Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Στην αυγή του 21ου αιώνα το πρότυπο του Έλληνα είναι ο νομιμόφρονας βλάκας

της Ελένης Κονιδάρη

«Σκέφτομαι,πόσο πιο σοβαρή είναι η κα Μενεγάκη που δεν παίρνει πολιτικές θέσεις,δεν στηρίζει Σαμαρά,δεν φτιάχνει κόμμα αλλά παριστάνει τη χαζή με τεράστια επιτυχία και ζμπρώχνει τους συμπαρουσιαστές της όταν γελάει.» ΣΛ
Στην δεκαετία του ’80 αναδύθηκε και εγκαθιδρύθηκε στην κοινωνική συνείδηση με μεγάλη επιτυχία το πρότυπο του νεοέλληνα που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «καπατσολαμόγιο». Δεν ήταν απαραίτητα μορφωμένος ούτε απαραίτητα πλούσιος, αλλά ήταν αρκετά «ξύπνιος» ώστε σταδιακά να οργανώνει γύρω του ένα δίκτυο επαφών και συνενοχικών αλληλεξαρτήσεων, καθώς και να αρπάζει τις ευκαιρίες στο φτερό, να τις σφετερίζεται και να τις φέρνει στα μέτρα του, με αποτέλεσμα να πετυχαίνει πάντοτε τα επιθυμητά μέγιστα με την μικρότερη δυνατή προσπάθεια. Τότε ο περίγελως ήταν εκείνος που πήγαινε «με τον σταυρό στο χέρι», δηλαδή όποιος νόμιζε ότι οφείλει να ακολουθεί τις εκάστοτε διαδικασίες αντί να τις έχει γραμμένες στα παλαιότερα των υποδημάτων του.
Στην αυγή του 21ου αιώνα το πρότυπο αυτό έχει ανατραπεί άρδην κι έχει αντικατασταθεί από τον νομιμόφρονα βλάκα. Τι κι αν δεν χρειάζεσαι καν απολυτήριο Γυμνασίου για να διαπιστώσεις πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι φόροι που σου βάζουν είναι ληστρικοί; Εσύ θα πας να τους πληρώσεις σαν καλός πολίτης γιατί έτσι θα σωθεί η πατρίδα κι εσύ μαζί. Τι κι αν κάθε έννοια εργασιακών δικαιωμάτων έχει εξευτελιστεί όσο δεν παίρνει; Εσύ θα πας να δουλέψεις στην κοινωφελή ή και εθελοντικά για να «χτίσεις» βιογραφικό. Τι κι αν το «Σύνταγμα» έχει καταστεί το συντομότερο ανέκδοτο; Εσύ θα τρέμεις μήπως σε πιάσουν χωρίς εισιτήριο. Τώρα ο περίγελως είναι εκείνος που αντιστέκεται στην «νομιμότητα», πόσο δε μάλλον όταν επιχειρεί να αρθρώσει σοβαρό λόγο εν μέσω του απέραντου τσίρκου.
Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε το παράδοξο που περιγράφει αριστουργηματικά ο Πόε στο «Κλεμμένο Γράμμα»: το πιο καλά κρυμμένο βρίσκεται στην επιφάνεια, σε πλήρη θέα. Αυτό που θα έπρεπε να χτυπηθεί στη ρίζα του στήνεται στο βάθρο και αποθεώνεται ως απόλυτη κοινωνική αξία. Όταν το χρήμα έρεε άφθονο, αυτοί που έκαναν μπίζνες με πάμπερς έπρεπε να πουλήσουν ένα αμερικάνικο όνειρο καθρεφτικά σε κάθε μισοκακομοίρη, προκειμένου να κάνουν τη δουλειά τους ανενόχλητοι. Έτσι επικρατούσε το ήθος του κι εσύ μπορείς ή κάν’ το όπως ο Τσοχατζόπουλος. Τώρα που τα πράγματα ζορίζουν και το κέντρο βάρους έχει πέσει στο ο σώζων εαυτόν σωθήτω, όσοι προσπαθούν με νύχια και με δόντια να κρατηθούν στον αφρό, αυτό προτείνουν και στο ποίμνιο: κάνε τη δουλίτσα σου, λέγε ναι σε όλα –και προς θεού μην αμφισβητήσεις ότι ο γάιδαρος πετάει- και ρίχνε πάντοτε το φταίξιμο στους άλλους. (Σημ.: την ενοχή θα την αξιοποιήσουμε επιλεκτικά για την αιτιολόγηση της κατάντιας σου, μαζί τα έφαγες - να το θυμάσαι, αλλά τώρα ξέρουμε ότι εσύ προσπαθείς το καλύτερο και πάνε να στο χαλάσουν όλοι οι άλλοι).
