Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

Γεώργιος Σουρής

Γεώργιος Σουρής (1853-1919)*>


> Ποιός είδε κράτος λιγοστό
> σ' όλη τη γη μοναδικό,
> εκατό να εξοδεύει
> και πενήντα να μαζεύει;
> Να τρέφει όλους τους αργούς,
> νά'χει επτά Πρωθυπουργούς,
> ταμείο δίχως χρήματα
> και δόξης τόσα μνήματα;
> Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
> και να σε κλέβουν φανερά,
> κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
> τον κλέφτη να γυρεύουνε;
>
> *******
>
> Κλέφτες φτωχοί και άρχοντες με άμαξες και άτια,
> κλέφτες χωρίς μια πήχυ γη και κλέφτες με παλάτια,
> ο ένας κλέβει όρνιθες και σκάφες για ψωμί
> ο άλλος το έθνος σύσσωμο για πλούτη και τιμή.
> ********
>
> Όλα σ'αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
> ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
> οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
> δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
>
> *******
>
> Ο Έλληνας δυό δίκαια ασκεί πανελευθέρως,
> συνέρχεσθαί τε και ουρείν εις όποιο θέλει μέρος.
>
> *******
>
> Χαρά στους χασομέρηδες! χαρά στους αρλεκίνους!
> σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.
>
> *******
>
> Γι'αυτό το κράτος, που τιμά τα ξέστρωτα γαϊδούρια,
> σικτίρ στα χρόνια τα παλιά, σικτίρ και στα καινούργια!
>
> *******
>
> Και των σοφών οι λόγοι θαρρώ πως είναι ψώρα,
> πιστός εις ό,τι λέγει κανένας δεν εφάνη...
> αυτός ο πλάνος κόσμος και πάντοτε και τώρα,
> δεν κάνει ό,τι λέγει, δεν λέγει ό,τι κάνει.
>
> *******
>
> Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
> ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
> Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
> λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
> Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
> κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
> Κι από προσπάππου κι από παππού
> συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
> Και ψωμοτύρι και για καφέ
> το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
> Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
> σαν πιάσει πόστο: δερβέναγας.
> Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
> να παριστάνει τον ευρωπαίο.
> Στα δυό φορώντας τα πόδια που'χει
> στο'να λουστρίνι, στ'αλλο τσαρούχι .

Δεν υπάρχουν σχόλια: