του Χρήστου Γιανναρά
Ποιες προϋποθέσεις θα θέλαμε να πληροί ένα καινούργιο στην Ελλάδα κόμμα για να του αναγνωρίσουμε ειδοποιό διαφορά από τα υπάρχοντα ανυπόληπτα σχήματα συντεχνιακής ιδιοτέλειας;
Η απάντηση στο ερώτημα σίγουρα απηχεί υποκειμενικές εκτιμήσεις. Και εκφερόμενη με δημόσιο λόγο συνιστά μόνο πρόκληση κριτικού προβληματισμού.
Ενα κόμμα στην Ελλάδα σήμερα, για να πείσει ότι είναι πραγματικά καινούργιο (αποβλέποντας στη διαχείριση των κοινών, όχι σε αναμηρυκασμούς διαμαρτυρίας), θα πρέπει να φιλοδοξεί συνεπή ρήξη με την αφελή, παιδαριώδη πίστη των «προοδευτικών» της Νεωτερικότητας ότι ο «ορθολογισμός» αρκεί για να λυθούν όλα τα προβλήματα. Η ηθικολογία των επικλήσεων της «κοινής λογικής», της ανάγκης «συναινέσεων», συναποφασισμένων «βελτιώσεων» στη λειτουργία του κράτους, έχει περίτρανα αποδειχθεί ανεπαρκής, τουλάχιστον για την ελλαδική περίπτωση. Η ελλαδική κοινωνία βρίσκεται σε δίνη αυτοκτονικής παράνοιας, αδυνατεί (χιλιοαποδειγμένα) να πειθαρχήσει έστω και στη λογική του ενστίκτου αυτοσυντήρησης.
Για να πείσει ένα κόμμα στην Ελλάδα σήμερα ότι είναι πραγματικά καινούργιο, πρέπει να κομίζει πρόταση ερμηνείας της παροξυσμικής ιδιοτέλειας, του παραλογισμού και μηδενισμού που ακυρώνουν το κοινωνικό γεγονός, διαλύουν το κράτος. Και πάνω σε μια τέτοια πρόταση ερμηνείας να θεμελιώνει ρεαλιστικό πολιτικό πρόγραμμα, μέτρα που να αντιπαλεύουν τις αιτίες της παρακμιακής αποσύνθεσης, όχι να εξορκίζουν με «ορθολογικές» ρητορείες τα δευτερογενή συμπτώματα. Δεν εμφανίζει τίποτα το καινούργιο ένα κόμμα που μόνο αναμασάει τις αδιάκοπα επαναλαμβανόμενες, τριάντα χρόνια τώρα, κοινότοπες διαπιστώσεις αδιεξόδων, άλυτων προβλημάτων, κατάφωρης πολιτικής ανικανότητας, εξοργιστικής διαφθοράς. Και που κομίζει μόνο τον αναπόδεικτο, φθαρμένο ισχυρισμό κάθε παλαιοκομματικής συντεχνίας ότι: «Εμείς θα τα καταφέρουμε καλύτερα» – μόνοι μας ή ως τσόντα σε κυβέρνηση των αποδεδειγμένα ανίκανων και αηδιαστικά διεφθαρμένων.
Καινούργιο στην Ελλάδα σήμερα θα είναι ένα κόμμα που το πρόγραμμά του θα αποκλείει πειστικά τη διαχειριστική αποκλειστικά εκδοχή της πολιτικής. Επομένως και την αδιαντροπιά των «πολυσυλλεκτικών» κομμάτων. Αλλά με την ίδια πειθώ του ρεαλιστικού του προγράμματος θα ακυρώνει και τα παραισθησιογόνα προσχηματικά κλισέ: «Δεξιά», «Αριστερά», «Κέντρο» ή τα εναλλακτικά κοκτέιλ: «Κεντροδεξιά», «Κεντροαριστερά». Θα αποκλείει τη διαχειριστική ατολμία και θα ακυρώνει τα νεκρά κλισέ, γιατί ένα πραγματικά καινούργιο κόμμα θα κομίζει διαυγείς κοινωνικούς στόχους: Αν πιστεύει στις κοινωνιοκεντρικές ή στις ατομοκεντρικές προτεραιότητες της πολιτικής. Αν προτάσσει την κατά κεφαλήν καλλιέργεια ή μόνο το κατά κεφαλήν εισόδημα. Αν το ενδιαφέρει κυρίως η ποιότητα της ζωής ή κυρίως η μεγιστοποίηση της καταναλωτικής ευχέρειας.
Τίποτα καινούργιο δεν μπορεί να κομίσει ένα κόμμα που απευθύνεται σκόπιμα (ψηφοθηρικά) σε «διευρυμένο ακροατήριο», δηλαδή σε ένα ποτ πουρί «κεντροδεξιών, κεντροαριστερών, αλλά και σοσιαλδημοκρατών και φιλελευθέρων» που κολακεύονται, όμως, να εμφανίζονται πρωτευόντως σαν «προοδευτικοί». Ωσάν ο κομπασμός, η κούφια αυταρέσκεια του «προοδευτικού» να αρκεί για να «αναστραφεί από την παρακμή η πορεία της χώρας… να σταματήσει ο κατήφορος της παραλυσίας του κράτους, της ανυποληψίας των θεσμών». Το σίγουρο σε μια τέτοια εναρκτήρια εξαγγελία είναι μόνο η εθελότυφλη άγνοια του πασιφανούς: Οτι προγήθηκαν κάποιοι άλλοι ναρκισσευόμενοι «προοδευτικοί», με την ίδια ψηφοθηρική πίστη στο «διευρυμένο ακροατήριο», και είναι αυτοί που οδήγησαν τη χώρα στον σημερινό εφιάλτη διάλυσης του κράτους και ανυποληψίας των θεσμών.
Ο μόνος, σε επίπεδο γλωσσικής σημαντικής, εντοπισμός στόχου που θα μπορούσε να δικαιολογήσει πολυσυλλεκτική σύσταση κόμματος, μοιάζει να είναι αυτός του Νίκου Ράπτη (στο κείμενό του «Η Νέα Μεταπολίτευση», ppol.gr, πέρυσι το καλοκαίρι): «Δεν ενδιαφέρουν πια οι διακρίσεις Δεξιών και Αριστερών, κοσμικών και θρήσκων, ευρωπαϊστών και εθνοκεντρικών. Υπάρχει μία και μόνη πολιτικά γόνιμη διάκριση: Αυτοί που νοιάζονται να συνεχίσει να υπάρχει και στον 22ο αιώνα δημοκρατικό ελληνικό κράτος στον ελλαδικό χώρο, και αυτοί που δεν νοιάζονται».
Πέρα από συναισθηματισμούς και ψυχολογήματα, ποια ρεαλιστική δική μας ανάγκη σήμερα θα γεννούσε έμπρακτη, ενεργό έγνοια να συνεχίσει να υπάρχει και στον 22ο αιώνα κράτος των Ελλήνων; Με βάση τη λογική συνέπεια και τεκμήριο την ιστορική εμπειρία, αυτή την έγνοια θα τη γεννούσε μόνο η ανάγκη να σωθεί μια πρόταση πολιτισμού που συνεχίζει να ενδιαφέρει πανανθρώπινα.
Το κωμικό κρατίδιο, το έθνος, η φυλή των Ελλήνων δεν ενδιαφέρουν κανέναν, τίποτα δεν αλλάζει στην ανθρώπινη Ιστορία αν εκλείψουμε από τον χάρτη. Τη διαχείριση της αρχαιοελληνικής και της λεγόμενης «βυζαντινής» πολιτιστικής κληρονομιάς τη μονοπωλούν ήδη άλλοι, υπέρτεροι σε καλλιέργεια λαοί. Η δική μας ιστορική επιβίωση θα ήταν ρεαλιστικώς αναγκαία μόνο αν την κληρονομιά των προγόνων μας τη γονιμοποιούσαμε συνάγοντας πρόταση σημερινή, ρεαλιστικά επίκαιρη, που να αφορά στην ποιότητα της ζωής από δική μας ξεχωριστή οπτική και να ενδιαφέρει πανανθρώπινα.
Τίποτα καινούργιο δεν μπορεί να κομίσει ένα κόμμα που επαγγέλλεται «έμφαση» και στον Πολιτισμό, όπως και στην Παιδεία και στο Περιβάλλον, με το σκεπτικό ότι είναι τομείς που προσφέρουν «δυνατότητες απασχόλησης και κοινωνικών παροχών για κάθε κάτοικο της χώρας»! Είναι η πασίγνωστη και τετριμμένη χρησιμοθηρία του Ιστορικού Υλισμού που υποτάσσει κάθε πτυχή του ανθρώπινου βίου στην προτεραιότητα απασχόλησης και παροχών, στον οικονομισμό ως αυταξία. Και σε μια τέτοια τεταρτοκοσμική εκδοχή του ο πολιτισμός, φυσικά, δεν έχει πατρίδα: Οι άνθρωποι που έτσι τον εκδέχονται θα διέπρεπαν αποδοτικότερα στον «τομέα» του πολιτισμού αν ήταν πολίτες οποιουδήποτε νεωτερικού κρατικού σχήματος καταγωγικά συμβατικού (Βέλγοι, Ελβετοί, Λουξεμβουργιανοί) και όχι Ελληνες. Προκύπτει διαφορετική στάση ζωής όταν έχεις ανακαλύψει ότι είναι πρόκληση, όχι δυστυχία το να είσαι Ελληνας. Και κάτι επιπλέον: ένα κόμμα στην Ελλάδα σήμερα, για να πείσει ότι είναι καινούργιο, θα χρειαστεί να αποκλείσει από στελέχη του επαγγελματίες πολιτικούς που δεν είχαν ποτέ δική τους ξεχωριστή θέση, πρόταση, συμβολή στην πορεία της ελληνικής κοινωνίας. Πρόσωπα που γεύτηκαν κάποτε την ηδονή της εξουσίας και από τότε περιφέρονται από κόμμα σε κόμμα αναζητώντας εφαλτήριο για μια ακόμα αναρρίχηση. Ο ίδιος αποκλεισμός θα χρειαστεί και για μη επαγγελματίες πολιτικούς που επίσης γεύτηκαν, από ανερμήνευτη κομματική εύνοια, ηδονή δημοσιότητας και τους έγινε εθισμός ή και εξάρτηση.
Είναι μάλλον εύκολο να συγκροτηθεί ένα επιπλέον στην Ελλάδα κόμμα. Μοιάζει δύσκολο έως ακατόρθωτο να γεννηθεί αληθινά καινούργιο κόμμα.
Ένα blog για την ψυχή, το πνεύμα, και την ευτυχία!
Τρίτη 31 Μαρτίου 2009
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2009
Κλειδωμένοι στη Βιέννη: η σύνοδος του ΟΗΕ για τα ναρκωτικά
του Ιβάν Μπρίσκο
Θα πρέπει κανείς να είναι πολύ γενναίος -ή πολύ αυτοκτονικός- για να αποφασίσει να οδηγήσει πέραν των οδοφραγμάτων που έχει στήσει ο στρατός στα περίχωρα της Ζακάπα με ένα τετράτροχο όχημα με διαφανή τζάμια. Κάτι τέτοιο θα κινούσε αναπόφευκτα το ενδιαφέρον, θα πυροδοτούσε διαδόσεις και θα έφερνε τον οδηγό του οχήματος σε τροχιά επικίνδυνης συνάντησης με τα αφεντικά της μικρής, νωθρής και καυτής πόλης της Γουατεμάλα.
Για τους περισσότερους από τους κατοίκους της πόλης, η κυριαρχία των καρτέλ των ναρκωτικών στην πόλη τους δεν είναι πάρα άλλη μια εκδοχή του κακού τους ριζικού (και μαθαίνουν πως καλύτερα να αποφεύγουν τους χώρους όπου οι συμμορίες λύνουν ένοπλα τις διαφορές τους, όπως συνέβη το Μάρτιο το 2008, με 11 νεκρούς στο πάρκινγκ ενός κέντρου ψυχαγωγίας).
Εντωμεταξύ στη Βιέννη οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της «επιτροπής ενάντια στα ναρκωτικά» του ΟΗΕ (UNODC) αποφάσισαν για άλλη μια φορά πως ο πόλεμος ενάντια στην πανίσχυρη αυτοκρατορία του εγκλήματος θα πρέπει να συνεχίσει όπως μέχρι σήμερα, ίσως με βελτίωση της «διεθνούς συνεργασίας» και των «κατασταλτικών μέσων». Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ίσως να μπορούμε να ελπίζουμε πως θα 'ρθει κάποτε η μέρα που ένας αστυνομικός θα διαπιστώσει κάποια παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών στη Ζακάπα.
Το πιθανότερο πάντως είναι πως θα ξεχαστεί γρήγορα η πολιτική απόφαση της UNODC της 12ης Μαρτίου, που ψηφίστηκε παρά τη «με νύχια και με δόντια» αντίθεση του προέδρου της Βολιβίας Έβο Μοράλες (Evo Morales) (κι αυτό μπορεί να διαβαστεί και κυριολεκτικά, αφού κατά τη διάρκεια της παρέμβασής του στην επιτροπή ο πρόεδρος μασούσε φύλλα κόκας). Τα προβλήματα που υποτίθεται πως αντιμετωπίζει, αντιθέτως, δεν πρόβλέπεται να μας εγκαταλείψουν τόσο σύντομα.
Οι γελοίες λεκτικές ακροβασίες του επικεφαλής της UNODC Αντόνιο Μαρία Κόστα (Antonio Maria Costa), δεν αρκούν να κρύψουν μια θλιβερή πραγματικότητα: οι εγκληματικές ναρκο-οικονομίες στηρίζονται σε σταθερά θεμέλια, διαθέτουν λαϊκή αποδοχή και συμμάχους στον πολιτικό κόσμο και τη διοίκηση, υποστηρίζονται από απεριόριστα χρήματα και αξιόπιστες ένοπλες δυνάμεις, και ανταποκρίνονται σε μία διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για ναρκωτικά.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για κρατικές σχεδόν δομές, που περνούν από το νόμο στο έγκλημα με την ευκολία που το έκαναν οι αναρχικοί-αστυνομικοί στο «ο άνθρωπος που τον έλεγαν Πέμπτη» του Τσέστερτον (Chesterton).
Φέτος μάλιστα, για πρώτη φορά, ένας διαβόητος έμπορος ναρκωτικών, ο Χοακίμ «Τσάπο» Γκούζμαν (Joaquin «Chapo» Guzmán), φιγουράρει στον κατάλογο των δισεκατομμυριούχων του κόσμου του περιοδικού «Φορμπς», μία θέση πιο ψηλά από τον κληρονόμο των κονσερβών σούπας Κάμπελ.
Η ζημιά της αστυνόμευσης
Κι όμως, στη Βιέννη αναμένονταν πολλοί από τους αμφισβητίες των πολιτικών που οδήγησαν σε αυτά τα αποτελέσματα. Πρώτος-πρώτος ο Μοράλες που τον περασμένο μήνα ψήφισε το νέο σύνταγμα της Βολιβίας, στο οποίο εκθειάζεται... η συμβολή της κόκας στην εθνική ζωή. Ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη, σαν τη Γερμανία, δήλωσαν επίσης πως υιοθετούν μια πολιτική «μειωμένων επιπτώσεων» για τους εξαρτημένους, ενώ και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώρισαν τις αρετές της παροχής καινούργιων συριγγών, αν και αποδείχτηκε πως δεν ήταν ακόμα έτοιμες να μαλακώσουν τις συνήθεις ηθικοπλαστικές τους προσεγγίσεις.
Τέλος, στη Βιέννη το «απαγορευτικό» μοντέλο δέχτηκε πολλαπλές επιθέσεις από ακτιβιστές, ενώ αναγνωρίστηκε η δυνατότητα χρήσης ορισμένων ναρκωτικών ουσιών ως αναλγητικών, η ελάφρυνση των ποινών για τα «βαποράκια» και η αναγνώριση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» των αγροτών-παραγωγώγ ναρκωτικών.
Από εκεί και πέρα όμως, χαράχτηκαν οι διαχωριστικές γραμμές.
Την ίδια ώρα που ένας κόσμος χωρίς ναρκωτικά μοιάζει πιο απομακρυσμένος από ποτέ, οι αξιωματούχοι των αντιναρκωτικών πολιτικών μοιάζει να είναι εξαιρετικά δύσκαμπτοι στο να αποδεχτούν την αποτυχία τους. Σύμφωνα με την UNODC, τα εγκληματικά καρτέλ, οι ποικίλες ένοπλες συγκρούσεις και τα 6 δις δολάρια (4.4 δις ευρώ) που κόστισε το «σχέδιο Κολομπία» -χωρίς να επηρεάσει στο παραμικρό την ποσότητα των παραγόμενων ναρκωτικών στη χώρα αυτή- συγκαταλέγονται στις αναμενόμενες «ανεπιθύμητες επιπτώσεις» του πολέμου κατά των ναρκωτικών.
Ο Κολομβιανός εμπειρογνώμων Φρανσίσκο Τούμι (Francisco Thoumi) όμως, δεν είναι μόνος του όταν παρατηρεί πως συνιστά παράδοξη ανευθυνότητα να θεωρεί κανείς απλές «παράπλευρες απώλειες» τις πελώριες σπατάλες σε ανθρώπινες ζωές και χρήμα που παράγει η απαγορευτική προσέγγιση.
Η αλήθεια αναδεικνύεται ανάγλυφα στην καταπληκτική έκθεση της ομάδας Μάτριξ του 2007 που συντάχθηκε κατόπιν συνεντεύξεων με εμπόρους ναρκωτικών που βρίσκονται σε βρετανικές φυλακές: το οικονομικό κόστος των κατασχέσεων και των συλλήψεων μεταφέρεται από τους ναρκεμπόρους «εκ των προτέρων» στην τιμή και την ποιότητα του τελικού προϊόντος, που κυκλοφορεί στους δρόμους. Το μόνο που πετυχαίνουν οι έλεγχοι είναι να τινάζουν στα ύψη τις τιμές.
Μετά υπάρχει το ζήτημα της βλάβης στη δημόσια υγεία: «τα ναρκωτικά δεν είναι βλαβερά επειδή ελέγχονται -ελέγχονται επειδή είναι βλαβερά» μας διαφώτισε ο Κόστα στην εναρκτήρια συνεδρίαση της UNODC. Μία τέτοια διατύπωση αξίζει μολοταύτα περαιτέρω εμβάθυνσης, ειδικά σε ότι αφορά η επανάληψη της εμφανιζόμενης ως σαφούς και μονοσήμαντης λέξης «επιζήμια».
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα ναρκωτικά μπορεί να είναι επιζήμια: εν τούτοις αν κανείς αφαιρέσει την αστυνόμευση, η «ζημιά» τους αφορά την υγεία του χρήστη -και κατά προέκταση την ευημερία της κοινωνίας όπου ζει.
Η ζημιά όμως που προκαλείται από την αστυνόμευση είναι εντελώς διαφορετικής τάξεως: αφορά τη διαμόρφωση κέντρων ισχύος, την διαφθορά της έννοιας της οικονομικής επιτυχίας και τη θυματοποίηση των πιο ανίσχυρων -ενώ το σύνολο των αντιναρκωτικών μηχανισμών κοστίζει στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) περί τα 34 δις ευρώ -και άλλα τόσα στις ΗΠΑ. Αυτή η ζημιά αφορά μαζική βία και καταπίεση και απλά δεν μπορεί να συγκριθεί με τη ζημιά που προκαλεί μια ανθυγιεινή συνήθεια. Η αντιναρκωτική καταστολή είναι θεσμός, ενώ η χρήση ναρκωτικών ένα απλό βίτσιο.
Αποσαφήνιση ενός εναλλακτικού μοντέλου
Στη σημερινή συγκυρία, οι αρμόδιοι του συστήματος του ΟΗΕ και οι νομιμόφρονες της «απαγορευτικής» πολιτικής χρησιμοποιούν ολοένα και πιο μεταφυσικούς όρους: το λεγόμενο «παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών» για το οποίο διαβάζουμε στην πολιτική διακήρυξη της Βιέννης συγχέει τα προβλήματα υγείας και τα προβλήματα που προκαλεί η απαγόρευσης των ναρκωτικών και θεωρεί το αμάλγαμα που προκύπτει «ανεπιθύμητο». Εφόσον γίνει αυτό, φυσικά το μόνο που μένει είναι να αγωνιστούμε έως ότου έρθει μια κοινωνία «απελευθερωμένη από την κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών», που τοποθετείται κατά προτίμηση στο... 2019. Το αν αυτή είναι μια αντίληψη που θρέφει τα καρτέλ και διογκώνει τα κέρδη τους, δε ενοχοποιεί την πολιτική προσέγγιση, αλλά αποδεικνύει πόσο κακό είναι το κακό που καταπολεμούμε. Το να υποκύψουμε στα καρτέλ, λέει ο Κόστα, θα ήταν σαν να παραδεχόμαστε πως η παιδοφιλία είναι αναπόφευκτη.
Αλλά και οι εναλλακτικές λύσεις δεν είναι και τόσο σαφείς: η νομιμοποίηση π.χ., που πρεσβεύει ο «εκόνομιστ» δε μας λέει πώς θα καταπολεμήσουμε τις φρικαλεότητες των καρτέλ ναρκωτικών στο Μεξικό, πώς θα ρυθμίσουμε τις αγορές ούτως ώστε η απελευθέρωση της πρόσβασης στα ναρκωτικά να αποδυναμώσει πράγματι τα κυκλώματα του εγκλήματος και ταυτόχρονα να μην οδηγήσει σε πλημμυρίδα νέων χρηστών...
Τα περί «νομιμοποίησης» και «μειωμένων επιπτώσεων» ακούγονται ωραία, αλλά δε μας λένε τίποτα για το πώς θα καταπολεμηθούν τα εγκληματικά δίκτυα της διακίνησης ή η διαφθορά ολοκλήρων κρατών στη λατινική Αμερική ή τη δυτική Αφρική. Δε μας λέει τίποτα για το πώς είναι δυνατό να «ανακυκλωθούν» οι χιλιάδες των «αναρχικών-αστυνομικών» χωρίς να συνεχίσουν να βλάπτουν τις χώρες τους.
Εντωμεταξύ η Ζαπάτα δεν παράγει ναρκωτικά, ούτε αντιμετωπίζει πρόβλημα τοξικομανίας. Τα ναρκωτικά εκεί δεν αποτελούν θέμα αντιπαραθέσεων, ούτε διερωτήσεων. Αποτελούν απλά την πηγή της εξουσίας: δεν είναι κοινωνικό πρόβλημα, αλλά ένας απλός και γρήγορος τρόπος να φτιάξεις τη ζωή σου.
Θα πρέπει κανείς να είναι πολύ γενναίος -ή πολύ αυτοκτονικός- για να αποφασίσει να οδηγήσει πέραν των οδοφραγμάτων που έχει στήσει ο στρατός στα περίχωρα της Ζακάπα με ένα τετράτροχο όχημα με διαφανή τζάμια. Κάτι τέτοιο θα κινούσε αναπόφευκτα το ενδιαφέρον, θα πυροδοτούσε διαδόσεις και θα έφερνε τον οδηγό του οχήματος σε τροχιά επικίνδυνης συνάντησης με τα αφεντικά της μικρής, νωθρής και καυτής πόλης της Γουατεμάλα.
Για τους περισσότερους από τους κατοίκους της πόλης, η κυριαρχία των καρτέλ των ναρκωτικών στην πόλη τους δεν είναι πάρα άλλη μια εκδοχή του κακού τους ριζικού (και μαθαίνουν πως καλύτερα να αποφεύγουν τους χώρους όπου οι συμμορίες λύνουν ένοπλα τις διαφορές τους, όπως συνέβη το Μάρτιο το 2008, με 11 νεκρούς στο πάρκινγκ ενός κέντρου ψυχαγωγίας).
Εντωμεταξύ στη Βιέννη οι εκπρόσωποι των κυβερνήσεων των κρατών-μελών της «επιτροπής ενάντια στα ναρκωτικά» του ΟΗΕ (UNODC) αποφάσισαν για άλλη μια φορά πως ο πόλεμος ενάντια στην πανίσχυρη αυτοκρατορία του εγκλήματος θα πρέπει να συνεχίσει όπως μέχρι σήμερα, ίσως με βελτίωση της «διεθνούς συνεργασίας» και των «κατασταλτικών μέσων». Αυτό πρακτικά σημαίνει πως ίσως να μπορούμε να ελπίζουμε πως θα 'ρθει κάποτε η μέρα που ένας αστυνομικός θα διαπιστώσει κάποια παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών στη Ζακάπα.
Το πιθανότερο πάντως είναι πως θα ξεχαστεί γρήγορα η πολιτική απόφαση της UNODC της 12ης Μαρτίου, που ψηφίστηκε παρά τη «με νύχια και με δόντια» αντίθεση του προέδρου της Βολιβίας Έβο Μοράλες (Evo Morales) (κι αυτό μπορεί να διαβαστεί και κυριολεκτικά, αφού κατά τη διάρκεια της παρέμβασής του στην επιτροπή ο πρόεδρος μασούσε φύλλα κόκας). Τα προβλήματα που υποτίθεται πως αντιμετωπίζει, αντιθέτως, δεν πρόβλέπεται να μας εγκαταλείψουν τόσο σύντομα.
Οι γελοίες λεκτικές ακροβασίες του επικεφαλής της UNODC Αντόνιο Μαρία Κόστα (Antonio Maria Costa), δεν αρκούν να κρύψουν μια θλιβερή πραγματικότητα: οι εγκληματικές ναρκο-οικονομίες στηρίζονται σε σταθερά θεμέλια, διαθέτουν λαϊκή αποδοχή και συμμάχους στον πολιτικό κόσμο και τη διοίκηση, υποστηρίζονται από απεριόριστα χρήματα και αξιόπιστες ένοπλες δυνάμεις, και ανταποκρίνονται σε μία διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση για ναρκωτικά.
Στην πραγματικότητα πρόκειται για κρατικές σχεδόν δομές, που περνούν από το νόμο στο έγκλημα με την ευκολία που το έκαναν οι αναρχικοί-αστυνομικοί στο «ο άνθρωπος που τον έλεγαν Πέμπτη» του Τσέστερτον (Chesterton).
Φέτος μάλιστα, για πρώτη φορά, ένας διαβόητος έμπορος ναρκωτικών, ο Χοακίμ «Τσάπο» Γκούζμαν (Joaquin «Chapo» Guzmán), φιγουράρει στον κατάλογο των δισεκατομμυριούχων του κόσμου του περιοδικού «Φορμπς», μία θέση πιο ψηλά από τον κληρονόμο των κονσερβών σούπας Κάμπελ.
Η ζημιά της αστυνόμευσης
Κι όμως, στη Βιέννη αναμένονταν πολλοί από τους αμφισβητίες των πολιτικών που οδήγησαν σε αυτά τα αποτελέσματα. Πρώτος-πρώτος ο Μοράλες που τον περασμένο μήνα ψήφισε το νέο σύνταγμα της Βολιβίας, στο οποίο εκθειάζεται... η συμβολή της κόκας στην εθνική ζωή. Ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη, σαν τη Γερμανία, δήλωσαν επίσης πως υιοθετούν μια πολιτική «μειωμένων επιπτώσεων» για τους εξαρτημένους, ενώ και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώρισαν τις αρετές της παροχής καινούργιων συριγγών, αν και αποδείχτηκε πως δεν ήταν ακόμα έτοιμες να μαλακώσουν τις συνήθεις ηθικοπλαστικές τους προσεγγίσεις.
Τέλος, στη Βιέννη το «απαγορευτικό» μοντέλο δέχτηκε πολλαπλές επιθέσεις από ακτιβιστές, ενώ αναγνωρίστηκε η δυνατότητα χρήσης ορισμένων ναρκωτικών ουσιών ως αναλγητικών, η ελάφρυνση των ποινών για τα «βαποράκια» και η αναγνώριση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» των αγροτών-παραγωγώγ ναρκωτικών.
Από εκεί και πέρα όμως, χαράχτηκαν οι διαχωριστικές γραμμές.
Την ίδια ώρα που ένας κόσμος χωρίς ναρκωτικά μοιάζει πιο απομακρυσμένος από ποτέ, οι αξιωματούχοι των αντιναρκωτικών πολιτικών μοιάζει να είναι εξαιρετικά δύσκαμπτοι στο να αποδεχτούν την αποτυχία τους. Σύμφωνα με την UNODC, τα εγκληματικά καρτέλ, οι ποικίλες ένοπλες συγκρούσεις και τα 6 δις δολάρια (4.4 δις ευρώ) που κόστισε το «σχέδιο Κολομπία» -χωρίς να επηρεάσει στο παραμικρό την ποσότητα των παραγόμενων ναρκωτικών στη χώρα αυτή- συγκαταλέγονται στις αναμενόμενες «ανεπιθύμητες επιπτώσεις» του πολέμου κατά των ναρκωτικών.
Ο Κολομβιανός εμπειρογνώμων Φρανσίσκο Τούμι (Francisco Thoumi) όμως, δεν είναι μόνος του όταν παρατηρεί πως συνιστά παράδοξη ανευθυνότητα να θεωρεί κανείς απλές «παράπλευρες απώλειες» τις πελώριες σπατάλες σε ανθρώπινες ζωές και χρήμα που παράγει η απαγορευτική προσέγγιση.
Η αλήθεια αναδεικνύεται ανάγλυφα στην καταπληκτική έκθεση της ομάδας Μάτριξ του 2007 που συντάχθηκε κατόπιν συνεντεύξεων με εμπόρους ναρκωτικών που βρίσκονται σε βρετανικές φυλακές: το οικονομικό κόστος των κατασχέσεων και των συλλήψεων μεταφέρεται από τους ναρκεμπόρους «εκ των προτέρων» στην τιμή και την ποιότητα του τελικού προϊόντος, που κυκλοφορεί στους δρόμους. Το μόνο που πετυχαίνουν οι έλεγχοι είναι να τινάζουν στα ύψη τις τιμές.
Μετά υπάρχει το ζήτημα της βλάβης στη δημόσια υγεία: «τα ναρκωτικά δεν είναι βλαβερά επειδή ελέγχονται -ελέγχονται επειδή είναι βλαβερά» μας διαφώτισε ο Κόστα στην εναρκτήρια συνεδρίαση της UNODC. Μία τέτοια διατύπωση αξίζει μολοταύτα περαιτέρω εμβάθυνσης, ειδικά σε ότι αφορά η επανάληψη της εμφανιζόμενης ως σαφούς και μονοσήμαντης λέξης «επιζήμια».
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως τα ναρκωτικά μπορεί να είναι επιζήμια: εν τούτοις αν κανείς αφαιρέσει την αστυνόμευση, η «ζημιά» τους αφορά την υγεία του χρήστη -και κατά προέκταση την ευημερία της κοινωνίας όπου ζει.
Η ζημιά όμως που προκαλείται από την αστυνόμευση είναι εντελώς διαφορετικής τάξεως: αφορά τη διαμόρφωση κέντρων ισχύος, την διαφθορά της έννοιας της οικονομικής επιτυχίας και τη θυματοποίηση των πιο ανίσχυρων -ενώ το σύνολο των αντιναρκωτικών μηχανισμών κοστίζει στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) περί τα 34 δις ευρώ -και άλλα τόσα στις ΗΠΑ. Αυτή η ζημιά αφορά μαζική βία και καταπίεση και απλά δεν μπορεί να συγκριθεί με τη ζημιά που προκαλεί μια ανθυγιεινή συνήθεια. Η αντιναρκωτική καταστολή είναι θεσμός, ενώ η χρήση ναρκωτικών ένα απλό βίτσιο.
Αποσαφήνιση ενός εναλλακτικού μοντέλου
Στη σημερινή συγκυρία, οι αρμόδιοι του συστήματος του ΟΗΕ και οι νομιμόφρονες της «απαγορευτικής» πολιτικής χρησιμοποιούν ολοένα και πιο μεταφυσικούς όρους: το λεγόμενο «παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών» για το οποίο διαβάζουμε στην πολιτική διακήρυξη της Βιέννης συγχέει τα προβλήματα υγείας και τα προβλήματα που προκαλεί η απαγόρευσης των ναρκωτικών και θεωρεί το αμάλγαμα που προκύπτει «ανεπιθύμητο». Εφόσον γίνει αυτό, φυσικά το μόνο που μένει είναι να αγωνιστούμε έως ότου έρθει μια κοινωνία «απελευθερωμένη από την κατάχρηση ναρκωτικών ουσιών», που τοποθετείται κατά προτίμηση στο... 2019. Το αν αυτή είναι μια αντίληψη που θρέφει τα καρτέλ και διογκώνει τα κέρδη τους, δε ενοχοποιεί την πολιτική προσέγγιση, αλλά αποδεικνύει πόσο κακό είναι το κακό που καταπολεμούμε. Το να υποκύψουμε στα καρτέλ, λέει ο Κόστα, θα ήταν σαν να παραδεχόμαστε πως η παιδοφιλία είναι αναπόφευκτη.
