Πηγή: ΑΝΤΙΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗ
Σημείωση Αντιπληροφόρησης:Προσέξτε οτι επέλεξαν να γίνει το Φόρουμ αυτό στην Ελλάδα η οποία έχει ποσοστιαία τους περισσότερους μετανάστες.
"Η ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΗ''...ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΦΟΡΟΥΜ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΠΤΥΞΗ(;)
Το Συμπέρασμα του Διεθνούς Φόρουμ του ΟΗΕ για τη «Μετανάστευση και την Ανάπτυξη» ήταν βασικά ένα. «Χρειάζεται περισσότερη πλύση εγκεφάλου» , και χορηγίες για τους επαγγελματίες αντιρατσιστές.«Τα κράτη θα πρέπει προληπτικά να διεξάγουν συστηματικά εκστρατείες για τον θετικό ρόλο των μεταναστών» , τόνισε η Μισέλ Κλάϊν Σόλομον που εκπροσωπούσε τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης(σ.σ:ΣΟΛΟΜΟΝ=ΕΒΡΑΙΑ!! Τι σύμπτωση!Το όνομα της εκπροσώπου τα λέει όλα-Μια ακόμη σύμπτωση;Ή μήπως αμφιβάλλει κάποιος για το οτι είναι Εβραία;)
Δεν τηρούν πια ούτε τα προσχήματα. Δεν χρειάζεται να τους αλλάξουν όνομα.
Μετά την υπογραφή στην «ούγια», τι άλλο να προσθέσει κανείς για τους επαγγελματίες αντιρατσιστές;
Το φαινόμενο της «ενίσχυσης του ρατσισμού και της ξενοφοβίας», προβληματίζει τις κυβερνήσεις, όπως προέκυψε από τις τοποθετήσεις των εκπροσώπων τους, ενώ οι αρμόδιοι διεθνείς Οργανισμοί συνέστησαν την «πρόληψη» και «καταπολέμηση» του φαινόμενου.
«Ρατσισμός» και «ξενοφοβία» είναι τα δύο βασικά στερεότυπα, που ανέπτυξε η προπαγάνδα της Νέας Τάξης. Με αυτό τον τρόπο προσδιορίζουν την αντίσταση της Δημοκρατίας, στην προσπάθεια κατάλυσης των κρατών στο δρόμο για την «παγκόσμια δημοκρατική διακυβέρνηση».«Πρόληψη» και «Καταπολέμηση», σημαίνει περισσότερη πλύση εγκεφάλου, περισσότερα λεφτά για τις ΜΚΟ, και περισσότερα λεφτά για τα λαμόγια, που θα οργανώνουν της επικοινωνιακές εκστρατείες.
Ο υπόκοσμος και το παρακράτος του αντιρατσισμού,
χρειάζεται περισσότερη χρηματοδότηση(Σ.Σ:Μην έχετε ψευδεσθήσεις.Ολα αυτά τα χρήματα προέρχονται απο το υστέρημα του ελληνικού λαού,προκειμένου να κάνουν πλυση εγκεφάλου στον ελληνικό λαό!!!), ώστε να αντιληφθούμε, οι Έλληνες, τα οφέλη που δεν βλέπουμε από την κατάργηση της λαϊκής κυριαρχίας. Από στην εισβολή εκατομμυρίων λαθροψηφοφόρων . Από τον Εξισλαμισμό της Ελληνικής Δημοκρατίας.
«Τα μεταναστευτικά ρεύματα προς την Ευρώπη δεν έχουν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια παρά την περί του αντιθέτου εντύπωση που δημιουργείται ενώ αντίθετα, σε περιόδους οικονομικής κρίσης η μετανάστευση προς τον ανεπτυγμένο κόσμο παρουσιάζει κάμψη και ο ρατσισμός και η ξενοφοβία αύξηση». Διαπίστωσαν οι σύνεδροι στο Παγκόσμιο Φόρουμ του ΟΗΕ.
Σιγά τη διαπίστωση. Η κρίση μείωσε το εισόδημα των πελατών, και την κατανάλωση ναρκωτικών. Οι τιμές έπεσαν. Οπότε μειώθηκαν και τα εισοδήματα στις χώρες προέλευσης, που θα κάλυπταν τα ναύλα.
Αλλά γιατί βαφτίζουν «μεταναστευτικά ρεύματα » τη μεταφορά και το εμπόριο δυστυχισμένων ανθρώπων από τη μαφία;Γιατί δεν ζήτησε το «Φόρουμ», νόμιμη μετανάστευση για να τελειώνουμε;Πλάτες στην μαφία κάνουν;
Τα κράτη πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την εκπαιδευτική «αναβάθμιση» των μεταναστών είπε η Μισέλ Κλάϊν Σόλομον.Και γιατί παρακαλώ τα κράτη; Χάθηκαν οι τραπεζίτες; Γιατί να πληρώσει το σύνολο των φορολογουμένων κάθε χώρας, και όχι ο Ροκφέλερ, ο Ρότσιλντ και οι άλλοι, ραβίνοι του χρήματος;«Πανευρωπαϊκά, το 50% των μεταναστών είναι εκτός της αγοράς εργασίας. Εχουν εξελιχθεί στους αποδιοπομπαίους τράγους της κρίσης, των οποίων παραβιάζονται τα δικαίωματα», τόνισε η κ. Σόλομον.Λογική την αγωνία της. Αφού όμως τους έφεραν, πρέπει να τους βάλουμε και στο τραπέζι, να μοιραστούμε το φαγητό μας. Αυτά πιστεύει και ο Ιερώνυμος.Η ανάγκη για εφαρμογή πολιτικών εκπαίδευσης και κατάρτισης των μεταναστών και των παιδιών τους τονίσθηκε ιδιαιτέρως στο Φόρουμ.
Ο γενικός διευθυντής του τμήματος Διεθνούς Μετανάστευσης του ΟΟΣΑ Ζαν Κριστόφ Ντιμόντ σημείωσε ότι «υπό τις συνθήκες της οικονομικής κρίσης συνιστάται να μην διακοπούν τα προγράμματα ένταξης και στήριξης των μεταναστών.Δώστε , δωρεάν σπίτια και περίθαλψη(Σ.Σ:Για να μην έχετε ψευδαισθήσεις οτι αυτά που κάνει ο Γιωργάκης είναι δικές του ιδέες), από λεφτά των « ηλιθίων φορολογουμένων». Σιγά το συμπέρασμα. αυτό γίνεται τόσα χρόνια στην Ελλάδα;
Οι μεταναστευτικές πολιτικές πρέπει να αμβλυνθούν και σε καμία περίπτωση να μη σκληρύνουν, τονίσθηκε στο Φόρουμ.Οι μετανάστες που χάνουν την εργασία τους θα πρέπει να έχουν «περίοδο χάρητος» και να μην απελαύνονται από τις χώρες όπου έχουν διαθέσει για χρόνια την εργατική τους δύναμη.
«Η νομιμοποίηση θεωρείται προβληματική από κάποια κράτη, αλλά ίσως είναι αναπόφευκτη», τονίσθηκε από τον Νοτιοαφρικανό Γιόχαν Φικ στα συμπεράσματα της στρογγυλής τράπεζας που ασχολήθηκε με την αντιμετώπιση της μετανάστευσης στην εποχή οικονομικής κρίσης.
Ειδικά για την πολιτική επαναπατρισμού που προωθεί η Ευρώπη τα τελευταία χρόνια, σημειώθηκε ότι πρέπει να ενισχυθούν τα λεγόμενα «χαμηλότοκα δάνεια αναχώρησης» και τα προγράμματα επαναπατρισμού.«Πληρώστε τους για να φύγουν».
Σημείωση Αντιπληροφόρησης:Δική μας άποψη είναι επειδή πράγματι υπάρχει πρόβλημα και δυστυχία σε αυτές τις χώρες προέλευσης των μεταναστών-για αυτή όμως την δυστυχία φταίνε αποκλειστικά και μόνο οι αποικιοκράτες και οι Παγκοσμιοποιητές,πρέπει να βοηθηθούν επι τόπου οι χώρες αυτές,όσοι μεταναστεύουν σε Δυτικές χώρες να εργάζονται σε αυτές για πέντε χρόνια και στη συνέχεια να επιστρέφουν στην πατρίδα τους για να βοηθήσουν την οικονομική ανάπτυξη των χωρών τους.Αυτό όμως που προωθείται απο το Φόρουμ,προσβλέπει μόνο σε ένα πράγμα.Την φυλετική και πολιτισμική αλλοίωση της Ευρώπης.Οι συμμετέχοντες στο Φόρουμ της μετανάστευσης δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τις ζωές αυτών των ανθρώπων,που χάνονται κατα χιλιάδες απο πείνα και απο αρρώστιες στην Αφρική.
Το γελοίο για τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ είναι οτι προσπαθούν να μας πείσουν οτι αυτό που έχουν ανάγκη οι μετανάστες είναι το δικαίωμα ψήφου,ενώ αυτό για το οποίο θα έπρεπε να ανησυχούν πιο πολύ είναι οτι πλησιάζει ο καιρός που θα κατηγορηθούν για συνεργασία με τους Παγκόσμιους Δικτάτορες και φυσικά για προδοσία κατά της ανθρωπότητας.
Ένα blog για την ψυχή, το πνεύμα, και την ευτυχία!
Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009
Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2009
Η συμπαιγνία των εντός του συστήματος και τα "στέιτζ"
του Δημήτρη Καλουδιώτη
Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Όταν την δεκαετία του '80 και ιδιαίτερα στη δεκαετία του '90 ο συνδυασμός της εισροής ευρωπαϊκών πόρων και μεταναστών εκτίνασσε στα ύψη την ευημερία των νεοελλήνων (παρά τα γενικότερα προβλήματα του κράτους) πολλοί αναρωτιόμασταν αν αυτή η κατάσταση θα ήταν τελικά ωφέλιμη για την ελληνική κοινωνία. Διαπιστώναμε μάλιστα πολύ γρήγορα ότι δεν διαμορφώνονταν συνθήκες ενσωμάτωσης των (λαθρο) μεταναστών, τότε κυρίως Αλβανών, αλλά ένα είδος υποκατάστασης της απασχόλησης του εντοπίου πληθυσμού από τους μετανάστες. Αντί να αξιοποιηθεί το μεταναστευτικό δυναμικό μέσα από μια πολιτική δημιουργικής ενσωμάτωσης, βαθμιαία επήλθε συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας με ταυτόχρονη καταστρατήγηση, σε βάρος πρώτα των μεταναστών, κατακτημένων εργασιακών δικαιωμάτων.