Ορισμένοι από όσους κυβερνούν είναι όντως χαζοί, ορισμένοι άλλοι είναι ψυχιατρικά περιστατικά και άλλοι είναι και τα δυο. Αλλά οι περισσότεροι, εκείνοι που χαράζουν και κατευθύνουν την πορεία δεν είναι τίποτα απ’ τα δυο. Αυτοί, έχοντας πλήρη συνείδηση του τι ποιούν, προσφέρουν στον όχλο την πιο εύπεπτη καραμέλα, αξιοποιώντας μια χαρά τους παραδειγματικούς εκφραστές της εκάστοτε κυρίαρχης παθογένειας.
Το θέμα είναι ότι όταν τα όρια της ανοχής ξεχειλώνονται πέρα από ένα κρίσιμο σημείο, ο δρόμος δεν έχει επιστροφή. Μια κοινωνία που δεν ανάρρωσε ποτέ από τους καταφερτζήδες, που τους κουβαλάει ακόμα ως ενοχικό στίγμα, ως λανθάνουσα νόσο που μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξαναφουντώσει, μπολιάζεται τώρα και με τους ηλίθιους, μαθαίνει να αποδέχεται ότι ένα κι ένα κάνει τρία κι ότι το ρεζιλίκι είναι τιμή. Ποιος ΣΥΡΙΖΑ, ποια αριστερά, ποια επανάσταση είναι σε θέση να συνεφέρει έναν ημιθανή όζοντα οργανισμό που πάσχει από ανταγωνιστικές αλλά εξίσου επικίνδυνες ασθένειες; Καταλήγουμε στο κλασικό ότι η μόνη ελπίδα γιατρειάς είναι ο χρόνος – πολύς χρόνος σε σταθερές κι ασφαλείς συνθήκες μπας και αποφευχθεί το μοιραίο. Μα τι παράξενο: η «σταθερότητα» και η «ασφάλεια» ως χρονικές διαστάσεις είναι ακριβώς το πλασίμπο που προσφέρεται ένθεν και ένθεν ως ανακουφιστικό χαπάκι δια πάσα νόσο και μαλακία.
Ας πάμε ένα επίπεδο παραπάνω: η προηγούμενη παράγραφος χρησιμοποιεί ιατρική ορολογία η οποία προσφέρεται για τις σχετικές μεταφορές. Εναλλακτικά θα μπορούσε να χρησιμοποιεί και εκπαιδευτική ορολογία. Υγεία και παιδεία – τα δύο κατεξοχήν πεδία στα οποία μπορεί να ξεδιπλωθεί η αυθεντία που δημιουργεί μια εξ ορισμού ασύμμετρη σχέση. Πίσω από τις λέξεις λοιπόν κρύβεται η δομική μας αντίληψη για τα πράγματα. Όσο η εξουσία είναι ο γιατρός τόσο η κοινωνία θα χρειάζεται γύψο, όσο η εξουσία είναι ο πατερούλης τόσο η κοινωνία θα χρειάζεται βίτσα. Συνεπώς, η λύση δεν είναι η άλφα ή η βήτα κυβέρνηση και οι χρονικές διαστάσεις των γιατρικών της, αλλά η αλλαγή παραδείγματος, δηλαδή ο ριζικός επαναπροσδιορισμός της σχέσης εξουσίας και κοινωνίας. Και κάτι τέτοιο δεν έρχεται ποτέ "από τα πάνω". Κάπου εδώ λοιπόν θα κλείσω με μια σύντομη κατακλείδα, γιατί σας παραζάλισα πρωινιάτικα: καλά κρασιά τον Αύγουστο που θα 'ναι παχιές οι μύγες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: