Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Υποταγή μέσω πολέμου

του Γιάννη Βελίκη

Η πιο παράλογη και αποκλειστικά χαρακτηριστική για το ανθρώπινο είδος συμπεριφορά, είναι αυτή της πολεμικής επίθεσης μιας ομάδας ανθρώπων σε μια άλλη, με στόχο την υποταγή της δεύτερης, την καταστροφή των πολεμικών της μέσων (στρατού, πολεμικού υλικού της κ.α.), και την παράδοση των πόρων και των πλουτοπαραγωγικών πηγών της στο νικητή. Στο τέλος του πολέμου, και με την συνθηκολόγηση του χαμένου, ο νικητής τα παίρνει όλα: αναλαμβάνει τη διοίκηση της νέας κατάκτησης, σκοτώνει, φυλακίζει, ακρωτηριάζει ή απομονώνει τους εν δυνάμει πολεμιστές της, κατάσχει το πολεμικό υλικό, το δημόσιο χρήμα, τις ιδιωτικές περιουσίες, και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας (π.χ. το πετρέλαιο), αφήνει αβοήθητους τους άμαχους (μητέρες, παιδιά, ηλικιωμένους) στην τύχη τους, και οργανώνει ένα σύστημα παρακολούθησης και ελέγχου της υποταγμένης χώρας ώστε να μην μπορέσει να αντισταθεί, ή να γίνει στο μέλλον επικίνδυνη και επαναστατήσει.

Τα παραδείγματα στην Ιστορία είναι τόσα πολλά: μόνο στον 20ον αιώνα οι θάνατοι από τους πολέμους (Α και Β Παγκόσμιο, Κινο – Ιαπωνικό, Κορέας, Βιετνάμ, Αφγανιστάν, Ιράκ κ.λπ.) στοίχησε τη ζωή σε 150 εκατομμύρια ανθρώπων, χωρίς να υπολογίζονται οι τραυματίες, οι ανάπηροι, οι πρόσφυγες, τα ορφανά, και η κοινωνικο – οικονομική αποδιοργάνωση που ανάγκασε ολόκληρους πολιτισμούς να παλινδρομήσουν σε ανάπτυξη πολλές δεκαετίες πίσω και το περιβάλλον να μολυνθεί με τοξικά και ραδιενέργεια για πολλές δεκαετίες μετά. Τα παραδείγματα ακροτήτων, γενοκτονιών, βασανισμών, μαζικών φόνων, ιατρικών πειραμάτων, στρατοπέδων συγκέντρωσης αιχμαλώτων, είναι γνωστά από την Ιστορία. Οι σφαγές στο Τιμόρ, στην Καμπότζη, στην Ρουάντα, στη Παλαιστίνη, στη Λωρίδα της Γάζας, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν κ.α. είναι μερικά από τα πιο πρόσφατα ντοκουμέντα. Η δε μνήμη του αίματος, των σφαγών, των θανάτων από πείνα κι από ασθένειες, της ορφάνιας, και της αναγκαστικής προσφυγιάς συνήθως μένει βαθιά στο συλλογικό υποσυνείδητο των «χαμένων», και γίνεται τροφοδότης μίσους και λαχτάρας για εκδίκηση στο μέλλον.

Οι αιτίες των πολέμων είναι συνήθως αφανείς και κεκαλυμμένες. Αντ’ αυτών προβάλλονται εθνικιστικά και θρησκευτικά ζητήματα, με σκοπό την τροφοδότηση μίσους και επιθετικότητας, ώστε να συναινέσει ο εν δυνάμει επιτιθέμενος λαός στη σφαγή του στόχου του. Η πιο συχνή βεβαίως προβαλλόμενη αιτία είναι η πραγματική ή φανταστική απειλή που δέχεται ο επιτιθέμενος λαός από το στόχο του, ο οποίος στόχος αν δεν εξουδετερωθεί, θα επιτεθεί και θα πάρει αυτός τα προνόμια και τα αγαθά που απολαμβάνει ο επιτιθέμενος. Έτσι τίθεται το δίλλημα ποιος θα κατέχει τον πλούτο «εμείς ή αυτοί» και πείθεται ο λαός να συμμετάσχει σε μία πολεμική επίθεση προκειμένου να εξουδετερώσει την εξωτερική απειλή. Τα πιο τρανταχτά επιχειρήματα υπέρ της χρησιμοποίησης αυτής της τακτικής είναι η ονομασία των Υπουργείων Πολέμου όλων σχεδόν των χωρών της υφηλίου σε Υπουργεία Αμύνης, και η αιτιολόγηση του πολέμου στο Ιράκ από τους Αμερικανούς το 2003 ως εκστρατεία που σκοπό είχε την εξουδετέρωση της απειλής που βίωναν οι Η.Π.Α. από το Ιράκ «λόγω ύπαρξης πυρηνικών, βιολογικών και χημικών όπλων».

Α) Ο πόλεμος μέσα από το έργο των φιλοσόφων.

Παρά την αγριότητα και την ωμότητα των πράξεων και των αποτελεσμάτων του πολέμου, σε περιόδους ειρήνης, η ιδέα της σχεδίασης και πρόκλησης ενός νέου πολεμικού επεισοδίου έλκει πολίτες και κυβερνώντες: η αναπαραγωγή των θρύλων των ηρώων των περασμένων πολέμων, η υπέρβαση του φόβου του θανάτου και το γεγονός ότι οι πολεμιστές παίρνουν στα χέρια τους τη ζωή και το θάνατο, και η προσμονή μιας επιτυχούς έκβασης όπου θα κατακτηθούν νέα εδάφη, νέες αγορές και μεγαλύτερη κρατική κυριαρχία, κρατούν τη γοητεία του πολέμου πάντα ζωντανή.

Για τον Καντ, ο πόλεμος είναι μια απλή εκδήλωση της εγωϊστικής και ανώριμης πλευράς του ανθρώπου, και με την εξέλιξη του πολιτισμού κάποια στιγμή θα εξαφανιστεί. Όμως για το Χέγκελ, η «αιώνια ειρήνη» του Καντ δεν θα υπάρξει ποτέ, μιας και αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι η εξέλιξη του πνεύματος. Για την εξέλιξη αυτή, είναι απαραίτητη η καταστροφή κρατών και η δημιουργία νέων, η θυσία των δικαιωμάτων και της ευτυχίας των λαών, ο θάνατος των ηρώων, και η επαναδόμηση των πολιτισμών. Για το Χέγκελ, οι αποφάσεις των ισχυρών δεν έχουν σημασία, μιας και ο πόλεμος εξελίσσεται με αυτόνομο και απρόβλεπτο τρόπο, φέρνει κάθαρση και ανανέωση των λαών, και ενώνει τα έθνη σε κοινούς σκοπούς και δράσεις.

Ο Χριστιανισμός, ενώ αρχικά απέρριπτε κάθε μορφή βίας, επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας άρχισε να τον αποδέχεται εφόσον είχε «δίκαιο σκοπό» και χρησιμοποιούσε «δίκαια μέσα». Η πράξη όμως έδειξε ότι αφενός κανένας πόλεμος δεν μπορεί να έχει ούτε δίκαιο σκοπό ούτε να χρησιμοποιήσει δίκαια μέσα (πάντα υπάρχουν «παράπλευρες απώλειες» ή θάνατοι αθώων προκειμένου να αποβεί νικηφόρος ένας πόλεμος, όπως η ατομική βόμβα στη Χιροσίμα), κι αφετέρου «δίκαια μέσα» έχει την πολυτέλεια να χρησιμοποιήσει μόνο ο ισχυρός αντίπαλος, δεδομένου ότι ο ανίσχυρος θα πρέπει ή να υποταγεί ή να χρησιμοποιήσει «βρώμικο πόλεμο» (αντάρτικες πρακτικές, απαγωγές αντίπαλων αξιωματικών, επιθέσεις αυτοκτονίας κ.α.).

Και για τον Clausewitz δεν έχει νόημα ούτε ο «δίκαιος σκοπός» ούτε η χρησιμοποίηση «δίκαιων μέσων» μιας και αφού ο πόλεμος αποσκοπεί στην οριστική υποταγή του αντιπάλου κάθε μέσο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς αυτόν τον σκοπό θα χρησιμοποιηθεί. Ο πόλεμος είναι ένα μέσο της πολιτικής για να πετύχει τους σκοπούς της, και υπό αυτήν την έννοια, προκαλείται από τον αμυνόμενο που δεν δέχεται να υποκύψει στις επιθυμίες του επιτιθέμενου.

Σε συνέχεια των προηγούμενων διαπιστώσεων, ο σύγχρονος Έλληνας πανεπιστημιακός Κοντογιώργης, απορρίπτει εντελώς την άποψη ότι ο πόλεμος γεννάται μόνο από τα απολυταρχικά καθεστώτα και αποθαρρύνεται από τα δημοκρατικά. Στο έργο του αποδεικνύει ότι τα δημοκρατικά καθεστώτα προκαλούν τους πολέμους (με πρώτο παράδειγμα τη δημοκρατική αρχαία Αθήνα). Μάλιστα, δεδομένου ότι στις σημερινές συνθήκες η «δημοκρατία» δεν λειτουργεί, και το όλο πολιτικό σύστημα υποτάσσεται στη δύναμη της αγοράς, ο πόλεμος καθίσταται μια αναγκαιότητα. Όπως σημειώνει «…το νεότερο πολιτικό σύστημα δεν είναι δημοκρατικό, παραμένει ανοιχτό στην ατομική ελευθερία και στα κοινωνικο-πολιτικά δικαιώματα, όσο τουλάχιστον το επιτρέπει η αγορά. Αυτό σημαίνει ότι απορρίπτει τη λογική της δύναμης και την συνακόλουθη αυτοδικία στο εσωτερικό του κράτους. Από την άλλη, αν και συγκροτεί το σύστημα της πολιτικής με πρόσημο την πολιτικά κυρίαρχη εξουσία, ισχύει επί της αρχής ό,τι και στη δημοκρατία. Παράγει μεγαλύτερες ανάγκες απ’ ότι ένα δεσποτικό (π.χ. η απόλυτη μοναρχία, η θεοκρατία) ένα ολοκληρωτικό (ο φασισμός, ο υπαρκτός σοσιαλισμός) ή ένα αυταρχικό καθεστώς. Και όπως επισημάναμε ήδη, τις ανάγκες αυτές οι χώρες που δύνανται επιχειρούν να τις ικανοποιήσουν με την εισαγωγή συμπληρωματικών πόρων από το διακρατικό περιβάλλον. Στο επίπεδο αυτό, σημαίνουσα θέση καταλαμβάνουν οι πολιτικές συμμαχίες, δηλαδή η σύνθεση των συμφερόντων που διακινούν οι άρχουσες δυνάμεις των κρατών. Σε κάθε περίπτωση, το ηγεμονικό σύμπλεγμα που διακινεί την ιδέα της «δημοκρατίας» (της «διακυβέρνησης», της «κοινωνίας πολιτών», της «αγοράς» κ.λπ.) έχει απέναντί του δυνάμεις (π.χ. η Κίνα) ή συμπλέγματα δυνάμεων (π.χ. οι Άραβες) που επιζητούν την αναθεώρηση των όρων της παγκόσμιας οικονομίας με τη δική τους συμμετοχή ή την αποτροπή της άλωσης της εσωτερικής αγοράς. Στην πραγματικότητα, η αντιπαλότητα αυτή, φέρνει αντιμέτωπες τις κοινωνίες της πρωτο-ανθρωποκεντρικής πρωτοπορίας με εκείνες που μόλις επιχειρούν να οικοδομήσουν την απλώς ανθρωποκεντρική τους ιδιοσυστασία και θέση στο σύνολο κοσμοσύστημα».

