Posted by Little Prince
(Εισαγωγή από το βιβλίο του David Bohm: Wholeness and the Implicate Order)
Αυτό το βιβλίο είναι μια συλλογή δοκιμίων (Δείτε ευχαριστίες) που αντιπροσωπεύουν την ανάπτυξη της σκέψης μου τα τελευταία είκοσι χρόνια. Μια σύντομη εισαγωγή θα ήταν ίσως χρήσιμη με σκοπό να δείξει ποιες είναι οι κύριες ερωτήσεις που πρόκειται να συζητηθούν και πώς αυτές συνδέονται.
Θα έλεγα πως στην επιστημονική και φιλοσοφική μου εργασία, το κύριο ενδιαφέρον μου ήταν σχετικά με την κατανόηση της φύσης της πραγματικότητας γενικά και της συνείδησης ειδικότερα σαν ένα συνεπές σύνολο, που δεν είναι ποτέ στατικό ή πλήρες, αλλά που είναι μια ατέλειωτη διαδικασία κίνησης και ξεδιπλώματος (unfoldment). Έτσι, όταν κοιτάζω πίσω, βλέπω ότι ακόμη και ως παιδί με είχε συνεπάρει ο γρίφος της φύσης της κίνησης. Οποτεδήποτε κάποιος σκέφτεται κάτι, αυτό φαίνεται να γίνεται αντιληπτό είτε σαν στατικό ή σαν μια σειρά στατικών εικόνων. Ωστόσο, στην πραγματική εμπειρία της κίνησης, κάποιος αντιλαμβάνεται μια συνεχή, αδιάσπαστη διαδικασία ροής, με την οποία η σειρά των στατικών εικόνων στη σκέψη σχετίζεται όπως μια σειρά ‘ακίνητων’ φωτογραφιών μπορεί να συσχετιστεί με την πραγματικότητα ενός κινούμενου αυτοκινήτου. Αυτή η ερώτηση τέθηκε φιλοσοφικά στην ουσία πριν από περισσότερα από 2000 χρόνια στα παράδοξα του Ζήνωνα· αλλά ακόμη, δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια ικανοποιητική απάντηση.
Ύστερα έρχεται η ερώτηση ποια είναι η σχέση ανάμεσα στη σκέψη και στην πραγματικότητα. Όπως δείχνει η επισταμένη προσοχή, η σκέψη μόνη της είναι μια διαδικασία κίνησης. Δηλαδή, κάποιος μπορεί να νιώσει μια αίσθηση ροής στο ‘ρεύμα της συνείδησης’ όχι διαφορετική από την αίσθηση της ροής στην κίνηση της ύλης γενικότερα. Δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί η σκέψη σαν μέρος της πραγματικότητας στο σύνολο; Αλλά τότε, τι θα σήμαινε ένα μέρος της πραγματικότητας να ‘γνωρίζει’ ένα άλλο, και σε τι βαθμό θα ήταν αυτό εφικτό; Άραγε το περιεχόμενο της συνείδησης μας δίνει απλά αφηρημένα και απλουστευμένα ‘στιγμιότυπα’ της πραγματικότητας, ή μπορεί να προχωρήσει παραπέρα, να συλλάβει με κάποιον τρόπο την ουσία της ζωντανής κίνησης που αντιλαμβανόμαστε στην πραγματική εμπειρία;
Είναι φανερό ότι καθώς συλλογιζόμαστε τη φύση της κίνησης, τόσο στη σκέψη όσο και σχετικά με το αντικείμενο της σκέψης, ερχόμαστε αναπόφευκτα στο ερώτημα της ολότητας. Η έννοια ότι αυτός που σκέφτεται (το Εγώ) είναι τελείως ξεχωριστός και ανεξάρτητος από την πραγματικότητα που σκέφτεται είναι βέβαια ενσωματωμένη στην παράδοσή μας. (Αυτή η έννοια είναι καθολικά αποδεκτή στη Δύση, αλλά στην Ανατολή υπάρχει μια γενική τάση άρνησής της λεκτικά και φιλοσοφικά ενώ την ίδια στιγμή η ίδια προσέγγιση διαπερνάει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής και της καθημερινότητας όπως και στη Δύση). Η γενική εμπειρία σαν και αυτή που μόλις περιγράφηκε, μαζί με την άφθονη σύγχρονη επιστημονική γνώση σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία του εγκεφάλου σαν έδρα της σκέψης, υποδεικνύουν σε μεγάλο βαθμό ότι μια τέτοια διάκριση δεν μπορεί να στηριχτεί. Αλλά αυτό μας φέρνει αντιμέτωπους με μια πολύ δύσκολη πρόκληση: Πώς θα σκεφτούμε με συνέπεια μια μοναδική, αδιαίρετη, ρέουσα πραγματικότητα της ύπαρξης σαν όλο, που να περιλαμβάνει τόσο τη σκέψη (συνείδηση) όσο και την εξωτερική πραγματικότητα όπως τη βιώνουμε;
Σαφώς, αυτό μας προκαλεί να αναθεωρήσουμε τη συνολική μας άποψη για τον κόσμο, που περιλαμβάνει τις γενικές μας έννοιες σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας, καθώς κι εκείνες σχετικά με την τάξη του σύμπαντος, δηλαδή την κοσμολογία. Για να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση η έννοιές μας για την κοσμολογία και για τη φύση της πραγματικότητας πρέπει να αφήσουν ελεύθερο χώρο για μια συνεπή αντιμετώπιση της συνείδησης, Αντίστροφα, η έννοιές μας σχετικά με τη συνείδηση πρέπει να αφήσουν χώρο για να κατανοήσουμε τι σημαίνει για το περιεχόμενό της να είναι ‘πραγματικότητα σαν όλο.’ Τα δύο σύνολα εννοιών θα πρέπει να είναι τέτοια ώστε να επιτρέπουν την κατανόηση του πώς η πραγματικότητα και η συνείδηση συνδέονται.
Αυτές οι ερωτήσεις είναι βέβαια τεράστιες και πιθανό να μην απαντηθούν ποτέ πλήρως και σε απόλυτο βαθμό. Εντούτοις, θεωρούσα πάντα σημαντικό να υπάρχει μια συνεχής έρευνα σχετικά με προτάσεις που σκοπεύουν να αντιμετωπίσουν την παραπάνω πρόκληση. Βέβαια, η κυρίαρχη τάση στη σύγχρονη επιστήμη υπήρξε αντίθετη με μια τέτοια προσπάθεια, έχοντας προσανατολιστεί κυρίως προς λεπτομερείς και συμπαγείς θεωρητικές προβλέψεις, τέτοιες που να δίνουν τουλάχιστον την υπόσχεση για κάποια μελλοντική πραγματιστική εφαρμογή. Επομένως πρέπει να δοθεί μια εξήγηση γιατί θέλω να πάω ενάντια στο κυρίαρχο ρεύμα.
Εκτός του ότι πιστεύω ότι υπάρχει ένα εγγενές ενδιαφέρον σχετικά με ερωτήματα που είναι τόσο θεμελιώδη και βαθιά, θα εφιστούσα, σε αυτές τις γραμμές, την προσοχή στο γενικό πρόβλημα του κατακερματισμού (fragmentation) της ανθρώπινης συνείδησης, που συζητείται στο κεφάλαιο 1. Προτείνεται εκεί ότι οι διαδεδομένες και διαχρονικές διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων (φυλή, εθνικότητα, οικογένεια, επάγγελμα, κλπ., κλπ.), που προς το παρόν εμποδίζουν την ανθρωπότητα από το να συνεργαστεί για το κοινό καλό, και ακόμη για την επιβίωσή της, έλκουν την καταγωγή τους σε ένα είδος σκέψης που αντιμετωπίζει τα πράγματα σαν εγγενώς διαχωρισμένα, ασύνδετα, και ‘αποτελούμενα’ από ακόμη πιο μικρά μέρη. Κάθε μέρος θεωρείται να είναι ουσιαστικά ανεξάρτητο και αυθύπαρκτο.
Όταν ο άνθρωπος σκέφτεται έτσι, αναπόφευκτα θα τείνει να υπερασπίζεται τις ανάγκες του δικού του ‘Εγώ’ ενάντια σε εκείνες των άλλων· ή, αν ταυτιστεί με μια ομάδα ομοίων ανθρώπων, θα υπερασπιστεί αυτήν την ομάδα με ανάλογο τρόπο. Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρά την ανθρωπότητα ως τη θεμελιώδη πραγματικότητα, της οποίας οι απαιτήσεις έρχονται πρώτες. Ακόμη κι αν προσπαθήσει να αναλογιστεί τις ανάγκες της ανθρωπότητας τείνει να θεωρεί την ανθρωπότητα σαν χωριστή από τη φύση, κοκ. Αυτό που προτείνω είναι ότι ο γενικός τρόπος σκέψης του ανθρώπου για την ολότητα, δηλαδή η συνολική του άποψη για τον κόσμο, είναι κρίσιμη για τη συνολική τάξη του ανθρώπινου μυαλού. Αν σκεφτεί κάποιος την ολότητα σαν να αποτελείται από ανεξάρτητα κομμάτια, τότε έτσι θα τείνει να λειτουργεί το μυαλό του, αλλά αν μπορεί να συμπεριλάβει τα πάντα με συνέπεια και αρμονικά σε ένα όλο αδιαίρετο, αδιάσπαστο, και χωρίς σύνορα (για κάθε σύνορο υπάρχει και μια διαίρεση ή τομή) τότε το μυαλό του θα τείνει να κινείται με ανάλογο τρόπο, και έτσι θα υπάρξει μια οργανωμένη δράση μέσα στο όλο.
Βέβαια, όπως έχω ήδη επισημάνει, η γενική μας ιδέα για τον κόσμο δεν είναι ο μόνος παράγοντας που είναι σημαντικός σε αυτό το περιεχόμενο. Πρέπει επιπλέον να δοθεί προσοχή σε πολλούς άλλους παράγοντες, όπως συναισθήματα, φυσικές δραστηριότητες, ανθρώπινες σχέσεις, κοινωνικοί οργανισμοί, κλπ., αλλά ίσως επειδή δεν έχουμε ακόμη μια συνεπή κοσμοθεωρία, υπάρχει μια γενική τάση να αγνοούμε την ψυχολογική και κοινωνική σημασία όλων αυτών των ερωτήσεων. Η πρότασή μου είναι ότι μια σωστή κοσμοθεωρία, κατάλληλη για την εποχή της, είναι γενικά ένας από τους βασικούς παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την αρμονία του ατόμου και της κοινωνίας στο σύνολο.
Στο κεφάλαιο 1 δείχνεται ότι η επιστήμη απαιτεί μια νέα, όχι αποσπασματική άποψη για τον κόσμο, με την έννοια ότι η σύγχρονη προσέγγιση ανάλυσης του κόσμου σε ανεξάρτητα μέρη δεν αποδίδει πολύ καλά στη σύγχρονη φυσική. Δείχνεται επίσης ότι τόσο στη θεωρία της σχετικότητας όσο και στην κβαντική θεωρία έννοιες που υπονοούν την αδιαίρετη ολότητα του σύμπαντος θα προσέφεραν έναν πιο οργανωμένο τρόπο αντιμετώπισης της γενικής φύσης της πραγματικότητας.
Στο κεφάλαιο 2 προχωράμε στο ρόλο της γλώσσας σε ότι αφορά τον κατακερματισμό της σκέψης. Τονίζεται ότι η δομή υποκείμενο- ρήμα- αντικείμενο των σύγχρονων γλωσσών υπονοεί ότι όλη η δράση εμπεριέχεται σε ένα χωριστό υποκείμενο και απευθύνεται είτε σε ένα χωριστό αντικείμενο ή αυτοπαθώς στην ίδια. Αυτή η καθιερωμένη δομή οδηγεί, στο σύνολο της ζωής, σε μια λειτουργία που διαιρεί την ολότητα της ύπαρξης σε ξεχωριστές οντότητες, οι οποίες θεωρούνται θεμελιωδώς παγιωμένες και στατικές από τη φύση τους. Έπειτα ερευνούμε αν είναι δυνατό να πειραματιστούμε με νέες μορφές γλώσσας στις οποίες ο βασικός ρόλος θα δοθεί στο ρήμα παρά στο ουσιαστικό. Τέτοιες μορφές θα έχουν σαν περιεχόμενο μια σειρά δράσεων που ρέουν και ενώνονται η μία με την άλλη, χωρίς οξείς διαχωρισμούς ή ασυνέχειες. Έτσι, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο, η γλώσσα θα βρίσκεται σε αρμονία με την αδιάσπαστη ροή της ύπαρξης σαν σύνολο.
Εδώ προτείνεται όχι μια νέα γλώσσα αλλά περισσότερο ένας νέος τρόπος χρησιμοποίησης της υπάρχουσας γλώσσας- ο ρέων τρόπος (rheomode). Αναπτύσσουμε αυτόν τον τρόπο σαν μορφή πειραματισμού με τη γλώσσα, που σκοπό έχει κυρίως να εμβαθύνει στην αποσπασματική λειτουργία της κοινής γλώσσας παρά να παρέχει έναν νέο τρόπο ομιλίας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για πρακτική επικοινωνία.
Στο κεφάλαιο 3 οι ίδιες ερωτήσεις θεωρούνται μέσα σε διαφορετικό περιεχόμενο. Ξεκινάμε με μια συζήτηση για το πώς η πραγματικότητα μπορεί να θεωρηθεί ως κατ’ ουσία ένα σύνολο μορφών σε μία ελλοχεύουσα συμπαντική κίνηση ή διαδικασία, και έπειτα αναρωτιόμαστε πώς η γνώση μας μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον ίδιο τρόπο. Έτσι, ο δρόμος θα μπορούσε να ανοιχτεί για μια άποψη του κόσμου στην οποία η συνείδηση και η πραγματικότητα δεν θα ήταν χωρισμένες. Αυτή η ερώτηση συζητιέται διεξοδικά και καταλήγουμε στην άποψη ότι η γενική μας άποψη για τον κόσμο είναι η ίδια μια συνολική κίνηση της σκέψης, που πρέπει να είναι βιώσιμη με την έννοια ότι το σύνολο των δραστηριοτήτων που ρέουν από αυτήν πρέπει να είναι σε αρμονία τόσο μεταξύ τους όσο και με το σύνολο της ύπαρξης. Μια τέτοια αρμονία είναι δυνατή μόνο αν η άποψή μας για τον κόσμο συμμετέχει σε μια ατέρμονη διαδικασία ανάπτυξης, εξέλιξης και ξεδιπλώματος ως μέρος της συμπαντικής διαδικασίας, που είναι το υπόβαθρο όλης της ύπαρξης.
Τα επόμενα τρία κεφάλαια είναι περισσότερο τεχνικά και μαθηματικά. Ωστόσο, μεγάλα τμήματά τους είναι βατά στο μη ειδικό αναγνώστη, καθώς τα τεχνικά μέρη δεν είναι τελείως απαραίτητα για την κατανόηση, παρότι προσθέτουν σημαντικές πληροφορίες για αυτούς που μπορούν να τα παρακολουθήσουν.
Το κεφάλαιο 4 ασχολείται με τις κρυφές μεταβλητές στην κβαντική θεωρία. Αυτή αποτελεί τον πλέον θεμελιώδη τρόπο διαθέσιμο στη σύγχρονη φυσική για την κατανόηση των βασικών και παγκόσμιων νόμων που συσχετίζουν την ύλη και την κίνησή της. Γι αυτό, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία σε κάθε προσπάθεια ανάπτυξης μιας γενικής άποψης για τον κόσμο.
Η κβαντική θεωρία, ως έχει, μας παρουσιάζει μια μεγάλη πρόκληση, αν πράγματι ενδιαφερόμαστε για μια τέτοια περιπέτεια. Γιατί σε αυτήν τη θεωρία δεν υπάρχει καμία συνεπής έννοια για το ποια είναι η αλήθεια που βρίσκεται πίσω από το περιεχόμενο και τη δομή της ύλης. Επομένως, αν χρησιμοποιήσουμε την ισχύουσα κοσμοθεωρία που βασίζεται στην έννοια των σωματιδίων, ανακαλύπτουμε ότι τα ‘σωματίδια’ (όπως τα ηλεκτρόνια) μπορούν επίσης να εκδηλωθούν σαν κύματα, ότι μπορούν να κινούνται ασυνεχώς, ότι δεν υπάρχουν νόμοι που να περιγράφουν με λεπτομέρεια τις πραγματικές κινήσεις των επιμέρους σωματιδίων και ότι μόνο στατιστικές προβλέψεις μπορούν να γίνουν για μεγάλες ομάδες σωματιδίων. Αν από την άλλη μεριά εφαρμόσουμε την άποψη σύμφωνα με την οποία το σύμπαν θεωρείται σαν ένα συνεχές πεδίο, βρίσκουμε ότι αυτό το πεδίο θα πρέπει επίσης να είναι ασυνεχές, καθώς θα έχει σωματιδιακή δομή, ώστε να υποτιμάται σε σχέση με την πραγματική του συμπεριφορά όπως απορρέει από τη σωματιδιακή άποψη στο σύνολό της.
Είναι φανερό ότι ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν βαθύ και θεμελιώδη κατακερματισμό, καθώς και σύγχυση σε όλα τα επίπεδα, αν προσπαθήσουμε να σκεφτούμε τι θα μπορούσε να είναι η πραγματικότητα όπως αυτή αντιμετωπίζεται από τους φυσικούς μας νόμους. Επί του παρόντος οι φυσικοί τείνουν να αποφεύγουν αυτό το ζήτημα υιοθετώντας τη στάση ότι οι συνολικές μας απόψεις για τη φύση της πραγματικότητας είναι μικρής ή καμιάς σημασίας. Αυτό που μετράει στη φυσική θεωρία υποτίθεται πως είναι η ανακάλυψη των μαθηματικών εξισώσεων που μας επιτρέπουν να προβλέψουμε και να ελέγξουμε τη συμπεριφορά μεγάλων στατιστικών ομάδων σωματιδίων. Τέτοιος στόχος δεν αποτιμάται μόνο για την πραγματιστική και τεχνική του χρησιμότητα: περισσότερο, έχει γίνει μια προϋπόθεση για τις περισσότερες εργασίες στη σύγχρονη φυσική όπου η πρόβλεψη και ο έλεγχος αυτού του είδους απορροφούν το σύνολο της ανθρώπινης γνώσης.
Αυτού του είδους η προϋπόθεση είναι πράγματι σύμφωνη με το γενικό πνεύμα της εποχής μας, αλλά ο βασικός μου στόχος σε αυτό το βιβλίο είναι να δείξω ότι δεν μπορούμε έτσι απλά να απορρίψουμε μια συνολική άποψη για τον κόσμο. Αν κάνουμε κάτι τέτοιο, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με όλες τις (γενικά ανεπαρκείς) απόψεις για τον κόσμο που είναι πρόχειρα διαθέσιμες. Όντως, κάποιος διαπιστώνει ότι οι φυσικοί δεν είναι απόλυτα ικανοί να εμπλακούν σε υπολογισμούς που στοχεύουν στην πρόβλεψη και στον έλεγχο: βρίσκουν απαραίτητο να χρησιμοποιήσουν εικόνες βασισμένες σε κάποιες γενικές έννοιες για τη φύση της πραγματικότητας, όπως ‘τα σωματίδια που είναι οι δομικοί λίθοι του σύμπαντος’ αλλά αυτές οι εικόνες είναι ιδιαίτερα συγκεχυμένες (π.χ. τα σωματίδια κινούνται ασυνεχώς και είναι ταυτόχρονα κύματα). Εν ολίγοις, αντιμετωπίζουμε εδώ ένα παράδειγμα του πόσο βαθιά και δυνατή είναι η ανάγκη για κάποια έννοια της πραγματικότητας στη σκέψη μας, ακόμη κι αν είναι αποσπασματική και θολή.
Η πρότασή μου είναι ότι σε κάθε στάδιο η σωστή λειτουργία του μυαλού απαιτεί μια συνολική ιδέα για το τι είναι γενικά γνωστό όχι μόνο με επίσημους, λογικούς, μαθηματικούς όρους, αλλά επιπλέον διαισθητικά, με εικόνες, αισθήματα, ποιητική χρήση της γλώσσας, κλπ. (Ίσως μπορούμε να πούμε ότι έχει να κάνει με την αρμονία μεταξύ του ‘αριστερού’ και του ‘δεξιού’ εγκεφάλου). Αυτό το είδος του συνολικού τρόπου σκέψης είναι όχι μόνο μια γόνιμη πηγή νέων θεωρητικών ιδεών: χρειάζεται για το ανθρώπινο μυαλό να λειτουργήσει με έναν συνολικά αρμονικό τρόπο, γεγονός που με τη σειρά του θα μπορούσε να κάνει εφικτή μια οργανωμένη και σταθερή κοινωνία. Όπως όμως τονίστηκε από τα προηγούμενα κεφάλαια αυτό προϋποθέτει μια συνεχή ροή και ανάπτυξη των γενικών μας εννοιών για την πραγματικότητα.
Το κεφάλαιο 4 στη συνέχεια αναζητά μια συνεπή άποψη για το ποια πραγματικότητα θα ήταν η βάση για τους σωστούς μαθηματικούς υπολογισμούς που γίνονται στην κβαντική θεωρία. Τέτοιες προσπάθειες έχουν γίνει δεκτές στην κοινότητα των φυσικών με έναν κάπως συγκεχυμένο τρόπο, γιατί είναι ευρέως πιστευτό πως αν όντως υπάρχει μια γενική άποψη του κόσμου θα πρέπει να είναι η ‘αποδεχτή’ και ‘τελική’ έννοια σχετικά με τη φύση της πραγματικότητας. Αλλά η στάση μου ήταν εξαρχής ότι οι ιδέες μας σχετικά με την κοσμολογία και τη γενική φύση της πραγματικότητας βρίσκονται σε μια συνεχή διαδικασία ανάπτυξης, και ότι κάποιος θα πρέπει να ξεκινήσει με ιδέες που να αποτελούν μια βελτίωση σε σχέση με αυτές που είναι ήδη διαθέσιμες, και να συνεχίσει με ιδέες ακόμα καλύτερες. Το κεφάλαιο 4 παρουσιάζει τα πραγματικά και σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε προσπάθεια για μια σαφή έννοια της ‘κβαντομηχανικής πραγματικότητας’ και υποδεικνύει μια συγκεκριμένη προκαταρκτική προσέγγιση της λύσης των προβλημάτων με όρους κρυφών μεταβλητών.
Στο κεφάλαιο 5 μια διαφορετική προσέγγιση των ίδιων προβλημάτων μελετάται. Πρόκειται για μια έρευνα στις βασικές μας έννοιες περί τάξης. Η τάξη στην ολότητά της είναι φανερά εντελώς απροσδιόριστη, καθώς διαπερνά οτιδήποτε είμαστε και κάνουμε (γλώσσα, σκέψη, αισθήματα, αισθήσεις, φυσική δραστηριότητα, τέχνες, πρακτικές ασχολίες, κλπ.). Ωστόσο, στη φυσική η βασική τάξη για πολλούς αιώνες ήταν αυτή του Καρτεσιανού ορθογωνίου συστήματος αναφοράς (που επεκτείνεται κάπως στη θεωρία της σχετικότητας με το καμπυλόγραμμο σύστημα αναφοράς). Η φυσική γνώρισε μια τεράστια ανάπτυξη στο μεταξύ με την εμφάνιση πολλών επαναστατικών νέων εννοιών αλλά η βασική οργάνωση υπήρξε η ίδια.
Η Καρτεσιανή τάξη είναι κατάλληλη για την ανάλυση του κόσμου σε χωριστά μέρη (π.χ. σωματίδια πεδίων). Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, ωστόσο, εντρυφούμε στη φύση της τάξης με μεγαλύτερη ευρύτητα και βάθος, καθώς ανακαλύπτουμε ότι τόσο στη σχετικότητα όσο και στην κβαντική θεωρία η Καρτεσιανή τάξη οδηγεί σε σοβαρές αντιφάσεις και σύγχυση. Αυτό συμβαίνει επειδή και οι δυο θεωρίες προϋποθέτουν ότι η αληθινή κατάσταση των πραγμάτων είναι η αδιάσπαστη ολότητα του σύμπαντος, παρά η ανάλυση στα επιμέρους τμήματα. Εντούτοις, οι δύο θεωρίες διαφέρουν ριζικά στις λεπτομέρειές τους περί τάξης. Έτσι, στη σχετικότητα η κίνηση είναι συνεχής, αιτιακά προσδιορισμένη και καλά ορισμένη, ενώ στην κβαντομηχανική είναι ασυνεχής, όχι αιτιακά προσδιορισμένη και όχι καλά ορισμένη. Η κάθε θεωρία είναι αφοσιωμένη στις δικές της έννοιες θεμελιωδώς στατικών και αποσπασματικών τρόπων της ύπαρξης (η σχετικότητα σε αυτόν τον ξεχωριστών γεγονότων, που συνδέονται με σήματα, και η κβαντομηχανική σε μια καλά ορισμένη κβαντική κατάσταση). Κάποιος επομένως διαπιστώνει ότι ένα νέο είδος θεωρίας χρειάζεται που να εγκαταλείπει αυτές τις βασικές δεσμεύσεις και να επανακτά κάποια από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά των παλιότερων θεωριών ως αφηρημένες μορφές που προκύπτουν από μια βαθύτερη πραγματικότητα στην οποία επικρατεί η αδιάσπαστη ολότητα.
Στο κεφάλαιο 6 προχωράμε περισσότερο αναπτύσσοντας με πιο συμπαγή τρόπο μια νέα έννοια περί τάξης που να ταιριάζει σε ένα σύμπαν αδιαίρετης ολότητας. Αυτή είναι η ελλοχεύουσα τάξη (implicate or enfolded order). Σε αυτήν, ο χώρος και ο χρόνος δεν είναι πλέον οι κυρίαρχοι παράγοντες που καθορίζουν τις σχέσεις εξάρτησης ή ανεξαρτησίας των διαφορετικών στοιχείων. Απεναντίας, ένα τελείως διαφορετικό είδος σύνδεσης μεταξύ των πραγμάτων είναι δυνατή, απ’ όπου οι κοινές μας αντιλήψεις για το χώρο και το χρόνο, μαζί με εκείνες για τα χωριστά υπάρχοντα υλικά σωματίδια, προκύπτουν σαν μορφές που αναδύονται από τη βαθύτερη τάξη. Αυτές οι κοινές έννοιες πράγματι εμφανίζονται στη λεγόμενη φανερή τάξη (explicate or unfolded order), που είναι μια ειδική και ξεχωριστή μορφή που εμπεριέχεται στο σύνολο των ελλοχευουσών τάξεων. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο η ελλοχεύουσα τάξη παρουσιάζεται με έναν γενικό τρόπο και αναλύεται μαθηματικά σε ένα παράρτημα.
Το έβδομο και τελευταίο κεφάλαιο, ωστόσο, είναι μια πιο αναπτυγμένη (παρότι μη τεχνική) παρουσίαση της ελλοχεύουσας τάξης, μαζί με τη σχέση της με τη συνείδηση. Αυτό οδηγεί στη χάραξη κάποιων γραμμών μέσα στις οποίες μπορεί να αντιμετωπιστεί η άμεση πρόκληση να αναπτυχτεί μια κοσμολογία και ένα σύνολο γενικών εννοιών που αφορούν τη φύση της πραγματικότητας και οι οποίες είναι κατάλληλες για την εποχή μας.
Τελικά, το ευκταίο είναι ότι η παρουσίαση του υλικού σε αυτά τα δοκίμια μπορεί να βοηθήσει τον αναγνώστη να κατανοήσει πώς το ίδιο το θέμα ξεδιπλώθηκε, έτσι ώστε η μορφή του βιβλίου καθαυτή να αποτελέσει ένα παράδειγμα του όλου περιεχομένου.
Ένα blog για την ψυχή, το πνεύμα, και την ευτυχία!
Δευτέρα 19 Απριλίου 2010
Όταν οι απαντήσεις μας φοβίζουν οι ερωτήσεις αποφεύγονται!
Αναρτήθηκε από Άθεος
Γενική πεποίθηση όλων των ερευνητών, στο θέμα της γέννησης της θρησκείας, είναι ότι η θρησκεία γεννήθηκε απ’ την ανάγκη του ανθρώπου να εξηγήσει αυτό που δεν καταλάβαινε. Αυτό δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει, είτε πιστεύει ότι η πρωταρχική αιτία ήταν ο κεραυνός, η βροχή, η εναλλαγή μέρας - νύχτας, δηλαδή φυσικά φαινόμενα, είτε πιστεύει ότι ήταν κάποια επίσκεψη εξωγήινων αστροναυτών, δηλαδή και πάλι, κάτι άγνωστο και ακατανόητο για την νοημοσύνη του.
Πάνω σ’ αυτή την αρχική αιτία άρχισε ο άνθρωπος να πλάθει με την φαντασία του θεούς και να χτίζει θρησκείες, που διέφεραν από τόπο σε τόπο. Με τον χρόνο πλούτισε το πνευματικό αυτό οικοδόμημα, με διάφορες μορφές λατρείας, ολοκληρώνοντας αυτό που θα τον ταλαιπωρεί και θα τον καταδυναστεύει πια σ’ ολόκληρη την ζωή! Η αλήθεια είναι ότι η ταλαιπωρία θα εμφανιστεί όταν διαφορετικές δοξασίες θα εμφανιστούν και θα ερίζουν για την Μοναδική Αλήθεια και η καταδυνάστευση όταν ορισμένοι κατεργάρηδες -όπως έλεγε ο Βολτέρος- συναντήσουν τους πρώτους βλάκες!
Όταν πια γιγαντωθεί η εξουσία και θεοποιηθεί η κοινωνία και το κράτος, τότε τα πράγματα γίνονται ανεξέλεγκτα και η επιστροφή δύσκολη υπόθεση. Τότε, η καταπίεση, η δυστυχία και η εκμηδένιση του ανθρώπου βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και η αλλοτρίωση επισκιάζει τα πάντα!
Ιδιαίτερα πεσιμιστικές γραμμές για αυτόν, που με κατάνυξη ψυχής, λατρεύει κάποιο θεό. Όμως μπροστά στον προσωπικό και ιδεολογικό εγωισμό, την επιδίωξη και το συμφέρον, η κατάνυξη ψυχής γίνεται φίδι φαρμακερό και η αγάπη ανελέητο μίσος. Όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, οι διαμάχες, άλλοτε μικρές κι άλλοτε μεγάλες, δεν πηγάζουν μόνο από τέτοια ανθρώπινα ελαττώματα κι αδυναμίες. Τα αίτια πολλές φορές είναι πολύπλοκα και χρίζουν βαθύτερων μελετών στην ψυχολογία των μαζών και την παθολογία του ανθρώπινου νου, που καταλήγουν στο ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος πρέπει να εξελίχθηκε λανθασμένα, και δεν είναι λίγοι αυτοί που κατέληξαν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η εγκληματική συμπεριφορά της ομάδας, είτε κόμματος, είτε θρησκείας ή έθνους στηρίζεται στην αυτοϋπερβατική συμπεριφορά των μελών που απαρτίζουν μια τέτοια ομάδα, ακόμα κι αν η τελευταία ακρογωνιαίο λίθο έχει την αγάπη και τον αλτρουισμό.
Ο Άρθουρ Καίσλερ στην τριλογία του για τις επιστήμες της ζωής, ανέπτυξε αναλυτικά αυτήν την άποψη, υποστηρίζοντας ότι «ο πόλεμος είναι ένα τυπικό, ένα θανατερό τυπικό, δεν είναι αποτέλεσμα επιθετικής αυτοεπιβεβαίωσης αλλά αυτοϋπερβατικής ταύτισης». Πράγματι, «... ο εγωισμός της ομάδας τρέφεται από τον αλτρουισμό των μελών της». Η επιστήμη, όπως λέει ο Καίσλερ, ίσως δεν μπορεί να μας εφοδιάσει με τις ύστατες απαντήσεις, μπορεί όμως να μας προμηθεύσει τις κατάλληλες ερωτήσεις.
Χρέος, λοιπόν, έχει ο κάθε πιστός, οποιασδήποτε θρησκείας, να πάψει να εφευρίσκει συνεχώς «απαντήσεις» για να δικαιολογεί εγωιστικά την πίστη του, αλλά να μάθει να θέτει ακόμα και κείνες τις ερωτήσεις που οι απαντήσεις αντιβαίνουν την πίστη του, αρκεί να εναρμονίζονται με τα νέα δεδομένα της επιστήμης και γενικά της λογικής. Ας πάψει να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του, πιστεύοντας ότι τα δέντρα τον εμποδίζουν να δει το δάσος. Ας αναρωτηθεί γιατί οι δογματικές θρησκείες, οι θρησκείες εξ’ αποκαλύψεως όπως λέγονται (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλαμισμός) έφεραν τα πάνω κάτω, αναστατώνοντας τον κόσμο εδώ και πολλούς αιώνες!
Εμείς, σαν Έλληνες, έχουμε έναν λόγο περισσότερο, να θέσουμε τις κατάλληλες ερωτήσεις, μιας και αυτές ήταν πανάρχαιες από τους προγόνους μας και απαντώντας να πάρουμε τις κατάλληλες απαντήσεις, χρησιμοποιώντας την φιλοσοφία τους.
Γιατί ο κυρίαρχος ελληνισμός που φωτοδότησε όλο τον κόσμο συσκοτίστηκε, δοκιμάστηκε και αποσυντέθηκε στα μέρη του εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια;
Μπορούμε χωρίς περιστροφές να ερωτήσουμε, γιατί με την επικράτηση του Χριστιανισμού εμφανίστηκε ο μεσαίωνας;
Γιατί κάηκαν χιλιάδες συγγράμματα, γιατί καταστράφηκαν μνημεία, γιατί εξολοθρεύτηκε όχι μόνο ο ελληνικός πολιτισμός αλλά κυρίως, γιατί εξολοθρεύτηκαν οι Έλληνες σαν να ήταν το πιο μιαρό πλάσμα που φιλοξένησε αυτός ο τόπος;
Γιατί και η προφορά ακόμα του ονόματος Έλλην, ήταν καταδικασμένο;
Γιατί βασανίστηκαν και εξολοθρεύτηκαν δεκάδες -ίσως και εκατοντάδες- εκατομμύρια άνθρωποι στο βωμό μιας βάρβαρης και φιλόδοξης ιδεολογίας που βάλθηκε «ντε και καλά» να κυριεύσει τον κόσμο;
Βαθιά τα θεμέλια και του Ιουδαιοχριστιανισμού και του Ισλαμισμού, στο γόνιμο για δόξα, θρησκευτικό ιμπεριαλισμό και αλλοτριωμένο νου, κι ο απόηχος ακούγεται ακόμα.
Γιατί οι πατέρες της θρησκείας «μας», οι αντιπρόσωποι του «θεού» πάνω στη γη, έφτασαν από το να κλωτσά ο ένας τον άλλον, ακόμα και μέσα στις Ιερές Συνόδους ή να αιματοκυλούν χιλιάδες ανθρώπους σε ανούσιους πολέμους, (αιρετικοί, σταυροφορίες, θρησκευτικοί πόλεμοι), για να μην αναφέρουμε τις εξορίες, τα βασανιστήρια και τις θανατώσεις στη πυρά, σε Βυζάντιο και Δύση!
Να γιατί πολλές φορές, ένα ερώτημα τίθεται πολύ πιο δύσκολα, απ’ ότι μπορούμε να το απαντήσουμε. Γιατί αν τεθεί, κουτσά στραβά, αργά ή γρήγορα μια απάντηση θα βρεθεί.
Ας το παραδεχτούμε: εθελοτυφλούμε!
Οι θρησκείες επιβιώνουν γιατί εμείς επιλέξαμε να ζούμε στην άγνοια και τη δεισιδαιμονία.
Δεν θελήσαμε ποτέ να θέσουμε τις κατάλληλες ερωτήσεις, γιατί, απλούστατα, μας φόβιζαν οι απαντήσεις!
Γενική πεποίθηση όλων των ερευνητών, στο θέμα της γέννησης της θρησκείας, είναι ότι η θρησκεία γεννήθηκε απ’ την ανάγκη του ανθρώπου να εξηγήσει αυτό που δεν καταλάβαινε. Αυτό δεν μπορεί κανείς να το αμφισβητήσει, είτε πιστεύει ότι η πρωταρχική αιτία ήταν ο κεραυνός, η βροχή, η εναλλαγή μέρας - νύχτας, δηλαδή φυσικά φαινόμενα, είτε πιστεύει ότι ήταν κάποια επίσκεψη εξωγήινων αστροναυτών, δηλαδή και πάλι, κάτι άγνωστο και ακατανόητο για την νοημοσύνη του.
Πάνω σ’ αυτή την αρχική αιτία άρχισε ο άνθρωπος να πλάθει με την φαντασία του θεούς και να χτίζει θρησκείες, που διέφεραν από τόπο σε τόπο. Με τον χρόνο πλούτισε το πνευματικό αυτό οικοδόμημα, με διάφορες μορφές λατρείας, ολοκληρώνοντας αυτό που θα τον ταλαιπωρεί και θα τον καταδυναστεύει πια σ’ ολόκληρη την ζωή! Η αλήθεια είναι ότι η ταλαιπωρία θα εμφανιστεί όταν διαφορετικές δοξασίες θα εμφανιστούν και θα ερίζουν για την Μοναδική Αλήθεια και η καταδυνάστευση όταν ορισμένοι κατεργάρηδες -όπως έλεγε ο Βολτέρος- συναντήσουν τους πρώτους βλάκες!
Όταν πια γιγαντωθεί η εξουσία και θεοποιηθεί η κοινωνία και το κράτος, τότε τα πράγματα γίνονται ανεξέλεγκτα και η επιστροφή δύσκολη υπόθεση. Τότε, η καταπίεση, η δυστυχία και η εκμηδένιση του ανθρώπου βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και η αλλοτρίωση επισκιάζει τα πάντα!
Ιδιαίτερα πεσιμιστικές γραμμές για αυτόν, που με κατάνυξη ψυχής, λατρεύει κάποιο θεό. Όμως μπροστά στον προσωπικό και ιδεολογικό εγωισμό, την επιδίωξη και το συμφέρον, η κατάνυξη ψυχής γίνεται φίδι φαρμακερό και η αγάπη ανελέητο μίσος. Όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, οι διαμάχες, άλλοτε μικρές κι άλλοτε μεγάλες, δεν πηγάζουν μόνο από τέτοια ανθρώπινα ελαττώματα κι αδυναμίες. Τα αίτια πολλές φορές είναι πολύπλοκα και χρίζουν βαθύτερων μελετών στην ψυχολογία των μαζών και την παθολογία του ανθρώπινου νου, που καταλήγουν στο ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος πρέπει να εξελίχθηκε λανθασμένα, και δεν είναι λίγοι αυτοί που κατέληξαν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η εγκληματική συμπεριφορά της ομάδας, είτε κόμματος, είτε θρησκείας ή έθνους στηρίζεται στην αυτοϋπερβατική συμπεριφορά των μελών που απαρτίζουν μια τέτοια ομάδα, ακόμα κι αν η τελευταία ακρογωνιαίο λίθο έχει την αγάπη και τον αλτρουισμό.
Ο Άρθουρ Καίσλερ στην τριλογία του για τις επιστήμες της ζωής, ανέπτυξε αναλυτικά αυτήν την άποψη, υποστηρίζοντας ότι «ο πόλεμος είναι ένα τυπικό, ένα θανατερό τυπικό, δεν είναι αποτέλεσμα επιθετικής αυτοεπιβεβαίωσης αλλά αυτοϋπερβατικής ταύτισης». Πράγματι, «... ο εγωισμός της ομάδας τρέφεται από τον αλτρουισμό των μελών της». Η επιστήμη, όπως λέει ο Καίσλερ, ίσως δεν μπορεί να μας εφοδιάσει με τις ύστατες απαντήσεις, μπορεί όμως να μας προμηθεύσει τις κατάλληλες ερωτήσεις.
Χρέος, λοιπόν, έχει ο κάθε πιστός, οποιασδήποτε θρησκείας, να πάψει να εφευρίσκει συνεχώς «απαντήσεις» για να δικαιολογεί εγωιστικά την πίστη του, αλλά να μάθει να θέτει ακόμα και κείνες τις ερωτήσεις που οι απαντήσεις αντιβαίνουν την πίστη του, αρκεί να εναρμονίζονται με τα νέα δεδομένα της επιστήμης και γενικά της λογικής. Ας πάψει να κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του, πιστεύοντας ότι τα δέντρα τον εμποδίζουν να δει το δάσος. Ας αναρωτηθεί γιατί οι δογματικές θρησκείες, οι θρησκείες εξ’ αποκαλύψεως όπως λέγονται (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλαμισμός) έφεραν τα πάνω κάτω, αναστατώνοντας τον κόσμο εδώ και πολλούς αιώνες!
Εμείς, σαν Έλληνες, έχουμε έναν λόγο περισσότερο, να θέσουμε τις κατάλληλες ερωτήσεις, μιας και αυτές ήταν πανάρχαιες από τους προγόνους μας και απαντώντας να πάρουμε τις κατάλληλες απαντήσεις, χρησιμοποιώντας την φιλοσοφία τους.
Γιατί ο κυρίαρχος ελληνισμός που φωτοδότησε όλο τον κόσμο συσκοτίστηκε, δοκιμάστηκε και αποσυντέθηκε στα μέρη του εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια;
Μπορούμε χωρίς περιστροφές να ερωτήσουμε, γιατί με την επικράτηση του Χριστιανισμού εμφανίστηκε ο μεσαίωνας;
Γιατί κάηκαν χιλιάδες συγγράμματα, γιατί καταστράφηκαν μνημεία, γιατί εξολοθρεύτηκε όχι μόνο ο ελληνικός πολιτισμός αλλά κυρίως, γιατί εξολοθρεύτηκαν οι Έλληνες σαν να ήταν το πιο μιαρό πλάσμα που φιλοξένησε αυτός ο τόπος;
Γιατί και η προφορά ακόμα του ονόματος Έλλην, ήταν καταδικασμένο;
Γιατί βασανίστηκαν και εξολοθρεύτηκαν δεκάδες -ίσως και εκατοντάδες- εκατομμύρια άνθρωποι στο βωμό μιας βάρβαρης και φιλόδοξης ιδεολογίας που βάλθηκε «ντε και καλά» να κυριεύσει τον κόσμο;
Βαθιά τα θεμέλια και του Ιουδαιοχριστιανισμού και του Ισλαμισμού, στο γόνιμο για δόξα, θρησκευτικό ιμπεριαλισμό και αλλοτριωμένο νου, κι ο απόηχος ακούγεται ακόμα.
Γιατί οι πατέρες της θρησκείας «μας», οι αντιπρόσωποι του «θεού» πάνω στη γη, έφτασαν από το να κλωτσά ο ένας τον άλλον, ακόμα και μέσα στις Ιερές Συνόδους ή να αιματοκυλούν χιλιάδες ανθρώπους σε ανούσιους πολέμους, (αιρετικοί, σταυροφορίες, θρησκευτικοί πόλεμοι), για να μην αναφέρουμε τις εξορίες, τα βασανιστήρια και τις θανατώσεις στη πυρά, σε Βυζάντιο και Δύση!
Να γιατί πολλές φορές, ένα ερώτημα τίθεται πολύ πιο δύσκολα, απ’ ότι μπορούμε να το απαντήσουμε. Γιατί αν τεθεί, κουτσά στραβά, αργά ή γρήγορα μια απάντηση θα βρεθεί.
Ας το παραδεχτούμε: εθελοτυφλούμε!
Οι θρησκείες επιβιώνουν γιατί εμείς επιλέξαμε να ζούμε στην άγνοια και τη δεισιδαιμονία.
Δεν θελήσαμε ποτέ να θέσουμε τις κατάλληλες ερωτήσεις, γιατί, απλούστατα, μας φόβιζαν οι απαντήσεις!
Κάτι θα γίνει, θα δείτε
Posted by ΚΙΜΠΙ
ΜΙΑΣ ΚΑΙ ΩΣ ΧΩΡΑ έχουμε γίνει δημοφιλής (με την κακή έννοια), μιας και μας επισκέπτεται κόσμος και κοσμάκης, από τους καλωδιωμένους ρεπόρτερ γερμανικών καναλιών μέχρι τους ατσαλάκωτους τεχνοκράτες του ΔΝΤ ή της Κομισιόν (όλοι γεμάτοι περιέργεια και όρεξη να ανακαλύψουν την άγνωστη Ελλάδα της χλίδας, της σπατάλης, της ρεμούλας, της λαμογιάς και της ελεγχόμενης χρεοκοπίας), θα πρότεινα να τους συστήσουμε εναλλακτικό πρόγραμμα ξενάγησης. Μακριά από τους υψηλούς ορόφους των υπουργείων και των κρατικών υπηρεσιών, μακριά από τις μαρίνες με τα ακριβά σκάφη αναψυχής, μακριά από τους περιβόλους των βορείων προαστίων και τις αυλές των νότιων, μακριά και από τους «ναούς» της νυχτερινής ζωής όπου καίγονται τα τελευταία αποθέματα λίπους της μεσοαστικής Ελλάδας.
ΥΠΑΡΧΕΙ, ΒΛΕΠΕΤΕ, μια Ελλάδα εξοβελισμένη από τα δελτία των 8, από τα σίριαλ με τους υστερικούς μικροαστούς, από τις λάιφ στάιλ εκπομπές του μεσημεριού, από τα παγερά (χαλκευμένα ή όχι) στατιστικά στοιχεία του κράτους, από την ειδησεογραφία των εφημερίδων, από τους στίχους των τραγουδιών, ακόμη και από τη σύγχρονη λογοτεχνία που έχει μια έμμονη προτίμηση στις υπαρξιακές αγωνίες και νευρώσεις ανθρώπων που, αν μη τι άλλο, δεν διανοήθηκαν ποτέ ότι θα μείνουν με άδειες τσέπες. Υπάρχει μια Ελλάδα που σπάει την κρούστα της επικοινωνίας μόνον όταν έχει να διαθέσει αρκετούς νεκρούς για τα βραδινά δελτία. Μια Ελλάδα που σήμερα τη θεωρούμε φθίνουσα και περιθωριακή, αλλά είναι μαθηματικά βέβαιο ότι η κρίση θα της δώσει και πάλι τις καταθλιπτικές διαστάσεις μιας υποτελούς και μίζερης πλειοψηφίας. Μια Ελλάδα που μένει στο Πέραμα, στην Κοκκινιά, στο Κερατσίνι, στα Καμίνια, στη Δραπετσώνα, στις γειτονιές του Πειραιά που έδωσαν άφθονο υλικό στους προλεταριακούς μύθους του παρελθόντος μας, αλλά σήμερα νομίζουμε ότι είναι θαμμένες κάτω από τα αλλεπάλληλα στρώματα εκσυγχρονισμού.
ΞΕΝΑΓΟΣ σ’ αυτή την απρόσμενη ξενάγηση είναι ο Χρήστος Οικονόμου (δημοσιογράφος, πολιτικός συντάκτης, αλλά και συγγραφέας) που έχει επιλέξει το δύστροπο και όχι τόσο δημοφιλές είδος του διηγήματος για να συνθέσει μια τοιχογραφία για την κατάσταση της εργατικής τάξης στις γειτονιές του Πειραιά. Σπαράγματα πραγματικότητας, αντιήρωες του «μειοψηφικού» προλεταριάτου, απολυμένοι, άνεργοι, άνθρωποι θυμωμένοι, φοβισμένοι, εκδικητές, συμβιβασμένοι, υποταγμένοι, προδομένοι, χρεωμένοι δανειολήπτες, εγκαταλελειμμένες σύζυγοι, συνταξιούχοι του ΙΚΑ είναι οι πρωταγωνιστές των 16 ιστοριών της συλλογής «Κάτι θα γίνει, θα δεις» του Χρήστου Οικονόμου.
Η ΣΤΗΛΗ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ βήμα κριτικής λογοτεχνίας -όπως δεν προορίζεται για κριτική σινεμά, θεάτρου, εικαστικών, παρ’ ότι έχει κλέψει πολλές φορές την αφορμή από αυτά για να δώσει όψεις του οικονομικού πολιτισμού που διαπερνά διάφορες διαστάσεις της ύπαρξής μας. Δεν έχω, λοιπόν, προθέσεις λογοτεχνικής αξιολόγησης αυτού του βιβλίου, αλλά βρήκα στις ιστορίες αυτές μια γλαφυρή, ολοζώντανη συνηγορία για την καταστροφή που συντελείται εδώ και χρόνια στο ανθρώπινο δυναμικό αυτής της χώρας, καταστροφή κρυμμένη πίσω από βιτρίνες ευδαιμονίας. Καταστροφή σωματική, ψυχική, συναισθηματική, που τις ακραίες της εκφράσεις, πριν τις δούμε στις ιστορίες «τρομοκρατίας» που γέμισαν τις τελευταίες μέρες τις τηλεοπτικές μας οθόνες, τις αναγνωρίζουμε στις εκμυστηρεύσεις απελπισίας αλλά και μίσους αρκετών από τους ήρωες του Χρήστου Οικονόμου.
Η ΕΛΛΗ, που μόλις την έχει εγκαταλείψει ο σύντροφός της μαζί με τις οικονομίες του κοινού κουμπαρά τους, τρώει το σιμιγδαλένιο ομοίωμα του φυγάδα. Συντροφιά της πια η «η μοχθηρή φτώχεια η πρόστυχη. Πλάσμα του σπιτιού τώρα κι αυτή, κατοικίδιος αρουραίος». Ένας αγριεμένος έφηβος γίνεται σύγχρονη προσομοίωση του παραμυθιού των παιδικών του χρόνων κι αναρωτιέται αν «μπορεί οι εργάτες και οι φτωχοί τού σήμερα να ’ναι τα μολυβένια στρατιωτάκια της επόμενης χιλιετίας». Ο Μάο έχει γίνει ο ακοίμητος φρουρός μιας γειτονιάς βυθισμένης στον φόβο του άλλου, αν και ο ίδιος απλώς παραμονεύει για μιαν εκδίκηση. Ο Παυλάκης ονειρεύεται ότι γίνεται ο αόρατος ληστής των τραπεζών κι ότι φτιάχνει ένα μεγάλο σπίτι, μια έπαυλη με πισίνα και κήπο και χώρο για όλους τους φίλους του – μικρό όραμα ιδιοτελούς αλληλεγγύης. Ένας πατέρας προσεύχεται μπροστά στο ΑΤΜ της τράπεζας να γίνει ένα θαύμα και να του δώσει ο κενός λογαριασμός του τα λεφτά που δεν έχει. Ένας σιδεράς κάνει την «πιο αποτυχημένη διαδήλωση από καταβολής κόσμου», στημένος μ’ ένα άγραφο πλακάτ στη μνήμη του κεραυνοβολημένου από 24.000 βολτ συναδέλφου του. Ο Μάικ, που ονειρεύεται να πάει στην Ισπανία, συσκευάζει παγάκια και διαπιστώνει πως «γι’ ανθρώπους σαν κι εμάς τα όνειρα λιώνουν σαν τα παγάκια». Η Νίκη υπόσχεται στον άντρα της ότι «κάτι θα γίνει, θα δεις, δεν παίρνουν έτσι τα σπίτια οι τράπεζες. Δεν είναι Αμερική εδώ». Πέντε συνταξιούχοι κάνουν ολονυκτία στην είσοδο ενός ιατρείου του ΙΚΑ κι ο αφηγητής ακτινογραφεί τα πράγματα που κουβαλάνε πάνω τους – σε αφθονία κουβαλάνε «φόβο και άγχος και αγωνία για τον χρόνο και την αρρώστια», αλλά και μίσος βαθύ για τον εαυτό τους «επειδή ήταν μικροί και ασήμαντοι». Ο Τάκης, με τη βοήθεια άφθονου τσίπουρου, θυμοσοφεί για τα δεινά της εργασίας: «Μέρα νύχτα βλέπω τσακισμένους απ’ τη δουλειά, κουρασμένους ανθρώπους φοβισμένους. Λες και δεν γίνεται πια να δουλέψεις χωρίς φόβο». Ο Βασίλης παρηγορεί με ολονύχτιες αφηγήσεις και παραμύθια τη Λένα, που θέλει να πιστεύει πως είναι προσωρινή η διαμονή τους στην πνιγμένη στο μπετόν Νίκαια. «Να σε διώχνουν απ’ τη δουλειά είναι σαν κάταγμα», λέει ο Άρης, «στην αρχή δεν νιώθεις τίποτα… Ο πόνος κι ο φόβος έρχονται αργότερα, όταν κρυώσει το τραύμα». Ένας γέρος που πρόσφατα έχει θάψει τη γυναίκα του υποθέτει πως θα την έσωζε αν είχε λεφτά και διαπιστώνει: «Οι τράπεζες δεν το ’χουν πιάσει το νόημα. Έπρεπε να δίνουν καρκινοδάνεια». Κι ένας ακόμη αντιήρωας πνιγμένος στα χρέη, στους απλήρωτους λογαριασμούς, αλλά και στους απλήρωτους μισθούς του, αποφαίνεται πώς «το πιο τρομαχτικό πράμα είναι η δουλειά. Που περιμένεις κάθε δεκαπέντε και τριάντα να πληρωθείς. Που μετράς τη ζωή σε δεκαπενθήμερα».
ΟΠΩΣ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΣΤΕ, δεν υπάρχει ίχνος σοσιαλιστικού ρεαλισμού σ’ αυτή τη σκοτεινή καταγραφή της «κατάστασης της εργατικής τάξης στον Πειραιά». Δεν υπάρχουν οι ευκολίες των συνθημάτων, των αναλύσεων, των εξωραϊσμών, των θετικών ηρώων, των χάπι εντ. Υπάρχει συμβιβασμός, θυμός, χαμηλή αυτοεκτίμηση και πάνω απ’ όλα φόβος. «Γιατί τι νομίζετε ότι είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου; Ο θάνατος; Τα λεφτά; Όχι βέβαια. Ο φόβος. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός». Αυτό είναι η διαπίστωση ενός από τους ήρωες των 16 ιστοριών της κρυμμένης καθημερινότητας, αλλά είναι και η βασική ερμηνεία του σημερινού παράδοξου της σχεδόν κατατονικής αντίδρασης της κοινωνίας στη νέα πραγματικότητα της «ελεγχόμενης χρεοκοπίας» της χώρας. Η οποία υπόσχεται να γεμίσει με Περάματα και Κερατσίνια και Κοκκινιές όλα τα ανήσυχα θερμοκήπια της μεσαιοχώρας και να πυρπολήσει πολλές νησίδες επίπλαστης ευημερίας.
ΣΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ του Χ. Οικονόμου υπάρχει μια αυθεντική απεικόνιση της εργασιακής και οικονομικής ζούγκλας που επικρατούσε ακόμη και π.Κ. (προ Κρίσης) στα χαμηλότερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Σκεφτείτε τι έχει να συμβεί αν η πολιτική ηγεσία πάρει τοις μετρητοίς την υπόδειξη του άρχοντος του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος-Καν, του επίσημου κοινοτικού επιτηρητή μας Όλι Ρεν και αρκετών άλλων εκπροσώπων της μονεταριστικής ορθοδοξίας περί «αποπληθωρισμού μισθών» ως μόνου μέσου θεραπείας της κρίσης του χρέους. Σκεφτείτε τι ιστορίες, όχι λογοτεχνικές, αλλά εφιαλτικά πραγματικές, θα γίνουν πρωτοσέλιδα, αν η ανεργία εκραγεί στο 15% ή στο 20% κι αν ο «μεταρρυθμιστικός» ολετήρας συνθλίψει τα τελευταία οχυρά της εργασίας: τις συμβάσεις, τα όρια απολύσεων, τη στοιχειώδη συνταξιοδοτική ασφάλεια, ένα ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς ζωής.
ΑΣ ΕΛΠΙΣΟΥΜΕ πως δεν θα το ζήσουμε αυτό. Ας ελπίσουμε πως ο Χ. Οικονόμου, μετά τις ιστορίες του Πειραιά, δεν θα χρειαστεί να γράψει τα «Σταφύλια της Οργής» ή τον «Δρόμο με τις φάμπρικες» αλά ελληνικά. Προσωπικώς, το ελπίζω. Προσδοκώ ανάσταση ζωών, με τον τρόπο που και ο Χ. Οικονόμου βλέπει πίσω από τους πολλούς και μικρούς θανάτους που περιγράφει, πίσω από τη μελαγχολική διαπίστωση του μέσου νεοπρολετάριου πως «κομμάτι κομμάτι του παίρνουν τον κόσμο του», μια λαχτάρα για ζωή άξια να τη ζεις. Τελικά, κάτι θα γίνει, θα δείτε…
ΜΙΑΣ ΚΑΙ ΩΣ ΧΩΡΑ έχουμε γίνει δημοφιλής (με την κακή έννοια), μιας και μας επισκέπτεται κόσμος και κοσμάκης, από τους καλωδιωμένους ρεπόρτερ γερμανικών καναλιών μέχρι τους ατσαλάκωτους τεχνοκράτες του ΔΝΤ ή της Κομισιόν (όλοι γεμάτοι περιέργεια και όρεξη να ανακαλύψουν την άγνωστη Ελλάδα της χλίδας, της σπατάλης, της ρεμούλας, της λαμογιάς και της ελεγχόμενης χρεοκοπίας), θα πρότεινα να τους συστήσουμε εναλλακτικό πρόγραμμα ξενάγησης. Μακριά από τους υψηλούς ορόφους των υπουργείων και των κρατικών υπηρεσιών, μακριά από τις μαρίνες με τα ακριβά σκάφη αναψυχής, μακριά από τους περιβόλους των βορείων προαστίων και τις αυλές των νότιων, μακριά και από τους «ναούς» της νυχτερινής ζωής όπου καίγονται τα τελευταία αποθέματα λίπους της μεσοαστικής Ελλάδας.
ΥΠΑΡΧΕΙ, ΒΛΕΠΕΤΕ, μια Ελλάδα εξοβελισμένη από τα δελτία των 8, από τα σίριαλ με τους υστερικούς μικροαστούς, από τις λάιφ στάιλ εκπομπές του μεσημεριού, από τα παγερά (χαλκευμένα ή όχι) στατιστικά στοιχεία του κράτους, από την ειδησεογραφία των εφημερίδων, από τους στίχους των τραγουδιών, ακόμη και από τη σύγχρονη λογοτεχνία που έχει μια έμμονη προτίμηση στις υπαρξιακές αγωνίες και νευρώσεις ανθρώπων που, αν μη τι άλλο, δεν διανοήθηκαν ποτέ ότι θα μείνουν με άδειες τσέπες. Υπάρχει μια Ελλάδα που σπάει την κρούστα της επικοινωνίας μόνον όταν έχει να διαθέσει αρκετούς νεκρούς για τα βραδινά δελτία. Μια Ελλάδα που σήμερα τη θεωρούμε φθίνουσα και περιθωριακή, αλλά είναι μαθηματικά βέβαιο ότι η κρίση θα της δώσει και πάλι τις καταθλιπτικές διαστάσεις μιας υποτελούς και μίζερης πλειοψηφίας. Μια Ελλάδα που μένει στο Πέραμα, στην Κοκκινιά, στο Κερατσίνι, στα Καμίνια, στη Δραπετσώνα, στις γειτονιές του Πειραιά που έδωσαν άφθονο υλικό στους προλεταριακούς μύθους του παρελθόντος μας, αλλά σήμερα νομίζουμε ότι είναι θαμμένες κάτω από τα αλλεπάλληλα στρώματα εκσυγχρονισμού.
ΞΕΝΑΓΟΣ σ’ αυτή την απρόσμενη ξενάγηση είναι ο Χρήστος Οικονόμου (δημοσιογράφος, πολιτικός συντάκτης, αλλά και συγγραφέας) που έχει επιλέξει το δύστροπο και όχι τόσο δημοφιλές είδος του διηγήματος για να συνθέσει μια τοιχογραφία για την κατάσταση της εργατικής τάξης στις γειτονιές του Πειραιά. Σπαράγματα πραγματικότητας, αντιήρωες του «μειοψηφικού» προλεταριάτου, απολυμένοι, άνεργοι, άνθρωποι θυμωμένοι, φοβισμένοι, εκδικητές, συμβιβασμένοι, υποταγμένοι, προδομένοι, χρεωμένοι δανειολήπτες, εγκαταλελειμμένες σύζυγοι, συνταξιούχοι του ΙΚΑ είναι οι πρωταγωνιστές των 16 ιστοριών της συλλογής «Κάτι θα γίνει, θα δεις» του Χρήστου Οικονόμου.
Η ΣΤΗΛΗ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ βήμα κριτικής λογοτεχνίας -όπως δεν προορίζεται για κριτική σινεμά, θεάτρου, εικαστικών, παρ’ ότι έχει κλέψει πολλές φορές την αφορμή από αυτά για να δώσει όψεις του οικονομικού πολιτισμού που διαπερνά διάφορες διαστάσεις της ύπαρξής μας. Δεν έχω, λοιπόν, προθέσεις λογοτεχνικής αξιολόγησης αυτού του βιβλίου, αλλά βρήκα στις ιστορίες αυτές μια γλαφυρή, ολοζώντανη συνηγορία για την καταστροφή που συντελείται εδώ και χρόνια στο ανθρώπινο δυναμικό αυτής της χώρας, καταστροφή κρυμμένη πίσω από βιτρίνες ευδαιμονίας. Καταστροφή σωματική, ψυχική, συναισθηματική, που τις ακραίες της εκφράσεις, πριν τις δούμε στις ιστορίες «τρομοκρατίας» που γέμισαν τις τελευταίες μέρες τις τηλεοπτικές μας οθόνες, τις αναγνωρίζουμε στις εκμυστηρεύσεις απελπισίας αλλά και μίσους αρκετών από τους ήρωες του Χρήστου Οικονόμου.
Η ΕΛΛΗ, που μόλις την έχει εγκαταλείψει ο σύντροφός της μαζί με τις οικονομίες του κοινού κουμπαρά τους, τρώει το σιμιγδαλένιο ομοίωμα του φυγάδα. Συντροφιά της πια η «η μοχθηρή φτώχεια η πρόστυχη. Πλάσμα του σπιτιού τώρα κι αυτή, κατοικίδιος αρουραίος». Ένας αγριεμένος έφηβος γίνεται σύγχρονη προσομοίωση του παραμυθιού των παιδικών του χρόνων κι αναρωτιέται αν «μπορεί οι εργάτες και οι φτωχοί τού σήμερα να ’ναι τα μολυβένια στρατιωτάκια της επόμενης χιλιετίας». Ο Μάο έχει γίνει ο ακοίμητος φρουρός μιας γειτονιάς βυθισμένης στον φόβο του άλλου, αν και ο ίδιος απλώς παραμονεύει για μιαν εκδίκηση. Ο Παυλάκης ονειρεύεται ότι γίνεται ο αόρατος ληστής των τραπεζών κι ότι φτιάχνει ένα μεγάλο σπίτι, μια έπαυλη με πισίνα και κήπο και χώρο για όλους τους φίλους του – μικρό όραμα ιδιοτελούς αλληλεγγύης. Ένας πατέρας προσεύχεται μπροστά στο ΑΤΜ της τράπεζας να γίνει ένα θαύμα και να του δώσει ο κενός λογαριασμός του τα λεφτά που δεν έχει. Ένας σιδεράς κάνει την «πιο αποτυχημένη διαδήλωση από καταβολής κόσμου», στημένος μ’ ένα άγραφο πλακάτ στη μνήμη του κεραυνοβολημένου από 24.000 βολτ συναδέλφου του. Ο Μάικ, που ονειρεύεται να πάει στην Ισπανία, συσκευάζει παγάκια και διαπιστώνει πως «γι’ ανθρώπους σαν κι εμάς τα όνειρα λιώνουν σαν τα παγάκια». Η Νίκη υπόσχεται στον άντρα της ότι «κάτι θα γίνει, θα δεις, δεν παίρνουν έτσι τα σπίτια οι τράπεζες. Δεν είναι Αμερική εδώ». Πέντε συνταξιούχοι κάνουν ολονυκτία στην είσοδο ενός ιατρείου του ΙΚΑ κι ο αφηγητής ακτινογραφεί τα πράγματα που κουβαλάνε πάνω τους – σε αφθονία κουβαλάνε «φόβο και άγχος και αγωνία για τον χρόνο και την αρρώστια», αλλά και μίσος βαθύ για τον εαυτό τους «επειδή ήταν μικροί και ασήμαντοι». Ο Τάκης, με τη βοήθεια άφθονου τσίπουρου, θυμοσοφεί για τα δεινά της εργασίας: «Μέρα νύχτα βλέπω τσακισμένους απ’ τη δουλειά, κουρασμένους ανθρώπους φοβισμένους. Λες και δεν γίνεται πια να δουλέψεις χωρίς φόβο». Ο Βασίλης παρηγορεί με ολονύχτιες αφηγήσεις και παραμύθια τη Λένα, που θέλει να πιστεύει πως είναι προσωρινή η διαμονή τους στην πνιγμένη στο μπετόν Νίκαια. «Να σε διώχνουν απ’ τη δουλειά είναι σαν κάταγμα», λέει ο Άρης, «στην αρχή δεν νιώθεις τίποτα… Ο πόνος κι ο φόβος έρχονται αργότερα, όταν κρυώσει το τραύμα». Ένας γέρος που πρόσφατα έχει θάψει τη γυναίκα του υποθέτει πως θα την έσωζε αν είχε λεφτά και διαπιστώνει: «Οι τράπεζες δεν το ’χουν πιάσει το νόημα. Έπρεπε να δίνουν καρκινοδάνεια». Κι ένας ακόμη αντιήρωας πνιγμένος στα χρέη, στους απλήρωτους λογαριασμούς, αλλά και στους απλήρωτους μισθούς του, αποφαίνεται πώς «το πιο τρομαχτικό πράμα είναι η δουλειά. Που περιμένεις κάθε δεκαπέντε και τριάντα να πληρωθείς. Που μετράς τη ζωή σε δεκαπενθήμερα».
ΟΠΩΣ ΑΝΤΙΛΑΜΒΑΝΕΣΤΕ, δεν υπάρχει ίχνος σοσιαλιστικού ρεαλισμού σ’ αυτή τη σκοτεινή καταγραφή της «κατάστασης της εργατικής τάξης στον Πειραιά». Δεν υπάρχουν οι ευκολίες των συνθημάτων, των αναλύσεων, των εξωραϊσμών, των θετικών ηρώων, των χάπι εντ. Υπάρχει συμβιβασμός, θυμός, χαμηλή αυτοεκτίμηση και πάνω απ’ όλα φόβος. «Γιατί τι νομίζετε ότι είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου; Ο θάνατος; Τα λεφτά; Όχι βέβαια. Ο φόβος. Αυτός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός». Αυτό είναι η διαπίστωση ενός από τους ήρωες των 16 ιστοριών της κρυμμένης καθημερινότητας, αλλά είναι και η βασική ερμηνεία του σημερινού παράδοξου της σχεδόν κατατονικής αντίδρασης της κοινωνίας στη νέα πραγματικότητα της «ελεγχόμενης χρεοκοπίας» της χώρας. Η οποία υπόσχεται να γεμίσει με Περάματα και Κερατσίνια και Κοκκινιές όλα τα ανήσυχα θερμοκήπια της μεσαιοχώρας και να πυρπολήσει πολλές νησίδες επίπλαστης ευημερίας.
ΣΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ του Χ. Οικονόμου υπάρχει μια αυθεντική απεικόνιση της εργασιακής και οικονομικής ζούγκλας που επικρατούσε ακόμη και π.Κ. (προ Κρίσης) στα χαμηλότερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Σκεφτείτε τι έχει να συμβεί αν η πολιτική ηγεσία πάρει τοις μετρητοίς την υπόδειξη του άρχοντος του ΔΝΤ Ντομινίκ Στρος-Καν, του επίσημου κοινοτικού επιτηρητή μας Όλι Ρεν και αρκετών άλλων εκπροσώπων της μονεταριστικής ορθοδοξίας περί «αποπληθωρισμού μισθών» ως μόνου μέσου θεραπείας της κρίσης του χρέους. Σκεφτείτε τι ιστορίες, όχι λογοτεχνικές, αλλά εφιαλτικά πραγματικές, θα γίνουν πρωτοσέλιδα, αν η ανεργία εκραγεί στο 15% ή στο 20% κι αν ο «μεταρρυθμιστικός» ολετήρας συνθλίψει τα τελευταία οχυρά της εργασίας: τις συμβάσεις, τα όρια απολύσεων, τη στοιχειώδη συνταξιοδοτική ασφάλεια, ένα ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς ζωής.
ΑΣ ΕΛΠΙΣΟΥΜΕ πως δεν θα το ζήσουμε αυτό. Ας ελπίσουμε πως ο Χ. Οικονόμου, μετά τις ιστορίες του Πειραιά, δεν θα χρειαστεί να γράψει τα «Σταφύλια της Οργής» ή τον «Δρόμο με τις φάμπρικες» αλά ελληνικά. Προσωπικώς, το ελπίζω. Προσδοκώ ανάσταση ζωών, με τον τρόπο που και ο Χ. Οικονόμου βλέπει πίσω από τους πολλούς και μικρούς θανάτους που περιγράφει, πίσω από τη μελαγχολική διαπίστωση του μέσου νεοπρολετάριου πως «κομμάτι κομμάτι του παίρνουν τον κόσμο του», μια λαχτάρα για ζωή άξια να τη ζεις. Τελικά, κάτι θα γίνει, θα δείτε…
Παρασκευή 16 Απριλίου 2010
Η επιστροφή του Θεού
ΝΙΚΟΣ ΜΟΥΖΕΛΗΣ
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ
Στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο η εκκοσμίκευση αναπτυσσόταν με ταχείς ρυθμούς. Σε όλες τις δυτικές κοινωνίες οι άδειες εκκλησίες, η γενικευμένη αδιαφορία για τα θεία και, πιο γενικά, η «απομάγευση του κόσμου» (Weber) έδιναν την εντύπωση πως η καθοδική πορεία της θρησκευτικότητας δεν ήταν ανατρέψιμη. Τα πράγματα όμως άλλαξαν σημαντικά στη δεκαετία του ΄70, κυρίως μετά τον Μάη του 1968. Από τότε ως σήμερα βλέπουμε στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες την αναβίωση του θρησκευτικού φαινομένου.
Η αναβίωση πήρε διάφορες μορφές. Ενας τρόπος διερεύνησης αυτής της νέας θρησκευτικότητας είναι να επικεντρωθούμε σε δύο βασικά κριτήρια: στο αν η αναβίωση λαμβάνει χώρο εντός ή εκτός των επίσημων, κατεστημένων εκκλησιών και αν η στροφή προς το θείο παίρνει μια συγκρητικά υβριδική μορφή ή όχι.
Εκκλησία και κοινωνία
Σε αυτό το πλαίσιο, σαν αντίδραση στη ραγδαία εκκοσμίκευση, οι θρησκευτικές ελίτ αλλά και οι απλοί πιστοί αρχίζουν να δίνουν λιγότερο βάρος στη δογματική και περισσότερο στη βιωματική, υπαρξιακή διάσταση της πίστης. Στη λίγο- πολύ άμεση σχέση του πιστού με το θείο. Το βίωμα, μέσω κυρίως της προσευχής, υπερισχύει της αποδοχής ενός αριθμού μεταφυσικών θέσεων, χριστολογικών και σωτηριολογικών. Επιπλέον, σε μια προσπάθεια άμβλυνσης της διαμάχης μεταξύ θρησκείας και επιστήμης, η ερμηνεία της Βίβλου γίνεται όχι πια με κυριολεκτικό αλλά με συμβολικό/μεταφορικό τρόπο.
Μια δεύτερη στρατηγική των εκκλησιών είναι η στροφή προς τον κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Η συντηρητική άποψη ότι η Εκκλησία πρέπει να ασχολείται με τη σωτηρία της ψυχής και όχι με τα εγκόσμια ανατρέπεται. Από τη δημόσια αντίθεση προοδευτικών κληρικών στον θατσερισμό ως τη θεολογία της επανάστασης στη Λατινική Αμερική, αρχίζει να ωριμάζει η αντίληψη ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να στρέφει την πλάτη της στα κοινωνικά προβλήματα της φτώχειας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Εδώ βέβαια πρέπει να αναφερθεί ότι ο πιο ενεργός ρόλος των δυτικών εκκλησιών πάνω σε κοινωνικά θέματα δεν έχει πάντα μια χροιά προοδευτική. Υπάρχει και η αντιδραστική, φονταμενταλιστική ενασχόληση με την πολιτική. Ετσι η ανθούσα χριστιανική Δεξιά στις ΗΠΑ εισβάλλει ενεργά στον πολιτικό χώρο. Μέσω του ελέγχου ενός σημαντικού μέρους των ΜΜΕ και της δημιουργίας ισχυρών λόμπι στο Κογκρέσο οι συντηρητικοί ευαγγελιστές έχουν διαμορφώσει μια θρησκευτικο-πολιτική κουλτούρα που επικεντρώνεται στον πατριωτικό αμερικανικό μεσσιανισμό.
Θρησκευτικός συγκρητισμός
Στον ενδοεκκλησιαστικό χώρο βλέπουμε μια τάση (κυρίως μεταξύ των απλών πιστών) συνδυασμού της χριστιανικής πίστης με στοιχεία παρμένα από άλλες θρησκείες ή πνευματικές πρακτικές. Σε αυτόν τον χώρο, στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλες δυτικές κοινωνίες, το τυπικό παράδειγμα είναι το άτομο που από τη μια μεριά εκκλησιάζεται κανονικά ενώ από την άλλη ασχολείται με πρακτικές παρμένες από τον ινδουισμό, τον ταοϊσμό, τον σουφισμό, τον βουδιστικό διαλογισμό κτλ. Αυτού του είδους η υβριδική/συγκρητική θρησκευτικότητα μπορεί μεν να θεωρηθεί επιφανειακή αλλά συνάδει προς έναν μεταμοντέρνο λόγο και τρόπο ζωής όπου οι παραδοσιακοί κώδικες ατροφούν, ενώ στοιχεία από διάφορους πολιτισμούς συνυπάρχουν σε διάφορους συνδυασμούς προσφέροντας στο άτομο μια μεγάλη γκάμα επιλογών.
Μέσα στο πλαίσιο της ραγδαίας παγκοσμιοποίησης τα διάφορα θρησκευτικά πιστεύω έρχονται πιο κοντά το ένα στο άλλο. Με αυτόν τον τρόπο σχετικοποιούνται. Η ιδέα πως μια εκκλησία, μια θρησκευτική παράδοση, κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας παύει να είναι πιστευτή. Το άτομο έχει τη δυνατότητα να επιλέξει στοιχεία από διάφορες θρησκευτικές πρακτικές και δοξασίες. Και σε αυτή την περίπτωση βέβαια ο τρόπος ενοποίησης αυτών των στοιχείων, όταν επιτυγχάνεται, έχει κάτι το ιδιαίτερο/μοναδικό. Εχουμε, με άλλα λόγια, την «ιδιωτικοποίηση» (privatization) του θρησκευτικού. Μια κατάσταση όπου το υποκείμενο κατασκευάζει τη δική του θρησκευτικότητα και αυτό όχι μόνο με την έννοια πως σε ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό/εκκλησιαστικό πλαίσιο η προσέγγιση κάθε πιστού προς το θείο έχει πάντα κάτι το μοναδικό. Αλλά και με την έννοια πως το άτομο καλείται να κατασκευάσει αυτό καθαυτό το θρησκευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται.
Ο πνευματικός ταξιδιώτης
Η υβριδικότητα εντείνεται βέβαια όταν η σύνδεση του εκκλησιαστικού με το εξω-εκκλησιαστικό καταργείται. Σε αυτή την περίπτωση το άτομο αντιτίθεται σε κάθε εκκλησιαστικό κατεστημένο- φιλελεύθερο, συντηρητικό ή φονταμενταλιστικό- αφού εξ ορισμού όλα τείνουν προς τη γραφειοκρατικοποίηση, τον δογματισμό και τον αυταρχισμό.
Είναι σε αυτή την περίπτωση βέβαια που η εξατομίκευση και η ιδιωτικοποίηση του θρησκευτικού φαινομένου παίρνει την πιο ακραία μορφή. Το άτομο της ύστερης νεωτερικότητας παύει να είναι «πιστός» και μετατρέπεται σε «seeker», σε ένα υποκείμενο δηλαδή που ψάχνει ακατάπαυστα, σε έναν αεί ταξιδιώτη που εξερευνά ένα πολυποίκιλο, απέραντο, ατελείωτο, πνευματικό τοπίο. Είναι σε αυτό το σημείο που το θρησκευτικό συναντά το θεραπευτικό. Στη λεγόμενη «Νew Αge» πνευματικότητα, π.χ., η θρησκευτικότητα/πνευματικότητα γίνεται μέσο για την «ανάπτυξη του εαυτού» (self-growth). Ετσι βουδιστικές πρακτικές διαλογισμού, π.χ., ξεκόβονται από τις θρησκευτικές καταβολές τους και μετατρέπονται σε απλές ασκήσεις για τη μείωση του στρες, για την αύξηση της παραγωγικότητας και την καλυτέρευση των εργασιακών σχέσεων σε επιχειρήσεις, για την αποφυγή καρδιακών διαταραχών στα νοσοκομεία κτλ.
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι η απόρριψη των κατεστημένων χριστιανικών εκκλησιών δεν οδηγεί πάντα στον συγκρητισμό/υβριδισμό. Οδηγεί πολλές φορές στην αποδοχή μιας μη χριστιανικής θρησκευτικής παράδοσης κατά μη επιλεκτικό, μη υβριδικό τρόπο.
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=122&artId=323988&dt=03/04/2010#ixzz0lIG4HLmY
Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ
Στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο η εκκοσμίκευση αναπτυσσόταν με ταχείς ρυθμούς. Σε όλες τις δυτικές κοινωνίες οι άδειες εκκλησίες, η γενικευμένη αδιαφορία για τα θεία και, πιο γενικά, η «απομάγευση του κόσμου» (Weber) έδιναν την εντύπωση πως η καθοδική πορεία της θρησκευτικότητας δεν ήταν ανατρέψιμη. Τα πράγματα όμως άλλαξαν σημαντικά στη δεκαετία του ΄70, κυρίως μετά τον Μάη του 1968. Από τότε ως σήμερα βλέπουμε στις ανεπτυγμένες δυτικές κοινωνίες την αναβίωση του θρησκευτικού φαινομένου.
Η αναβίωση πήρε διάφορες μορφές. Ενας τρόπος διερεύνησης αυτής της νέας θρησκευτικότητας είναι να επικεντρωθούμε σε δύο βασικά κριτήρια: στο αν η αναβίωση λαμβάνει χώρο εντός ή εκτός των επίσημων, κατεστημένων εκκλησιών και αν η στροφή προς το θείο παίρνει μια συγκρητικά υβριδική μορφή ή όχι.
Εκκλησία και κοινωνία
Σε αυτό το πλαίσιο, σαν αντίδραση στη ραγδαία εκκοσμίκευση, οι θρησκευτικές ελίτ αλλά και οι απλοί πιστοί αρχίζουν να δίνουν λιγότερο βάρος στη δογματική και περισσότερο στη βιωματική, υπαρξιακή διάσταση της πίστης. Στη λίγο- πολύ άμεση σχέση του πιστού με το θείο. Το βίωμα, μέσω κυρίως της προσευχής, υπερισχύει της αποδοχής ενός αριθμού μεταφυσικών θέσεων, χριστολογικών και σωτηριολογικών. Επιπλέον, σε μια προσπάθεια άμβλυνσης της διαμάχης μεταξύ θρησκείας και επιστήμης, η ερμηνεία της Βίβλου γίνεται όχι πια με κυριολεκτικό αλλά με συμβολικό/μεταφορικό τρόπο.
Μια δεύτερη στρατηγική των εκκλησιών είναι η στροφή προς τον κοινωνικό και πολιτικό χώρο. Η συντηρητική άποψη ότι η Εκκλησία πρέπει να ασχολείται με τη σωτηρία της ψυχής και όχι με τα εγκόσμια ανατρέπεται. Από τη δημόσια αντίθεση προοδευτικών κληρικών στον θατσερισμό ως τη θεολογία της επανάστασης στη Λατινική Αμερική, αρχίζει να ωριμάζει η αντίληψη ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να στρέφει την πλάτη της στα κοινωνικά προβλήματα της φτώχειας και της κοινωνικής περιθωριοποίησης. Εδώ βέβαια πρέπει να αναφερθεί ότι ο πιο ενεργός ρόλος των δυτικών εκκλησιών πάνω σε κοινωνικά θέματα δεν έχει πάντα μια χροιά προοδευτική. Υπάρχει και η αντιδραστική, φονταμενταλιστική ενασχόληση με την πολιτική. Ετσι η ανθούσα χριστιανική Δεξιά στις ΗΠΑ εισβάλλει ενεργά στον πολιτικό χώρο. Μέσω του ελέγχου ενός σημαντικού μέρους των ΜΜΕ και της δημιουργίας ισχυρών λόμπι στο Κογκρέσο οι συντηρητικοί ευαγγελιστές έχουν διαμορφώσει μια θρησκευτικο-πολιτική κουλτούρα που επικεντρώνεται στον πατριωτικό αμερικανικό μεσσιανισμό.
Θρησκευτικός συγκρητισμός
Στον ενδοεκκλησιαστικό χώρο βλέπουμε μια τάση (κυρίως μεταξύ των απλών πιστών) συνδυασμού της χριστιανικής πίστης με στοιχεία παρμένα από άλλες θρησκείες ή πνευματικές πρακτικές. Σε αυτόν τον χώρο, στις ΗΠΑ αλλά και σε άλλες δυτικές κοινωνίες, το τυπικό παράδειγμα είναι το άτομο που από τη μια μεριά εκκλησιάζεται κανονικά ενώ από την άλλη ασχολείται με πρακτικές παρμένες από τον ινδουισμό, τον ταοϊσμό, τον σουφισμό, τον βουδιστικό διαλογισμό κτλ. Αυτού του είδους η υβριδική/συγκρητική θρησκευτικότητα μπορεί μεν να θεωρηθεί επιφανειακή αλλά συνάδει προς έναν μεταμοντέρνο λόγο και τρόπο ζωής όπου οι παραδοσιακοί κώδικες ατροφούν, ενώ στοιχεία από διάφορους πολιτισμούς συνυπάρχουν σε διάφορους συνδυασμούς προσφέροντας στο άτομο μια μεγάλη γκάμα επιλογών.
Μέσα στο πλαίσιο της ραγδαίας παγκοσμιοποίησης τα διάφορα θρησκευτικά πιστεύω έρχονται πιο κοντά το ένα στο άλλο. Με αυτόν τον τρόπο σχετικοποιούνται. Η ιδέα πως μια εκκλησία, μια θρησκευτική παράδοση, κατέχει το μονοπώλιο της αλήθειας παύει να είναι πιστευτή. Το άτομο έχει τη δυνατότητα να επιλέξει στοιχεία από διάφορες θρησκευτικές πρακτικές και δοξασίες. Και σε αυτή την περίπτωση βέβαια ο τρόπος ενοποίησης αυτών των στοιχείων, όταν επιτυγχάνεται, έχει κάτι το ιδιαίτερο/μοναδικό. Εχουμε, με άλλα λόγια, την «ιδιωτικοποίηση» (privatization) του θρησκευτικού. Μια κατάσταση όπου το υποκείμενο κατασκευάζει τη δική του θρησκευτικότητα και αυτό όχι μόνο με την έννοια πως σε ένα συγκεκριμένο θρησκευτικό/εκκλησιαστικό πλαίσιο η προσέγγιση κάθε πιστού προς το θείο έχει πάντα κάτι το μοναδικό. Αλλά και με την έννοια πως το άτομο καλείται να κατασκευάσει αυτό καθαυτό το θρησκευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται.
Ο πνευματικός ταξιδιώτης
Η υβριδικότητα εντείνεται βέβαια όταν η σύνδεση του εκκλησιαστικού με το εξω-εκκλησιαστικό καταργείται. Σε αυτή την περίπτωση το άτομο αντιτίθεται σε κάθε εκκλησιαστικό κατεστημένο- φιλελεύθερο, συντηρητικό ή φονταμενταλιστικό- αφού εξ ορισμού όλα τείνουν προς τη γραφειοκρατικοποίηση, τον δογματισμό και τον αυταρχισμό.
Είναι σε αυτή την περίπτωση βέβαια που η εξατομίκευση και η ιδιωτικοποίηση του θρησκευτικού φαινομένου παίρνει την πιο ακραία μορφή. Το άτομο της ύστερης νεωτερικότητας παύει να είναι «πιστός» και μετατρέπεται σε «seeker», σε ένα υποκείμενο δηλαδή που ψάχνει ακατάπαυστα, σε έναν αεί ταξιδιώτη που εξερευνά ένα πολυποίκιλο, απέραντο, ατελείωτο, πνευματικό τοπίο. Είναι σε αυτό το σημείο που το θρησκευτικό συναντά το θεραπευτικό. Στη λεγόμενη «Νew Αge» πνευματικότητα, π.χ., η θρησκευτικότητα/πνευματικότητα γίνεται μέσο για την «ανάπτυξη του εαυτού» (self-growth). Ετσι βουδιστικές πρακτικές διαλογισμού, π.χ., ξεκόβονται από τις θρησκευτικές καταβολές τους και μετατρέπονται σε απλές ασκήσεις για τη μείωση του στρες, για την αύξηση της παραγωγικότητας και την καλυτέρευση των εργασιακών σχέσεων σε επιχειρήσεις, για την αποφυγή καρδιακών διαταραχών στα νοσοκομεία κτλ.
Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι η απόρριψη των κατεστημένων χριστιανικών εκκλησιών δεν οδηγεί πάντα στον συγκρητισμό/υβριδισμό. Οδηγεί πολλές φορές στην αποδοχή μιας μη χριστιανικής θρησκευτικής παράδοσης κατά μη επιλεκτικό, μη υβριδικό τρόπο.
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=122&artId=323988&dt=03/04/2010#ixzz0lIG4HLmY
ΣΥΝΟΨΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ
Γιάννης Ζήσης, συγγραφέας
Πηγή: ΣΟΛΩΝ
Ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τα εγγενώς βιοχημικά του πλαίσια αναζήτησε τη γνώση. Ξεκίνησε να την συλλέγει ενστικτωδώς - ως παρατηρητής – μέσα από το οικολογικό πεδίο της ζωής. Αξιοποίησε αυτό που και τα ζώα – αλλά μόνο ενστικτωδώς - χρησιμοποιούν. Αξιοποίησε το περιβάλλον ως νοσοκομείο και φαρμακείο με όρους αυτογενούς ψυχοσωματικής προσαρμοστικότητας.
Σε αυτό το στάδιο ο άνθρωπος καθηλώθηκε μέχρι το χρονικό σημείο από το οποίο άρχισε τις χειρουργικές μοχλεύσεις οι οποίες όμως εμπεριείχαν σοβαρές διακινδυνεύσεις λόγω της συστημικής άγνοιας του σώματος και των παθογόνων παραγόντων του.
Με άλλα λόγια χρειαζόταν περισσότερη γνώση τόσο για τα οργανικά συστήματα, όσο και για τον βιολογικό μικρόκοσμο. Οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η τεχνολογία και η τέχνη. Ο άνθρωπος - απ’ αρχής - λειτούργησε την αντίληψή του ενστικτωδώς με μια ψυχοσωματική κατανόηση και μόχλευση της εμπειρίας του.
Ψυχολογικές και οργανικές έννοιες συλλαμβάνονται σε μια δυαδική πορεία ανάγνωσης, εμπειρίας, ερμηνείας και γνώσης. Ταυτόχρονα υπάρχει μια ανάλογη προσέγγιση και στις θεμελιώδεις ζωικές αναζητήσεις για ικανοποίηση και ποιότητα, όπως και για ένα βαθύτερο προσδιορισμό των ζητημάτων που συνδέονται μ’ αυτό που τίθεται ενστικτωδώς και συνειδητά πια ως «αντίπαλο φαινόμενο» της ζωής. Ο άνθρωπος δηλαδή ανασκευάζει και αναβαθμίζει τα ζωικά προτάγματα και τις διακυβευτικές ή διακινδυνευτικές αποκρίσεις.
Τα αποτελέσματα παρ’ όλες τις επιτεύξεις έως και την αρχή του 21ου αιώνα, από πλευράς ιατρικής, (περιλαμβάνοντας και την εναλλακτική ιατρική) και μ’ όλη την πολιτισμική ποιότητα οργάνωσης της ζωής και υγιεινής μέριμνας, παρέμειναν εξαιρετικά φτωχά. Το μέσο και το μέγιστο μήκος ζωής του ανθρώπου ήταν ανάλογο των αντίστοιχων ρυθμισμένων από την φύση άλλων ζωικών μορφών. Η φτώχεια των αποτελεσμάτων αυτών δεν ήταν ουσιαστικά συνειδητοποιημένη καθώς υπήρχαν αρκετά ατομικά οφέλη από την ιατρική φροντίδα. Μόνο αμφισβητίες επισήμαναν τις αντιφάσεις ή την ιατρογενή νέμεση όπως έκανε ο Ίβαν Ίλιτς. Η κριτική ανάγνωση της προόδου της υγιεινής και της ιατρικής ήταν σχετικά υπανάπτυξη και διέπονταν από ακρότητες χωρίς σοφία. Η άλλη όψη κριτικής της ιατρικής ή θεραπευτικής ήταν η οικολογική κριτική για αυτή, ενώ είχε προηγηθεί η φιλοσοφική και η θρησκευτική θεώρησή της.
Για την απώθηση του γεγονότος του θανάτου
Η εσφαλμένη στις περισσότερες των περιπτώσεων στάση του ανθρώπου απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου ύψωσε ένα αδιαφανές τείχος συνείδησης ή αντίληψης σε κάθε τομέα ανθρώπινης γνώσης. Πάντα κινούμαστε με την προσδοκία ότι το ζήτημα θα ξεκλειδωθεί με μια καινοτομία κατανόησης και τεχνολογικής παρέμβασης. Ο θάνατος και ο φόβος του έχουν γίνει η επίγεια κόλαση της ζωής. Ακόμη περισσότερο μάλιστα καθώς ο μεταβολισμός, η επιβίωση και η εξυπηρέτηση των ενστίκτων απαιτούν ανταγωνισμό με τίμημα τον θάνατο - των άλλων σωμάτων αρχικά και στο τέλος και του δικού μας - είτε μέσα στην τροφική αλυσίδα, είτε μέσα από φυσικά φαινόμενα και συνθήκες, είτε από την ανάδυση των μικροοργανισμών στο οικολογικό περιβάλλον, είτε από την φονική ανθρώπινη βία και τεχνική, είτε από ενδοσωματικό εκφυλισμό. Φαίνεται ωστόσο πως η εσωτερική αποδόμηση της ζωής της μορφής είναι η πιο ανέγγιχτη και η πιο βαθιά υποκείμενη αιτία θανάτου. Όλες οι άλλες αιτίες μπορούν να ρυθμιστούν μερικώς και υπό όρους.
Απέναντι λοιπόν σ’ αυτό το αδιέξοδο των ενστίκτων, της συνείδησης και της βιολογικής οργάνωσης έπρεπε να κτισθεί ένας έλεγχος οχληρότητας. Είναι ένα ζήτημα που πρόβαλλε μηδενιστικά. Είναι μάλλον η βάση δημιουργίας όλων των συμπλεγμάτων, η πηγή των βασικών σημείων κρίσης και της διαρκούς ψυχοσωματικής ενεργότητάς τους.
Στον αιώνα μας λοιπόν είμαστε αρκετά γυμνοί και εκτεθειμένοι απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα. Ελάχιστα μας έντυσαν όλες οι πανοπλίες μας. Το θέμα αυτό μας διαπερνάει και αγωνιζόμαστε να ξεχασθούμε στα ενδιάμεσα ενός δρόμου που υποχρεωτικά καταλήγει.
Στην ιστορία, λίγοι στον αριθμό, εμφανίστηκαν ανθρώπινα όντα τα οποία αποφάσισαν - με διαφορετική οπτική ο καθένας - να σταθούν με ευθύτητα και να διερευνήσουν οντολογικά το τελεσίδικο του βίου και τις συνέπειές του. Αυτό θα έλεγε κανείς ότι στάθηκε ως μια νοητική και ψυχική θεραπευτική στον πυρήνα της ανθρώπινης συνειδητότητας, νόησης και οντότητας.
Κάθε προσπάθεια ριζικής αναθεώρησης της συνηθισμένης στάσης του ανθρώπου απέναντι στο τέλος του σώματος δεν κατέστη σχεδόν ποτέ ψυχολογικά και στοχαστικά ολοκληρωμένη. Αντίθετα επιστρατεύτηκαν σχεδόν πάντα τεχνικές λήθης και εμμεσοποίησης που έφτασαν ως την επινόηση της ανοησία και του αστόχαστου για την μείωση του στοχαστικού και ψυχολογικού άλγους. Αυτό λοιπόν πρέπει να το θεραπεύσουμε. Ποια είναι η θεραπεία του;
Όταν ασχολούμαστε τελικά με θέματα τόσο μακράς διάρκειας είναι φανερό ότι πρέπει να αναπτύσουμε μια ολοκληρωμένη συνέχεια συνείδησης και επίγνωσης σ’ όλο το δέντρο των εννοιών, με γενική και αναλυτική εποπτεία. Όσοι επιλέγουν την επινόηση της λήθης ας μην ξεχνάνε ότι πάνε ενάντια στην εξελικτική διαδικασία της ζωής και ειδικότερα της ανθρωπογένεσης καθώς η συνειδητότητα της νόησης και του ψυχισμού είναι το άλμα ανθρωποποίησης της ζωικότητας, ακόμη και ως στρατηγικής επιβίωσης.
Από την λήθη στην ευθύτητα απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου
Η στρατηγική της λήθης και της εμμεσοποίησης – απέναντι στο αναπόφευκτο γεγονός του θανάτου - ως «επινόηση της μη νόησης» ή «προεσκεμμένη ανοησία» και «άρνηση της εξέλιξης και της θέσης», μετέφερε όλη την οικολογική παθολογία της ζωής και ειδικότερα του ζωικού βασιλείου σ’ όλη την κοινωνική οργάνωση, τον ψυχολογικό βίο, τον πολιτισμό και την ιστορική διαδρομή του ανθρώπου και της κοινωνίας του. Η επιλογή της λήθης απέναντι στο γεγονός του θανάτου αποτελεί μερικώς μια επαναβύθιση μέσα στην βία της φύσης της ζωικής καταστροφικότητας.
Ο άνθρωπος κινήθηκε να παράξει τόσες μορφές όσες ήταν αναγκαίες για να κορέσουν το τοπίο της ζωής και της ύπαρξης και για να κρύψουν την απλότητα και την αμεσότητα του οντολογικού και κοσμοθεωρητικού του ζητήματος. Λειτουργώντας με υπερπαραγωγή μορφών και πολλαπλασιασμό των σημείων περίσπασης της συνείδησής του προσπάθησε να αποφύγει μια ειλικρινή προσέγγιση. Δημιούργησε νεοπλασματικές προοπτικές με τιτανικές διακυβεύσεις ακόμη και μέσα στις τόσο καθηλωτικές ρουτίνες της καθημερινότητας. Επινόησε την αναβολή του χρόνου στην συνείδηση. Έγινε εξαρτημένος από την διασκέδαση, ακόμη και αν η διασκέδαση ήταν ενδιάμεση μορφή και εστία άλγους.
Κάνοντάς το αυτό η υποκρισία και το ψέμα έγιναν ακόμα περισσότερο στοιχεία του. Δεν παραπλανούσε πλέον μόνο το περιβάλλον, κάτι που κάνουν και τα ζώα. Παραπλανούσε πλέον τον εαυτό του περισσότερο από κάθε τι άλλο. Ήθελε σχεδόν να χάσει την ψυχή του, αλλά δεν το μπορούσε. Δεν μπορούσε να χάσει την ψυχή του ή την αναφορικότητά του στον Εαυτό καθώς η ζωική απόγνωση και εξέλιξη στο ζωανθρώπινο στάδιο επικαλέσθηκε θεμελιωδώς - και με μακρά αγωνία- και εφέλκυσε έτσι με εμψυχωτικό, ταυτοποιητικό, νοητικό και πολιτισμικό βάθος μια έξοδο από την ζωικότητα και την τραγικότητά της.
Όμως η πρόοδος αυτή δεν ήταν λυσιτελής και πλήρης, δεν μπορούσε να ‘ναι ελεύθερη από την ζωική κληρονομιά και τις ανάδρομες κινήσεις και διακινδυνεύσεις. Η αναφορά σε ένα ψυχικό και νοητικό εαυτό εδραιώθηκε ως βασικός πόλος στην εξελικτική διπολικότητα του ανθρώπου. Αποτελεί πλέον ένα πεδίο βαθύτατου ψυχολογικού ισοζυγίου που ρυθμίζει την μετα-βιολογική δυναμική του ανθρώπου και το οποίο επιδιώκουμε να προσπεράσουμε. Επιδιώκουμε να καταλύσουμε τις αιτιατές δεσμεύσεις της εξελικτικής μας θέσης και της ψυχοσωματικής νοητικότητας και πολιτισμικότητάς μας. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούμε ένα αιτιατό που γυρίζει σε μας. Η βάση αυτού του αιτιατού είναι ο θεμελιώδης συνειδησιακός και ο βιοπολιτισμικός φόβος και βίος μας.
Θα ολοκληρώσουμε άραγε αυτή την αναφορικότητα στον Εαυτό προσπερνώντας την επινοημένη αρνητική απλοϊκότητα της συνείδησης και της ζωικής αναφορικότητας του πολιτισμού μας; Θα παύσουμε κάποτε την αντανακλαστική εχθρότητα απέναντι στον κόσμο της έννοιας και στην ποιότητα της επίγνωσης;
Μοιάζουμε σαν να θέλουμε να αποφεύγουμε και να αναβάλλουμε απεριόριστα την εξελικτική συναίνεση απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου, πράγμα που παραδόξως θα μας έκανε περισσότερο αβλαβείς και ήπιους οικολογικά, όπως και απέναντι στο Φως νου. Διακατεχόμαστε από την μανία της μορφής τόσο της ζωής, όσο και της νόησης, ενώ τόσο η ζωή όπως και η νόηση ανελίσσονται και αναγεννώνται θνήσκουσες. Θέλουμε να αποφύγουμε μια εκπλήρωση ή ολοκλήρωση της συνείδησης της ζωής και της νόησης.
Αντίθετα, θα έπρεπε να βλέπαμε την διάρκεια την ποιότητα και την ικανοποιητικότητα της ζωής ως δημιουργική ολοκλήρωση της αρχέγονης νοητικής ταυτοποίησης και εμψύχωσης, της εξελικτικής αναφορικότητας και ψυχικότητάς της. Αντί όμως γι’ αυτή την ψυχικότητα καθηλωθήκαμε και ξαναβυθιστήκαμε στην μορφικότητα της ζωής, στην ζωικότητα των μορφών εξαιρώντας και στρεβλώνοντας την νόηση και την συνείδηση.
Πηγή: ΣΟΛΩΝ
Ο άνθρωπος στην προσπάθειά του να ξεπεράσει τα εγγενώς βιοχημικά του πλαίσια αναζήτησε τη γνώση. Ξεκίνησε να την συλλέγει ενστικτωδώς - ως παρατηρητής – μέσα από το οικολογικό πεδίο της ζωής. Αξιοποίησε αυτό που και τα ζώα – αλλά μόνο ενστικτωδώς - χρησιμοποιούν. Αξιοποίησε το περιβάλλον ως νοσοκομείο και φαρμακείο με όρους αυτογενούς ψυχοσωματικής προσαρμοστικότητας.
Σε αυτό το στάδιο ο άνθρωπος καθηλώθηκε μέχρι το χρονικό σημείο από το οποίο άρχισε τις χειρουργικές μοχλεύσεις οι οποίες όμως εμπεριείχαν σοβαρές διακινδυνεύσεις λόγω της συστημικής άγνοιας του σώματος και των παθογόνων παραγόντων του.
Με άλλα λόγια χρειαζόταν περισσότερη γνώση τόσο για τα οργανικά συστήματα, όσο και για τον βιολογικό μικρόκοσμο. Οπωσδήποτε σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η τεχνολογία και η τέχνη. Ο άνθρωπος - απ’ αρχής - λειτούργησε την αντίληψή του ενστικτωδώς με μια ψυχοσωματική κατανόηση και μόχλευση της εμπειρίας του.
Ψυχολογικές και οργανικές έννοιες συλλαμβάνονται σε μια δυαδική πορεία ανάγνωσης, εμπειρίας, ερμηνείας και γνώσης. Ταυτόχρονα υπάρχει μια ανάλογη προσέγγιση και στις θεμελιώδεις ζωικές αναζητήσεις για ικανοποίηση και ποιότητα, όπως και για ένα βαθύτερο προσδιορισμό των ζητημάτων που συνδέονται μ’ αυτό που τίθεται ενστικτωδώς και συνειδητά πια ως «αντίπαλο φαινόμενο» της ζωής. Ο άνθρωπος δηλαδή ανασκευάζει και αναβαθμίζει τα ζωικά προτάγματα και τις διακυβευτικές ή διακινδυνευτικές αποκρίσεις.
Τα αποτελέσματα παρ’ όλες τις επιτεύξεις έως και την αρχή του 21ου αιώνα, από πλευράς ιατρικής, (περιλαμβάνοντας και την εναλλακτική ιατρική) και μ’ όλη την πολιτισμική ποιότητα οργάνωσης της ζωής και υγιεινής μέριμνας, παρέμειναν εξαιρετικά φτωχά. Το μέσο και το μέγιστο μήκος ζωής του ανθρώπου ήταν ανάλογο των αντίστοιχων ρυθμισμένων από την φύση άλλων ζωικών μορφών. Η φτώχεια των αποτελεσμάτων αυτών δεν ήταν ουσιαστικά συνειδητοποιημένη καθώς υπήρχαν αρκετά ατομικά οφέλη από την ιατρική φροντίδα. Μόνο αμφισβητίες επισήμαναν τις αντιφάσεις ή την ιατρογενή νέμεση όπως έκανε ο Ίβαν Ίλιτς. Η κριτική ανάγνωση της προόδου της υγιεινής και της ιατρικής ήταν σχετικά υπανάπτυξη και διέπονταν από ακρότητες χωρίς σοφία. Η άλλη όψη κριτικής της ιατρικής ή θεραπευτικής ήταν η οικολογική κριτική για αυτή, ενώ είχε προηγηθεί η φιλοσοφική και η θρησκευτική θεώρησή της.
Για την απώθηση του γεγονότος του θανάτου
Η εσφαλμένη στις περισσότερες των περιπτώσεων στάση του ανθρώπου απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου ύψωσε ένα αδιαφανές τείχος συνείδησης ή αντίληψης σε κάθε τομέα ανθρώπινης γνώσης. Πάντα κινούμαστε με την προσδοκία ότι το ζήτημα θα ξεκλειδωθεί με μια καινοτομία κατανόησης και τεχνολογικής παρέμβασης. Ο θάνατος και ο φόβος του έχουν γίνει η επίγεια κόλαση της ζωής. Ακόμη περισσότερο μάλιστα καθώς ο μεταβολισμός, η επιβίωση και η εξυπηρέτηση των ενστίκτων απαιτούν ανταγωνισμό με τίμημα τον θάνατο - των άλλων σωμάτων αρχικά και στο τέλος και του δικού μας - είτε μέσα στην τροφική αλυσίδα, είτε μέσα από φυσικά φαινόμενα και συνθήκες, είτε από την ανάδυση των μικροοργανισμών στο οικολογικό περιβάλλον, είτε από την φονική ανθρώπινη βία και τεχνική, είτε από ενδοσωματικό εκφυλισμό. Φαίνεται ωστόσο πως η εσωτερική αποδόμηση της ζωής της μορφής είναι η πιο ανέγγιχτη και η πιο βαθιά υποκείμενη αιτία θανάτου. Όλες οι άλλες αιτίες μπορούν να ρυθμιστούν μερικώς και υπό όρους.
Απέναντι λοιπόν σ’ αυτό το αδιέξοδο των ενστίκτων, της συνείδησης και της βιολογικής οργάνωσης έπρεπε να κτισθεί ένας έλεγχος οχληρότητας. Είναι ένα ζήτημα που πρόβαλλε μηδενιστικά. Είναι μάλλον η βάση δημιουργίας όλων των συμπλεγμάτων, η πηγή των βασικών σημείων κρίσης και της διαρκούς ψυχοσωματικής ενεργότητάς τους.
Στον αιώνα μας λοιπόν είμαστε αρκετά γυμνοί και εκτεθειμένοι απέναντι σ’ αυτό το ζήτημα. Ελάχιστα μας έντυσαν όλες οι πανοπλίες μας. Το θέμα αυτό μας διαπερνάει και αγωνιζόμαστε να ξεχασθούμε στα ενδιάμεσα ενός δρόμου που υποχρεωτικά καταλήγει.
Στην ιστορία, λίγοι στον αριθμό, εμφανίστηκαν ανθρώπινα όντα τα οποία αποφάσισαν - με διαφορετική οπτική ο καθένας - να σταθούν με ευθύτητα και να διερευνήσουν οντολογικά το τελεσίδικο του βίου και τις συνέπειές του. Αυτό θα έλεγε κανείς ότι στάθηκε ως μια νοητική και ψυχική θεραπευτική στον πυρήνα της ανθρώπινης συνειδητότητας, νόησης και οντότητας.
Κάθε προσπάθεια ριζικής αναθεώρησης της συνηθισμένης στάσης του ανθρώπου απέναντι στο τέλος του σώματος δεν κατέστη σχεδόν ποτέ ψυχολογικά και στοχαστικά ολοκληρωμένη. Αντίθετα επιστρατεύτηκαν σχεδόν πάντα τεχνικές λήθης και εμμεσοποίησης που έφτασαν ως την επινόηση της ανοησία και του αστόχαστου για την μείωση του στοχαστικού και ψυχολογικού άλγους. Αυτό λοιπόν πρέπει να το θεραπεύσουμε. Ποια είναι η θεραπεία του;
Όταν ασχολούμαστε τελικά με θέματα τόσο μακράς διάρκειας είναι φανερό ότι πρέπει να αναπτύσουμε μια ολοκληρωμένη συνέχεια συνείδησης και επίγνωσης σ’ όλο το δέντρο των εννοιών, με γενική και αναλυτική εποπτεία. Όσοι επιλέγουν την επινόηση της λήθης ας μην ξεχνάνε ότι πάνε ενάντια στην εξελικτική διαδικασία της ζωής και ειδικότερα της ανθρωπογένεσης καθώς η συνειδητότητα της νόησης και του ψυχισμού είναι το άλμα ανθρωποποίησης της ζωικότητας, ακόμη και ως στρατηγικής επιβίωσης.
Από την λήθη στην ευθύτητα απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου
Η στρατηγική της λήθης και της εμμεσοποίησης – απέναντι στο αναπόφευκτο γεγονός του θανάτου - ως «επινόηση της μη νόησης» ή «προεσκεμμένη ανοησία» και «άρνηση της εξέλιξης και της θέσης», μετέφερε όλη την οικολογική παθολογία της ζωής και ειδικότερα του ζωικού βασιλείου σ’ όλη την κοινωνική οργάνωση, τον ψυχολογικό βίο, τον πολιτισμό και την ιστορική διαδρομή του ανθρώπου και της κοινωνίας του. Η επιλογή της λήθης απέναντι στο γεγονός του θανάτου αποτελεί μερικώς μια επαναβύθιση μέσα στην βία της φύσης της ζωικής καταστροφικότητας.
Ο άνθρωπος κινήθηκε να παράξει τόσες μορφές όσες ήταν αναγκαίες για να κορέσουν το τοπίο της ζωής και της ύπαρξης και για να κρύψουν την απλότητα και την αμεσότητα του οντολογικού και κοσμοθεωρητικού του ζητήματος. Λειτουργώντας με υπερπαραγωγή μορφών και πολλαπλασιασμό των σημείων περίσπασης της συνείδησής του προσπάθησε να αποφύγει μια ειλικρινή προσέγγιση. Δημιούργησε νεοπλασματικές προοπτικές με τιτανικές διακυβεύσεις ακόμη και μέσα στις τόσο καθηλωτικές ρουτίνες της καθημερινότητας. Επινόησε την αναβολή του χρόνου στην συνείδηση. Έγινε εξαρτημένος από την διασκέδαση, ακόμη και αν η διασκέδαση ήταν ενδιάμεση μορφή και εστία άλγους.
Κάνοντάς το αυτό η υποκρισία και το ψέμα έγιναν ακόμα περισσότερο στοιχεία του. Δεν παραπλανούσε πλέον μόνο το περιβάλλον, κάτι που κάνουν και τα ζώα. Παραπλανούσε πλέον τον εαυτό του περισσότερο από κάθε τι άλλο. Ήθελε σχεδόν να χάσει την ψυχή του, αλλά δεν το μπορούσε. Δεν μπορούσε να χάσει την ψυχή του ή την αναφορικότητά του στον Εαυτό καθώς η ζωική απόγνωση και εξέλιξη στο ζωανθρώπινο στάδιο επικαλέσθηκε θεμελιωδώς - και με μακρά αγωνία- και εφέλκυσε έτσι με εμψυχωτικό, ταυτοποιητικό, νοητικό και πολιτισμικό βάθος μια έξοδο από την ζωικότητα και την τραγικότητά της.
Όμως η πρόοδος αυτή δεν ήταν λυσιτελής και πλήρης, δεν μπορούσε να ‘ναι ελεύθερη από την ζωική κληρονομιά και τις ανάδρομες κινήσεις και διακινδυνεύσεις. Η αναφορά σε ένα ψυχικό και νοητικό εαυτό εδραιώθηκε ως βασικός πόλος στην εξελικτική διπολικότητα του ανθρώπου. Αποτελεί πλέον ένα πεδίο βαθύτατου ψυχολογικού ισοζυγίου που ρυθμίζει την μετα-βιολογική δυναμική του ανθρώπου και το οποίο επιδιώκουμε να προσπεράσουμε. Επιδιώκουμε να καταλύσουμε τις αιτιατές δεσμεύσεις της εξελικτικής μας θέσης και της ψυχοσωματικής νοητικότητας και πολιτισμικότητάς μας. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργούμε ένα αιτιατό που γυρίζει σε μας. Η βάση αυτού του αιτιατού είναι ο θεμελιώδης συνειδησιακός και ο βιοπολιτισμικός φόβος και βίος μας.
Θα ολοκληρώσουμε άραγε αυτή την αναφορικότητα στον Εαυτό προσπερνώντας την επινοημένη αρνητική απλοϊκότητα της συνείδησης και της ζωικής αναφορικότητας του πολιτισμού μας; Θα παύσουμε κάποτε την αντανακλαστική εχθρότητα απέναντι στον κόσμο της έννοιας και στην ποιότητα της επίγνωσης;
Μοιάζουμε σαν να θέλουμε να αποφεύγουμε και να αναβάλλουμε απεριόριστα την εξελικτική συναίνεση απέναντι στο φαινόμενο του θανάτου, πράγμα που παραδόξως θα μας έκανε περισσότερο αβλαβείς και ήπιους οικολογικά, όπως και απέναντι στο Φως νου. Διακατεχόμαστε από την μανία της μορφής τόσο της ζωής, όσο και της νόησης, ενώ τόσο η ζωή όπως και η νόηση ανελίσσονται και αναγεννώνται θνήσκουσες. Θέλουμε να αποφύγουμε μια εκπλήρωση ή ολοκλήρωση της συνείδησης της ζωής και της νόησης.
Αντίθετα, θα έπρεπε να βλέπαμε την διάρκεια την ποιότητα και την ικανοποιητικότητα της ζωής ως δημιουργική ολοκλήρωση της αρχέγονης νοητικής ταυτοποίησης και εμψύχωσης, της εξελικτικής αναφορικότητας και ψυχικότητάς της. Αντί όμως γι’ αυτή την ψυχικότητα καθηλωθήκαμε και ξαναβυθιστήκαμε στην μορφικότητα της ζωής, στην ζωικότητα των μορφών εξαιρώντας και στρεβλώνοντας την νόηση και την συνείδηση.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)