Υποκατάσταση αντί ενσωμάτωσης παντού
Στην πορεία των εξελίξεων αυτή η κατάσταση οδήγησε τα κατώτερα στρώματα εκτός απασχόλησης. Η όποια επιβίωση τους εξασφαλίζεται πια με διάφορες κρατικές παροχές όπως πρώιμες συντάξεις, ώστε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού διάγουν (ζουν και ψευτοζούν) ως παρασιτούντες αργόμισθοι ή αργόσχολοι. Η τάση της εξόδου από την παραγωγική εργασία αντί να περιοριστεί επεκτείνεται συνεχώς και ο παρασιτισμός έχει γίνει κατάσταση ιδιαίτερα για τα κατώτερα στρώματα (η θαυμάσια ταινία «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου εικονογραφεί την κατάσταση των πνευμάτων στις χαμηλότερες κοινωνικές βαθμίδες). Έτσι άλλωστε δημιουργήθηκε και το τεράστιο κοινό των πρωινών εκπομπών της τηλεόρασης και τα μεσημεριάτικα «λάϊφ στάϊλ» αλλά και τα δελτία των οκτώ, που σπέρνουν ανέξοδα την απόγνωση. Ένα παρασιτικό τοπίο σχολιαστών, κατά το «προπονητών της εξέδρας», επικουρούμενων από αγανακτισμένους πρώιμους συνταξιούχους.
• Στην ύπαιθρο οι χειρωνακτικές εργασίες πέρασαν στους μετανάστες, χωρίς οι ίδιοι να είναι στοιχειωδώς ασφαλισμένοι και να έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, τουλάχιστον στις δημοτικές εκλογές. Σαν αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης σύντομα οι εναπομένοντες ηλικιωμένοι αγρότες θα είναι κυριολεκτικά στο έλεος των μεταναστών, σε μια σκληρή και γι' αυτούς κοινωνική πραγματικότητα.
• Στην άλλοτε ανθηρή στα αστικά κέντρα εργασία στην οικοδομή, δεν υπάρχουν πια ελληνικής ιθαγένειας οικοδόμοι (μένει το σωματείο του ΚΚΕ). Βαθμιαία αποσύρονται και οι υπεργολάβοι και στη θέση τους περνούν πάλι μετανάστες, ενώ το εργασιακό καθεστώς -σε ένα τομέα που μπορεί να μην έχει το δυναμισμό άλλων εποχών (βαθμιαία οι ανεγέρσεις περιορίζονται και αυξάνονται οι επισκευές και οι ανακατασκευές)- έχει γυρίσει χρόνια πίσω.
• Στην όποια μεγάλη και βαριά βιομηχανία ως μόνιμοι εργαζόμενοι, σε μεγάλα ποσοστά, έχουν απομείνει μόνο όσοι κατέχουν ανώτερες θέσεις διεύθυνσης και επιστασίας, ενώ η βαριά δουλειά βγαίνει από έκτακτους εντόπιους και εργαζόμενους σε υπεργολαβίες ανασφάλιστους (έγχρωμους κυρίως) μετανάστες. Αυτή δε η πολυάριθμη «τεχνοδομή» των επιστατών και διευθυντευόντων -μαζί βεβαίως και με τους συνδικαλιστές- αποτελούν, όταν δεν αρκεί η εργοδοσία, παράλληλη ομάδα πίεσης προς την εκάστοτε κυβέρνηση, που διαχειρίζεται τον μέγα εργοδότη, το κράτος, με το μόνιμο πάγιο επιχείρημα «να μην πεταχτούν στο δρόμο οικογενειάρχες»...
• Παράλληλα επεκτάθηκε η χωρίς ασφαλιστικά δικαιώματα, ωράρια κ.λ.π. δουλειά στον λεγόμενο «καπιταλισμό της διασκέδασης». Από τους πωλητές στα σούπερ-μάρκετ ως τους νέους στα μπαρ και στις περισσότερες τουριστικές επιχειρήσεις, που απορροφά τόσο τη νέα γενιά (δουλειά στον γκισέ ) όσο και τους μετανάστες (δουλειά λάντζας).
Μια διαφορετική υποκατάσταση στο δημόσιο τομέα
Το φαινόμενο της υποκατάστασης της απασχόλησης γίνεται μοντέλο της κοινωνίας μας. Τώρα πλέον έχει επεκταθεί με διαφορετικό τρόπο και στο ευρύτερο δημόσιο, το τελευταίο οχυρό των εργαζομένων με ελληνική ιθαγένεια. Οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι είναι αξιωματούχοι: γενικοί διευθυντές, διευθυντές, αναπληρωτές διευθυντές, τμηματάρχες, υπεύθυνοι επιτροπών. Αν σ' αυτούς συμπεριλάβουμε και τους συνδικαλιστές αλλά και τους υπαλλήλους πολιτικούς αντιπάλους του κάθε φορά κυβερνώντος κόμματος που στέλνονται στο «ψυγείο», τότε φθάνουμε σε ποσοστά της τάξης του 60 και 70% υποτιθέμενα απασχολουμένων, που κατά κανόνα δεν εργάζονται, αλλά βεβαίως πληρώνονται.
Οι εργαζόμενοι βάσης είναι πια δυσεύρετοι και οι νόμιμες προσλήψεις είναι δύσκολες γιατί ούτως ή άλλως οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι ήδη υπεράριθμοι. Αυτό έχει οδηγήσει σε ένα χάος, σε κονιορτοποίηση της απασχόλησης μέσω διαφόρων εφευρέσεων για προσλήψεις κάθε είδους έκτακτων. Τελευταία εφευρέθηκαν τα «στέιτζ». Έτσι στην πράξη οι μόνοι που δουλεύουν, υποκαθιστώντας τους μόνιμους, είναι οι εργαζόμενοι των «στέιτζ» και των ΚΕΠ... Αυτοί είναι που σήμερα αποτελούν τους παρίες, νεολαίοι με πανεπιστημιακές σπουδές, που ελπίζουν κάποια στιγμή να περάσουν εντός του συστήματος των μονίμως εργαζομένων...
Δεν υπάρχει, πλέον τομέας του δημοσίου που να λειτουργεί ορθολογικά. Ακραία παραδείγματα ίσως είναι τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ με τους δικούς τους ιδιόρρυθμους «στέιτζ», τους ωρομίσθιους διδάσκοντες, τα νοσοκομεία κ.λπ.
Δεν είναι καλύτερα τα πράγματα και σε έναν άλλοτε προνομιακό και καινοτομικό χώρο απασχόλησης, που εργοδότης κατά κάποιο τρόπο είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Είναι τα ευρωπαϊκά προγράμματα τα οποία υλοποιούν γραφεία συμβούλων που κάποτε αποτέλεσαν φορείς ευρωπαϊκής τεχνογνωσίας στη χώρα μας. Τα γραφεία αυτά υποκαθιστούν τον δημόσιο τομέα (ιδιαίτερα την τοπική αυτοδιοίκηση, τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ) προετοιμάζοντας, για λογαριασμό τους, τα προγράμματα. Κι εδώ η δουλειά ρουτίνας, δεν γίνεται ούτε από τους φορείς της αυτοδιοίκησης ή τα ΑΕΙ ή τα ΤΕΙ, ούτε από τα ίδια τα στελέχη των εταιρειών συμβούλων. «Βγαίνει» από πτυχιούχους, συνήθως και με κάποιο μάστερ, που προσλαμβάνουν οι εταιρείες συμβούλων χωρίς ωράρια, δικαιώματα, ασφάλιση.
Φυσικά η καινοτομία έχει εδώ και καιρό πάει περίπατο και η εργασία γίνεται για να γίνεται. Το σύστημα έχει γίνει απόλυτα περίπλοκο με διαρκείς ελέγχους που συνήθως επιτείνουν το αδιέξοδο και την διαφθορά. Ας αφήσουμε και το γεγονός ότι νέοι άνθρωποι, στα 25 τους, αισθάνονται ότι δεν παράγουν τίποτα δημιουργικό, αλλά ότι απλά συμπληρώνουν περίπλοκες στήλες προγραμμάτων που τα παρουσιάζουν σε άδειες αίθουσες και την όποια υπεραξία την καρπώνονται διάφοροι επιβλέποντες αξιωματούχοι του δημόσιου τομέα.
Σε αυτό το μελανό τοπίο υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις. Υπάρχουν και παραγωγικές επιχειρήσεις και αξιοπρεπής απασχόληση. Υπάρχουν εργαζόμενοι στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα που τους αρέσει η δουλειά τους που «βαριούνται να κάθονται» και οι οποίοι σώζουν την κατάσταση. Αλλά ο κανόνας όλο και διευρύνεται.
Η συμπαιγνία των εντός του συστήματος
Εκτός από τη στρατιά των πολιτικών αξιωματούχων και συνδικαλιστικών στελεχών του δημοσίου, το όλο παζλ συμπληρώνεται από τα πολυάριθμα και πανάκριβα στελέχη των ΔΕΚΟ και του ιδιωτικού τομέα, με τους γραμματείς, κλητήρες, οδηγούς ακόμα και... μαγείρους. Αποτελούν μία πέραν πάσης λογικής πολυάριθμη και πανάκριβη διοικητική και πολιτική τεχνοδομή στο δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο.
Ανάλογες καταστάσεις στην απασχόληση, πιο εξορθολογισμένες βέβαια, λειτουργούν και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ και το γεγονός αποτελεί ίσως, τον κύριο παράγοντα της βαθύτερης κρίσης της ΕΕ. Η όλη λειτουργία της, ως συνόλου, αλλά και σε κάθε χώρα ξεχωριστά, συχνά προσλαμβάνει χαρακτηριστικά συμπαιγνίας των εντός του συστήματος, που μπορεί να μην έχουν πάντα τα ίδια συμφέροντα, αλλά εκ των πραγμάτων λειτουργούν με μια ιεραρχημένη συμμετοχή στις προσόδους. Εξάλλου το αποτέλεσμα μιλάει μόνο του όταν σε αυτή την τελευταία εικοσαετία της ευημερίας υπήρξε σημαντική διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων σε όλη την Ευρώπη.
Αλλά, για να γυρίσουμε στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην εξαετία Καραμανλή, αντί να ανακοπούν οι επικίνδυνες αυτές τάσεις που διαγράφονταν στον τομέα της απασχόλησης, ως θα ανέμενε κανείς από μια συντηρητική κυβέρνηση, αυτές επιτάθηκαν στο έπακρο. Συνεχίστηκε η υποκατάσταση της απασχόλησης με ταυτόχρονη συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας, γενικεύτηκε ο «θεσμός» των «golden boys», εκτινάχθηκαν οι πάσης φύσεως διορισμοί -νόμιμοι και παράνομοι (έκτακτοι, «στέιτζ» αλλά και μόνιμοι) στο δημόσιο, και αυξήθηκε κατακόρυφα το πλιάτσικο των όποιων πόρων του καθ' ημάς κράτους. Είναι οι περίφημες «επιτροπές χωρίς αντικείμενο», που κυριάρχησαν -ιδιαίτερα την τελευταία διετία- σε όλο το δημόσιο τομέα, με μόνο στόχο την επιδότηση του προσωπικού των δικών μας.
Το σύστημα της συμπαιγνίας έφτασε στα όριά του
Όπως έχει διαμορφωθεί, επομένως, η κατάσταση στην ελληνική πραγματικότητα η συμπαιγνία αυτή πλέον στηρίζεται στην διαρκή πίεση για συντήρηση του συστήματος των εντός του ευρύτερου κρατικό-ιδιωτικού δικτύου και επέκταση της υποκατάστασης της απασχόλησης σε ένα διαρκές παρασιτικό πλαίσιο. Στην αναβολή, δηλαδή, της ουσιαστικής ενσωμάτωσης στο παραγωγικό σύστημα των δύο πιο δυναμικών κατηγοριών της κοινωνίας μας: της νέας γενιάς και των μεταναστών.
Στηρίζεται ακόμα, στη συνεχή διόγκωση του κρατικού τομέα, ως του πάτρωνα συντήρησης των υπαρχουσών παραγωγικών διαδικασιών της χώρας μας. Γεγονός που παραλύει τις εξελίξεις, κρατεί αιχμάλωτη τη νέα γενιά και εμποδίζει κάθε προσπάθεια για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο στη χώρα μας.
Αλλά και στη διατήρηση άθικτου του πολυπρόσωπου, αλληλοκαλυπτόμενου, πανάκριβου και παρασιτικού πολιτικού-διοικητικού συστήματος της κοινωνίας μας. Το αποτέλεσμα είναι και η διαρκής επέκταση της διαφθοράς.
Στη χώρα μας ελάχιστα αξιοποιήθηκαν οι όποιες θετικές πλευρές του νεοφιλελευθερισμού (περιορισμός του κράτους). Αντίθετα, η μεγαλύτερη αρνητική επίδρασή του αφορά την απασχόληση, με την δημιουργία δηλαδή αυτού του εφεδρικού στρατού των κάθε είδους εκτάκτων και ταυτόχρονη ισχυροποίηση του μόνιμου προσωπικού, των «εντός του συστήματος». Και θα μπορούσε -για παράδειγμα- η ευρύτερη αριστερά να θέσει σε πρώτη προτεραιότητα αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις, αντί άκαμπτα να στηρίζει κυρίως τα προνόμια, πολλές φορές σκανδαλώδη (δες απεργία στο λιμάνι του Πειραιά), των «εντός του συστήματος».
Βέβαια οι στατιστικές, όχι μόνο για την Ελλάδα, λένε πως η κοινωνική βάση της σύγχρονης αριστεράς είναι οι μόνιμοι εργαζόμενοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα...
Η νέα κυβέρνηση δείχνει να κατανοεί το αδιέξοδο που έχουμε περιέλθει. 'Αλλωστε αυτό ήταν το μοντέλο λειτουργίας της κοινωνίας που παρέλαβε, που μάλιστα ευρίσκεται σε «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Φυσικά πλήττονται μέχρι απελπισίας πρώτα οι εκτός του συστήματος. Όμως και οι εντός, δεν μπορούν πλέον να αναπαράγονται. Το σύστημα δεν κινείται καν. Γι' αυτό και ως άμεσες προτεραιότητες τίθενται -πέραν της προσπάθειας να υπάρξει στοιχειώδης οικονομική δραστηριότητα:
• το νέο παραγωγικό πρότυπο («πράσινη ανάπτυξη», περιορισμός του κρατικού τομέα),
• ο εξορθολογισμός της απασχόλησης σε συνάρτηση με το μεταναστευτικό και
• η μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος.
Όπως όμως έχει μπλεχθεί το όλο ζήτημα, κάθε προσπάθεια αλλαγών κινδυνεύει να πνιγεί στο τέλμα της συμπαιγνίας των εντός του συστήματος, παρασύροντας όλο το οικοδόμημα. Οι κοινωνικές δυνάμεις που σωρεύονται γύρω από το σύστημα είναι παγιδευμένες στις λύσεις συντήρησης, με όποιο κόστος, της υπάρχουσας πραγματικότητας και δύσκολα μπορούν να μπουν σε μια λογική εξόδου. Κάθε πρωτοβουλία για αλλαγή θίγει πολλούς -όταν δεν εκλαμβάνεται ως απειλή.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λύση που δόθηκε, σε ένα σημαντικό θέμα αλλά όχι από τα μεγαλύτερα, τα «στέιτζ». Ήταν μια καθαρή λύση που μπορεί να φέρει αποτέλεσμα, εφόσον βέβαια αποτελέσει την απαρχή για την αντιμετώπιση με άλλες προοπτικές της απασχόλησης.
Όμως απέναντί της έχουν αναπτυχθεί αντιδράσεις όχι μόνο από τους ίδιους τους ενδιαφερομένους, οι οποίοι είναι σε ένα βαθμό τα θύματα αυτής της λογικής και η αντίδρασή τους είναι φυσιολογική, αλλά κυρίως από εκείνους (τους εντός του συστήματος) που υποκριτικά κάθε φορά ζητούν να κάνουμε μια εξαίρεση ακόμα.
Αυτή η στάση συντήρησης της υπάρχουσας κατάστασης είναι η πιο υπονομευτική σε κάθε προσπάθεια αλλαγής. Και βέβαια σύμμαχος των κοινωνικών δυνάμεων της στασιμότητας -και εχθρός της κυβέρνησης και της αξιοπιστίας- της είναι ο χρόνος που φεύγει.
Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Όταν την δεκαετία του '80 και ιδιαίτερα στη δεκαετία του '90 ο συνδυασμός της εισροής ευρωπαϊκών πόρων και μεταναστών εκτίνασσε στα ύψη την ευημερία των νεοελλήνων (παρά τα γενικότερα προβλήματα του κράτους) πολλοί αναρωτιόμασταν αν αυτή η κατάσταση θα ήταν τελικά ωφέλιμη για την ελληνική κοινωνία. Διαπιστώναμε μάλιστα πολύ γρήγορα ότι δεν διαμορφώνονταν συνθήκες ενσωμάτωσης των (λαθρο) μεταναστών, τότε κυρίως Αλβανών, αλλά ένα είδος υποκατάστασης της απασχόλησης του εντοπίου πληθυσμού από τους μετανάστες. Αντί να αξιοποιηθεί το μεταναστευτικό δυναμικό μέσα από μια πολιτική δημιουργικής ενσωμάτωσης, βαθμιαία επήλθε συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας με ταυτόχρονη καταστρατήγηση, σε βάρος πρώτα των μεταναστών, κατακτημένων εργασιακών δικαιωμάτων.
Υποκατάσταση αντί ενσωμάτωσης παντού
Στην πορεία των εξελίξεων αυτή η κατάσταση οδήγησε τα κατώτερα στρώματα εκτός απασχόλησης. Η όποια επιβίωση τους εξασφαλίζεται πια με διάφορες κρατικές παροχές όπως πρώιμες συντάξεις, ώστε μεγάλα τμήματα του πληθυσμού διάγουν (ζουν και ψευτοζούν) ως παρασιτούντες αργόμισθοι ή αργόσχολοι. Η τάση της εξόδου από την παραγωγική εργασία αντί να περιοριστεί επεκτείνεται συνεχώς και ο παρασιτισμός έχει γίνει κατάσταση ιδιαίτερα για τα κατώτερα στρώματα (η θαυμάσια ταινία «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου εικονογραφεί την κατάσταση των πνευμάτων στις χαμηλότερες κοινωνικές βαθμίδες). Έτσι άλλωστε δημιουργήθηκε και το τεράστιο κοινό των πρωινών εκπομπών της τηλεόρασης και τα μεσημεριάτικα «λάϊφ στάϊλ» αλλά και τα δελτία των οκτώ, που σπέρνουν ανέξοδα την απόγνωση. Ένα παρασιτικό τοπίο σχολιαστών, κατά το «προπονητών της εξέδρας», επικουρούμενων από αγανακτισμένους πρώιμους συνταξιούχους.
• Στην ύπαιθρο οι χειρωνακτικές εργασίες πέρασαν στους μετανάστες, χωρίς οι ίδιοι να είναι στοιχειωδώς ασφαλισμένοι και να έχουν δικαίωμα συμμετοχής στις πολιτικές και κοινωνικές διαδικασίες, τουλάχιστον στις δημοτικές εκλογές. Σαν αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης σύντομα οι εναπομένοντες ηλικιωμένοι αγρότες θα είναι κυριολεκτικά στο έλεος των μεταναστών, σε μια σκληρή και γι' αυτούς κοινωνική πραγματικότητα.
• Στην άλλοτε ανθηρή στα αστικά κέντρα εργασία στην οικοδομή, δεν υπάρχουν πια ελληνικής ιθαγένειας οικοδόμοι (μένει το σωματείο του ΚΚΕ). Βαθμιαία αποσύρονται και οι υπεργολάβοι και στη θέση τους περνούν πάλι μετανάστες, ενώ το εργασιακό καθεστώς -σε ένα τομέα που μπορεί να μην έχει το δυναμισμό άλλων εποχών (βαθμιαία οι ανεγέρσεις περιορίζονται και αυξάνονται οι επισκευές και οι ανακατασκευές)- έχει γυρίσει χρόνια πίσω.
• Στην όποια μεγάλη και βαριά βιομηχανία ως μόνιμοι εργαζόμενοι, σε μεγάλα ποσοστά, έχουν απομείνει μόνο όσοι κατέχουν ανώτερες θέσεις διεύθυνσης και επιστασίας, ενώ η βαριά δουλειά βγαίνει από έκτακτους εντόπιους και εργαζόμενους σε υπεργολαβίες ανασφάλιστους (έγχρωμους κυρίως) μετανάστες. Αυτή δε η πολυάριθμη «τεχνοδομή» των επιστατών και διευθυντευόντων -μαζί βεβαίως και με τους συνδικαλιστές- αποτελούν, όταν δεν αρκεί η εργοδοσία, παράλληλη ομάδα πίεσης προς την εκάστοτε κυβέρνηση, που διαχειρίζεται τον μέγα εργοδότη, το κράτος, με το μόνιμο πάγιο επιχείρημα «να μην πεταχτούν στο δρόμο οικογενειάρχες»...
• Παράλληλα επεκτάθηκε η χωρίς ασφαλιστικά δικαιώματα, ωράρια κ.λ.π. δουλειά στον λεγόμενο «καπιταλισμό της διασκέδασης». Από τους πωλητές στα σούπερ-μάρκετ ως τους νέους στα μπαρ και στις περισσότερες τουριστικές επιχειρήσεις, που απορροφά τόσο τη νέα γενιά (δουλειά στον γκισέ ) όσο και τους μετανάστες (δουλειά λάντζας).
Μια διαφορετική υποκατάσταση στο δημόσιο τομέα
Το φαινόμενο της υποκατάστασης της απασχόλησης γίνεται μοντέλο της κοινωνίας μας. Τώρα πλέον έχει επεκταθεί με διαφορετικό τρόπο και στο ευρύτερο δημόσιο, το τελευταίο οχυρό των εργαζομένων με ελληνική ιθαγένεια. Οι περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι είναι αξιωματούχοι: γενικοί διευθυντές, διευθυντές, αναπληρωτές διευθυντές, τμηματάρχες, υπεύθυνοι επιτροπών. Αν σ' αυτούς συμπεριλάβουμε και τους συνδικαλιστές αλλά και τους υπαλλήλους πολιτικούς αντιπάλους του κάθε φορά κυβερνώντος κόμματος που στέλνονται στο «ψυγείο», τότε φθάνουμε σε ποσοστά της τάξης του 60 και 70% υποτιθέμενα απασχολουμένων, που κατά κανόνα δεν εργάζονται, αλλά βεβαίως πληρώνονται.
Οι εργαζόμενοι βάσης είναι πια δυσεύρετοι και οι νόμιμες προσλήψεις είναι δύσκολες γιατί ούτως ή άλλως οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι ήδη υπεράριθμοι. Αυτό έχει οδηγήσει σε ένα χάος, σε κονιορτοποίηση της απασχόλησης μέσω διαφόρων εφευρέσεων για προσλήψεις κάθε είδους έκτακτων. Τελευταία εφευρέθηκαν τα «στέιτζ». Έτσι στην πράξη οι μόνοι που δουλεύουν, υποκαθιστώντας τους μόνιμους, είναι οι εργαζόμενοι των «στέιτζ» και των ΚΕΠ... Αυτοί είναι που σήμερα αποτελούν τους παρίες, νεολαίοι με πανεπιστημιακές σπουδές, που ελπίζουν κάποια στιγμή να περάσουν εντός του συστήματος των μονίμως εργαζομένων...
Δεν υπάρχει, πλέον τομέας του δημοσίου που να λειτουργεί ορθολογικά. Ακραία παραδείγματα ίσως είναι τα πανεπιστήμια και τα ΤΕΙ με τους δικούς τους ιδιόρρυθμους «στέιτζ», τους ωρομίσθιους διδάσκοντες, τα νοσοκομεία κ.λπ.
Δεν είναι καλύτερα τα πράγματα και σε έναν άλλοτε προνομιακό και καινοτομικό χώρο απασχόλησης, που εργοδότης κατά κάποιο τρόπο είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ). Είναι τα ευρωπαϊκά προγράμματα τα οποία υλοποιούν γραφεία συμβούλων που κάποτε αποτέλεσαν φορείς ευρωπαϊκής τεχνογνωσίας στη χώρα μας. Τα γραφεία αυτά υποκαθιστούν τον δημόσιο τομέα (ιδιαίτερα την τοπική αυτοδιοίκηση, τα ΑΕΙ και τα ΤΕΙ) προετοιμάζοντας, για λογαριασμό τους, τα προγράμματα. Κι εδώ η δουλειά ρουτίνας, δεν γίνεται ούτε από τους φορείς της αυτοδιοίκησης ή τα ΑΕΙ ή τα ΤΕΙ, ούτε από τα ίδια τα στελέχη των εταιρειών συμβούλων. «Βγαίνει» από πτυχιούχους, συνήθως και με κάποιο μάστερ, που προσλαμβάνουν οι εταιρείες συμβούλων χωρίς ωράρια, δικαιώματα, ασφάλιση.
Φυσικά η καινοτομία έχει εδώ και καιρό πάει περίπατο και η εργασία γίνεται για να γίνεται. Το σύστημα έχει γίνει απόλυτα περίπλοκο με διαρκείς ελέγχους που συνήθως επιτείνουν το αδιέξοδο και την διαφθορά. Ας αφήσουμε και το γεγονός ότι νέοι άνθρωποι, στα 25 τους, αισθάνονται ότι δεν παράγουν τίποτα δημιουργικό, αλλά ότι απλά συμπληρώνουν περίπλοκες στήλες προγραμμάτων που τα παρουσιάζουν σε άδειες αίθουσες και την όποια υπεραξία την καρπώνονται διάφοροι επιβλέποντες αξιωματούχοι του δημόσιου τομέα.
Σε αυτό το μελανό τοπίο υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις. Υπάρχουν και παραγωγικές επιχειρήσεις και αξιοπρεπής απασχόληση. Υπάρχουν εργαζόμενοι στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα που τους αρέσει η δουλειά τους που «βαριούνται να κάθονται» και οι οποίοι σώζουν την κατάσταση. Αλλά ο κανόνας όλο και διευρύνεται.
Η συμπαιγνία των εντός του συστήματος
Εκτός από τη στρατιά των πολιτικών αξιωματούχων και συνδικαλιστικών στελεχών του δημοσίου, το όλο παζλ συμπληρώνεται από τα πολυάριθμα και πανάκριβα στελέχη των ΔΕΚΟ και του ιδιωτικού τομέα, με τους γραμματείς, κλητήρες, οδηγούς ακόμα και... μαγείρους. Αποτελούν μία πέραν πάσης λογικής πολυάριθμη και πανάκριβη διοικητική και πολιτική τεχνοδομή στο δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο.
Ανάλογες καταστάσεις στην απασχόληση, πιο εξορθολογισμένες βέβαια, λειτουργούν και στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ και το γεγονός αποτελεί ίσως, τον κύριο παράγοντα της βαθύτερης κρίσης της ΕΕ. Η όλη λειτουργία της, ως συνόλου, αλλά και σε κάθε χώρα ξεχωριστά, συχνά προσλαμβάνει χαρακτηριστικά συμπαιγνίας των εντός του συστήματος, που μπορεί να μην έχουν πάντα τα ίδια συμφέροντα, αλλά εκ των πραγμάτων λειτουργούν με μια ιεραρχημένη συμμετοχή στις προσόδους. Εξάλλου το αποτέλεσμα μιλάει μόνο του όταν σε αυτή την τελευταία εικοσαετία της ευημερίας υπήρξε σημαντική διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων σε όλη την Ευρώπη.
Αλλά, για να γυρίσουμε στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην εξαετία Καραμανλή, αντί να ανακοπούν οι επικίνδυνες αυτές τάσεις που διαγράφονταν στον τομέα της απασχόλησης, ως θα ανέμενε κανείς από μια συντηρητική κυβέρνηση, αυτές επιτάθηκαν στο έπακρο. Συνεχίστηκε η υποκατάσταση της απασχόλησης με ταυτόχρονη συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης της χώρας, γενικεύτηκε ο «θεσμός» των «golden boys», εκτινάχθηκαν οι πάσης φύσεως διορισμοί -νόμιμοι και παράνομοι (έκτακτοι, «στέιτζ» αλλά και μόνιμοι) στο δημόσιο, και αυξήθηκε κατακόρυφα το πλιάτσικο των όποιων πόρων του καθ' ημάς κράτους. Είναι οι περίφημες «επιτροπές χωρίς αντικείμενο», που κυριάρχησαν -ιδιαίτερα την τελευταία διετία- σε όλο το δημόσιο τομέα, με μόνο στόχο την επιδότηση του προσωπικού των δικών μας.
Το σύστημα της συμπαιγνίας έφτασε στα όριά του
Όπως έχει διαμορφωθεί, επομένως, η κατάσταση στην ελληνική πραγματικότητα η συμπαιγνία αυτή πλέον στηρίζεται στην διαρκή πίεση για συντήρηση του συστήματος των εντός του ευρύτερου κρατικό-ιδιωτικού δικτύου και επέκταση της υποκατάστασης της απασχόλησης σε ένα διαρκές παρασιτικό πλαίσιο. Στην αναβολή, δηλαδή, της ουσιαστικής ενσωμάτωσης στο παραγωγικό σύστημα των δύο πιο δυναμικών κατηγοριών της κοινωνίας μας: της νέας γενιάς και των μεταναστών.
Στηρίζεται ακόμα, στη συνεχή διόγκωση του κρατικού τομέα, ως του πάτρωνα συντήρησης των υπαρχουσών παραγωγικών διαδικασιών της χώρας μας. Γεγονός που παραλύει τις εξελίξεις, κρατεί αιχμάλωτη τη νέα γενιά και εμποδίζει κάθε προσπάθεια για ένα νέο παραγωγικό μοντέλο στη χώρα μας.
Αλλά και στη διατήρηση άθικτου του πολυπρόσωπου, αλληλοκαλυπτόμενου, πανάκριβου και παρασιτικού πολιτικού-διοικητικού συστήματος της κοινωνίας μας. Το αποτέλεσμα είναι και η διαρκής επέκταση της διαφθοράς.
Στη χώρα μας ελάχιστα αξιοποιήθηκαν οι όποιες θετικές πλευρές του νεοφιλελευθερισμού (περιορισμός του κράτους). Αντίθετα, η μεγαλύτερη αρνητική επίδρασή του αφορά την απασχόληση, με την δημιουργία δηλαδή αυτού του εφεδρικού στρατού των κάθε είδους εκτάκτων και ταυτόχρονη ισχυροποίηση του μόνιμου προσωπικού, των «εντός του συστήματος». Και θα μπορούσε -για παράδειγμα- η ευρύτερη αριστερά να θέσει σε πρώτη προτεραιότητα αυτές τις κοινωνικές δυνάμεις, αντί άκαμπτα να στηρίζει κυρίως τα προνόμια, πολλές φορές σκανδαλώδη (δες απεργία στο λιμάνι του Πειραιά), των «εντός του συστήματος».
Βέβαια οι στατιστικές, όχι μόνο για την Ελλάδα, λένε πως η κοινωνική βάση της σύγχρονης αριστεράς είναι οι μόνιμοι εργαζόμενοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα...
Η νέα κυβέρνηση δείχνει να κατανοεί το αδιέξοδο που έχουμε περιέλθει. 'Αλλωστε αυτό ήταν το μοντέλο λειτουργίας της κοινωνίας που παρέλαβε, που μάλιστα ευρίσκεται σε «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης». Φυσικά πλήττονται μέχρι απελπισίας πρώτα οι εκτός του συστήματος. Όμως και οι εντός, δεν μπορούν πλέον να αναπαράγονται. Το σύστημα δεν κινείται καν. Γι' αυτό και ως άμεσες προτεραιότητες τίθενται -πέραν της προσπάθειας να υπάρξει στοιχειώδης οικονομική δραστηριότητα:
• το νέο παραγωγικό πρότυπο («πράσινη ανάπτυξη», περιορισμός του κρατικού τομέα),
• ο εξορθολογισμός της απασχόλησης σε συνάρτηση με το μεταναστευτικό και
• η μεταρρύθμιση του πολιτικού συστήματος.
Όπως όμως έχει μπλεχθεί το όλο ζήτημα, κάθε προσπάθεια αλλαγών κινδυνεύει να πνιγεί στο τέλμα της συμπαιγνίας των εντός του συστήματος, παρασύροντας όλο το οικοδόμημα. Οι κοινωνικές δυνάμεις που σωρεύονται γύρω από το σύστημα είναι παγιδευμένες στις λύσεις συντήρησης, με όποιο κόστος, της υπάρχουσας πραγματικότητας και δύσκολα μπορούν να μπουν σε μια λογική εξόδου. Κάθε πρωτοβουλία για αλλαγή θίγει πολλούς -όταν δεν εκλαμβάνεται ως απειλή.
Ας πάρουμε για παράδειγμα τη λύση που δόθηκε, σε ένα σημαντικό θέμα αλλά όχι από τα μεγαλύτερα, τα «στέιτζ». Ήταν μια καθαρή λύση που μπορεί να φέρει αποτέλεσμα, εφόσον βέβαια αποτελέσει την απαρχή για την αντιμετώπιση με άλλες προοπτικές της απασχόλησης.
Όμως απέναντί της έχουν αναπτυχθεί αντιδράσεις όχι μόνο από τους ίδιους τους ενδιαφερομένους, οι οποίοι είναι σε ένα βαθμό τα θύματα αυτής της λογικής και η αντίδρασή τους είναι φυσιολογική, αλλά κυρίως από εκείνους (τους εντός του συστήματος) που υποκριτικά κάθε φορά ζητούν να κάνουμε μια εξαίρεση ακόμα.
Αυτή η στάση συντήρησης της υπάρχουσας κατάστασης είναι η πιο υπονομευτική σε κάθε προσπάθεια αλλαγής. Και βέβαια σύμμαχος των κοινωνικών δυνάμεων της στασιμότητας -και εχθρός της κυβέρνησης και της αξιοπιστίας- της είναι ο χρόνος που φεύγει.
To μυστικό του βάλτου
του Λάρκου Λάρκου Νοέμβριος 07 2009
Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ιστορικό φωτογραφικό στιγμιότυπο του Τάσσου Παπαδόπουλου με τον Μακάριο
Μια από τις πιο αναχρονιστικές πτυχές της διακυβέρνησης Τάσσου Παπαδόπουλου υπήρξε η δημιουργία εσωτερικής διαπάλης ανάμεσα στους ελληνοκύπριους (Ε/Κ) πάνω σε τεχνητές πολώσεις και εντάσεις που διαμόρφωσε η επιτελική και επικοινωνιακή του ομάδα. Το «μυστικό» πίσω από αυτή την πρακτική ήταν απλό: στην πολιτική έχεις το δικαίωμα να κάνεις τις επιλογές σου. Ο Τ. Παπαδόπουλος, αντί της έντιμης επιλογής («δεν με εκφράζουν τα κείμενα του ΟΗΕ, αναζητώ άλλη πορεία») επέλεξε τη διγλωσσία, την παραπλάνηση, σε μια επαρχιώτικου τύπου προσπάθεια να επιβάλει τις αντιφάσεις του και να μειώσει το κόστος από αυτές. 'Αλλα έλεγε, άλλα εννοούσε.
Αυτά μπορεί να σε κάνουν δημοφιλή σε ένα μέρος της κοινής γνώμης, αλλά στη διεθνή σκηνή δεν περνάνε. Εκεί οφείλεις να είσαι σοβαρός, να μελετάς κάθε σου κίνηση, να προτείνεις έγκαιρα τις θέσεις σου. Εντέλει η παραπλάνηση οδήγησε στην απαξίωση της πρακτικής του. Στο διεθνή χώρο ουδείς ξένος ηγέτης τον θεωρούσε πλέον αξιόπιστο συνομιλητή. Γι' αυτό θεώρησε ότι θα συντηρούσε την ισχύ του μόνο εάν έθετε υπό πλήρη έλεγχο το εσωτερικό σκηνικό, έτσι που να θεωρείται «ισχυρός» παίκτης και να επικαλείται «την εσωτερική» του επιρροή στη διεθνή σκηνή.
Οργανωμένα και με πρόγραμμα χώρισε τους πολίτες σε κατηγορίες, ντόπαρε με σύστημα τις διαιρέσεις, κατήγγειλε όλους τους άλλους ως «ενδοτικούς», παρουσίασε τον εαυτό του ως «θύμα» ξένης συνομωσίας, υποστήριξε ότι όσοι είχαν διαφορετικές απόψεις ήταν «εχθροί» της πατρίδας τους. Έθεσε στο περιθώριο κάθε διαφορετική γνώμη. Μια ολόκληρη ομάδα στρατευμένων στην υπόθεση ανέλαβαν το βάρος της ευθύνης να περάσουν την «γραμμή». Έτσι η Κύπρος γέμισε κουτάκια, χαρακτηρισμούς, ταξινομήσεις, επίθετα και διαχωριστικές γραμμές.
Ο στόχος ήταν πολύ απλός: να στήσει τείχη τεχνητής αντιπαράθεσης, να συσκοτίσει τις πραγματικές του προθέσεις. Πρόσκαιρα έλεγξε το σκηνικό.
Αυτή η πρακτική Παπαδόπουλου άνοιξε τον «ασκό του Αιόλου» στην παραπολιτική φιλολογία με κύρια μορφή της τις μάχες προσώπων που ενδύονταν τους «ανένδοτους» ρήτορες με στόχο την προσωπική άνοδο, με ιδιοτελή πρόθεση συμμετοχής στο σύστημα εξουσίας ή και στη διανομή λαφύρων που επέλεγε να προωθήσει.
Το σύστημα πέτυχε ορισμένους στόχους, αλλά επειδή ήταν προϊόν της συγκυρίας, δεν είχε λαϊκό βάθος, δεν στεκόταν σε στέρεα πόδια, γι' αυτό σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος. Οι πολίτες μελέτησαν τα φαινόμενα, διαφώνησαν με τα τεχνάσματα επιβολής. Εν ονόματι μιας πρόσκαιρης παραπλάνησης, η Κύπρος άφησε αναξιοποίητη την ιστορική σύμπτωση συμφερόντων της 3ης Οκτωβρίου 2005, με αποτέλεσμα σήμερα η Κύπρος να τρέχει πίσω από το πρωτόκολλο και η κατοχική δύναμη να συνεχίζει χωρίς πραγματικά προβλήματα την ενταξιακή της διαδρομή.
Ο Τ. Παπαδόπουλος πέρασε τη γραμμή της «ανένδοτης» ρητορείας την ίδια στιγμή που παραχωρούσε στην κατοχική δύναμη το πιο σημαντικό χαρτί της στην Κύπρο από την εισβολή και μετά...
Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ιστορικό φωτογραφικό στιγμιότυπο του Τάσσου Παπαδόπουλου με τον Μακάριο
Μια από τις πιο αναχρονιστικές πτυχές της διακυβέρνησης Τάσσου Παπαδόπουλου υπήρξε η δημιουργία εσωτερικής διαπάλης ανάμεσα στους ελληνοκύπριους (Ε/Κ) πάνω σε τεχνητές πολώσεις και εντάσεις που διαμόρφωσε η επιτελική και επικοινωνιακή του ομάδα. Το «μυστικό» πίσω από αυτή την πρακτική ήταν απλό: στην πολιτική έχεις το δικαίωμα να κάνεις τις επιλογές σου. Ο Τ. Παπαδόπουλος, αντί της έντιμης επιλογής («δεν με εκφράζουν τα κείμενα του ΟΗΕ, αναζητώ άλλη πορεία») επέλεξε τη διγλωσσία, την παραπλάνηση, σε μια επαρχιώτικου τύπου προσπάθεια να επιβάλει τις αντιφάσεις του και να μειώσει το κόστος από αυτές. 'Αλλα έλεγε, άλλα εννοούσε.