Οι απόψεις των φιλοσόφων, όπως φαίνεται, καταλήγουν στην αναγκαιότητα του φαινομένου του πολέμου, παρά τα επώδυνα αποτελέσματα του στις ζωές και στον πολιτισμούς των λαών, και σήμερα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις για την αναβίωση πολέμων με σκοπό την απόκτηση δύναμης και πλούτου, από όλων των ειδών τα πολιτικά καθεστώτα, με κινητήρια δύναμη την αγορά και τους εκπροσώπους της (παραγωγή, έμποροι, τράπεζες, επενδυτές).

Β) Ο ρόλος του χρήματος και της αγοράς

Όπως αποκαλύπτει ένα πρώην στέλεχος της Υπηρεσίας Πληροφοριών των Η.Π.Α. στο ντοκιμαντέρ Zeitgeist (και στον Έλληνα δημοσιογράφο Στ. Κούλογλου), οι σύγχρονη οικονομία χρησιμοποιεί πράκτορες της αυτής υπηρεσίας ως «οικονομικούς δολοφόνους». Οι άνθρωποι αυτοί έχουν ως καθήκον να πλησιάσουν και να χρηματίσουν προέδρους και πρωθυπουργούς μικρών άλλων χωρών, ώστε να επιτραπεί η χρήση, με προνομιακούς όρους, των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας τους από πολυεθνικές των Η.Π.Α. Οι περισσότερες χώρες του κόσμου σήμερα λειτουργούν υπό αυτού του τύπου το καθεστώς, όπου ξένες εταιρίες απομυζούν τον πλούτο τους. Ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του τύπου καθεστώτος είναι οι χώρες της Αφρικής: Την ώρα που 20.000 παιδιά καθημερινά πεθαίνουν από την πείνα, και πολλές χιλιάδες κόσμου λόγω έλλειψης εμβολίων που κοστίζουν μόνο 1 δολάριο, πολυεθνικές απομυζούν το πετρέλαιο, χρυσό, τα μέταλλα, τα δέντρα, το νερό της ηπείρου, και οι κυβερνήτες των χωρών αυτών που συνεργάζονται με τις ξένες δυνάμεις ζουν με αμύθητα πλούτη.

Στη περίπτωση που ο πρόεδρος ή πρωθυπουργός της χώρας – στόχου αρνηθεί την παράδοση των πόρων της χώρας του απειλείται με θάνατο. Αν παρ’ αυτά συνεχίσει να αρνείται, μυστικοί πράκτορες αναλαμβάνουν τη θανάτωση του. Είναι γνωστό το πόσοι ηγέτες κρατών έχουν ήδη δολοφονηθεί, και πόσο εύκολα μετέπειτα συγκροτήθηκαν κυβερνήσεις των φιλοδυτικών συμφερόντων. Στην τρίτη, σπάνια και τελευταία περίπτωση όπου ο κυβερνήτης επιβιώνει των αποπειρών δολοφονίας του(π.χ. Σαντάμ Χουσεΐν, Φιντέλ Κάστρο), οι δυνατοί της Γης, με την πρόφαση της απειλής λόγω τρομοκρατίας ή άλλων ανούσιων επιχειρημάτων, κηρύσσουν πόλεμο στη χώρα – στόχο, προκειμένου να την αναγκάσουν να παραδώσει τους πόρους της. Έτσι, λόγω της απειλής πολέμου, κάθε χώρα είναι υποχρεωμένη να παραδίδει τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές και αυτό είναι το καθεστώς που ισχύει τουλάχιστον τον τελευταίο αιώνα παγκοσμίως.

Το πιο παράδοξο απ΄ όλα, είναι ότι οι λαοί των επιτιθέμενων χωρών (π.χ. του ΝΑΤΟ) χρηματοδοτούν τους πολέμους από τη φορολογία που τους επιβάλλεται, αλλά δεν κερδίζουν τίποτε από τα κέρδη του πολέμου, παρά συνεχίζουν να πληρώνουν για τη διατήρηση των εκεί στρατευμάτων. Για παράδειγμα, λόγω του πόλεμου στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, ο μέσος Αμερικανός φτώχυνε, και η Αμερικανική οικονομία υπερδανείστηκε, χωρίς να υπάρχει τρόπος επανόρθωσης αυτής της οικονομικής ζημιάς. Αντίθετα με τους πολίτες, οι πολυεθνικές εταιρίες και οι επενδυτικές τράπεζες που είτε χρηματοδότησαν τον πόλεμο, είτε εγκαταστάθηκαν στο Ιράκ μετά το πέρας του πολέμου «έβγαλαν» αμύθητα κέρδη. Σύμφωνα με το δημοσιογράφο Vladimiro Giacche στο ιταλικό περιοδικό Contradizione το 2002 «…την ημέρα που το 1991, οι ΗΠΑ επιτέθηκαν στο Ιράκ, οι τιμές των μετοχών ανέβηκαν κατά 4% και μέσα σ’ένα μήνα το αμερικανικό χρηματιστήριο κέρδισε 15%. Απο την έναρξη του πολέμου στο Αφγανιστάν (7 Οκτώβρη του 2001) μέχρι τη συμφωνία στη Βόννη για τον σχηματισμό της φιλοαμερικανικης κυβέρνησης του Καρζάι (6 Δεκέμβρη του 2001) το αμερικανικό χρηματιστήριο κέρδισε πάνω από 10% κι αυτό παρά την πτώχευση της Enron που συνέβη ένα μήνα πριν. Επίσης, να σκεφτούμε μόνο ότι από τις στρατιωτικές δαπάνες εξαρτώνται 85.000 επιχειρήσεις που απασχολούν εκατομμύρια εργαζόμενους. Στο οικονομικό έτος 2000, οι πρώτες 100 επιχειρήσεις αυτού του τομεα, είχαν εξασφαλίσει συμβόλαια για 82,5 δισ.δολαρια, από τα οποία τα 50,6 πήγαιναν σ’ αυτές τις 10: Lockheed Martin,Boeing,Raytheon,General Dynamics,Northrop Grumman,Litton Industries,United Technologies, Trw, General Electrics,Science Applications International.