Αλλά και οι εναλλακτικές λύσεις δεν είναι και τόσο σαφείς: η νομιμοποίηση π.χ., που πρεσβεύει ο «εκόνομιστ» δε μας λέει πώς θα καταπολεμήσουμε τις φρικαλεότητες των καρτέλ ναρκωτικών στο Μεξικό, πώς θα ρυθμίσουμε τις αγορές ούτως ώστε η απελευθέρωση της πρόσβασης στα ναρκωτικά να αποδυναμώσει πράγματι τα κυκλώματα του εγκλήματος και ταυτόχρονα να μην οδηγήσει σε πλημμυρίδα νέων χρηστών...
Τα περί «νομιμοποίησης» και «μειωμένων επιπτώσεων» ακούγονται ωραία, αλλά δε μας λένε τίποτα για το πώς θα καταπολεμηθούν τα εγκληματικά δίκτυα της διακίνησης ή η διαφθορά ολοκλήρων κρατών στη λατινική Αμερική ή τη δυτική Αφρική. Δε μας λέει τίποτα για το πώς είναι δυνατό να «ανακυκλωθούν» οι χιλιάδες των «αναρχικών-αστυνομικών» χωρίς να συνεχίσουν να βλάπτουν τις χώρες τους.
Εντωμεταξύ η Ζαπάτα δεν παράγει ναρκωτικά, ούτε αντιμετωπίζει πρόβλημα τοξικομανίας. Τα ναρκωτικά εκεί δεν αποτελούν θέμα αντιπαραθέσεων, ούτε διερωτήσεων. Αποτελούν απλά την πηγή της εξουσίας: δεν είναι κοινωνικό πρόβλημα, αλλά ένας απλός και γρήγορος τρόπος να φτιάξεις τη ζωή σου.
Τετάρτη 25 Μαρτίου 2009
Πώς Εδραιώθηκε ο Πολυπολιτισμός στις ΗΠΑ
Βαγγέλης Τζουρντός
Πολυμετανάστευση, Ιδιωτικοί Στρατοί και Πολυπολιτισμός »
Το ζήτημα που απασχολεί κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο για την παγκοσμιοποίηση και τις επιπτώσεις της στην κάθε κοινωνία είναι το ζήτημα του πολυπολιτισμού. Μαζί με την παγκοσμιοποίηση απ’ το πουθενά εμφανίστηκαν ξαφνικά, εκατομμύρια άνθρωποι από πολλές χώρες μαζί και εγκαταστάθηκαν σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή μητρόπολη. Από πού προέρχονται όλοι αυτοί και σε τι αποσκοπούν; Υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα γι’αυτο το γεγονός; Μήπως είναι οργανωμένο σχέδιο; Χωρίς την ιστορία σαν πυξίδα για το τι μέλλει γενέσθαι, κανένας δεν πρόκειται να βρει σοβαρή λύση στις ερωτήσεις και τους προβληματισμούς. Το πρόβλημα όμως εντοπίζεται σε ποια ιστορία και πού να κοιτάξει κανείς για να βρει απαντήσεις για το σήμερα...
Το Αμερικανικό κράτος είναι πρότυπο με την έννοια ότι δεν δημιουργήθηκε εξαρχής λόγω κάποιας φυλετικής, εθνικής ή πολιτισμικής εξέγερσης κάποιου έθνους. Ήταν το προϊόν επέκτασης ευρωπαίων αποίκων επάνω σε νέο γεωγραφικό έδαφος. Οι λόγοι φυσικά που κατέφυγαν εκεί οι ευρωπαίοι δεν είναι του παρόντος σύντομου σκιαγραφήματος. Αλλά το γεγονός ότι κατέφθασαν από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρα, έχει κάποια ιστορική βαρύτητα, όταν οι γνήσιοι Αμερικανοί ήταν αυτοί που ονομάστηκαν «ινδιάνοι» και αυτοί ουσιαστικά εξαφανίστηκαν απ’ τα πογκρόμ των αποίκων σε διαφορετικές φάσεις της επέκτασής τους στο έδαφος των ΗΠΑ.
Τι διαφέρει λοιπόν η δημιουργία ενός κράτους αποίκων απ’ την ενδογενή ανάπτυξη ενός έθνους; Αυτό είναι ένα ερώτημα που χρειάζεται ανάλυση. Ο άποικος δεν προσπαθεί ν’ αναπτύξει μια χώρα, αντιθέτως θέλει να επιβιώσει πρωτίστως στο νέο του περιβάλλον και το γενικό συμφέρον υποτάσσεται στο ιδιωτικό. Γι’ αυτό όταν οι άποικοι κατέφθασαν στις ΗΠΑ, έστειλαν τους Ινδιάνους στον «παράδεισο», και μετά εισήγαγαν μαύρους σκλάβους για να συνεχίσουν την παραγωγική σχέση με την Γηραιά Ήπειρο. Πολλοί άποικοι χρηματοδοτήθηκαν από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να στήσουν επιχειρήσεις στις ΗΠΑ και να στέλνουν πίσω ό,τι εμπόρευμα παρήγαγαν για χρηματικό όφελος. Έτσι, οι άποικοι των ΗΠΑ ήταν μια προέκταση της Ευρώπης, αλλά με κανένα ουσιαστικά υπεύθυνο και πανεθνικό διαχειριστή. Και κάπως έτσι είναι ακόμα στις μέρες μας.
Η ανάπτυξη των ΗΠΑ κατά τον 19αιώνα και η άνοδος ενός εργατικού κινήματος συμπεριέλαβε πολλά νέα φαινόμενα που δεν ήταν τα ίδια για την υπόλοιπη Ευρώπη. Τρία βασικά χαρακτηριστικά δείχνουν μια ιδιότυπη εξέλιξη. Πρωτίστως ο αριθμός των μεταναστών κατά ολόκληρο τον 19αιώνα. Η χρησιμοποίηση ιδιωτικού στρατού για την καταπολέμηση απεργιών-λαϊκών αιτημάτων. Η ανυπαρξία δημιουργίας εργατικού κόμματος κατά την περίοδο εκβιομηχάνισης της χώρας. Καμιά άλλη προηγμένη καπιταλιστική χώρα δεν είχε τέτοια ιστορία. Αστοί ιστορικοί αναλυτές έχουν επισημάνει την ιστορική ιδιαιτερότητα της Αμερικής, αλλά δεν έχουν ποτέ επικεντρωθεί για να εξηγήσουν πώς γίνεται η χώρα με την πιο προηγμένη τεχνολογία να έχει το πιο καθυστερημένο λαϊκό κίνημα εδώ και δυο αιώνες. Αυτή την ιστορική αντίφαση θα προσπαθήσω να αναλύσω, ωστόσο όχι διεξοδικά.
Η δημιουργία βιομηχανοποιημένων εθνικών εταιριών στις μεταφορές, στον ηλεκτρισμό, στα πετρέλαια, δημιούργησε τους λεγόμενους βαρόνους-ληστές, αρχικαρχαρίες, τους Αμερικανούς Λάτσηδες (Ροκφέλλερ, Κάρνιγκι κτλ). Ολόκληρες πόλεις ανήκαν μοναχά σε μια εταιρία-κολοσσό. Τα εργοστάσια, οι κατοικίες, τα μαγαζιά τροφοδοσίας και παράλληλα η δημιουργία ιδιωτικού στρατού που υποστήριζε τα συμφέροντα των ιδιοκτητών.
Η Δημιουργία των ΗΠΑ-Πολυπολιτισμός Χωρίς Όρια »
Ο ερχομός μεταναστών στις ΗΠΑ ήταν ο ακόλουθος:
1841-50=1.7 εκ.
1851-60=2.6 εκ.
1861-70=2.3 εκ.
1871-80=2.8 εκ.
1891-00=3.7 εκ.
1901-10= 9 εκ
1911-20= 5.8 εκ
Στη δεκαετία του 1850-60 δημιουργήθηκαν οι πρώτες ενώσεις εργατών (Ιππότες της Εργασίας) με αποτέλεσμα να προσπαθούν να κρατήσουν τη δουλειά τους αφού υπήρχε μεταναστευτικός κατακλυσμός. Το γεγονός όμως ότι η Αμερική δεν είχε βιομηχανοποιηθεί και ούτε είχε κατακτηθεί από άκρη σε άκρη σήμαινε ότι υπήρχαν πολλές μετακινήσεις από περιοχή σε περιοχή. Τα πρώτα 40 χρόνια της περιόδου που εξετάζουμε ήρθαν μετανάστες από τη Γερμανία, Αγγλία, Ιρλανδία, Κίνα και Σκανδιναβικές χώρες. Στις δεκαετίες μετά το 1880 ήρθαν από την Ιταλία, την Ελλάδα την Κορέα, την Ιαπωνία, το Μεξικό, τις Φιλλιπίνες. Καμιά άλλη χώρα στον πλανήτη δεν είχε τέτοιο μεταναστευτικό κατακλυσμό από όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου.
Το δικαίωμα των αφεντικών να προσλαμβάνουν όποιον θέλουν, όποτε θέλουν κάτω από το καθεστώς της μόνιμης εισαγωγής μεταναστών, κατέστησε τη δημιουργία συνδικάτων εντελώς αδύνατη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα όχι πολύ διαφημισμένο βιβλίο στην Ελλάδα, αλλά οπωσδήποτε πολύ σημαντικό για τις μέρες μας, που εκδόθηκε στα Ελληνικά απ’ το ΚΚΕ: «Η Άγνωστη Ιστορία του Εργατικού Κινήματος των ΗΠΑ» (1993).
Εκεί βλέπουμε μια περιγραφή το πώς λειτουργούσαν τα αφεντικά τον 19αιώνα:
«Οι εργολάβοι κάνουν την εμφάνισή τους σαν εκπρόσωποι της αμερικανικής σημαίας στα πεινασμένα χωριά στις πιο εξαθλιωμένες περιοχές της Ουγγαρίας, της Ιταλίας, η της Δανίας, λένε ιστορίες για μυθώδεις μισθούς στην Αμερική, ξεγελούν τα δυστυχισμένα πλάσματα και τους τυλίγουν σε ένα συμβόλαιο με το οποίο προσφέρουν τα έξοδα του ταξιδιού με όρους που λίγοι καταλαβαίνουν. Όταν φτάνουν στις προκαθορισμένες απ’ το συμβόλαιο περιοχές, ανακαλύπτουν ότι τα χρυσά τους όνειρα έχουν μεταμορφωθεί σε εφιάλτες καθώς τους βάζουν να δουλέψουν στα ορυχεία, τα εργοστάσια η τους σιδηροδρόμους, με ακόμα χαμηλότερους μισθούς από τους ομοίους τους, των οποίων παίρνουν τη θέση...»
Εφημερίδα του Τζον Σουίντον 30 Δεκεμβρίου 1883. »
Στην έκδοση της 18 Μαΐου 1884 ο Σουίντον περιέγραφε πως χιλιάδες Ούγγροι είχαν εισαχθεί στις περιοχές με κοκ του Κονελσβιλ της Πενισιλβανια όπου ο νεαρός κύριος Φρικ έβγαζε εκατομμύρια. Εδώ το να στοιβάζονται δεκαέξι με δεκαεφτά άντρες και γυναίκες σε μια μικρή καλύβα με διαστάσεις δυόμισι επί τριάμισι μέτρα ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Οι ιδιοκτήτες «έστρεφαν τους Άγγλους ενάντια στους Ιρλανδούς και το αντίστροφο... και τους Γερμανούς ενάντια και στους δυο... διατηρούσαν ένα συνεχή πόλεμο ανάμεσα στις φυλές... Η σκληρότητά τους φανερώνεται περίτρανα στο σχόλιο κάποιου ιδιοκτήτη: ‘Καλύτερα το ’χω να χάσω δυο άντρες, παρά ένα μουλάρι’»
«Οι βιομηχανικοί αυτοί σκλάβοι χρησιμοποιούνταν και σαν απεργοσπάστες... Προσλαμβάνονται και τους ρίχνουν στη δουλειά, χωρίς να ξέρουν τα δικαιώματά τους... Τίμιοι εργατικοί άνθρωποι... αυτοί οι καημένοι άνθρωποι από τη φτωχή Ιταλία δεν θα έπαιζαν ποτέ το ρόλο του απεργοσπάστη, αν μπορούσαν να διαλέξουν. Όμως δεν μπορούσαν. Από τα πλοία τους έπαιρναν σαν κοπάδια, μέσα σε σκηνές εφιαλτικής βίας, τους περνούσαν μέσα από τις γραμμές των απεργών που αγωνίζονταν και εκτόξευαν πέτρες και βρισιές στις πύλες του κλειστού εργοστασίου ή του ορυχείου ενώ παντού μαίνονταν οι μάχες»
Τα πρώτα συνδικάτα προσπάθησαν να σταματήσουν την εισαγωγή μεταναστών, με συμβόλαια εργασίας που είχαν υπογραφθεί σε άλλες χώρες, αλλά δεν μπόρεσαν να νικήσουν τα αφεντικά σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα.
Ο Πολυπολιτισμός: η Κύρια Αιτία Καθυστέρησης του Αμερικανικού Εργατικού Κινήματος; »
Το ερώτημα που τέθηκε είναι γιατί ενώ η Αμερική είχε την πιο προηγμένη τεχνολογία σε σχέση με την Γηραιά Ήπειρο (παρά το γεγονός ότι πάντα χρησιμοποιούσε Ευρωπαίους για την τεχνολογική της ανάπτυξη!) γιατί το εργατικό κίνημα παρέμεινε καθυστερημένο σε σχέση με το Ευρωπαϊκό; Σε αντίθεση με όλες της βιομηχανικές μητροπόλεις η Αμερική ποτέ δεν δημιούργησε πανεθνικό εργατικό κόμμα με κοινοβουλευτική παρουσία. Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν όσοι εργαζόμενοι προσπάθησαν να αυτό-οργανωθούν.
Όποτε γινόταν απεργία, η εταιρία προστασίας με όπλα στο χέρι καλούνταν να υπερασπίσει τα συμφέροντα των αφεντικών. Το χαρακτηριστικό της εποχής ήταν ότι λόγω του απεριόριστου αριθμού μεταναστών, ο ένας απεργός μπορούσε κάλλιστα να αντικατασταθεί από νεο-εισελθόντες μετανάστες οι οποίοι έπιαναν «δουλειά» σαν ρουφιάνοι-μπάτσοι της εταιρίας προστασίας των αφεντικών, και μετά έκλεβαν την δουλειά του άλλου. Ωσότου ερχόταν και η σειρά τους για απόλυση και μετά πάθαιναν το ίδιο και αυτοί. Η πιο φημισμένη εταιρία λέγονταν Πίνκερτονς και δημιουργήθηκε για να βοηθήσει τα αφεντικά να κρατάνε τους μισθούς χαμηλά και τους απεργοσπάστες ψηλά.
Ο Βίκτωρ Σερζ, ο επαναστάτης της Σοβιετικής Ένωσης στην εποχή του Λένιν, είχε γράψει τ’ ακόλουθα για το ζήτημα αυτό:
«Στην Αμερική η συμμετοχή των ιδιωτικών αστυνομιών έχει μεγαλώσει αφάνταστα. Τα γραφεία των φημισμένων ιδιωτικών ντέντεκτιβ προμηθεύουν τους καπιταλιστές με εχέμυθους πληροφοριοδότες, ειδικούς προβοκάτορες, τυφεκιοφόρους, φύλακες, εργοδηγούς και εντελώς διεφθαρμένους ‘αγωνιστές συνδικαλιστές’. Οι ιδιωτικοί ντέντεκτιβ Πίνκερτονς, Μπούρνς και Θίελς είχαν 100 κεντρικά γραφεία και 10.000 τοπικά - έχουν υπό τον έλεγχο τους 135.000 ανθρώπους… Ο ετήσιος τζίρος τους είναι $65εκ. Έχουν στήσει βιομηχανικό φακέλωμα, φακέλωμα στους τόπους εργασίας, στα εργοστάσια, στα γιαπιά, στα λιμάνια οπουδήποτε εργάζονται οι εργάτες. Δημιούργησαν το πρότυπο του εργάτη-ρουφιάνου»
In the United States, the participation of the private police in the conflicts between labour and capital has grown fearfully. The offices of famous private detectives provide the capitalists with discreet informers, expert provocateurs, riflemen, guards, foremen and also totally corrupt “trade union militants”. The Pinkertons, Burns and Thiels detective agencies have 100 head offices and about 10,000 branches: they supposedly employ 135,000 people. Their annual budget comes to $65 million. They have set up industrial espionage, factory-floor espionage, espionage in the workshop, the shipyards, offices, and wherever there are workers employed. They have created the prototype of the worker-informer. [5]http://www.marxists.org/archive/serge/1926/repression/ch2.htm
Σε ένα άρθρο του, πριν πεθάνει ο Τρότσκι, προσπάθησε να σκιαγραφήσει τις διαφορές του ευρωπαϊκού κινήματος με το αμερικανικό. Σκιαγράφησε την άποψη ότι σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα δημιουργήθηκαν πανεθνικά συνδικάτα και πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης όχι όμως στις ΗΠΑ. Σε αυτό το ζήτημα λίγοι έχουν δώσει προσοχή νομίζοντας ότι η Αμερική είναι απλώς μια προέκταση της Ευρώπης και ίδια με την Ευρώπη, ενώ είναι ένα έκτρωμά της.
Μείωση του Μεταναστευτικού Κατακλυσμού-Αύξηση των Δυνάμεων του Λαού »
Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αμερικανοί δεν είχαν ούτε ένα πανεθνικό εργατικό κόμμα, ούτε είχαν πανεθνικά συνδικάτα. Η άνοδός τους έγινε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και μετά την άρση της εισαγωγής μεταναστών, ιδιαίτερα μετά το 1924. Το κραχ του 1929 οδήγησε τον 1 στους 3 στην ανεργία αλλά παράλληλα, λόγω της καταστροφής αυτής, οδήγησε τους εναπομείναντες στη δουλειά, να παλέψουν για να τις κρατήσουν με σοβαρές μάχες. Έτσι δημιουργήθηκαν τα πανεθνικά συνδικάτα και η μεταπολεμική (2ΠΠ) άνοδος του κινήματος ισότητας των μαύρων με τους υπόλοιπους πολίτες στην Αμερική, που παραλίγο να οδηγήσει στη δημιουργία Πανεθνικού εργατικού κόμματος. Όμως δεν έγινε, αφού στην δεκαετία του 1980 ξανάρχισε νέος γύρος μεταναστευτικού κατακλυσμού στις ΗΠΑ που έχει οδηγήσει στις μέρες μας να προέρχεται ένα 10% του πληθυσμού μόνο από μια χωρά, το Μεξικό, ενώ τα νούμερα μιλάνε για μια μετανάστευση του επιπέδου τον 40-50 εκατομμυρίων μέσα σε 25 χρόνια. Έτσι βλέπουμε ότι η δημιουργία λαϊκού κινήματος ήταν εφικτή όταν τα αφεντικά δεν είχαν πλεόνασμα εργατικού δυναμικού, ιδιαίτερα την περίοδο του 1930-1970.
Η δημιουργία ενός κράτους-έκτρωμα με πολλαπλές εθνότητες να ζουν η καθεμιά στο δικό της γκέτο και το κράτος να έχει τον υπέρ-εθνικό ρόλο της επίβλεψης της «καλής συμπεριφοράς» των γκέτο, οδήγησε στην περιβόητη θεωρία του πολυπολιτισμού, που δεν έχει σχέση με την ειρηνική συνύπαρξη των διαφόρων λαών, αλλά με μια κοινωνία κομμένη και ραμμένη με βάση το κατώτερο επίπεδο. Τα εθνικά προϊόντα της Αμερικής στην τροφοδοσία για παράδειγμα, είναι κατώτερα από αυτά που παράγουν τα εθνικά κράτη της Ευρώπης, αφού η Αμερική αναγκάζεται να παράγει προϊόντα χαμηλής ποιότητας για να είναι αποδεχτά από όλες τις διαφορετικές εθνότητες. Έτσι, ούτε γεύση έχουν, ούτε κανένα χαρακτηριστικό, ούτε καμιά ιδιαιτερότητα. Στην τελική ανάλυση αυτός είναι ο σκοπός του πολυπολιτισμικού αχταρμά. Να χάσει ο κάθε λαός την ιστορία του, τις παραδόσεις του, την διατροφή του και τον ιστορικό τρόπο διαβίωσής του. Όλα αυτά να μην αντικατασταθούν με κάτι ανώτερο αλλά με τη βιομηχανία του φαστ φουντ, με τις εισαγόμενες σαβούρες χαμηλού κόστους, που έχουν πιο πολύ σχέση με τη σαπίλα στη διανοητική σκέψη. Μια «σκέψη» που ορίζει ότι ο αμερικανικός πολυπολιτισμός είναι ό,τι ανώτερο μπορεί να φέρει η ανθρωπότητα, όταν όλοι γνωρίζουν ότι είναι ένα σύστημα υπό διάλυση.
Βιβλία
Robert Michael Smith-From Blackjacks to Briefcases
Vernon Briggs-Mass Immigration and the National Interest
Πολυμετανάστευση, Ιδιωτικοί Στρατοί και Πολυπολιτισμός »
Το ζήτημα που απασχολεί κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο για την παγκοσμιοποίηση και τις επιπτώσεις της στην κάθε κοινωνία είναι το ζήτημα του πολυπολιτισμού. Μαζί με την παγκοσμιοποίηση απ’ το πουθενά εμφανίστηκαν ξαφνικά, εκατομμύρια άνθρωποι από πολλές χώρες μαζί και εγκαταστάθηκαν σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή μητρόπολη. Από πού προέρχονται όλοι αυτοί και σε τι αποσκοπούν; Υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα γι’αυτο το γεγονός; Μήπως είναι οργανωμένο σχέδιο; Χωρίς την ιστορία σαν πυξίδα για το τι μέλλει γενέσθαι, κανένας δεν πρόκειται να βρει σοβαρή λύση στις ερωτήσεις και τους προβληματισμούς. Το πρόβλημα όμως εντοπίζεται σε ποια ιστορία και πού να κοιτάξει κανείς για να βρει απαντήσεις για το σήμερα...
Το Αμερικανικό κράτος είναι πρότυπο με την έννοια ότι δεν δημιουργήθηκε εξαρχής λόγω κάποιας φυλετικής, εθνικής ή πολιτισμικής εξέγερσης κάποιου έθνους. Ήταν το προϊόν επέκτασης ευρωπαίων αποίκων επάνω σε νέο γεωγραφικό έδαφος. Οι λόγοι φυσικά που κατέφυγαν εκεί οι ευρωπαίοι δεν είναι του παρόντος σύντομου σκιαγραφήματος. Αλλά το γεγονός ότι κατέφθασαν από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, με διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρα, έχει κάποια ιστορική βαρύτητα, όταν οι γνήσιοι Αμερικανοί ήταν αυτοί που ονομάστηκαν «ινδιάνοι» και αυτοί ουσιαστικά εξαφανίστηκαν απ’ τα πογκρόμ των αποίκων σε διαφορετικές φάσεις της επέκτασής τους στο έδαφος των ΗΠΑ.
Τι διαφέρει λοιπόν η δημιουργία ενός κράτους αποίκων απ’ την ενδογενή ανάπτυξη ενός έθνους; Αυτό είναι ένα ερώτημα που χρειάζεται ανάλυση. Ο άποικος δεν προσπαθεί ν’ αναπτύξει μια χώρα, αντιθέτως θέλει να επιβιώσει πρωτίστως στο νέο του περιβάλλον και το γενικό συμφέρον υποτάσσεται στο ιδιωτικό. Γι’ αυτό όταν οι άποικοι κατέφθασαν στις ΗΠΑ, έστειλαν τους Ινδιάνους στον «παράδεισο», και μετά εισήγαγαν μαύρους σκλάβους για να συνεχίσουν την παραγωγική σχέση με την Γηραιά Ήπειρο. Πολλοί άποικοι χρηματοδοτήθηκαν από ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να στήσουν επιχειρήσεις στις ΗΠΑ και να στέλνουν πίσω ό,τι εμπόρευμα παρήγαγαν για χρηματικό όφελος. Έτσι, οι άποικοι των ΗΠΑ ήταν μια προέκταση της Ευρώπης, αλλά με κανένα ουσιαστικά υπεύθυνο και πανεθνικό διαχειριστή. Και κάπως έτσι είναι ακόμα στις μέρες μας.
Η ανάπτυξη των ΗΠΑ κατά τον 19αιώνα και η άνοδος ενός εργατικού κινήματος συμπεριέλαβε πολλά νέα φαινόμενα που δεν ήταν τα ίδια για την υπόλοιπη Ευρώπη. Τρία βασικά χαρακτηριστικά δείχνουν μια ιδιότυπη εξέλιξη. Πρωτίστως ο αριθμός των μεταναστών κατά ολόκληρο τον 19αιώνα. Η χρησιμοποίηση ιδιωτικού στρατού για την καταπολέμηση απεργιών-λαϊκών αιτημάτων. Η ανυπαρξία δημιουργίας εργατικού κόμματος κατά την περίοδο εκβιομηχάνισης της χώρας. Καμιά άλλη προηγμένη καπιταλιστική χώρα δεν είχε τέτοια ιστορία. Αστοί ιστορικοί αναλυτές έχουν επισημάνει την ιστορική ιδιαιτερότητα της Αμερικής, αλλά δεν έχουν ποτέ επικεντρωθεί για να εξηγήσουν πώς γίνεται η χώρα με την πιο προηγμένη τεχνολογία να έχει το πιο καθυστερημένο λαϊκό κίνημα εδώ και δυο αιώνες. Αυτή την ιστορική αντίφαση θα προσπαθήσω να αναλύσω, ωστόσο όχι διεξοδικά.
Η δημιουργία βιομηχανοποιημένων εθνικών εταιριών στις μεταφορές, στον ηλεκτρισμό, στα πετρέλαια, δημιούργησε τους λεγόμενους βαρόνους-ληστές, αρχικαρχαρίες, τους Αμερικανούς Λάτσηδες (Ροκφέλλερ, Κάρνιγκι κτλ). Ολόκληρες πόλεις ανήκαν μοναχά σε μια εταιρία-κολοσσό. Τα εργοστάσια, οι κατοικίες, τα μαγαζιά τροφοδοσίας και παράλληλα η δημιουργία ιδιωτικού στρατού που υποστήριζε τα συμφέροντα των ιδιοκτητών.
Η Δημιουργία των ΗΠΑ-Πολυπολιτισμός Χωρίς Όρια »
Ο ερχομός μεταναστών στις ΗΠΑ ήταν ο ακόλουθος:
1841-50=1.7 εκ.
1851-60=2.6 εκ.
1861-70=2.3 εκ.
1871-80=2.8 εκ.
1891-00=3.7 εκ.
1901-10= 9 εκ
1911-20= 5.8 εκ
Στη δεκαετία του 1850-60 δημιουργήθηκαν οι πρώτες ενώσεις εργατών (Ιππότες της Εργασίας) με αποτέλεσμα να προσπαθούν να κρατήσουν τη δουλειά τους αφού υπήρχε μεταναστευτικός κατακλυσμός. Το γεγονός όμως ότι η Αμερική δεν είχε βιομηχανοποιηθεί και ούτε είχε κατακτηθεί από άκρη σε άκρη σήμαινε ότι υπήρχαν πολλές μετακινήσεις από περιοχή σε περιοχή. Τα πρώτα 40 χρόνια της περιόδου που εξετάζουμε ήρθαν μετανάστες από τη Γερμανία, Αγγλία, Ιρλανδία, Κίνα και Σκανδιναβικές χώρες. Στις δεκαετίες μετά το 1880 ήρθαν από την Ιταλία, την Ελλάδα την Κορέα, την Ιαπωνία, το Μεξικό, τις Φιλλιπίνες. Καμιά άλλη χώρα στον πλανήτη δεν είχε τέτοιο μεταναστευτικό κατακλυσμό από όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου.
Το δικαίωμα των αφεντικών να προσλαμβάνουν όποιον θέλουν, όποτε θέλουν κάτω από το καθεστώς της μόνιμης εισαγωγής μεταναστών, κατέστησε τη δημιουργία συνδικάτων εντελώς αδύνατη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ένα όχι πολύ διαφημισμένο βιβλίο στην Ελλάδα, αλλά οπωσδήποτε πολύ σημαντικό για τις μέρες μας, που εκδόθηκε στα Ελληνικά απ’ το ΚΚΕ: «Η Άγνωστη Ιστορία του Εργατικού Κινήματος των ΗΠΑ» (1993).
Εκεί βλέπουμε μια περιγραφή το πώς λειτουργούσαν τα αφεντικά τον 19αιώνα:
«Οι εργολάβοι κάνουν την εμφάνισή τους σαν εκπρόσωποι της αμερικανικής σημαίας στα πεινασμένα χωριά στις πιο εξαθλιωμένες περιοχές της Ουγγαρίας, της Ιταλίας, η της Δανίας, λένε ιστορίες για μυθώδεις μισθούς στην Αμερική, ξεγελούν τα δυστυχισμένα πλάσματα και τους τυλίγουν σε ένα συμβόλαιο με το οποίο προσφέρουν τα έξοδα του ταξιδιού με όρους που λίγοι καταλαβαίνουν. Όταν φτάνουν στις προκαθορισμένες απ’ το συμβόλαιο περιοχές, ανακαλύπτουν ότι τα χρυσά τους όνειρα έχουν μεταμορφωθεί σε εφιάλτες καθώς τους βάζουν να δουλέψουν στα ορυχεία, τα εργοστάσια η τους σιδηροδρόμους, με ακόμα χαμηλότερους μισθούς από τους ομοίους τους, των οποίων παίρνουν τη θέση...»
Εφημερίδα του Τζον Σουίντον 30 Δεκεμβρίου 1883. »
Στην έκδοση της 18 Μαΐου 1884 ο Σουίντον περιέγραφε πως χιλιάδες Ούγγροι είχαν εισαχθεί στις περιοχές με κοκ του Κονελσβιλ της Πενισιλβανια όπου ο νεαρός κύριος Φρικ έβγαζε εκατομμύρια. Εδώ το να στοιβάζονται δεκαέξι με δεκαεφτά άντρες και γυναίκες σε μια μικρή καλύβα με διαστάσεις δυόμισι επί τριάμισι μέτρα ήταν συνηθισμένο φαινόμενο. Οι ιδιοκτήτες «έστρεφαν τους Άγγλους ενάντια στους Ιρλανδούς και το αντίστροφο... και τους Γερμανούς ενάντια και στους δυο... διατηρούσαν ένα συνεχή πόλεμο ανάμεσα στις φυλές... Η σκληρότητά τους φανερώνεται περίτρανα στο σχόλιο κάποιου ιδιοκτήτη: ‘Καλύτερα το ’χω να χάσω δυο άντρες, παρά ένα μουλάρι’»
«Οι βιομηχανικοί αυτοί σκλάβοι χρησιμοποιούνταν και σαν απεργοσπάστες... Προσλαμβάνονται και τους ρίχνουν στη δουλειά, χωρίς να ξέρουν τα δικαιώματά τους... Τίμιοι εργατικοί άνθρωποι... αυτοί οι καημένοι άνθρωποι από τη φτωχή Ιταλία δεν θα έπαιζαν ποτέ το ρόλο του απεργοσπάστη, αν μπορούσαν να διαλέξουν. Όμως δεν μπορούσαν. Από τα πλοία τους έπαιρναν σαν κοπάδια, μέσα σε σκηνές εφιαλτικής βίας, τους περνούσαν μέσα από τις γραμμές των απεργών που αγωνίζονταν και εκτόξευαν πέτρες και βρισιές στις πύλες του κλειστού εργοστασίου ή του ορυχείου ενώ παντού μαίνονταν οι μάχες»
Τα πρώτα συνδικάτα προσπάθησαν να σταματήσουν την εισαγωγή μεταναστών, με συμβόλαια εργασίας που είχαν υπογραφθεί σε άλλες χώρες, αλλά δεν μπόρεσαν να νικήσουν τα αφεντικά σε αυτό το κρίσιμο ζήτημα.
Ο Πολυπολιτισμός: η Κύρια Αιτία Καθυστέρησης του Αμερικανικού Εργατικού Κινήματος; »
Το ερώτημα που τέθηκε είναι γιατί ενώ η Αμερική είχε την πιο προηγμένη τεχνολογία σε σχέση με την Γηραιά Ήπειρο (παρά το γεγονός ότι πάντα χρησιμοποιούσε Ευρωπαίους για την τεχνολογική της ανάπτυξη!) γιατί το εργατικό κίνημα παρέμεινε καθυστερημένο σε σχέση με το Ευρωπαϊκό; Σε αντίθεση με όλες της βιομηχανικές μητροπόλεις η Αμερική ποτέ δεν δημιούργησε πανεθνικό εργατικό κόμμα με κοινοβουλευτική παρουσία. Η απάντηση μπορεί να βρίσκεται στον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν όσοι εργαζόμενοι προσπάθησαν να αυτό-οργανωθούν.
Όποτε γινόταν απεργία, η εταιρία προστασίας με όπλα στο χέρι καλούνταν να υπερασπίσει τα συμφέροντα των αφεντικών. Το χαρακτηριστικό της εποχής ήταν ότι λόγω του απεριόριστου αριθμού μεταναστών, ο ένας απεργός μπορούσε κάλλιστα να αντικατασταθεί από νεο-εισελθόντες μετανάστες οι οποίοι έπιαναν «δουλειά» σαν ρουφιάνοι-μπάτσοι της εταιρίας προστασίας των αφεντικών, και μετά έκλεβαν την δουλειά του άλλου. Ωσότου ερχόταν και η σειρά τους για απόλυση και μετά πάθαιναν το ίδιο και αυτοί. Η πιο φημισμένη εταιρία λέγονταν Πίνκερτονς και δημιουργήθηκε για να βοηθήσει τα αφεντικά να κρατάνε τους μισθούς χαμηλά και τους απεργοσπάστες ψηλά.
Ο Βίκτωρ Σερζ, ο επαναστάτης της Σοβιετικής Ένωσης στην εποχή του Λένιν, είχε γράψει τ’ ακόλουθα για το ζήτημα αυτό:
«Στην Αμερική η συμμετοχή των ιδιωτικών αστυνομιών έχει μεγαλώσει αφάνταστα. Τα γραφεία των φημισμένων ιδιωτικών ντέντεκτιβ προμηθεύουν τους καπιταλιστές με εχέμυθους πληροφοριοδότες, ειδικούς προβοκάτορες, τυφεκιοφόρους, φύλακες, εργοδηγούς και εντελώς διεφθαρμένους ‘αγωνιστές συνδικαλιστές’. Οι ιδιωτικοί ντέντεκτιβ Πίνκερτονς, Μπούρνς και Θίελς είχαν 100 κεντρικά γραφεία και 10.000 τοπικά - έχουν υπό τον έλεγχο τους 135.000 ανθρώπους… Ο ετήσιος τζίρος τους είναι $65εκ. Έχουν στήσει βιομηχανικό φακέλωμα, φακέλωμα στους τόπους εργασίας, στα εργοστάσια, στα γιαπιά, στα λιμάνια οπουδήποτε εργάζονται οι εργάτες. Δημιούργησαν το πρότυπο του εργάτη-ρουφιάνου»
In the United States, the participation of the private police in the conflicts between labour and capital has grown fearfully. The offices of famous private detectives provide the capitalists with discreet informers, expert provocateurs, riflemen, guards, foremen and also totally corrupt “trade union militants”. The Pinkertons, Burns and Thiels detective agencies have 100 head offices and about 10,000 branches: they supposedly employ 135,000 people. Their annual budget comes to $65 million. They have set up industrial espionage, factory-floor espionage, espionage in the workshop, the shipyards, offices, and wherever there are workers employed. They have created the prototype of the worker-informer. [5]http://www.marxists.org/archive/serge/1926/repression/ch2.htm
Σε ένα άρθρο του, πριν πεθάνει ο Τρότσκι, προσπάθησε να σκιαγραφήσει τις διαφορές του ευρωπαϊκού κινήματος με το αμερικανικό. Σκιαγράφησε την άποψη ότι σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα δημιουργήθηκαν πανεθνικά συνδικάτα και πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης όχι όμως στις ΗΠΑ. Σε αυτό το ζήτημα λίγοι έχουν δώσει προσοχή νομίζοντας ότι η Αμερική είναι απλώς μια προέκταση της Ευρώπης και ίδια με την Ευρώπη, ενώ είναι ένα έκτρωμά της.
Μείωση του Μεταναστευτικού Κατακλυσμού-Αύξηση των Δυνάμεων του Λαού »
Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Αμερικανοί δεν είχαν ούτε ένα πανεθνικό εργατικό κόμμα, ούτε είχαν πανεθνικά συνδικάτα. Η άνοδός τους έγινε μετά το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου και μετά την άρση της εισαγωγής μεταναστών, ιδιαίτερα μετά το 1924. Το κραχ του 1929 οδήγησε τον 1 στους 3 στην ανεργία αλλά παράλληλα, λόγω της καταστροφής αυτής, οδήγησε τους εναπομείναντες στη δουλειά, να παλέψουν για να τις κρατήσουν με σοβαρές μάχες. Έτσι δημιουργήθηκαν τα πανεθνικά συνδικάτα και η μεταπολεμική (2ΠΠ) άνοδος του κινήματος ισότητας των μαύρων με τους υπόλοιπους πολίτες στην Αμερική, που παραλίγο να οδηγήσει στη δημιουργία Πανεθνικού εργατικού κόμματος. Όμως δεν έγινε, αφού στην δεκαετία του 1980 ξανάρχισε νέος γύρος μεταναστευτικού κατακλυσμού στις ΗΠΑ που έχει οδηγήσει στις μέρες μας να προέρχεται ένα 10% του πληθυσμού μόνο από μια χωρά, το Μεξικό, ενώ τα νούμερα μιλάνε για μια μετανάστευση του επιπέδου τον 40-50 εκατομμυρίων μέσα σε 25 χρόνια. Έτσι βλέπουμε ότι η δημιουργία λαϊκού κινήματος ήταν εφικτή όταν τα αφεντικά δεν είχαν πλεόνασμα εργατικού δυναμικού, ιδιαίτερα την περίοδο του 1930-1970.
Η δημιουργία ενός κράτους-έκτρωμα με πολλαπλές εθνότητες να ζουν η καθεμιά στο δικό της γκέτο και το κράτος να έχει τον υπέρ-εθνικό ρόλο της επίβλεψης της «καλής συμπεριφοράς» των γκέτο, οδήγησε στην περιβόητη θεωρία του πολυπολιτισμού, που δεν έχει σχέση με την ειρηνική συνύπαρξη των διαφόρων λαών, αλλά με μια κοινωνία κομμένη και ραμμένη με βάση το κατώτερο επίπεδο. Τα εθνικά προϊόντα της Αμερικής στην τροφοδοσία για παράδειγμα, είναι κατώτερα από αυτά που παράγουν τα εθνικά κράτη της Ευρώπης, αφού η Αμερική αναγκάζεται να παράγει προϊόντα χαμηλής ποιότητας για να είναι αποδεχτά από όλες τις διαφορετικές εθνότητες. Έτσι, ούτε γεύση έχουν, ούτε κανένα χαρακτηριστικό, ούτε καμιά ιδιαιτερότητα. Στην τελική ανάλυση αυτός είναι ο σκοπός του πολυπολιτισμικού αχταρμά. Να χάσει ο κάθε λαός την ιστορία του, τις παραδόσεις του, την διατροφή του και τον ιστορικό τρόπο διαβίωσής του. Όλα αυτά να μην αντικατασταθούν με κάτι ανώτερο αλλά με τη βιομηχανία του φαστ φουντ, με τις εισαγόμενες σαβούρες χαμηλού κόστους, που έχουν πιο πολύ σχέση με τη σαπίλα στη διανοητική σκέψη. Μια «σκέψη» που ορίζει ότι ο αμερικανικός πολυπολιτισμός είναι ό,τι ανώτερο μπορεί να φέρει η ανθρωπότητα, όταν όλοι γνωρίζουν ότι είναι ένα σύστημα υπό διάλυση.
Βιβλία
Robert Michael Smith-From Blackjacks to Briefcases
Vernon Briggs-Mass Immigration and the National Interest
Gran Torino
Από: Κίμπι
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που συμπυκνώνουν μ’ ένα υπέροχο τρόπο την εποχή τους, τη γενιά τους, τη χώρα τους, τον πολιτισμό και το σύστημα αξιών τους. Αυτή τους η ιδιότητα φαίνεται να τους υπερβαίνει, δεν είναι απαραίτητο να τη συνειδητοποιούν ή να την υπηρετούν με πρόθεση, σχέδιο και πρόγραμμα. Μπορεί απλώς να τους προκύπτει. Μπορεί το κοινωνικό τους ένστικτο, η πολιτική τους διαίσθηση να καταφέρνει να φιλτράρει και να ανταποδίδει εύστοχα διεργασίες που δεν έχουν καταφέρει να «πιάσουν» ούτε τα πολυπληθέστερα ερευνητικά και ακαδημαϊκά επιτελεία. Συμβαίνει πρωτίστως στην τέχνη.
Είδα το «Gran Torino». Και εδραίωσα την ιδέα ότι ο Κλιντ Ίστγουντ, αυτός ο «ήσυχος ρεπουμπλικανός», ο ψυχρόαιμος καουμπόι, ο εκδικητικός μπάτσος του Χόλιγουντ, αποτελεί τελικά μία από τις πιο ευαίσθητες χορδές του. Οι τελευταίες πέντε- έξι ταινίες του ανακεφαλαιώνουν μ’ έναν εμβληματικό τρόπο τη μεταπολεμική αμερικανική ιστορία. Ανακοινώνουν, άλλοτε χαμηλόφωνα (όπως το «Million dollar baby»), άλλοτε εκκωφαντικά (όπως οι «Σημαίες των προγόνων μας» και η «Ίβο Ζίμα), την κονιορτοποίηση του «αμερικανικού ονείρου». Και μετά, το «αρχειοθετούν» με τον προσήκοντα σεβασμό στο νεκροταφείο της συλλογικής μνήμης. Αυτό συμβαίνει ακόμη περισσότερο στην τελευταία ταινία του, στο «Gran Torino», στο οποίο ο Κλιντ Ίστγουντ ανακεφαλαιώνει -και αναθεωρεί- τον εαυτό του και τη μυθολογία την οποία, ηθελημένα ή αθέλητα, εκπροσώπησε. Είναι πιθανό (το απεύχομαι), με μια αίσθηση των ορίων του ανθρώπινου χρόνου και παρ’ ότι δηλώνει ότι θα δουλεύει και θα κινηματογραφεί μέχρι τέλους (αλλά ποιος ξέρει πότε είναι αυτό το τέλος;), να μας κλείνει το μάτι μ’ ένα είδος απολογισμού-αποχαιρετισμού, μια κινηματογραφική διαθήκη.
Προλαβαίνω τη σκέψη σας (τι δουλειά έχει εδώ πάλι, σ’ αυτή τη στήλη, ένας λιβανωτός στον Ίστγουντ; σε οικονομικό ένθετο γράφεις, όχι στο «Καγιέ ντε σινεμά»), προκαταβάλλοντας το συμπέρασμά μου: το «Gran Torino» μάς λέει πολύ πιο ουσιώδη πράγματα για την ύφεση -ή, πιο σωστά, για την κρίση ενός ολόκληρου οικονομικού πολιτισμού- από όσα μας αραδιάζουν ο περιπλανώμενος (με το αζημίωτο) νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, οι αλληλοαναιρούμενες φλυαρίες των κεντρικών τραπεζιτών, τα αυτοκαταργούμενα «μανιφέστα» του G20 και των Συνόδων Κορυφής της Ε.Ε. Και, το κυριότερο, είναι μια ειλικρινής κατάθεση των συνενοχών που κουβαλάει η «άλλη» Αμερική για ανομήματα της επίσημης.
Τα σύμβολα της ταινίας είναι κάτι παραπάνω από προφανή: τόπος, μια κωμόπολη του Μίσιγκαν, περικυκλωμένη από το Ντιτρόιτ, την καρδιά του ιστορικού καπιταλισμού των ΗΠΑ, την πολιτεία της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, μια Motor City. Πρωταγωνιστής, υπερήλικας Αμερικανός, πολωνικής καταγωγής, «τέκνο» της Μεγάλης Ύφεσης, βετεράνος του πολέμου στην Κορέα, πνιγμένος σε ανομολόγητες τύψεις για τα μικρά και μεγάλα εγκλήματα στα οποία συνέργησε. Συνταξιούχος εργάτης της Ford, κατάφερε να «μετατάξει» τα παιδιά του στη μεσοαστική Αμερική. Αλλά, τα παρατηρεί με απέχθεια να προτιμούν τα γιαπωνέζικα από τα αμερικανικά αυτοκίνητα. Φετίχ του, το Gran Torino, μοντέλο του 1972, όταν η Ford μεσουρανούσε και η αμερικανική οικονομία εκτόξευε στο σύμπαν των αγορών λαμπερά αγαθά και νέες καταναλωτικές αξίες. Ο Γουόλτ Κοβάλσκι, αποξενωμένος από την οικογένειά του, επιλέγει να ζήσει τη δύση του βίου του στο μικρό του φρούριο, ένα σπίτι-κιβωτό του παλαιού κόσμου, περικυκλωμένος από τους «κιτρινιάρηδες» γείτονες που έχουν εποικίσει τον άλλοτε «παράδεισο» του προλεταριακού καθωσπρεπισμού. Οι Ασιάτες γείτονες μιλούν ακατανόητες γλώσσες, έχουν ακατανόητα έθιμα, ο Κοβάλσκι-Ίστγουντ γρυλίζει διαρκώς αμερικανικές, ρατσιστικές βρισιές σε βάρος τους, αλλά κατά βάθος κατανοεί ότι πρέπει να συμβιώσει μ’ αυτή την ιδιότυπη ανθρώπινη συλλογή του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας, διασχίζει το αδιόρατο σύνορο που χωρίζει το καλοσυντηρημένο γκαζόν του από τον ξεραμένο κήπο των Ασιατών γειτόνων του και προσπαθεί ν’ αντιληφθεί τον φοβισμένο νέο κόσμο που αναπόφευκτα διαδέχεται τον επηρμένο αλλά παρηκμασμένο δικό του. Ο διάλογος ανάμεσα σε γενιές, φυλές, πολιτισμούς, κόσμους που προκύπτει διακυμαίνεται από το χιούμορ μέχρι την τραγωδία, έχει διαστάσεις καθημερινές αλλά και αιματηρές, και καταλήγει σε ένα είδος θυσίας-κάθαρσης, με την οποία ο ήρωας αναλαμβάνει μια ατομική και συνάμα κοινωνική αποστολή: να ξεπλύνει τις «αμαρτίες» που βαραίνουν τον ίδιο, το έθνος του, την τάξη του, τη γενιά του για την παγκοσμιοποιημένη βία στην οποία συναίνεσαν. Και να κληροδοτήσει στους κληρονόμους που επιλέγει ο ίδιος (όχι στους φυσικούς διαδόχους του, τους γιους του, αλλά στους «κιτρινιάρηδες» γείτονές του) εκείνο το πυρηνικό απόθεμα ανθρωπιστικών αξιών που δεν «κάηκε» έπειτα από τόσες δεκαετίες καπιταλιστικής εκπαίδευσης.
Η ταινία δεν είναι μια τοιχογραφία της σύγχρονης Αμερικής, δεν θέλει να τα πει όλα. Εστιάζει το ενδιαφέρον της στον μικρόκοσμο των αμερικανικών Middletown που έχουν χάσει πια την αίγλη της βιομηχανικής ευημερίας και δεν είναι οι μικροί παράδεισοι των καλοπληρωμένων «μπλε κολάρων», αλλά πολυεθνικά συνονθυλεύματα ανέργων και ημιαπασχολουμένων που δεν πρόλαβαν τα χρόνια της ευημερίας και βυθίζονται στη μιζέρια. Αφροαμερικανοί, ισπανόφωνοι, Ασιάτες βρίσκονται εκτεθειμένοι στη βιομηχανική παρακμή, στην εγκατάλειψη των Middletown, στην ανυπαρξία κοινωνικού κράτους, στη διάλυση των ταξικών δεσμών, σ’ έναν νέο κύκλο φυλετικού μίσους και στην ανεξέλεγκτη ένοπλη βία των συμμοριών που συγκροτούν οι αποκλεισμένοι φτωχοδιάβολοι της γκρίζας Αμερικής. Σ’ αυτή τη βία εστιάζει το «Gran Torino», σαν το σημαντικότερο σύμπτωμα μιας κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που έχει ξεκινήσει πολύ πριν αναγγελθεί επίσημα η «Μεγάλη Ύφεση» του 21ου αιώνα. Βία που δεν έχει λόγο να φοράει κουκούλα, βγάζει με θράσος τη γλώσσα στην Αστυνομία και μετατρέπει τον κοινωνικό πόλεμο σε ένα εμφύλιο ολοκαύτωμα των αποκλεισμένων. Η μικρή κόλαση που εκτυλίσσεται στην ταινία ενσαρκώνει εν σπέρματι τον βασικό φόβο όλων όσοι προβλέπουν στις παρενέργειες της οικονομικής κρίσης μιαν ανεξέλεγκτη, ασύμμετρη κοινωνική έκρηξη, έξω από συμβατικές δομές της οργανωμένης ή και της αυθόρμητης συλλογικής αντίδρασης.
Απέναντι σ’ αυτό τον φόβο, θα περίμενε κανείς ότι η αντίδραση του «ήσυχου ρεπουμπλικανού», που με μεγάλη ευκολία ανασύρει από την αποθήκη το γυαλισμένο του Μ1, θα ήταν η αυτοδικία, η «δικαιοσύνη του Κάλαχαν», όλα όσα ενσαρκώνει ο ίδιος ο Ίστγουντ με τη macho κινηματογραφική μυθολογία του. Αλλά το όπλο του περιφέρεται και επιδεικνύεται χωρίς ποτέ να χρησιμοποιηθεί, οι σφαίρες δεν ανταποδίδονται και τελικά ο Ίστγουντ απογυμνώνει τον ήρωά του -όπως και τον εαυτό του- από κάθε ηρωισμό («δεν είμαι ήρωας», βρυχάται στους φοβισμένους Ασιάτες που τον βλέπουν σαν σωτήρα) και τον παραδίδει ως πρόβατο επί σφαγή, θυσία σ’ ένα μακελειό χωρίς αιτία.
Δεν σας λέω περισσότερα (έχω ήδη πει πολλά) για την πλοκή του έργου ώστε να έχετε κίνητρο να το δείτε. Αναρωτιέμαι αν θα δείτε πράγματα που είδα κι εγώ – είναι πολύ πιθανό η θετική μου προδιάθεση για τον δημιουργό που μας έχει εκπλήξει ευχάριστα (αλλά και τόσο δυσάρεστα…) να προσθέτει στην εικόνα του πράγματα που δεν υπάρχουν ούτε ως πρόθεση ούτε ως υπονοούμενο. Δεν έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει να δείξουμε δεκτικότητα στις αλλαγές που έρχονται. Έστω και λίγη από τη δεκτικότητα του ήρωα του «Gran Torino», του Γουόλτ Κοβάλσκι. Ή του ίδιου του Κλιντ Ίστγουντ, που μεθοδικά ξύνει τα τελευταία ψήγματα λούστρου από τη χλωμή Αμερική. Καθώς οι μελλοντολόγοι της καταστροφής μάς προετοιμάζουν για ένα τεκτονικό σεισμό που θα μετατρέψει αυτοκρατορίες σε παρίες της διεθνούς οικονομίας, μητροπόλεις της ευημερίας σε θερμοκήπια εξαθλίωσης και τα καλοβαλμένα μικροαστικά σπίτια σε αβέβαια καταφύγια επιβίωσης, ας διασχίσουμε το τοπίο της ύφεσης ψύχραιμοι. Σαν να κάνουμε βόλτα με τη στιλάτη, απαστράπτουσα «Gran Torino» του Γουόλτ Κοβάλσκι στη βομβαρδισμένη Γάζα…
Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που συμπυκνώνουν μ’ ένα υπέροχο τρόπο την εποχή τους, τη γενιά τους, τη χώρα τους, τον πολιτισμό και το σύστημα αξιών τους. Αυτή τους η ιδιότητα φαίνεται να τους υπερβαίνει, δεν είναι απαραίτητο να τη συνειδητοποιούν ή να την υπηρετούν με πρόθεση, σχέδιο και πρόγραμμα. Μπορεί απλώς να τους προκύπτει. Μπορεί το κοινωνικό τους ένστικτο, η πολιτική τους διαίσθηση να καταφέρνει να φιλτράρει και να ανταποδίδει εύστοχα διεργασίες που δεν έχουν καταφέρει να «πιάσουν» ούτε τα πολυπληθέστερα ερευνητικά και ακαδημαϊκά επιτελεία. Συμβαίνει πρωτίστως στην τέχνη.
Είδα το «Gran Torino». Και εδραίωσα την ιδέα ότι ο Κλιντ Ίστγουντ, αυτός ο «ήσυχος ρεπουμπλικανός», ο ψυχρόαιμος καουμπόι, ο εκδικητικός μπάτσος του Χόλιγουντ, αποτελεί τελικά μία από τις πιο ευαίσθητες χορδές του. Οι τελευταίες πέντε- έξι ταινίες του ανακεφαλαιώνουν μ’ έναν εμβληματικό τρόπο τη μεταπολεμική αμερικανική ιστορία. Ανακοινώνουν, άλλοτε χαμηλόφωνα (όπως το «Million dollar baby»), άλλοτε εκκωφαντικά (όπως οι «Σημαίες των προγόνων μας» και η «Ίβο Ζίμα), την κονιορτοποίηση του «αμερικανικού ονείρου». Και μετά, το «αρχειοθετούν» με τον προσήκοντα σεβασμό στο νεκροταφείο της συλλογικής μνήμης. Αυτό συμβαίνει ακόμη περισσότερο στην τελευταία ταινία του, στο «Gran Torino», στο οποίο ο Κλιντ Ίστγουντ ανακεφαλαιώνει -και αναθεωρεί- τον εαυτό του και τη μυθολογία την οποία, ηθελημένα ή αθέλητα, εκπροσώπησε. Είναι πιθανό (το απεύχομαι), με μια αίσθηση των ορίων του ανθρώπινου χρόνου και παρ’ ότι δηλώνει ότι θα δουλεύει και θα κινηματογραφεί μέχρι τέλους (αλλά ποιος ξέρει πότε είναι αυτό το τέλος;), να μας κλείνει το μάτι μ’ ένα είδος απολογισμού-αποχαιρετισμού, μια κινηματογραφική διαθήκη.
Προλαβαίνω τη σκέψη σας (τι δουλειά έχει εδώ πάλι, σ’ αυτή τη στήλη, ένας λιβανωτός στον Ίστγουντ; σε οικονομικό ένθετο γράφεις, όχι στο «Καγιέ ντε σινεμά»), προκαταβάλλοντας το συμπέρασμά μου: το «Gran Torino» μάς λέει πολύ πιο ουσιώδη πράγματα για την ύφεση -ή, πιο σωστά, για την κρίση ενός ολόκληρου οικονομικού πολιτισμού- από όσα μας αραδιάζουν ο περιπλανώμενος (με το αζημίωτο) νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, οι αλληλοαναιρούμενες φλυαρίες των κεντρικών τραπεζιτών, τα αυτοκαταργούμενα «μανιφέστα» του G20 και των Συνόδων Κορυφής της Ε.Ε. Και, το κυριότερο, είναι μια ειλικρινής κατάθεση των συνενοχών που κουβαλάει η «άλλη» Αμερική για ανομήματα της επίσημης.
Τα σύμβολα της ταινίας είναι κάτι παραπάνω από προφανή: τόπος, μια κωμόπολη του Μίσιγκαν, περικυκλωμένη από το Ντιτρόιτ, την καρδιά του ιστορικού καπιταλισμού των ΗΠΑ, την πολιτεία της αμερικανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, μια Motor City. Πρωταγωνιστής, υπερήλικας Αμερικανός, πολωνικής καταγωγής, «τέκνο» της Μεγάλης Ύφεσης, βετεράνος του πολέμου στην Κορέα, πνιγμένος σε ανομολόγητες τύψεις για τα μικρά και μεγάλα εγκλήματα στα οποία συνέργησε. Συνταξιούχος εργάτης της Ford, κατάφερε να «μετατάξει» τα παιδιά του στη μεσοαστική Αμερική. Αλλά, τα παρατηρεί με απέχθεια να προτιμούν τα γιαπωνέζικα από τα αμερικανικά αυτοκίνητα. Φετίχ του, το Gran Torino, μοντέλο του 1972, όταν η Ford μεσουρανούσε και η αμερικανική οικονομία εκτόξευε στο σύμπαν των αγορών λαμπερά αγαθά και νέες καταναλωτικές αξίες. Ο Γουόλτ Κοβάλσκι, αποξενωμένος από την οικογένειά του, επιλέγει να ζήσει τη δύση του βίου του στο μικρό του φρούριο, ένα σπίτι-κιβωτό του παλαιού κόσμου, περικυκλωμένος από τους «κιτρινιάρηδες» γείτονες που έχουν εποικίσει τον άλλοτε «παράδεισο» του προλεταριακού καθωσπρεπισμού. Οι Ασιάτες γείτονες μιλούν ακατανόητες γλώσσες, έχουν ακατανόητα έθιμα, ο Κοβάλσκι-Ίστγουντ γρυλίζει διαρκώς αμερικανικές, ρατσιστικές βρισιές σε βάρος τους, αλλά κατά βάθος κατανοεί ότι πρέπει να συμβιώσει μ’ αυτή την ιδιότυπη ανθρώπινη συλλογή του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Χωρίς ίχνος πολιτικής ορθότητας, διασχίζει το αδιόρατο σύνορο που χωρίζει το καλοσυντηρημένο γκαζόν του από τον ξεραμένο κήπο των Ασιατών γειτόνων του και προσπαθεί ν’ αντιληφθεί τον φοβισμένο νέο κόσμο που αναπόφευκτα διαδέχεται τον επηρμένο αλλά παρηκμασμένο δικό του. Ο διάλογος ανάμεσα σε γενιές, φυλές, πολιτισμούς, κόσμους που προκύπτει διακυμαίνεται από το χιούμορ μέχρι την τραγωδία, έχει διαστάσεις καθημερινές αλλά και αιματηρές, και καταλήγει σε ένα είδος θυσίας-κάθαρσης, με την οποία ο ήρωας αναλαμβάνει μια ατομική και συνάμα κοινωνική αποστολή: να ξεπλύνει τις «αμαρτίες» που βαραίνουν τον ίδιο, το έθνος του, την τάξη του, τη γενιά του για την παγκοσμιοποιημένη βία στην οποία συναίνεσαν. Και να κληροδοτήσει στους κληρονόμους που επιλέγει ο ίδιος (όχι στους φυσικούς διαδόχους του, τους γιους του, αλλά στους «κιτρινιάρηδες» γείτονές του) εκείνο το πυρηνικό απόθεμα ανθρωπιστικών αξιών που δεν «κάηκε» έπειτα από τόσες δεκαετίες καπιταλιστικής εκπαίδευσης.
Η ταινία δεν είναι μια τοιχογραφία της σύγχρονης Αμερικής, δεν θέλει να τα πει όλα. Εστιάζει το ενδιαφέρον της στον μικρόκοσμο των αμερικανικών Middletown που έχουν χάσει πια την αίγλη της βιομηχανικής ευημερίας και δεν είναι οι μικροί παράδεισοι των καλοπληρωμένων «μπλε κολάρων», αλλά πολυεθνικά συνονθυλεύματα ανέργων και ημιαπασχολουμένων που δεν πρόλαβαν τα χρόνια της ευημερίας και βυθίζονται στη μιζέρια. Αφροαμερικανοί, ισπανόφωνοι, Ασιάτες βρίσκονται εκτεθειμένοι στη βιομηχανική παρακμή, στην εγκατάλειψη των Middletown, στην ανυπαρξία κοινωνικού κράτους, στη διάλυση των ταξικών δεσμών, σ’ έναν νέο κύκλο φυλετικού μίσους και στην ανεξέλεγκτη ένοπλη βία των συμμοριών που συγκροτούν οι αποκλεισμένοι φτωχοδιάβολοι της γκρίζας Αμερικής. Σ’ αυτή τη βία εστιάζει το «Gran Torino», σαν το σημαντικότερο σύμπτωμα μιας κοινωνικής και οικονομικής κρίσης που έχει ξεκινήσει πολύ πριν αναγγελθεί επίσημα η «Μεγάλη Ύφεση» του 21ου αιώνα. Βία που δεν έχει λόγο να φοράει κουκούλα, βγάζει με θράσος τη γλώσσα στην Αστυνομία και μετατρέπει τον κοινωνικό πόλεμο σε ένα εμφύλιο ολοκαύτωμα των αποκλεισμένων. Η μικρή κόλαση που εκτυλίσσεται στην ταινία ενσαρκώνει εν σπέρματι τον βασικό φόβο όλων όσοι προβλέπουν στις παρενέργειες της οικονομικής κρίσης μιαν ανεξέλεγκτη, ασύμμετρη κοινωνική έκρηξη, έξω από συμβατικές δομές της οργανωμένης ή και της αυθόρμητης συλλογικής αντίδρασης.
Απέναντι σ’ αυτό τον φόβο, θα περίμενε κανείς ότι η αντίδραση του «ήσυχου ρεπουμπλικανού», που με μεγάλη ευκολία ανασύρει από την αποθήκη το γυαλισμένο του Μ1, θα ήταν η αυτοδικία, η «δικαιοσύνη του Κάλαχαν», όλα όσα ενσαρκώνει ο ίδιος ο Ίστγουντ με τη macho κινηματογραφική μυθολογία του. Αλλά το όπλο του περιφέρεται και επιδεικνύεται χωρίς ποτέ να χρησιμοποιηθεί, οι σφαίρες δεν ανταποδίδονται και τελικά ο Ίστγουντ απογυμνώνει τον ήρωά του -όπως και τον εαυτό του- από κάθε ηρωισμό («δεν είμαι ήρωας», βρυχάται στους φοβισμένους Ασιάτες που τον βλέπουν σαν σωτήρα) και τον παραδίδει ως πρόβατο επί σφαγή, θυσία σ’ ένα μακελειό χωρίς αιτία.
Δεν σας λέω περισσότερα (έχω ήδη πει πολλά) για την πλοκή του έργου ώστε να έχετε κίνητρο να το δείτε. Αναρωτιέμαι αν θα δείτε πράγματα που είδα κι εγώ – είναι πολύ πιθανό η θετική μου προδιάθεση για τον δημιουργό που μας έχει εκπλήξει ευχάριστα (αλλά και τόσο δυσάρεστα…) να προσθέτει στην εικόνα του πράγματα που δεν υπάρχουν ούτε ως πρόθεση ούτε ως υπονοούμενο. Δεν έχει και τόση σημασία. Σημασία έχει να δείξουμε δεκτικότητα στις αλλαγές που έρχονται. Έστω και λίγη από τη δεκτικότητα του ήρωα του «Gran Torino», του Γουόλτ Κοβάλσκι. Ή του ίδιου του Κλιντ Ίστγουντ, που μεθοδικά ξύνει τα τελευταία ψήγματα λούστρου από τη χλωμή Αμερική. Καθώς οι μελλοντολόγοι της καταστροφής μάς προετοιμάζουν για ένα τεκτονικό σεισμό που θα μετατρέψει αυτοκρατορίες σε παρίες της διεθνούς οικονομίας, μητροπόλεις της ευημερίας σε θερμοκήπια εξαθλίωσης και τα καλοβαλμένα μικροαστικά σπίτια σε αβέβαια καταφύγια επιβίωσης, ας διασχίσουμε το τοπίο της ύφεσης ψύχραιμοι. Σαν να κάνουμε βόλτα με τη στιλάτη, απαστράπτουσα «Gran Torino» του Γουόλτ Κοβάλσκι στη βομβαρδισμένη Γάζα…
Τρίτη 24 Μαρτίου 2009
Οι φλούδες του κρεμμυδιού
Από: Felnikos
Κι οι καρδιές μας ξεριζώνουνται, το μυαλό μας ξεφλουδίζεται σαν τις φλούδες του κρεμμυδιού, κι ο εαυτός μας χαμένος, χαμένος. Σ’ έναν τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει.
Κατέφυγα στον T. Σ. Έλιοτ λόγω της σημερινής Ημέρας Ποίησης, αλλά και επειδή πιστεύω ότι οι στίχοι του στο Φονικό στην εκκλησιά αποδίδουν με τον καλύτερο τρόπο την ψυχολογία των πολιτών τούτες τις παράξενες και περίεργες μέρες της κρίσης. Κρίση οικονομική, κοινωνική, πολιτική. Κρίση εθνική και παγκόσμια. Κρίση συνολική και επιμέρους. Κρίση προσωπική, όντως για έναν τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει.
Εκτός όμως από αυτόν τον φόβο, υπάρχουν και ορισμένα άλλα πράγματα, στα καθ’ ημάς, που συνέβησαν την εβδομάδα που μας πέρασε και είναι ακατανόητα. Τουλάχιστον για μένα, αλλά νομίζω και για πολλούς άλλους. Ας... ξεφλουδίσουμε, λοιπόν, τις φλούδες αυτού του κρεμμυδιού.
Καταρχήν, έχουμε την περίπτωση του εκπροσώπου Τύπου του ΠΑΣΟΚ, Γ. Παπακωνσταντίνου, όστις θεωρείται και ειδήμων στα οικονομικά. Ο φέρελπις βουλευτής Κοζάνης, αν και θεωρείται σοβαρός και όχι λαϊκιστής, προσεχώρησε στον άκρατο λαϊκισμό ορισμένων δημοσιογράφων, οι οποίοι, όπως συνήθως συμβαίνει στη χώρα μας, ομιλούν, από τηλεοράσεως, για τα πάντα, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουν το θέμα. Τους αρκεί να στοχοποιούν καταστάσεις ή πρόσωπα και να «επιχειρηματολογούν» με ακράτεια, ακόμα κι αν γίνονται καταγέλαστοι, τουλάχιστον σε όσους διαθέτουν στοιχειώδη γνώση του θέματος το οποίο αυτοί οι δοκησίσοφοι... πυροβολούν.
Εξεγέρθησαν, λοιπόν, κάποιοι εκ των δημοσιολογούντων επειδή εξαιρέθηκαν οι τράπεζες από την έκτακτη εισφορά που επέβαλε η κυβέρνηση σε κατηγορίες φορολογουμένων. Είπαν, και τι δεν είπαν (και το έγραψαν) για το «μεγάλο λάθος» και τις «διακρίσεις υπέρ των ισχυρών» που γίνονται. Και την ίδια στιγμή, υπερθεμάτιζαν για την ανάγκη επέκτασης των χορηγήσεων δανείων. Να μπει φόρος 10-20% στις τράπεζες και αυτές να δώσουν περισσότερα δάνεια στους πολίτες και τις επιχειρήσεις, ήταν η μόνιμη επωδός.
Αυτή την επιχειρηματολογία με περισσή σπουδή υιοθέτησε και ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ. Εντάξει, να το πράξουν οι δημοσιογράφοι. Δοκησίσοφοι είναι. Να το λέει, όμως, και ο Γ. Παπακωνσταντίνου, ο οποίος οφείλει τουλάχιστον να γνωρίζει, πάει πολύ. Τι οφείλει να γνωρίζει ο εκπρόσωπος και τι να μάθουν οι δημοσιολογούντες; Τα εξής απλά:
Σύμφωνα με τα οριζόμενα από το εποπτικό πλαίσιο της Τράπεζας της Ελλάδος για τα πιστωτικά ιδρύματα, αυτά οφείλουν να διατηρούν ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 8%. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 1 δισ. ευρώ χορηγήσεων, οι τράπεζες οφείλουν να διακρατούν κεφάλαια ύψους 80 εκατ. ευρώ. Συνεπώς, εάν το Δημόσιο επέβαλλε στις σημερινές συνθήκες επιπρόσθετη φορολόγηση στις τράπεζες, η μείωση των κεφαλαίων τους θα επέφερε ανάλογη μείωση και της δυνατότητάς τους για χορήγηση δανείων, προκειμένου να διατηρήσουν τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο προβλεπόμενο επίπεδο.
Έτσι, για κάθε 80 εκατ. ευρώ πρόσθετου φόρου, 1 δισ. ευρώ λιγότερα δάνεια θα διοχετεύονταν στην αγορά, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της ζήτησης στην οικονομία, της επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, αλλά και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Αυτό με τη σειρά του θα είχε επίπτωση τελικά και στα έσοδα του Δημοσίου, το οποίο στο συγκεκριμένο παράδειγμα θα καρπωνόταν από τη μια τα 80 εκατ. ευρώ πρόσθετων φόρων από τις τράπεζες, αλλά από την άλλη θα έχανε 190 εκατ. έσοδα από ΦΠΑ, αφού θα περιοριζόταν η κατανάλωση κατά 1 δισ. ευρώ από τα δάνεια που δεν θα είχαν διοχετευθεί από τις τράπεζες προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Αν, δηλαδή, καλούνταν οι τράπεζες να πληρώσουν 400 εκατ. ευρώ, όπως λέγεται, αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να δώσουν 5 δισ. ευρώ λιγότερα δάνεια, ενώ ταυτόχρονα το Δημόσιο θα έχανε έσοδα 950 εκατ. ευρώ από ΦΠΑ. Τόσο απλά και τόσο καθαρά. Απλή αριθμητική. Απορώ, λοιπόν, με τον Γ. Παπακωνσταντίνου που υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Καλός ο λαϊκισμός, αλλά εκθέτεις το κόμμα που εκπροσωπείς όταν υποστηρίζεις μια μπούρδα, επειδή την είπαν κάποιοι λεγόμενοι «διαμορφωτές της κοινής γνώμης».
Εξίσου απογοητευτική, όμως, είναι και η στάση του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης. Αντί να βγουν εξαρχής και να πουν πώς έχουν τα πράγματα, άφηναν να γίνεται η «ζύμωση». Κάτι, μου είπαν, ψέλλισε ο υπουργός Οικονομίας για το θέμα. Αλλά κι αυτό το ’κανε χθες στις Βρυξέλλες, με καθυστέρηση, ίσως γιατί κι αυτός εκ των υστέρων έμαθε πώς ακριβώς έχει η υπόθεση.
Πάμε τώρα στο δεύτερο ακατανόητο γεγονός. Κι αυτό εκπορεύεται από το ΠΑΣΟΚ. Είπε η υπεύθυνη για τα θέματα Οικονομίας, Λούκα Κατσέλη, ότι τα κυβερνητικά μέτρα για την εισοδηματική πολιτική είναι προεκλογικά. Δεν ξέρω πόθεν το τεκμαίρει αυτό, αλλά μάλλον είναι η μόνη που εκλαμβάνει το πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων, καθώς και τον «κεφαλικό» λεγόμενο φόρο, ως προεκλογική τακτική.
Αν κάτι έδειξαν τα πρόσφατα μέτρα είναι ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται όντως να προσφύγει εκτάκτως στις κάλπες. Μπορεί να είναι ανεπαρκείς, ασόβαροι, αλλά πανηλίθιοι οι κυβερνώντες δεν μπορεί να είναι. Ποιος έχων στοιχειωδώς σώας τας φρένας θα έκανε εκλογές λαμβάνοντας τέτοια μέτρα; Εκτός κι αν η κυρία Κατσέλη ή το ΠΑΣΟΚ θεωρούν ότι τα μέτρα έχουν κοινωνική απήχηση. Αν πιστεύουν κάτι τέτοιο, αλλάζει το πράγμα.
Πάντως, στη συνείδηση των πολιτών μάλλον ως αποσπασματικά και εν πολλοίς άδικα για τη μεσαία τάξη εγγράφονται. Ειδικά, μάλιστα, στους περίπου 800.000 δημοσίους υπαλλήλους μόνο γκρίνια και θυμό προκάλεσαν. Η δυσαρέσκεια και ο αναβρασμός που επικρατεί στη ΔΑΚΕ των δημοσίων υπαλλήλων το πιστοποιεί και οι επόμενες ημοσκοπήσεις θα καταγράψουν το πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση.
Αυτό το γνωρίζουν στο Μαξίμου, αλλά φαίνεται στην Ιπποκράτους δεν το έχουν μάθει ακόμη και γι’ αυτό προβαίνουν σ’ αυτές τις ακατανόητες δηλώσεις. Προφανώς, η κυρία Κατσέλη το έκανε από την κεκτημένη ταχύτητα της εκλογολογίας που διακινεί το ΠΑΣΟΚ, με προεξάρχοντες τους κυρίους Ι. Ραγκούση και Μιχ. Χρυσοχοΐδη, οι οποίοι συνεχίζουν, όλως, περιέργως να στοιχηματίζουν υπέρ της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.
Βέβαια, ο Μάρτιος δεν τους «κάθισε», το ίδιο και ο Απρίλιος. Σε λίγο θα χάσουν και τον Μάιο. Και τότε θα τους έχει απομείνει το σενάριο της «διπλής», με τις ευρωεκλογές, κάλπης. Μέχρι να χάσουν κι αυτό. Εκτός και αν οι κύριοι Ραγκούσης και Χρυσοχοΐδης έχουν κάποια «εμπιστευτική πληροφόρηση» και γι’ αυτό επιμένουν. Ελπίζω, βέβαια, να μην είναι σαν αυτή του Μαρτίου και των συγκεκριμένων ημερομηνιών του Απριλίου που διακινούσαν.
Αν πάντως τα λεγόμενά τους δεν είναι προϊόν «εμπιστευτικής πληροφόρησης», καλύτερα να σωπάσουν, γιατί κινδυνεύουν να γίνουν σαν το τσοπανόπουλο του γνωστού παραμυθιού. Και, βέβαια, κάνουν και κακό στο κόμμα τους, καθώς ο κίνδυνος κορεσμού των πολιτών και, κατ’ αντιστοιχίαν, και του «πράσινου» κομματικού μηχανισμού είναι εμφανής.
Το να έχεις τα στελέχη και τους οπαδούς σου στην... τσίτα με τις εκλογές που ολοένα γίνονται και ποτέ δεν προκηρύσσονται είναι δίκοπο μαχαίρι. Μπορεί να υπάρξει απογοήτευση και ο μηχανισμός να «κλατάρει». Άσε που κερδίζει έδαφος η φιλολογία ότι είσαι εσύ ο αδύναμος, αφού δεν μπορείς να επιβάλεις εκλογές σε μια κυβέρνηση με οριακή δεδηλωμένη και υπό κατάρρευση.
Εκτός και αν η φιλολογία περί επικείμενων πρόωρων εκλογών γίνεται για να καλυφθούν πολιτικές και οργανωτικές αδυναμίες του κόμματος της μείζονος αντιπολίτευσης. Αντί, δηλαδή, να προετοιμάζεται και να αναπτύσσεται πολιτικά και οργανωτικά το ΠΑΣΟΚ, για να είναι έτοιμο να στηρίξει αύριο μια πιθανή κυβέρνηση, κάτι που σημαίνει επίπονη δουλειά αλλά και συγκρούσεις, έχει κάνει την επιλογή να βρίσκεται απλώς σε εγρήγορση λόγω της προκήρυξης δήθεν πρόωρων εκλογών.
Αν αυτό συμβαίνει, τότε ο Γ. Παπανδρέου θα βρεθεί προ εκπλήξεων. Και τη στιγμή που θα γίνουν οι εκλογές, αλλά και μετά εφόσον σχηματίσει, όπερ και το πιθανότερο, κυβέρνηση. Δεν θα έχει δοκούς στήριξης. Και θα είναι αιχμάλωτος ισορροπιών παραγόντων, συμφερόντων και ποικιλώνυμων κέντρων νομής της εξουσίας.
Το τρίτο ακατανόητο πράγμα είναι η κυβερνητική πολιτική στα θέματα δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Ποτέ άλλοτε μια κυβέρνηση δεν ήταν τόσο ελάχιστα αποτελεσματική, αν όχι ανίκανη, να διαχειριστεί τέτοιου είδους εσωτερικές υποθέσεις. Ποτέ άλλοτε το κράτος δεν ευτελίστηκε τόσο όσο το τελευταίο ειδικά τετράμηνο. Ποτέ άλλοτε οι πολίτες δεν ήταν τόσο ανασφαλείς. Ποτέ άλλοτε η βία, η εγκληματικότητα, η τρομοκρατία δεν γνώρισαν τέτοια αποθέωση. Ποτέ άλλοτε, και μάλλον σε κανένα σημείο του πλανήτη, δεν έχουν ανακοινωθεί με τη μορφή δελτίου Τύπου τα επιχειρησιακά σχέδια της Αστυνομίας. Φτάσαμε, μάλιστα, στο έσχατο σημείο της ξεφτίλας: να ποινικοποιούμε τις κουκούλες, επειδή δεν μπορούμε να συλλάβουμε αυτούς που τις φορούν. Να παίζουμε με το ποινικό δίκαιο, τις ατομικές ελευθερίες, το κράτος δικαίου, επειδή οι μηχανισμοί πρόληψης και καταστολής του εγκλήματος είναι αποκριάτικος καρνάβαλος.
Αντί να παραδεχθούμε την ανικανότητα και να κοιτάξουμε πώς μπορεί να αναδιοργανώσουμε την Αστυνομία και τις υπηρεσίες ασφαλείας, μεταθέτουμε το πρόβλημα στους άλλους, στους κουκουλοφόρους, τους ταραξίες, τους εγκληματίες και τους τρομοκράτες.
Εκτός κι αν όλο αυτό το «παιχνίδι» γίνεται συνειδητά, για να φτιαχτεί ένα αυταρχικό κράτος και να εμποτιστεί η συνείδηση των πολιτών με ακραίες αντιλήψεις, ώστε η πολιτική και εκλογική αντιπαράθεση να γίνει μεταξύ των δυνάμεων της «τάξης» και της «αταξίας».
Αν κάποιοι στην κυβέρνηση έχουν στο μυαλό τους τέτοιες ιδέες, είναι μακριά νυχτωμένοι. Αν θεωρούν ότι μπορεί να επαναληφθεί η «στρατηγική του φόβου και του θανάτου» των πυρκαγιών του καλοκαιριού του 2007, δεν έχουν καταλάβει τίποτε. Αν πιστεύουν ότι μπορεί να κάνουν delete το 18μηνο που μεσολάβησε και τα όσα σ’ αυτό συνέβησαν, μάλλον πρέπει, εκτός από ορισμένα βασικά μαθήματα πολιτικής, να παρακολουθήσουν και κάποια τεστ στα οποία οι επιστήμονες της ψυχιατρικής υποβάλλουν τους ασθενείς τους. Αν νομίζουν ότι μπορεί να υπάρξει ώσμωση του φόβου ένεκα της οικονομικής κρίσης με τον φόβο για την ασφάλεια της καθημερινότητας ώστε να «σκαναριστεί» μια φοβική κοινωνία, στην οποία οι κυβερνώντες θα έχουν κυρίαρχο ρόλο, σύντομα θα διαψευστούν οικτρά. Οι μόνοι κερδισμένοι από μια τέτοια εξέλιξη θα είναι οι αντίπαλοί τους.
Η Ν.Δ., εκτός από τον μεσαίο χώρο, τον οποίο θα κερδίσει το ΠΑΣΟΚ που προβάλλει μια διαφορετική στρατηγική και για την οικονομική κρίση και για τα θέματα ασφαλείας, θα χάσει και προς τα δεξιά της, προς το κόμμα του Γ. Καρατζαφέρη, το οποίο διά των εκπροσώπων του προπαγανδίζει τη μετωπική σύγκρουση με τις δυνάμεις της «αταξίας».
Αν εκτός από τη στάγδην πολιτική απίσχνανση της κυβέρνησης έχουμε και ανοιχτό κοινωνικό πόλεμο, τότε το κόμμα της Ν.Δ. δύσκολα θα μπορέσει να αποφύγει -εκτός από την εκλογική ήττα- και την ταχεία ανάπτυξη κεντρόφυγων τάσεων στο εσωτερικό του.
Πάντως, στα όσα ακατανόητα περιγράψαμε, και κυρίως στον τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει, Ημέρα Ποίησης που είναι, υπάρχει μια απάντηση που πρέπει να δώσουμε. Αυτή του Γ. Σεφέρη, που είναι και ο μεταφραστής, στα καθ’ ημάς, του T. Σ. Έλιοτ:
Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;/ Δεν θα βρεθεί ένας ποταμός να ’ναι για μας πλωτός;/ Δεν θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει/ για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός/ Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα/ που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά/ προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα/ την ώρα που του δειλινού χάνονται τ’ ανοιχτά/ τριαντάφυλλα... ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας/ μόνο στη μνήμη απέμεινες ένας βαρύς ρυθμός/ ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας/ τρικύμισμα της θάλασσας... ο κόσμος είναι απλός.
Κι οι καρδιές μας ξεριζώνουνται, το μυαλό μας ξεφλουδίζεται σαν τις φλούδες του κρεμμυδιού, κι ο εαυτός μας χαμένος, χαμένος. Σ’ έναν τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει.
Κατέφυγα στον T. Σ. Έλιοτ λόγω της σημερινής Ημέρας Ποίησης, αλλά και επειδή πιστεύω ότι οι στίχοι του στο Φονικό στην εκκλησιά αποδίδουν με τον καλύτερο τρόπο την ψυχολογία των πολιτών τούτες τις παράξενες και περίεργες μέρες της κρίσης. Κρίση οικονομική, κοινωνική, πολιτική. Κρίση εθνική και παγκόσμια. Κρίση συνολική και επιμέρους. Κρίση προσωπική, όντως για έναν τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει.
Εκτός όμως από αυτόν τον φόβο, υπάρχουν και ορισμένα άλλα πράγματα, στα καθ’ ημάς, που συνέβησαν την εβδομάδα που μας πέρασε και είναι ακατανόητα. Τουλάχιστον για μένα, αλλά νομίζω και για πολλούς άλλους. Ας... ξεφλουδίσουμε, λοιπόν, τις φλούδες αυτού του κρεμμυδιού.
Καταρχήν, έχουμε την περίπτωση του εκπροσώπου Τύπου του ΠΑΣΟΚ, Γ. Παπακωνσταντίνου, όστις θεωρείται και ειδήμων στα οικονομικά. Ο φέρελπις βουλευτής Κοζάνης, αν και θεωρείται σοβαρός και όχι λαϊκιστής, προσεχώρησε στον άκρατο λαϊκισμό ορισμένων δημοσιογράφων, οι οποίοι, όπως συνήθως συμβαίνει στη χώρα μας, ομιλούν, από τηλεοράσεως, για τα πάντα, ακόμα κι αν δεν γνωρίζουν το θέμα. Τους αρκεί να στοχοποιούν καταστάσεις ή πρόσωπα και να «επιχειρηματολογούν» με ακράτεια, ακόμα κι αν γίνονται καταγέλαστοι, τουλάχιστον σε όσους διαθέτουν στοιχειώδη γνώση του θέματος το οποίο αυτοί οι δοκησίσοφοι... πυροβολούν.
Εξεγέρθησαν, λοιπόν, κάποιοι εκ των δημοσιολογούντων επειδή εξαιρέθηκαν οι τράπεζες από την έκτακτη εισφορά που επέβαλε η κυβέρνηση σε κατηγορίες φορολογουμένων. Είπαν, και τι δεν είπαν (και το έγραψαν) για το «μεγάλο λάθος» και τις «διακρίσεις υπέρ των ισχυρών» που γίνονται. Και την ίδια στιγμή, υπερθεμάτιζαν για την ανάγκη επέκτασης των χορηγήσεων δανείων. Να μπει φόρος 10-20% στις τράπεζες και αυτές να δώσουν περισσότερα δάνεια στους πολίτες και τις επιχειρήσεις, ήταν η μόνιμη επωδός.
Αυτή την επιχειρηματολογία με περισσή σπουδή υιοθέτησε και ο εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ. Εντάξει, να το πράξουν οι δημοσιογράφοι. Δοκησίσοφοι είναι. Να το λέει, όμως, και ο Γ. Παπακωνσταντίνου, ο οποίος οφείλει τουλάχιστον να γνωρίζει, πάει πολύ. Τι οφείλει να γνωρίζει ο εκπρόσωπος και τι να μάθουν οι δημοσιολογούντες; Τα εξής απλά:
Σύμφωνα με τα οριζόμενα από το εποπτικό πλαίσιο της Τράπεζας της Ελλάδος για τα πιστωτικά ιδρύματα, αυτά οφείλουν να διατηρούν ελάχιστο δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας 8%. Αυτό σημαίνει ότι για κάθε 1 δισ. ευρώ χορηγήσεων, οι τράπεζες οφείλουν να διακρατούν κεφάλαια ύψους 80 εκατ. ευρώ. Συνεπώς, εάν το Δημόσιο επέβαλλε στις σημερινές συνθήκες επιπρόσθετη φορολόγηση στις τράπεζες, η μείωση των κεφαλαίων τους θα επέφερε ανάλογη μείωση και της δυνατότητάς τους για χορήγηση δανείων, προκειμένου να διατηρήσουν τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο προβλεπόμενο επίπεδο.
Έτσι, για κάθε 80 εκατ. ευρώ πρόσθετου φόρου, 1 δισ. ευρώ λιγότερα δάνεια θα διοχετεύονταν στην αγορά, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της ζήτησης στην οικονομία, της επιχειρηματικής και επενδυτικής δραστηριότητας, αλλά και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Αυτό με τη σειρά του θα είχε επίπτωση τελικά και στα έσοδα του Δημοσίου, το οποίο στο συγκεκριμένο παράδειγμα θα καρπωνόταν από τη μια τα 80 εκατ. ευρώ πρόσθετων φόρων από τις τράπεζες, αλλά από την άλλη θα έχανε 190 εκατ. έσοδα από ΦΠΑ, αφού θα περιοριζόταν η κατανάλωση κατά 1 δισ. ευρώ από τα δάνεια που δεν θα είχαν διοχετευθεί από τις τράπεζες προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Αν, δηλαδή, καλούνταν οι τράπεζες να πληρώσουν 400 εκατ. ευρώ, όπως λέγεται, αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να δώσουν 5 δισ. ευρώ λιγότερα δάνεια, ενώ ταυτόχρονα το Δημόσιο θα έχανε έσοδα 950 εκατ. ευρώ από ΦΠΑ. Τόσο απλά και τόσο καθαρά. Απλή αριθμητική. Απορώ, λοιπόν, με τον Γ. Παπακωνσταντίνου που υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Καλός ο λαϊκισμός, αλλά εκθέτεις το κόμμα που εκπροσωπείς όταν υποστηρίζεις μια μπούρδα, επειδή την είπαν κάποιοι λεγόμενοι «διαμορφωτές της κοινής γνώμης».
Εξίσου απογοητευτική, όμως, είναι και η στάση του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης. Αντί να βγουν εξαρχής και να πουν πώς έχουν τα πράγματα, άφηναν να γίνεται η «ζύμωση». Κάτι, μου είπαν, ψέλλισε ο υπουργός Οικονομίας για το θέμα. Αλλά κι αυτό το ’κανε χθες στις Βρυξέλλες, με καθυστέρηση, ίσως γιατί κι αυτός εκ των υστέρων έμαθε πώς ακριβώς έχει η υπόθεση.
Πάμε τώρα στο δεύτερο ακατανόητο γεγονός. Κι αυτό εκπορεύεται από το ΠΑΣΟΚ. Είπε η υπεύθυνη για τα θέματα Οικονομίας, Λούκα Κατσέλη, ότι τα κυβερνητικά μέτρα για την εισοδηματική πολιτική είναι προεκλογικά. Δεν ξέρω πόθεν το τεκμαίρει αυτό, αλλά μάλλον είναι η μόνη που εκλαμβάνει το πάγωμα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων, καθώς και τον «κεφαλικό» λεγόμενο φόρο, ως προεκλογική τακτική.
Αν κάτι έδειξαν τα πρόσφατα μέτρα είναι ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται όντως να προσφύγει εκτάκτως στις κάλπες. Μπορεί να είναι ανεπαρκείς, ασόβαροι, αλλά πανηλίθιοι οι κυβερνώντες δεν μπορεί να είναι. Ποιος έχων στοιχειωδώς σώας τας φρένας θα έκανε εκλογές λαμβάνοντας τέτοια μέτρα; Εκτός κι αν η κυρία Κατσέλη ή το ΠΑΣΟΚ θεωρούν ότι τα μέτρα έχουν κοινωνική απήχηση. Αν πιστεύουν κάτι τέτοιο, αλλάζει το πράγμα.
Πάντως, στη συνείδηση των πολιτών μάλλον ως αποσπασματικά και εν πολλοίς άδικα για τη μεσαία τάξη εγγράφονται. Ειδικά, μάλιστα, στους περίπου 800.000 δημοσίους υπαλλήλους μόνο γκρίνια και θυμό προκάλεσαν. Η δυσαρέσκεια και ο αναβρασμός που επικρατεί στη ΔΑΚΕ των δημοσίων υπαλλήλων το πιστοποιεί και οι επόμενες ημοσκοπήσεις θα καταγράψουν το πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση.
Αυτό το γνωρίζουν στο Μαξίμου, αλλά φαίνεται στην Ιπποκράτους δεν το έχουν μάθει ακόμη και γι’ αυτό προβαίνουν σ’ αυτές τις ακατανόητες δηλώσεις. Προφανώς, η κυρία Κατσέλη το έκανε από την κεκτημένη ταχύτητα της εκλογολογίας που διακινεί το ΠΑΣΟΚ, με προεξάρχοντες τους κυρίους Ι. Ραγκούση και Μιχ. Χρυσοχοΐδη, οι οποίοι συνεχίζουν, όλως, περιέργως να στοιχηματίζουν υπέρ της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες.
Βέβαια, ο Μάρτιος δεν τους «κάθισε», το ίδιο και ο Απρίλιος. Σε λίγο θα χάσουν και τον Μάιο. Και τότε θα τους έχει απομείνει το σενάριο της «διπλής», με τις ευρωεκλογές, κάλπης. Μέχρι να χάσουν κι αυτό. Εκτός και αν οι κύριοι Ραγκούσης και Χρυσοχοΐδης έχουν κάποια «εμπιστευτική πληροφόρηση» και γι’ αυτό επιμένουν. Ελπίζω, βέβαια, να μην είναι σαν αυτή του Μαρτίου και των συγκεκριμένων ημερομηνιών του Απριλίου που διακινούσαν.
Αν πάντως τα λεγόμενά τους δεν είναι προϊόν «εμπιστευτικής πληροφόρησης», καλύτερα να σωπάσουν, γιατί κινδυνεύουν να γίνουν σαν το τσοπανόπουλο του γνωστού παραμυθιού. Και, βέβαια, κάνουν και κακό στο κόμμα τους, καθώς ο κίνδυνος κορεσμού των πολιτών και, κατ’ αντιστοιχίαν, και του «πράσινου» κομματικού μηχανισμού είναι εμφανής.
Το να έχεις τα στελέχη και τους οπαδούς σου στην... τσίτα με τις εκλογές που ολοένα γίνονται και ποτέ δεν προκηρύσσονται είναι δίκοπο μαχαίρι. Μπορεί να υπάρξει απογοήτευση και ο μηχανισμός να «κλατάρει». Άσε που κερδίζει έδαφος η φιλολογία ότι είσαι εσύ ο αδύναμος, αφού δεν μπορείς να επιβάλεις εκλογές σε μια κυβέρνηση με οριακή δεδηλωμένη και υπό κατάρρευση.
Εκτός και αν η φιλολογία περί επικείμενων πρόωρων εκλογών γίνεται για να καλυφθούν πολιτικές και οργανωτικές αδυναμίες του κόμματος της μείζονος αντιπολίτευσης. Αντί, δηλαδή, να προετοιμάζεται και να αναπτύσσεται πολιτικά και οργανωτικά το ΠΑΣΟΚ, για να είναι έτοιμο να στηρίξει αύριο μια πιθανή κυβέρνηση, κάτι που σημαίνει επίπονη δουλειά αλλά και συγκρούσεις, έχει κάνει την επιλογή να βρίσκεται απλώς σε εγρήγορση λόγω της προκήρυξης δήθεν πρόωρων εκλογών.
Αν αυτό συμβαίνει, τότε ο Γ. Παπανδρέου θα βρεθεί προ εκπλήξεων. Και τη στιγμή που θα γίνουν οι εκλογές, αλλά και μετά εφόσον σχηματίσει, όπερ και το πιθανότερο, κυβέρνηση. Δεν θα έχει δοκούς στήριξης. Και θα είναι αιχμάλωτος ισορροπιών παραγόντων, συμφερόντων και ποικιλώνυμων κέντρων νομής της εξουσίας.
Το τρίτο ακατανόητο πράγμα είναι η κυβερνητική πολιτική στα θέματα δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Ποτέ άλλοτε μια κυβέρνηση δεν ήταν τόσο ελάχιστα αποτελεσματική, αν όχι ανίκανη, να διαχειριστεί τέτοιου είδους εσωτερικές υποθέσεις. Ποτέ άλλοτε το κράτος δεν ευτελίστηκε τόσο όσο το τελευταίο ειδικά τετράμηνο. Ποτέ άλλοτε οι πολίτες δεν ήταν τόσο ανασφαλείς. Ποτέ άλλοτε η βία, η εγκληματικότητα, η τρομοκρατία δεν γνώρισαν τέτοια αποθέωση. Ποτέ άλλοτε, και μάλλον σε κανένα σημείο του πλανήτη, δεν έχουν ανακοινωθεί με τη μορφή δελτίου Τύπου τα επιχειρησιακά σχέδια της Αστυνομίας. Φτάσαμε, μάλιστα, στο έσχατο σημείο της ξεφτίλας: να ποινικοποιούμε τις κουκούλες, επειδή δεν μπορούμε να συλλάβουμε αυτούς που τις φορούν. Να παίζουμε με το ποινικό δίκαιο, τις ατομικές ελευθερίες, το κράτος δικαίου, επειδή οι μηχανισμοί πρόληψης και καταστολής του εγκλήματος είναι αποκριάτικος καρνάβαλος.
Αντί να παραδεχθούμε την ανικανότητα και να κοιτάξουμε πώς μπορεί να αναδιοργανώσουμε την Αστυνομία και τις υπηρεσίες ασφαλείας, μεταθέτουμε το πρόβλημα στους άλλους, στους κουκουλοφόρους, τους ταραξίες, τους εγκληματίες και τους τρομοκράτες.
Εκτός κι αν όλο αυτό το «παιχνίδι» γίνεται συνειδητά, για να φτιαχτεί ένα αυταρχικό κράτος και να εμποτιστεί η συνείδηση των πολιτών με ακραίες αντιλήψεις, ώστε η πολιτική και εκλογική αντιπαράθεση να γίνει μεταξύ των δυνάμεων της «τάξης» και της «αταξίας».
Αν κάποιοι στην κυβέρνηση έχουν στο μυαλό τους τέτοιες ιδέες, είναι μακριά νυχτωμένοι. Αν θεωρούν ότι μπορεί να επαναληφθεί η «στρατηγική του φόβου και του θανάτου» των πυρκαγιών του καλοκαιριού του 2007, δεν έχουν καταλάβει τίποτε. Αν πιστεύουν ότι μπορεί να κάνουν delete το 18μηνο που μεσολάβησε και τα όσα σ’ αυτό συνέβησαν, μάλλον πρέπει, εκτός από ορισμένα βασικά μαθήματα πολιτικής, να παρακολουθήσουν και κάποια τεστ στα οποία οι επιστήμονες της ψυχιατρικής υποβάλλουν τους ασθενείς τους. Αν νομίζουν ότι μπορεί να υπάρξει ώσμωση του φόβου ένεκα της οικονομικής κρίσης με τον φόβο για την ασφάλεια της καθημερινότητας ώστε να «σκαναριστεί» μια φοβική κοινωνία, στην οποία οι κυβερνώντες θα έχουν κυρίαρχο ρόλο, σύντομα θα διαψευστούν οικτρά. Οι μόνοι κερδισμένοι από μια τέτοια εξέλιξη θα είναι οι αντίπαλοί τους.
Η Ν.Δ., εκτός από τον μεσαίο χώρο, τον οποίο θα κερδίσει το ΠΑΣΟΚ που προβάλλει μια διαφορετική στρατηγική και για την οικονομική κρίση και για τα θέματα ασφαλείας, θα χάσει και προς τα δεξιά της, προς το κόμμα του Γ. Καρατζαφέρη, το οποίο διά των εκπροσώπων του προπαγανδίζει τη μετωπική σύγκρουση με τις δυνάμεις της «αταξίας».
Αν εκτός από τη στάγδην πολιτική απίσχνανση της κυβέρνησης έχουμε και ανοιχτό κοινωνικό πόλεμο, τότε το κόμμα της Ν.Δ. δύσκολα θα μπορέσει να αποφύγει -εκτός από την εκλογική ήττα- και την ταχεία ανάπτυξη κεντρόφυγων τάσεων στο εσωτερικό του.
Πάντως, στα όσα ακατανόητα περιγράψαμε, και κυρίως στον τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει, Ημέρα Ποίησης που είναι, υπάρχει μια απάντηση που πρέπει να δώσουμε. Αυτή του Γ. Σεφέρη, που είναι και ο μεταφραστής, στα καθ’ ημάς, του T. Σ. Έλιοτ:
Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;/ Δεν θα βρεθεί ένας ποταμός να ’ναι για μας πλωτός;/ Δεν θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει/ για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός/ Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα/ που ανοίγει τα επουράνια κι είν’ όλα βολετά/ προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα/ την ώρα που του δειλινού χάνονται τ’ ανοιχτά/ τριαντάφυλλα... ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας/ μόνο στη μνήμη απέμεινες ένας βαρύς ρυθμός/ ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας/ τρικύμισμα της θάλασσας... ο κόσμος είναι απλός.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)