Αυτά μπορεί να σε κάνουν δημοφιλή σε ένα μέρος της κοινής γνώμης, αλλά στη διεθνή σκηνή δεν περνάνε. Εκεί οφείλεις να είσαι σοβαρός, να μελετάς κάθε σου κίνηση, να προτείνεις έγκαιρα τις θέσεις σου. Εντέλει η παραπλάνηση οδήγησε στην απαξίωση της πρακτικής του. Στο διεθνή χώρο ουδείς ξένος ηγέτης τον θεωρούσε πλέον αξιόπιστο συνομιλητή. Γι' αυτό θεώρησε ότι θα συντηρούσε την ισχύ του μόνο εάν έθετε υπό πλήρη έλεγχο το εσωτερικό σκηνικό, έτσι που να θεωρείται «ισχυρός» παίκτης και να επικαλείται «την εσωτερική» του επιρροή στη διεθνή σκηνή.
Οργανωμένα και με πρόγραμμα χώρισε τους πολίτες σε κατηγορίες, ντόπαρε με σύστημα τις διαιρέσεις, κατήγγειλε όλους τους άλλους ως «ενδοτικούς», παρουσίασε τον εαυτό του ως «θύμα» ξένης συνομωσίας, υποστήριξε ότι όσοι είχαν διαφορετικές απόψεις ήταν «εχθροί» της πατρίδας τους. Έθεσε στο περιθώριο κάθε διαφορετική γνώμη. Μια ολόκληρη ομάδα στρατευμένων στην υπόθεση ανέλαβαν το βάρος της ευθύνης να περάσουν την «γραμμή». Έτσι η Κύπρος γέμισε κουτάκια, χαρακτηρισμούς, ταξινομήσεις, επίθετα και διαχωριστικές γραμμές.
Ο στόχος ήταν πολύ απλός: να στήσει τείχη τεχνητής αντιπαράθεσης, να συσκοτίσει τις πραγματικές του προθέσεις. Πρόσκαιρα έλεγξε το σκηνικό.
Αυτή η πρακτική Παπαδόπουλου άνοιξε τον «ασκό του Αιόλου» στην παραπολιτική φιλολογία με κύρια μορφή της τις μάχες προσώπων που ενδύονταν τους «ανένδοτους» ρήτορες με στόχο την προσωπική άνοδο, με ιδιοτελή πρόθεση συμμετοχής στο σύστημα εξουσίας ή και στη διανομή λαφύρων που επέλεγε να προωθήσει.
Το σύστημα πέτυχε ορισμένους στόχους, αλλά επειδή ήταν προϊόν της συγκυρίας, δεν είχε λαϊκό βάθος, δεν στεκόταν σε στέρεα πόδια, γι' αυτό σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα κατέρρευσε ως χάρτινος πύργος. Οι πολίτες μελέτησαν τα φαινόμενα, διαφώνησαν με τα τεχνάσματα επιβολής. Εν ονόματι μιας πρόσκαιρης παραπλάνησης, η Κύπρος άφησε αναξιοποίητη την ιστορική σύμπτωση συμφερόντων της 3ης Οκτωβρίου 2005, με αποτέλεσμα σήμερα η Κύπρος να τρέχει πίσω από το πρωτόκολλο και η κατοχική δύναμη να συνεχίζει χωρίς πραγματικά προβλήματα την ενταξιακή της διαδρομή.
Ο Τ. Παπαδόπουλος πέρασε τη γραμμή της «ανένδοτης» ρητορείας την ίδια στιγμή που παραχωρούσε στην κατοχική δύναμη το πιο σημαντικό χαρτί της στην Κύπρο από την εισβολή και μετά...
Η «δουλική φύση» του δανειολήπτη
Συντάκτης: Χρήστος Γιανναράς
Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009
Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Hμερομηνία δημοσίευσης: 01-11-09
Η στοιχειώδης λογική λέει: Δεν γίνεται να είμαστε και καταχρεωμένοι και ελεύθεροι. Να έχουμε δεσμεύσει τρεις ή τέσσερεις γενιές μετά από μας με κρατικά χρέη, και όμως να απολαμβάνουμε κρατική ανεξαρτησία, πολιτικές ελευθερίες, εδαφική ακεραιότητα. Δεν γίνεται, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο.
Οποιος χρωστάει λίγα, είναι δεσμευμένος. Οποιος χρωστάει πολλά, είναι υποτελής. Οι δανειστές του ή τα αφεντικά των δανειστών του, του κρατάνε το δελτίο τροφίμων. Δεν έχει περιθώριο να αρνηθεί τίποτα, δεν έχει μερτικό στην αξιοπρέπεια. Είτε άτομο είτε λαός. Η Χάννα Αρεντ έλεγε: Ο δούλος, είτε άτομο είτε λαός, έχει αποδείξει τη δουλική του φύση, αφού, χωρίς πια δικαίωμα αυτοκαθορισμού και αξιοπρέπειας, δεν αυτοκτονεί, ανέχεται να επιβιώνει.
Το σημερινό ελλαδικό κράτος ζει με δανεικά. Το έχει οδηγήσει σε αυτή τη δουλική μειονεξία μια συγκεκριμένη συντεχνιακή κάστα: οι επαγγελματίες της πολιτικής. Η εξωφρενική δανειοληψία ξεκίνησε με τον Ανδρέα Παπανδρέου, αποχαλινώθηκε με τον Κ. Μητσοτάκη, δικαιολογήθηκε με τη φιέστα των Ολυμπιακών Αγώνων και κατέληξε εφιαλτική απειλή με τον Κ. Καραμανλή τον βραχύ. Οι διαχειριστές της εξουσίας δανείζονταν αλόγιστα όχι για παραγωγικές επενδύσεις, όχι για έργα υποδομής, όχι για κοινωνικές ανάγκες. Δανείζονταν μόνο για να χρυσοπληρώνουν «ημετέρους», να εξαργυρώνουν ψήφους με άσκοπους διορισμούς στο δημόσιο, με ξέφρενη σπατάλη επιδείξεων κομματικής αλαζονείας.
Ζούμε με δανεικά. Η συντριπτική πλειονότητα του παραγωγικού δυναμικού της χώρας είναι παροπλισμένη, ηδονικά αδρανοποιημένη στην περίπου αεργία της δημοσιοϋπαλληλίας. Το ιδανικό, το όνειρο, η φιλοδοξία της νεολαίας είναι μια θέση, οποιαδήποτε, στο δημόσιο – «το κράτος να παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι» (Ροΐδης, 1875). Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων (που εφευρέθηκε για να αποκλειστεί θεσμικά η αυθαιρεσία των κομματικών απολύσεων) αποδείχθηκε το ειδεχθέστερο κοινωνικό έγκλημα από την ίδρυση του ελλαδικού κράτους: Δημιούργησε ένα κράτος ραστώνης, ατομικού βολέματος, χυδαίας ιδιοτέλειας. Παρέδωσε τη διαχείριση της συλλογικότητας στους παραιτημένους από φιλοδοξίες. Οι δημιουργικοί Ελληνες ή μαραζώνουν ή φεύγουν.
Βασικός μοχλός για την αναρρίχηση στην εξουσία ή για τη διατήρηση της εξουσίας ήταν και είναι οι διορισμοί στο δημόσιο. Οι πολίτες δεσμεύουν την ψήφο τους στον οποιοδήποτε πολιτευόμενο, αρκεί να τους εξασφαλίσει τον διορισμό, τη διά βίου ραστώνη. Με την είσοδο της Ελλάδας στην Ε.Ε. φάνηκε προς στιγμήν ότι η κομματική αυθαιρεσία των διορισμών θα χαλιναγωγηθεί: Εγινε ο «νόμος Πεπονή», δημιουργήθηκε το ΑΣΕΠ. Αλλά η δυναμική της ιδιοτέλειας και η αξιοποίησή της από τα κόμματα αποδείχθηκαν ακαταμάχητες. Βρήκαν μεθόδους να παρακάμπτουν το ΑΣΕΠ (με προσλήψεις συμβασιούχων, εποχιακών «σταζιέρ», κριτήρια «μορίων» και χίλια δυο ακόμη στρατηγήματα), ο νόμος Πεπονή διατηρείται σαν γραφική διακόσμηση της κομματικής αθλιότητας.
Αλλά το μεγάλο, οργιαστικό φαγοπότι έγινε με τους πακτωλούς των χρημάτων που έρρευσαν, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελλαδικού κράτους, προκειμένου να επιτευχθεί «σύγκλιση» της ελληνικής οικονομίας με τις οικονομίες των ευρωπαϊκών χωρών που μας δέχθηκαν ως εταίρους. Ονειρο και καημός των Ελλαδιτών, από ιδρύσεως κρατιδίου, ήταν να γίνουν «Ευρώπη», αλλά δεν είχαν τον πλούτο για να το πετύχουν, η χώρα ήταν ανεκκλήτως «ψωροκώσταινα». Και να, που απρόσμενα σαν σε παραμύθι, οι «Ευρωπαίγοι», που έλεγε κι ο Μακρυγιάννης, έρχονται να δώσουν τον πλούτο, για να στήσουμε κι εμείς κράτος ίδιο με τα δικά τους: Να αποκτήσει κάθε παραμικρή γωνιά της χώρας υπερσύγχρονα τρένα, άψογο οδικό δίκτυο, μοντέρνα λιμάνια, αεροδρόμια, ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες που να ζωντανέψουν το αρχιπέλαγος, μετρό οι μεγαλουπόλεις, στρατηγική οργάνωση της αγροτικής παραγωγής, εργοστάσια αξιοποίησης των αγροτικών προϊόντων, χωροταξικό σχεδιασμό με σύγχρονο κτηματολόγιο, σχολειά, νοσοκομεία, ασφάλιση και κρατική πρόνοια ίδια με των Ευρωπαίων πολιτών.
Αυτή τη μοναδική και ανεπανάληπτη ευκαιρία την ξεπούλησαν τα κόμματα σε ένα ξέφρενο όργιο σπατάλης, για να εξαγοράσουν «νταβατζήδες» και τη ραδιοτηλεοπτική τους υποστήριξη, να μπουκώσουν με εφήμερες «επιδοτήσεις» την κοντόφθαλμη απληστία αγροτών, τον αναίσχυντο γκανγκστερισμό συνδικαλιστών, την κτηνώδη αδηφαγία προμηθευτών του δημοσίου. Η Ε.Ε. ζητούσε αποκέντρωση διοικητική και αποκρατικοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας των υπουργείων, για ευελιξία και αποδοτικότερο έλεγχο διαχείρισης των προγραμμάτων στήριξης της οικονομίας. Και τα κόμματα διεύρυναν την κραιπάλη της καταλήστευσης σε επίπεδο νομαρχιών, δημαρχιών και ιδρύοντας χιλιάδες (κυριολεκτικά) εταιρείες όπου μεταβιβάστηκαν αρμοδιότητες υπουργείων σε προέδρους, διευθύνοντες συμβούλους, απλούς συμβούλους με αποδοχές Κροίσων.
Στη Μικρασία χάθηκαν οριστικά πανάρχαιες κοιτίδες του ελληνικού πολιτισμού, στα είκοσι οκτώ χρόνια από την είσοδο της Ελλάδας στην Ε.Ε. χάθηκε η μοναδική δυνατότητα να μεταμορφωθεί η «ψωροκώσταινα» σε κράτος με σοβαρότητα και αξιοπρέπεια. Το δεύτερο αυτό έγκλημα έχει ιστορικές συνέπειες, ίσως ανάλογες με το πρώτο. Αλλά «νέμεσις» δεν λειτουργεί, οι αυτουργοί εξακολουθούν να νέμονται τις προνομίες που τους εξασφάλισαν τα κλοπιμαία. Η ευρωπαϊκή γενναιοδωρία (ναι, είναι η σωστή λέξη), έχει εξαργυρωθεί σε μυθώδεις βίλες, νεοπλουτίστικα κότερα, θηριώδη τζιπ, οφ-σορ εταιρείες. Και μόλις άρχισαν να περιορίζονται οι δωροδοτικές εισροές από την Ε.Ε., στράφηκαν οι κυβερνήσεις στον αχαλίνωτο δανεισμό. Αν το εξωτερικό χρέος από δανεισμό είναι, όπως λένε, τριακόσια δισ. ευρώ και αν οι Ελλαδίτες είμαστε δέκα εκατομμύρια, τότε τον καθένα μας τον έχουν φορτώσει τα κόμματα με οφειλή τριάντα χιλιάδων ευρώ: ένα ετήσιο εισόδημα που λίγοι απολαμβάνουν. Χρωστάνε αυτό το ποσό και τα βρέφη και οι υπερήλικες, υγιείς και ανάπηροι, όλοι.
Ετσι ίσως εξηγείται γιατί προωθήθηκε μεθοδικά να γίνει πρωθυπουργός ο πολιτικός που, ως προπαγανδιστής του Σχεδίου Ανάν, είχε δώσει έμπρακτο δείγμα για το πώς αντιλαμβάνεται την ευθύνη διαχείρισης ελληνικών κοιτίδων πολιτισμού. Και γιατί τώρα ανέλαβε ο ίδιος το υπουργείο Εξωτερικών με αναπληρωτή τον συγκεκριμένο εκλεκτό του. Δεν γίνεται να χρωστάει η χώρα τριακόσια δισ. και όμως να απολαμβάνει ανεξαρτησία, πολιτικές ελευθερίες, εδαφική ακεραιότητα. Είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο.
Ομως, το κυρίως σκάνδαλο είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η κοινή (όλων μας) συνείδηση ποδηγετούμενη από τα κόμματα: Φρίττουμε όλοι και καταδικάζουμε μετά βδελυγμίας το ενδεχόμενο ένας «λοχίας» να μας στερήσει τις ελευθερίες μας, αλλά βρίσκουμε φυσικό να μας υποδουλώνουν σε δανειστές και στα αφεντικά των δανειστών οι κομματικοί μας φεουδάρχες. Κανείς μας δεν τολμάει να διερωτηθεί, σε τι διαφέρει η ασυδοσία του «λοχία», από την ασυδοσία των κομματανθρώπων, αφού και στις δύο περιπτώσεις ξεπουλιώνται η κρατική μας ανεξαρτησία, οι πολιτικές μας ελευθερίες, η εδαφική μας ακεραιότητα, η συλλογική μας αξιοπρέπεια.
Ο «λοχίας» ενδέχεται να παραπεμφθεί σε «ειδικό δικαστήριο», οι κομματάνθρωποι ποτέ.
Κυριακή, 01 Νοεμβρίου 2009
Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Hμερομηνία δημοσίευσης: 01-11-09
Η στοιχειώδης λογική λέει: Δεν γίνεται να είμαστε και καταχρεωμένοι και ελεύθεροι. Να έχουμε δεσμεύσει τρεις ή τέσσερεις γενιές μετά από μας με κρατικά χρέη, και όμως να απολαμβάνουμε κρατική ανεξαρτησία, πολιτικές ελευθερίες, εδαφική ακεραιότητα. Δεν γίνεται, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο.
Οποιος χρωστάει λίγα, είναι δεσμευμένος. Οποιος χρωστάει πολλά, είναι υποτελής. Οι δανειστές του ή τα αφεντικά των δανειστών του, του κρατάνε το δελτίο τροφίμων. Δεν έχει περιθώριο να αρνηθεί τίποτα, δεν έχει μερτικό στην αξιοπρέπεια. Είτε άτομο είτε λαός. Η Χάννα Αρεντ έλεγε: Ο δούλος, είτε άτομο είτε λαός, έχει αποδείξει τη δουλική του φύση, αφού, χωρίς πια δικαίωμα αυτοκαθορισμού και αξιοπρέπειας, δεν αυτοκτονεί, ανέχεται να επιβιώνει.
Το σημερινό ελλαδικό κράτος ζει με δανεικά. Το έχει οδηγήσει σε αυτή τη δουλική μειονεξία μια συγκεκριμένη συντεχνιακή κάστα: οι επαγγελματίες της πολιτικής. Η εξωφρενική δανειοληψία ξεκίνησε με τον Ανδρέα Παπανδρέου, αποχαλινώθηκε με τον Κ. Μητσοτάκη, δικαιολογήθηκε με τη φιέστα των Ολυμπιακών Αγώνων και κατέληξε εφιαλτική απειλή με τον Κ. Καραμανλή τον βραχύ. Οι διαχειριστές της εξουσίας δανείζονταν αλόγιστα όχι για παραγωγικές επενδύσεις, όχι για έργα υποδομής, όχι για κοινωνικές ανάγκες. Δανείζονταν μόνο για να χρυσοπληρώνουν «ημετέρους», να εξαργυρώνουν ψήφους με άσκοπους διορισμούς στο δημόσιο, με ξέφρενη σπατάλη επιδείξεων κομματικής αλαζονείας.
Ζούμε με δανεικά. Η συντριπτική πλειονότητα του παραγωγικού δυναμικού της χώρας είναι παροπλισμένη, ηδονικά αδρανοποιημένη στην περίπου αεργία της δημοσιοϋπαλληλίας. Το ιδανικό, το όνειρο, η φιλοδοξία της νεολαίας είναι μια θέση, οποιαδήποτε, στο δημόσιο – «το κράτος να παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι» (Ροΐδης, 1875). Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων (που εφευρέθηκε για να αποκλειστεί θεσμικά η αυθαιρεσία των κομματικών απολύσεων) αποδείχθηκε το ειδεχθέστερο κοινωνικό έγκλημα από την ίδρυση του ελλαδικού κράτους: Δημιούργησε ένα κράτος ραστώνης, ατομικού βολέματος, χυδαίας ιδιοτέλειας. Παρέδωσε τη διαχείριση της συλλογικότητας στους παραιτημένους από φιλοδοξίες. Οι δημιουργικοί Ελληνες ή μαραζώνουν ή φεύγουν.
Βασικός μοχλός για την αναρρίχηση στην εξουσία ή για τη διατήρηση της εξουσίας ήταν και είναι οι διορισμοί στο δημόσιο. Οι πολίτες δεσμεύουν την ψήφο τους στον οποιοδήποτε πολιτευόμενο, αρκεί να τους εξασφαλίσει τον διορισμό, τη διά βίου ραστώνη. Με την είσοδο της Ελλάδας στην Ε.Ε. φάνηκε προς στιγμήν ότι η κομματική αυθαιρεσία των διορισμών θα χαλιναγωγηθεί: Εγινε ο «νόμος Πεπονή», δημιουργήθηκε το ΑΣΕΠ. Αλλά η δυναμική της ιδιοτέλειας και η αξιοποίησή της από τα κόμματα αποδείχθηκαν ακαταμάχητες. Βρήκαν μεθόδους να παρακάμπτουν το ΑΣΕΠ (με προσλήψεις συμβασιούχων, εποχιακών «σταζιέρ», κριτήρια «μορίων» και χίλια δυο ακόμη στρατηγήματα), ο νόμος Πεπονή διατηρείται σαν γραφική διακόσμηση της κομματικής αθλιότητας.
Αλλά το μεγάλο, οργιαστικό φαγοπότι έγινε με τους πακτωλούς των χρημάτων που έρρευσαν, για πρώτη φορά στην ιστορία του ελλαδικού κράτους, προκειμένου να επιτευχθεί «σύγκλιση» της ελληνικής οικονομίας με τις οικονομίες των ευρωπαϊκών χωρών που μας δέχθηκαν ως εταίρους. Ονειρο και καημός των Ελλαδιτών, από ιδρύσεως κρατιδίου, ήταν να γίνουν «Ευρώπη», αλλά δεν είχαν τον πλούτο για να το πετύχουν, η χώρα ήταν ανεκκλήτως «ψωροκώσταινα». Και να, που απρόσμενα σαν σε παραμύθι, οι «Ευρωπαίγοι», που έλεγε κι ο Μακρυγιάννης, έρχονται να δώσουν τον πλούτο, για να στήσουμε κι εμείς κράτος ίδιο με τα δικά τους: Να αποκτήσει κάθε παραμικρή γωνιά της χώρας υπερσύγχρονα τρένα, άψογο οδικό δίκτυο, μοντέρνα λιμάνια, αεροδρόμια, ακτοπλοϊκές συγκοινωνίες που να ζωντανέψουν το αρχιπέλαγος, μετρό οι μεγαλουπόλεις, στρατηγική οργάνωση της αγροτικής παραγωγής, εργοστάσια αξιοποίησης των αγροτικών προϊόντων, χωροταξικό σχεδιασμό με σύγχρονο κτηματολόγιο, σχολειά, νοσοκομεία, ασφάλιση και κρατική πρόνοια ίδια με των Ευρωπαίων πολιτών.
Αυτή τη μοναδική και ανεπανάληπτη ευκαιρία την ξεπούλησαν τα κόμματα σε ένα ξέφρενο όργιο σπατάλης, για να εξαγοράσουν «νταβατζήδες» και τη ραδιοτηλεοπτική τους υποστήριξη, να μπουκώσουν με εφήμερες «επιδοτήσεις» την κοντόφθαλμη απληστία αγροτών, τον αναίσχυντο γκανγκστερισμό συνδικαλιστών, την κτηνώδη αδηφαγία προμηθευτών του δημοσίου. Η Ε.Ε. ζητούσε αποκέντρωση διοικητική και αποκρατικοποίηση της οικονομικής δραστηριότητας των υπουργείων, για ευελιξία και αποδοτικότερο έλεγχο διαχείρισης των προγραμμάτων στήριξης της οικονομίας. Και τα κόμματα διεύρυναν την κραιπάλη της καταλήστευσης σε επίπεδο νομαρχιών, δημαρχιών και ιδρύοντας χιλιάδες (κυριολεκτικά) εταιρείες όπου μεταβιβάστηκαν αρμοδιότητες υπουργείων σε προέδρους, διευθύνοντες συμβούλους, απλούς συμβούλους με αποδοχές Κροίσων.
Στη Μικρασία χάθηκαν οριστικά πανάρχαιες κοιτίδες του ελληνικού πολιτισμού, στα είκοσι οκτώ χρόνια από την είσοδο της Ελλάδας στην Ε.Ε. χάθηκε η μοναδική δυνατότητα να μεταμορφωθεί η «ψωροκώσταινα» σε κράτος με σοβαρότητα και αξιοπρέπεια. Το δεύτερο αυτό έγκλημα έχει ιστορικές συνέπειες, ίσως ανάλογες με το πρώτο. Αλλά «νέμεσις» δεν λειτουργεί, οι αυτουργοί εξακολουθούν να νέμονται τις προνομίες που τους εξασφάλισαν τα κλοπιμαία. Η ευρωπαϊκή γενναιοδωρία (ναι, είναι η σωστή λέξη), έχει εξαργυρωθεί σε μυθώδεις βίλες, νεοπλουτίστικα κότερα, θηριώδη τζιπ, οφ-σορ εταιρείες. Και μόλις άρχισαν να περιορίζονται οι δωροδοτικές εισροές από την Ε.Ε., στράφηκαν οι κυβερνήσεις στον αχαλίνωτο δανεισμό. Αν το εξωτερικό χρέος από δανεισμό είναι, όπως λένε, τριακόσια δισ. ευρώ και αν οι Ελλαδίτες είμαστε δέκα εκατομμύρια, τότε τον καθένα μας τον έχουν φορτώσει τα κόμματα με οφειλή τριάντα χιλιάδων ευρώ: ένα ετήσιο εισόδημα που λίγοι απολαμβάνουν. Χρωστάνε αυτό το ποσό και τα βρέφη και οι υπερήλικες, υγιείς και ανάπηροι, όλοι.
Ετσι ίσως εξηγείται γιατί προωθήθηκε μεθοδικά να γίνει πρωθυπουργός ο πολιτικός που, ως προπαγανδιστής του Σχεδίου Ανάν, είχε δώσει έμπρακτο δείγμα για το πώς αντιλαμβάνεται την ευθύνη διαχείρισης ελληνικών κοιτίδων πολιτισμού. Και γιατί τώρα ανέλαβε ο ίδιος το υπουργείο Εξωτερικών με αναπληρωτή τον συγκεκριμένο εκλεκτό του. Δεν γίνεται να χρωστάει η χώρα τριακόσια δισ. και όμως να απολαμβάνει ανεξαρτησία, πολιτικές ελευθερίες, εδαφική ακεραιότητα. Είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο.
Ομως, το κυρίως σκάνδαλο είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί η κοινή (όλων μας) συνείδηση ποδηγετούμενη από τα κόμματα: Φρίττουμε όλοι και καταδικάζουμε μετά βδελυγμίας το ενδεχόμενο ένας «λοχίας» να μας στερήσει τις ελευθερίες μας, αλλά βρίσκουμε φυσικό να μας υποδουλώνουν σε δανειστές και στα αφεντικά των δανειστών οι κομματικοί μας φεουδάρχες. Κανείς μας δεν τολμάει να διερωτηθεί, σε τι διαφέρει η ασυδοσία του «λοχία», από την ασυδοσία των κομματανθρώπων, αφού και στις δύο περιπτώσεις ξεπουλιώνται η κρατική μας ανεξαρτησία, οι πολιτικές μας ελευθερίες, η εδαφική μας ακεραιότητα, η συλλογική μας αξιοπρέπεια.
Ο «λοχίας» ενδέχεται να παραπεμφθεί σε «ειδικό δικαστήριο», οι κομματάνθρωποι ποτέ.
Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2009
Είμαστε μια κοινωνία βολεμένη;
Αναρτήθηκε από kanenas nobody
Αυτοί που με το ζόρι επιβιώνουν
αυτοί που σκύβουν το κεφάλι για να τη βγάλουν και σήμερα
αυτοί που υποχρεώνονται και εξαχρειώνονται στον κάθε επίδοξο εθνοπατέρα
αυτοί που περιμένουν σαν το μάννα μιαν αυξησούλα
αυτοί που δεν φοροδιαφεύγουν
δεν έχουν κότερα
δεν μπορούν να πάνε διακοπές για shopping στο εξωτερικό
αυτοί που μετράνε τα ψιλά στην τσέπη
αυτοί που χρόνια τώρα εδώ δεν ξέρουν πότε θα γυρίσουν κλοτσηδόν στην πατρίδα τους
αυτοί που τα όνειρα τους καίγονται στον καύσωνα του περιρρέοντος κυνισμού
αυτοί που δεν έχουν μπάρμπα στην Κορώνη
αυτοί που δεν έχουν που την κεφαλήν κλίνειν
δεν είναι βολεμένοι.
Είναι τα θύματα της ανεπάρκειας των πολιτικών ελίτ.
Ακόμα και τα πρόβατα
χρειάζονται ικανό τσοπάνη.
"Όπου γενικότης, επιπολαιότης" (Παπαδιαμάντης)
Άραγε
θα γίνει κάποτε δυνατόν
η αξία του πολιτικού ανδρός
να μην καταδεικνύεται
από την ικανότητα του να κοροϊδεύει τον κοσμάκη
αλλά από το να βελτιώνει την ζωή του;
Πότε η πολιτική θα πάψει να αντιμετωπίζεται νομοτελειακά ως διαχείριση μιας καθημερινότητας (και μάλιστα με αμφίβολα αποτελέσματα)
και θα ξαναβρεί το (ίσως ουτοπικό) περιεχόμενό της;
Στο κάτω κάτω, με τι ζούμε, αν όχι με ένα "παραμύθι";
Ένα "παραμύθι" που αναδεικνύει το αόρατο, το μελλούμενο, το επιδιωκόμενο
που δίνει νόημα στην πορεία μας
προς το ιστορικό άγνωστο.
"Ουκ επ' άρτον μόνον ζήσεται άνθρωπος"
Αυτοί που με το ζόρι επιβιώνουν
αυτοί που σκύβουν το κεφάλι για να τη βγάλουν και σήμερα
αυτοί που υποχρεώνονται και εξαχρειώνονται στον κάθε επίδοξο εθνοπατέρα
αυτοί που περιμένουν σαν το μάννα μιαν αυξησούλα
αυτοί που δεν φοροδιαφεύγουν
δεν έχουν κότερα
δεν μπορούν να πάνε διακοπές για shopping στο εξωτερικό
αυτοί που μετράνε τα ψιλά στην τσέπη
αυτοί που χρόνια τώρα εδώ δεν ξέρουν πότε θα γυρίσουν κλοτσηδόν στην πατρίδα τους
αυτοί που τα όνειρα τους καίγονται στον καύσωνα του περιρρέοντος κυνισμού
αυτοί που δεν έχουν μπάρμπα στην Κορώνη
αυτοί που δεν έχουν που την κεφαλήν κλίνειν
δεν είναι βολεμένοι.
Είναι τα θύματα της ανεπάρκειας των πολιτικών ελίτ.
Ακόμα και τα πρόβατα
χρειάζονται ικανό τσοπάνη.
"Όπου γενικότης, επιπολαιότης" (Παπαδιαμάντης)
Άραγε
θα γίνει κάποτε δυνατόν
η αξία του πολιτικού ανδρός
να μην καταδεικνύεται
από την ικανότητα του να κοροϊδεύει τον κοσμάκη
αλλά από το να βελτιώνει την ζωή του;
Πότε η πολιτική θα πάψει να αντιμετωπίζεται νομοτελειακά ως διαχείριση μιας καθημερινότητας (και μάλιστα με αμφίβολα αποτελέσματα)
και θα ξαναβρεί το (ίσως ουτοπικό) περιεχόμενό της;
Στο κάτω κάτω, με τι ζούμε, αν όχι με ένα "παραμύθι";
Ένα "παραμύθι" που αναδεικνύει το αόρατο, το μελλούμενο, το επιδιωκόμενο
που δίνει νόημα στην πορεία μας
προς το ιστορικό άγνωστο.
"Ουκ επ' άρτον μόνον ζήσεται άνθρωπος"
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)