Aπό το Μάρτη του 2000 μέχρι σήμερα, ενώ οι άλλες μετοχές στο Χρηματιστήριο είχαν πτωτική τάση, τα κέρδη των μετοχών των μεγαλύτερων επιχειρήσεων του εξοπλιστικού τομεα, τριπλασιάστηκαν. Και τώρα, τη στιγμή που ο Τζώρτζ Μπους τζ., εγκρίνει «την μεγαλύτερη αύξηση στρατιωτικών δαπανών της τελευταίας εικοσαετίας, αντιστρέφοντας ριζικά την μείωση που ακολούθησε την μετα τον ψυχρό πόλεμο περίοδο,(396 δις. δολάρια)» η Γουωλ Στρητ Ζουρναλ (18/10/2002) μπορεί να κραυγάσει με ενθουσιασμό: «ενώ η καθυστέρηση της ανάκαμψης της παγκόσμιας οικονομίας για μεγαλύτερη περίοδο απ’ότι είχαμε προβλέψει δημιουργεί μια αναστάτωση σε πολλούς τομείς της βιομηχανίας τομέας των εξοπλισμών αποτελεί μια φωτεινή εξαίρεση για προμηθευτές, επενδυτές και για όσους ψάχνουν για δουλειά». Πράγματι, όταν διαβάζουμε ότι το κόστος του πολέμου στο Ιράκ υπολογίζεται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ να φτάσει τα 100-200 δισ.δολαρια,αυτό που για την κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρείται ως κοστος,για τις βιομηχανίες όπλων των ΗΠΑ είναι κερδος. Με λίγα λόγια: αν η αξία των μετοχών της Lockheed και της Northrop Grumman έπεσε κατά 4% περιπου,την ημέρα που ο Σαντάμ Χουσεΐν έστειλε την επιστολή με την οποία δεχόταν τον έλεγχο των επιθεωρητών του ΟΗΕ, αυτό δεν ήταν κάποια τυχαία σύμπτωση. Να προστεθεί ακόμη ότι η περίμετρος που περικλείει τις επιχειρήσεις που ζουν από τις οπλικές δαπάνες των ΗΠΑ είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που περιλαμβάνει τις βιομηχανίες που κατασκευής όπλων με τη στενή έννοια του όρου. Πρέπει δηλαδή σ’ αυτές να συνυπολογίσουμε γενικά και τον τομέα της αεροδιαστημικής, την βιομηχανία ηλεκτρονικών (hardware και software) και την βιομηχανία παραγωγής νέων υλικών. Τελειώνοντας μπορούμε να πούμε ότι η πολεμική βιομηχανία μέσω των κρατικών δαπανών, μπορεί να διαθέτει τεράστιες ποσότητες χρημάτων για επενδυτικά αγαθά, για την έρευνα και την ανάπτυξη της και για τις τεχνολογίες αιχμής. Είναι εύκολο να βρούμε παραδείγματα γιαυτό : «Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ο πόλεμος της Κορέας ήταν το μάνα εξ ουρανού» για την βιομηχανία ηλεκτρονικών, αφού το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ χρηματοδότησε γενναιόδωρα τις εγχώριες βιομηχανίες ολοκληρωμένων κυκλωμάτων» και «το 1978, ο κυριότερος χρηματοδότης της Silicon Valley ήταν ο αεροδιαστημικός κολοσσός Lockheed». Αλλα, ας έλθουμε στις ημέρες μας. Κατα το έτος 2000,το 40% των αγορών του Πενταγώνου αποτελείτο από συστήματα ηλεκτρονικά και συστήματα επικοινωνιών, ενώ υπολογίζεται ότι το 15% (56 δισ.δολαρια) των τεράστιων δαπανών που προορίζονται από τον Μπούς για όπλα, θα καταλήξει στον τομεα υψηλής τεχνολογίας.

Στις 22 του περασμένου Μάρτη, η μεγάλης κυκλοφορίας ιταλική εφημερίδα Sole 24 Ore, έγραφε: o νέος αγώνας δρόμου του Μπούς προς τους εξοπλισμούς «αποτελεί πράγματι μια ένεση από κρατικά κεφάλαια για τις επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας, τις βιομηχανίες όπλων, και τα δημόσια η ιδιωτικά κέντρα αμιγούς και εφαρμοσμένης έρευνας. Πρόκειται για ένα ελιγμό που, μεσοπρόθεσμα, δίνει τη δυνατότητα αναβάθμισης των θέσεων ολόκληρου του αμερικάνικου τομέα τεχνολογίας ως προς τον ευρωπαϊκό. Είναι γνωστό ιστορικά, ότι αρχικά οι αμυντικές δαπάνες οδήγησαν σε καινοτόμα ερευνητικά προγράμματα και στη συνέχεια σε εφαρμογές και προϊόντα καταναλωτικά νέας γενιάς, για τους απλούς πολίτες και τις επιχειρήσεις. Αυτό συνέβη στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, στον αγώνα για την κυριαρχία στο διάστημα και σήμερα το σενάριο επαναλαμβάνεται.

Σ’ αυτές τις συνθήκες, οι πόλεμοι εκφράζουν μια ευκαιρία και μια ανάγκη. Μια ευκαιρία, αφού από τη μια πλευρά προσφέρουν ένα ιδανικό πεδίο για την ανάπτυξη νέων και πιο εξελιγμένων όπλων [σε ένα άρθρο μ’ αυτό το θεμα, που δημοσιεύθηκε στον Economist στις 10 Νοέμβρη 2001,στον υπότιτλο του αναφερόταν επί λέξει: «ο πόλεμος στο Αφγανιστάν είναι ένα πεδίο πειραματισμού (testing ground) για την τεχνολογία των αεροπλάνων χωρίς πιλότο] ενώ από την άλλη είναι η καλλίτερη βιτρίνα για να εκτεθούν τα όπλα που θα πουληθούν στον υπόλοιπο κόσμο. Με αυτή την ευκαιρία να θυμηθούμε ότι η πώληση όπλων απόφερε στις ΗΠΑ ,μόνο κατά το έτος 2000,55 δισ.δολαρια (το 80% των όπλων που πωλούνται στα αραβικά κράτη προέρχονται από τις ΗΠΑ.).

Όσο για το πετρέλαιο, στόχος των Η.Π.Α. το 2000 ήταν να ξαναγίνει το Ιράκ, που με τα 112 δισ. βαρελια πετρελαίου αποθεματικό έρχεται δεύτερο στην παγκόσμια παραγωγή πετρελαίου πίσω από την Σαουδική Αραβία, πρωταγωνιστής της παγκόσμιας πετρελαϊκής αγοράς. Έως το 2002, το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν υπέγραψε πολλά συμβόλαια με εταιρείες πετρελαίου άλλων χωρών στον τομέα της έρευνας και στον τομέα άντλησης αργού πετρελαιου, και σ’ αυτες τις χώρες δεν βρίσκονται οι ΗΠΑ, όπως: η Γαλλία (η Total-Elf-Fina έχει υπογράψει συμβόλαια για την διερεύνηση κοιτασμάτων πετρελαίου που θα μπορούσαν να παρέχουν από 14-27 δις βαρελια), η Ρωσία (Lukoil,Zarubezneft Mashinoimport συμβόλαια για 7,5-15 δις βαρέλια), η Κίνα (China National Petroleum Corp για περίπου 2 δις βαρελια) και η Ιταλία (Agip για περίπου 2 δισ. βαρελια). Τέλος το Σεπτέμβρη του 2001 το Ιράκ υπέγραψε άλλα συμβόλαια αυτή τη φορά για την πώληση αργού πετρελαίου (που πρώτα γινόταν με κάποιους μεσάζοντες συνδεμένους με την οικογένεια Χουσεΐν) με τρεις ευρωπαϊκές εταιρείες : την ισπανική Repsol (για 12,2 εκατ. βαρελια ημερησίως), την γαλλική Total-Fina-Elf (5 εκατομ.) και την Αgip (1,2 εκατομ.)…» Με αυτά τα στοιχεία, σχέση της οικονομίας και της έναρξης του Πολέμου στο Ιράκ είναι παραπάνω από εμφανής.

Γ) Σύγχρονες μέθοδοι πολέμου

Ο πόλεμος στη σύγχρονη εποχή ενσωματώνει νέα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν σε σχέση με τους πολέμους του 20ου αιώνα. Τρία από τα πιο εντυπωσιακά είναι η νέου τύπου εκπαίδευση μέσω Η/Υ των Αμερικανών αεροπόρων, η ενσωμάτωση κοινωνικών ανθρωπολόγων και ψυχολόγων στο ΝΑΤΟ και η χρησιμοποίηση των ανακαλύψεων της ψυχολογίας στην ανάκριση κρατουμένων:

1) Η πληθώρα εγγράφων και βίντεο που διέρρευσαν από το Πεντάγωνο και δημοσιεύτηκαν στο Wikileaks, δείχνουν ότι για τους Αμερικανούς στρατιώτες της αεροπορίας, οι πυροβολισμοί στρατιωτών και πολιτών από το αεροπλάνο, μοιάζουν ούτε λίγο ούτε πολύ με ηλεκτρονικό παιχνίδι. Όπως αποκαλύπτεται από πλήθος πηγών, και η εκπαίδευση τους ακόμη και σε προχωρημένο στάδιο γίνεται από ειδικά προγράμματα λογισμικού που δημιουργούνται από τη ΝΑΣΑ. Στα λογισμικά αυτά ο χρήστης επιβραβεύεται όταν στοχεύοντας ορθά πετυχαίνει τους στόχους του, πρακτική που μεταφέρεται αυτούσια στο πεδίο της μάχης, όπου οι στόχοι αυτή τη φορά αφορούν πραγματικούς ανθρώπους.

Το επιλήψιμο σε αυτήν την πρακτική δεν είναι άλλο από το ότι στο μυαλό αυτών των στρατιωτών, την ώρα της μάχης, δεν είναι ξεκάθαρο αν πρόκειται για εικονικούς ή πραγματικούς ανθρώπους, και δεν τίθενται ηθικά προβλήματα. Οι «παράπλευρες απώλειες» ωστόσο είναι τόσο σοβαρές, λόγω της εκπαίδευσης και της χρήσης της σύγχρονης τεχνολογίας, που το θέμα απασχολεί σοβαρά την κοινή γνώμη όλου του πλανήτη.



