς δεν είναι κάτοχοι της προ-πληρωμένης πιστωτικής κάρτας ACP (a christmas present). Ο Σάντα παίρνει ποσοστό 10% από τις κατασκευάστριες εταιρείες για το κάθε δώρο που δωρίζει και αποφεύγει συστηματικά να λέει τη λέξη «χαρίζω».
Όταν λέει «δωρίζει» εννοεί γενικά ότι πουλάει και αγοράζει σε καλή τιμή. Απόψε θα μοιράσει δώρα στα παιδιά και τους αρρώστους των νοσοκομείων «υγεία-marfin», «ιατρικό κέντρο Αθηνών» και «Ιασώ-general».
Την αποψινή βραδιά στο φιλανθρωπικό του έργο θα τον συνοδέψει ο ίδιος ο υπουργός υγείας της χώρας κ. Τίποτας -και όλες οι κάμερες των ραδιοτηλεοπτικών μέσων της πόλης θα είναι εκεί.
Ο άλλος 'Αι-Βασίλης ή απλά Βασίλης, έμοιαζε κουρελής και ρακένδυτος με όψη ζητιάνου και κρατούσε στα χέρια του ένα μπαλωμένο σάκο που είχε μέσα πολύ λίγα πράγματα: λάδι, αγιασμό, βασιλικό, ένα μπουκαλάκι με φάρμακο, ένα κερί για να βλέπει στα παγωμένα σκοτάδια και μια βασιλόπιτα με φλουρί.
Αυτός ο Βασίλης δεν επισκεπτόταν τις αγορές και τα παλάτια με τα μεγάλα φώτα, δεν προτιμούσε τις μεγάλες πόλεις με τους θορύβους και τα πολυτελή αυτοκίνητα.
Θα τον έβρισκες να ταξιδεύει συχνά (κανείς δεν ήξερε επίσης με τι μέσο ταξιδεύει) στην πεινασμένη Νότιο Αμερική, στις μίζερες γειτονιές του Μπαγκλαντές, στα ορυχεία διαμαντιών του Κονγκό. Εκεί που οι φιλότιμοι φτωχοί μοιράζουν το λίγο ψωμί τους, δηλαδή τα μικρά τίποτα.
Δεν μιλάει πολύ, είναι τόσο αδύνατος ώστε όταν περπατάει ακούγεται ο θόρυβος που κάνουν τα κόκαλά του. Οι λιγοστοί φίλοι του τον φώναζαν «ακτινογραφία» για να δείξουν πόσο αδύνατος ήταν. Απόψε είχε βάλει στο πρόγραμμά του να επισκεφτεί αρρώστους στο «γενικό κρατικό νοσοκομείο» της Νίκαιας και το νοσοκομείο της Αγίας Βαρβάρας.
Ο χοντρο-Σάντα κόντεψε να πάθει ανακοπή καρδιάς όταν κατά τη διάρκεια της σύντομης συνάντησής τους του είπε ο κακόμοιρος ζητιάνος ότι είναι γιατρός, πως είναι ο 'Αγιος Βασίλης, που μοιράζει δώρα στα παιδιά και θεραπείες στους αρρώστους την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
Ο Σάντα του απάντησε εκνευρισμένος ότι είναι ένας κοινός απατεώνας που προσπαθεί να τον μιμηθεί και είναι αδύνατον ένας γιατρός να έχει εμφάνιση ζητιάνου: πραγματικά ήταν κάτι απίστευτο, γιατί όλοι οι γιατροί της Γραικίας που ήξερε ο Σάντα είχαν τουλάχιστον ένα σκάφος αναψυχής και πολλά πολυτελή σπίτια στα βόρεια της Αθήνας. Του είπε ότι θα καλέσει την αστυνομία άμεσα για να τον συλλάβει. Ο Βασίλης τού απάντησε ότι θα καταλάβει καλύτερα τι συμβαίνει στον κόσμο αν καθαρίσει το μυαλό και το σώμα του από τα πολλά λιπαρά.
Ο Σάντα προσπάθησε να τον σταματήσει με το σώμα του. Αδιάφορος ο Βασίλης προχώρησε χωρίς να χάνει τον χρόνο του σε περιττές κουβέντες -και χάθηκε σαν φάντασμα μέσα στη νύχτα και το χιόνι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)