2) Κοινωνικοί ανθρωπολόγοι και ψυχολόγοι φαίνεται ότι επανδρώνουν κανονικά τους στρατούς του ΝΑΤΟ. Σε δημοσίευμα στην Ελευθεροτυπία (29/6/2008) διαβάζουμε….[στη «Στρατιωτική Επιθεώρηση», ο αξιωματικός που έστησε το όλο σύστημα του ψυχολογικού πολέμου (ΗΤΤ), θεωρεί ότι καθήκον της ομάδας ανθρωπολόγων και ψυχολόγων είναι «να συγκεντρώνουν, αποθηκεύουν, χειρίζονται και παρέχουν πολιτισμικά δεδομένα εκατοντάδων κατηγοριών. Τα δεδομένα θα καλύπτουν αντικείμενα όπως σημαντικές τοπικές προσωπικότητες, κοινωνικές δομές, δεσμοί μεταξύ φυλών και οικογενειών, οικονομικά ζητήματα, δημόσιες επικοινωνίες, αγροτική παραγωγή κ.ο.κ.». Όλες αυτές οι πληροφορίες «θα μεταφέρονται τακτικά στα μετόπισθεν για αποθήκευση σ’ ένα ευρύτερο αρχείο, για να επιτρέψουν πιο προχωρημένη ανάλυση κι ευρύτερη χρήση τους από τις στρατιωτικές και άλλες υπηρεσίες». Σε αυτό το κεντρικό αρχείο θα έχουν άλλωστε πρόσβαση όχι μόνο ο στρατός αλλά και «άλλες κρατικές υπηρεσίες των ΗΠΑ» (Don Smith κ.ά., Military Review 9-10-2006).

Ενδιαφέροντα είναι, τέλος, τα επιπλέον κίνητρα που επιστρατεύονται για να πειστούν τα υποψήφια μέλη να «ενσωματωθούν» στις μονάδες του HTS: «Η εργασία σε μια ΗΤΤ παρέχει μια ευκαιρία για την ανάπτυξη νέων μεθόδων έρευνας πεδίου κι ανάλυσης δεδομένων. Οι Επιστήμονες Ανθρώπινου Πεδίου θα μπορούν να γράψουν σχετικά με τις εμπειρίες τους και να συμμετέχουν αλλιώς στην ακαδημαϊκή φιλολογία του πεδίου τους μετά τη συμμετοχή τους, υποκείμενοι στον καθιερωμένο έλεγχο ασφαλείας». Eπιστημονική δηλαδή καριέρα με την πλάτη (και κάτω από τον έλεγχο) του στρατού και των υπηρεσιών ασφαλείας.

Ο επίσημος προπαγανδιστικός λόγος υπέρ του HTS το θέλει να μειώνει την ανεξέλεγκτη βία των αμερικανικών στρατευμάτων, μέσα από τον περιορισμό των «παρεξηγήσεων» (που οφείλονταν στην άγνοια των τοπικών κωδίκων συμπεριφοράς) και την προσέγγιση του ντόπιου πληθυσμού. Υμνητικό ρεπορτάζ των New York Times (5.10.07) αποδίδει π.χ. στην παρουσία της «Ομάδας Ανθρώπινου Πεδίου» μια μείωση κατά 60% των πολεμικών επιχειρήσεων της 82ης αερομεταφερόμενης μεραρχίας στο Αφγανιστάν. Για έμφαση σε «μη θανατηφόρα μέσα (όπως η οικονομική ανάπτυξη)» κάνει λόγο και η επίσημη ιστοσελίδα του προγράμματος, διαβεβαιώνοντάς μας ότι «ένας ανθρωπολόγος μπορεί να είναι αποτελεσματικότερος από ένα βομβαρδιστικό Β-1».
Η ιδέα ενός «εξανθρωπολογισμού του στρατού», κατά τη διατύπωση της Μακφέιτ, επαναλαμβάνεται τακτικά σε κάθε δημόσια παρουσίαση: «Αν είσαι επιστήμονας που αξίζεις τα λεφτά σου και διαφωνείς με τον τρόπο που οι στρατιωτικές επιχειρήσεις κι η στρατιωτική σκέψη έχουν ρημάξει την ποιότητα ζωής των ιθαγενών λαών με τους οποίους ασχολούμαστε», δηλώνει χαρακτηριστικά ο συνταγματάρχης Φοντακάρο στο San Fransisco Chronicle Magazine (29.4.07), «τότε η προσέγγιση που θα επιλύσει αυτό το πρόβλημα είναι κατά τη γνώμη μου η εμπλοκή και η εκπαίδευση. Αυτά γίνονται όχι επειδή είμαστε κακοί, αλλά επειδή είμαστε ηλίθιοι. Η θεραπεία για την ηλιθιότητα είναι η εκπαίδευση. Και ποιός θα παράσχει αυτή την εκπαίδευση, αν όχι εσείς, οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι;»

Στο άρθρο της στο Joint Force Quarterly, η Μακφέιτ θεωρεί π.χ. σαν αντιπροσωπευτικό «κοινωνικό-πολιτισμικό εργαστήρι» το ... «Απόσπασμα Στρατηγικών Σπουδών του 4ου Γκρουπ Ψυχολογικών Επιχειρήσεων» του Πενταγώνου. Σε σχετικό δε άρθρο της «Στρατιωτικής Επιθεώρησης», επικεντρωμένο στην «εθνογραφική κατασκοπεία», ένας αντισυνταγματάρχης εισηγείται την εγκατάσταση «στρατιωτικών εθνογράφων» σε κάθε αμερικανική πρεσβεία, διευκρινίζοντας ότι «η πληροφόρηση από ανοικτές πηγές που θα συγκεντρώνουν οι στρατιωτικοί εθνογράφοι θα μπορούσε να συμπληρώνει τη συγκαλυμμένη δουλειά που γίνεται από τη CIA (και αντιστρόφως)» (Fred Renzi, «Networks: Terra Incognita and the case for Ethnographic Intelligence», Military Review 9-10-2006, σ.16-22).

Αποκαλυπτικότερη όλων είναι ωστόσο η παρουσίαση του HTS από τον ίδιο το σχεδιαστή του. Εκεί, το όλο σύστημα αναγορεύεται χωρίς περιστροφές σε διάδοχο του διαβόητου προγράμματος CORDS («Υποστήριξη Πολιτικών Επιχειρήσεων κι Επαναστατικής Ανάπτυξης») που εφάρμοσαν ο αμερικανικός στρατός, η AID και η ΣΙΑ στο Νότιο Βιετνάμ μεταξύ 1967 και 1972. Σύμφωνα με τους νοσταλγούς του, το CORDS «συνδύαζε την εστιασμένη συλλογή πληροφοριών με άμεση δράση κι ολοκληρωμένες συγχρονισμένες δραστηριότητες που αποσκοπούσαν στο να κερδηθεί ‘η καρδιάς και το μυαλού’ των Νοτιοβιετναμέζων». Επικεφαλής του ήταν ο μετέπειτα διευθυντής της CIA, Ουίλιαμ Κόλμπι.

Οργανικό τμήμα του CORDS αποτελούσε το διαβόητο «Σχέδιο Φοίνιξ», για τον εντοπισμό και τη φυσική εξολόθρευση των πολιτικών στελεχών των Βιετκόγκ στο εσωτερικό των νοτιοβιετναμικών κοινοτήτων. Ο εντοπισμός των στόχων γινόταν με τον κτηνώδη βασανισμό κάθε λογής υπόπτων σε 279 μυστικά ανακριτικά κέντρα, προγόνους της σημερινής Air - CIA, απ’ τα οποία πέρασαν εκατοντάδες χιλιάδες ανακρινόμενοι. Ειδικές ομάδες μισθοφόρων αναλάμβαναν τις εκτελέσεις, που επισήμως υπολογίζονται μεταξύ 25 και 40.000 και αφορούσαν όχι μόνο Βιετκόγκ αλλά και κάθε λογής ανθρώπους που οι χαφιέδες του «Φοίνικα» ήθελαν να βγάλουν από τη μέση.
Η δημοσιοποίηση του προγράμματος προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, έντονες αντιδράσεις στους κόλπους της εμπλεκόμενης επιστημονικής κοινότητας. Με απόφασή του, το ΔΣ της Αμερικανικής Ανθρωπολογικής Ένωσης κήρυξε στις 31 Οκτωβρίου 2007 τις πρακτικές αυτές αντίθετες στον κώδικα ηθικής του σωματείου.
Ο κώδικας ορίζει σαφώς ότι «οι ερευνητές ανθρωπολόγοι πρέπει να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να διασφαλίσουν ότι η έρευνά τους δεν θα θίξει την ασφάλεια, την αξιοπρέπεια ή την ιδιωτικότητα των ανθρώπων με τους οποίους δουλεύουν». Υποχρεώνει επίσης τους ερευνητές «να ενημερώνουν όσους μετέχουν στις έρευνές τους για τις πιθανές επιπτώσεις της επιλογής τους» να τηρηθεί ή όχι η ανωνυμία τους, να αποσπούν τη «συνειδητή συναίνεση» των ερευνόμενων και να «αναγνωρίζουν την υποχρέωσή τους να ανταποδώσουν κατάλληλα το χρέος τους προς τις κοινωνίες και τους ανθρώπους που μελετούν].



3) Επίσης ανατριχιαστικά είναι και τα δεδομένα χρήσης ψυχολογικών τεχνικών στις μεθόδους ανάκρισης. Στην Ελευθεροτυπία (13/6/2004) διαβάζουμε….[εξαιρετικά μεγάλη σημασία, οι οδηγίες της CIA αποδίδουν στην τρομοκράτηση του ανακρινόμενου. «Η απειλή καταναγκασμού συνήθως εξασθενεί ή καταστρέφει την αντίσταση πολύ πιο αποτελεσματικά απ' ό,τι ο ίδιος ο καταναγκασμός», σημειώνει χαρακτηριστικά το εγχειρίδιο του 1963. Με ιδιαίτερη έμφαση επισημαίνεται η ανάγκη ψυχραιμίας του ανακριτή κατά τη διατύπωση των απειλών, αλλά και παροχής στον ανακρινόμενο του αναγκαίου χρόνου για να το ξανασκεφτεί -και να υποκύψει. Εξίσου σημαντική θεωρείται η υποβολή μιας "λογικής δικαιολογίας" γι' αυτή τη συνθηκολόγηση: «Η απειλή, όπως και όλες οι άλλες τεχνικές καταναγκασμού, είναι κατεξοχήν αποτελεσματική όταν συνοδεύεται από την υποβολή μιας διεξόδου από το δίλημμα, ένα εξορθολογισμό αποδεκτό από τον ανακρινόμενο».

Το εγχειρίδιο του 1983 φροντίζει να ξεκαθαρίσει ότι, «αν το αντικείμενο αρνείται να συμμορφωθεί μετά τη διατύπωση της απειλής, αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί. Αν δεν πραγματοποιηθεί, τότε και οι επόμενες απειλές θα αποδειχθούν αναποτελεσματικές». Και τα δύο συμφωνούν, πάντως, ότι οι απειλές θανάτωσης είναι κατά κανόνα αντιπαραγωγικές: οι ευαίσθητοι κρατούμενοι καταρρέουν ολοκληρωτικά, ενώ οι ψύχραιμοι απλώς συνειδητοποιούν πως «αν σιωπήσουν για πάντα, τότε ο ανακριτής έχει αποτύχει».

Η εξασθένιση του ανακρινόμενου συνιστά ένα άλλο κεφάλαιο της όλης μεθοδολογίας. Τα εγχειρίδια απαριθμούν διάφορες τεχνικές (στέρηση ή δραστική μείωση ύπνου και τροφής, υπερβολική ζέστη ή κρύο ή υγρασία, παρατεταμένο στρίμωγμα ή καταπόνηση), με σκοπό την «πρόκληση φυσικής αδυναμίας» που θα επιφέρει «μείωση της ψυχολογικής ικανότητας για αντίσταση».

Κι εδώ, ωστόσο, η παραγωγικότητα της ανάκρισης απαιτεί ελεγχόμενη δοσολογία και, το κυριότερο, εναλλαγές: "Γεύματα και ύπνος που χορηγούνται ακανόνιστα, σε υπερβολικές ή ανεπαρκείς δόσεις, μετακινήσεις που προκύπτουν με βάση ένα μη διακριτό μοντέλο, φυσιολογικά αποπροσανατολίζουν έναν ανακρινόμενο και υπονομεύουν τη θέλησή του να αντισταθεί πολύ πιο αποτελεσματικά απ' ό,τι μια παρατεταμένη στέρηση που οδηγεί σε ατονία».

Ειδική αναφορά γίνεται, φυσικά, στα αποτελέσματα της απομόνωσης. Μετά από αναλυτική επισκόπηση των σχετικών επιστημονικών πειραματισμών, το πρώτο εγχειρίδιο καταλήγει σε σαφή συμπεράσματα-οδηγίες:

1. Όσο πληρέστερα ο χώρος εγκλεισμού εξαφανίζει τα ερεθίσματα των αισθητηρίων οργάνων, τόσο γρηγορότερα και βαθύτερα θα θιγεί ο ανακρινόμενος. Αποτελέσματα που παράγονται μονάχα ύστερα από βδομάδες σ' ένα κανονικό κελί, μπορούν να διπλασιαστούν μέσα σε ώρες ή μέρες σ' ένα κελί που δεν έχει φως (ή έχει ασθενικό τεχνητό φως που ποτέ δεν ποικίλλει), που είναι ηχομονωμένο, όπου οι μυρωδιές έχουν εξαφανιστεί, κ.λπ. Ένα περιβάλλον ακόμη περισσότερο υποκείμενο σε έλεγχο, όπως μια δεξαμενή νερού, είναι ακόμη πιο αποτελεσματικό.

2. Ένα πρώιμο αποτέλεσμα ενός τέτοιου περιβάλλοντος, είναι το άγχος. Πόσο σύντομα εμφανίζεται και πόσο ισχυρό είναι, εξαρτάται από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του ατόμου.

3. Ο ανακριτής μπορεί να επωφεληθεί από το άγχος του αντικειμένου. Όσο ο ανακριτής συνδέεται στο μυαλό του αντικειμένου με την ανταμοιβή ενός μειωμένου άγχους, την ανθρώπινη επαφή και δραστηριότητα με νόημα, και συνεπώς με την παροχή ανακούφισης σε μια αυξανόμενη δυσφορία, ο ανακριτής αποκτά έναν αγαθοεργό ρόλο.

4. Η στέρηση ερεθισμάτων στερεί το μυαλό του αντικειμένου από την επαφή με τον εξωτερικό κόσμο και συνεπώς το εξαναγκάζει να στραφεί προς τον εαυτό του. Την ίδια στιγμή, μια υπολογισμένη παροχή ερεθισμάτων κατά τη διάρκεια της ανάκρισης κάνει το αντικείμενο που έχει καταπέσει να βλέπει τον ανακριτή σαν μια πατρική μορφή. Το αποτέλεσμα, συνήθως, είναι η ενίσχυση των τάσεων του αντικειμένου προς τη συμμόρφωση».

Τελευταίο στάδιο της «καταναγκαστικής ανάκρισης» αποτελεί ο καθ’ εαυτό βασανισμός -ο «πόνος», όπως επιγράφεται το σχετικό υποκεφάλαιο. Τα εγχειρίδια απαξιούν ν' ασχοληθούν με τις τεχνικές λεπτομέρειες, προτιμώντας να εστιάσουν την προσοχή τους στα στρατηγικά ερωτήματα: Σε ποια φάση της ανάκρισης πρέπει να γίνουν τα βασανιστήρια; Ποιες είναι οι ανεπιθύμητες παρενέργειές τους πάνω στην ποιότητα του τελικού προϊόντος;

Τελικό συμπέρασμα: παν μέτρον άριστον! Υπερβολικός βασανισμός του «αντικειμένου» εμπεριέχει τον κίνδυνο ψευδούς ομολογίας του για να γλιτώσει απ' τους πόνους. Κάποιοι ανακρινόμενοι, πάλι, μπορεί να διακατέχονται από μαζοχιστικές τάσεις ή από συμπλέγματα ενοχής, από τα οποία απαλλάσσονται με τον πόνο. Ένα τρίτο ενδεχόμενο είναι, άνθρωποι «με σημαντικό ηθικό ή διανοητικό ανάστημα» να δουν στα βασανιστήρια [μια επιβεβαίωση της πεποίθησης ότι βρίσκονται στα χέρια υποδεέστερων και η αποφασιστικότητά τους να μην υποταχθούν να ενισχυθεί»].

Δεν υπάρχουν σχόλια: