Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Ο Πάπας της Ρώμης και η Επανάσταση του 1821

Πηγή: www.haniotika-nea.gr


ΓΙΩΡΓΟΣ Η. ΟΡΦΑΝΟΣ
Μετά την πρόσφατη εκλογή νέου Πάπα για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τη Δύση, αλλά και με αφορμή την εθνική επέτειο του Αγώνα του 1821, στο σημερινό μας σημείωμα, που αποτελεί μέρος εκτενέστερης μελέτης για την Επανάσταση του 1821, θα προβάλλουμε τη στάση του Βατικανού και των εν Ελλάδι καθολικών στα χρόνια του μεγάλου ξεσηκωμού.
Όταν, λοιπόν, οι Μεγάλες Δυνάμεις της «Ιεράς Συμμαχίας» συνεδρίαζαν, τους φθινοπωρινούς μήνες του 1822, στη Βερόνα, η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση, γυρεύοντας βοήθεια και αναγνώριση από τους Ευρωπαίους, προσπάθησε να προσεταιριστεί τον Πάπα της Ρώμης, του οποίου η επιρροή σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ήταν σημαντικότατη.
Ένας από τους απεσταλμένους της επαναστατικής κυβερνήσεως, ο Γάλλος συνταγματάρχης και «φιλέλληνας» Philippe Jourdain επιχείρησε, προκειμένου να προσελκύσει το ενδιαφέρον του Πάπα, να συνάψει συμμαχία με το τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών της Μάλτας που θα είχε φοβερές συνέπειες στην Ελλάδα, αφού, σύμφωνα με το σχέδιο της συνθήκης, προβλεπόταν εγκαθίδρυση στον χώρο του Αιγαίου ενός φράγκικου πολιτικοθρησκευτικού καθεστώτος, αλλά τελικά αποφεύχθηκε μια τέτοια συμφωνία, διότι η επαναστατική Κυβέρνηση, ύστερα από αμφιταλαντεύσεις, διέκοψε τις διαπραγματεύσεις και απέρριψε τις προτάσεις των ιπποτών της Μάλτας.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι μέλη της κυβερνήσεως, όπως ο Μαυροκορδάτος και ο Νέγρης, προέβησαν σε πολλές μυστικές διπλωματικές ενέργειες για τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με τον Παπικό θρόνο και προέβαλαν το επιχείρημα της ενώσεως των δύο Εκκλησιών. Σε κείμενα ο Πάπας καλείται «κεφαλή των Χριστιανοσύνης» και ο εκπρόσωπος της ελληνικής Κυβερνήσεως αποστέλλεται για να υποβάλει ταπεινά «τον σεβασμό, τη λατρεία και την εκτίμηση ολοκλήρου του ελληνικού έθνους».
Έτσι, κατόπιν τούτων, απεστάλη στον Πάπα μια Επιτροπή που αποτελείτο από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, τον γιο του Πετρόμπεη. Η αποστολή αυτή είχε δύο σκοπούς. Ο ένας ήταν πολιτικός και αφορούσε τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με το Βατικανό και ο άλλος ήταν εκκλησιαστικός και αφορούσε την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένωση των Εκκλησιών, που είχαν διακοπεί με την άλωση της Πόλης (1453).
Η αποστολή έφθασε στην Αγκόνα στις 14 η 15 Δεκεμβρίου του 1822 και άρχισε αμέσως το έργο της. Φαίνεται από διάφορα κείμενα ότι οι αξιωματούχοι του Βατικανού διαβίβασαν στον Π.Π. Γερμανό «το ενδιαφέρον που πάντα έδειχνε ο παπικός θρόνος για την επιστροφή των ορθοδόξων στη δικαιοδοσία του υπέρτατου ποντίφικα, του υπέδειξε έμμεσα ως πρότυπο για την οποιαδήποτε συζήτηση περί ενώσεως τη σύνοδο της Φλωρεντίας (1439)...».
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, όμως, όπως σημειώνει ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου, Ιερόθεος, «ως Ορθόδοξος Ιεράρχης, δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί μια τέτοια πρόταση που συνιστούσε προδοσία της πίστεως και υποδούλωση της αληθείας της Εκκλησίας και μάλιστα ήθελε να διαφυλάξει και την Ορθόδοξη Εκκλησία ελεύθερη από κάθε υποδούλωση. Έτσι, προσπάθησε αφενός μεν με διαφόρους τρόπους να αποφύγει να επισκεφθεί τη Ρώμη και να συναντήσει τον Πάπα, αφετέρου δε παραπληροφορούσε εσκεμμένα την Ελληνική πολιτική ηγεσία, με το να τους αποκρύπτει όλα όσα συζητούσε με τους παπικούς αξιωματούχους, γιατί ενδεχομένως η πολιτική εξουσία θα προτιμούσε κάτι τέτοιο, αν αυτό ωφελούσε τα πολιτικά πράγματα που τους ενδιέφεραν εκείνο το χρονικό διάστημα. Η τακτική αυτή του Παλαιών Πατρών Γερμανού απέβλεπε σε τρεις σκοπούς. Πρώτον, να διαφυλάξει το κύρος και την αλήθεια της ορθοδόξου πίστεως και να μην αλλοιωθεί από διάφορες κακοδοξίες. Δεύτερον, να μην υποσκάψει το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο οποίο ακόμη ανήκε, γιατί τέτοιες πρωτοβουλίες υπάγονται στην κανονική αρμοδιότητά του. Και τρίτον, γιατί ήθελε να διασφαλίσει το κύρος και την ελευθερία της Ορθοδόξου Εκκλησίας από τις αλλεπάλληλες και σταδιακές πολιτικές παρεμβάσεις, γιατί και τότε φάνηκε ότι η πολιτική ηγεσία ήθελε να χρησιμοποιήσει την Εκκλησία, για διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες».
Πάντως, ό,τι μάλλον «ναρκοθέτησε» περισσότερο τις επαφές Ελλήνων και Πάπα το 1822 δεν ήταν μόνο οι αντιδράσεις του Κοραή και άλλων διανοουμένων, αλλά, κυρίως, η αγγλική πολιτική, που δεν ήθελε να περάσει υπό την παπική επιρροή και τη γαλλική «προστασία» ο Αγώνας των Ελλήνων. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραβλέψουμε και την «εχθρική» στάση και των Καθολικών το θρήσκευμα Κυκλαδιτών προς τους επαναστάτες και τις κυβερνήσεις τους.
Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει ο Κων/νος Μανίκας, με την έναρξη της ελληνικής Επαναστάσεως και την πρόσκληση των οπλαρχηγών στους Λατίνους να συμμετάσχουν και οι Λατίνοι στο έργο της απελευθερώσεως της Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό, κατ’ αρχάς αποστασιοποιήθηκαν από τις πρώτες επαναστατικές ενέργειες και δεν συμμετείχαν στην επανάσταση των Ελλήνων. Στη Σύρο, σε σύσκεψη που έγινε, «αποφασίστηκε η μη συμμετοχή τους στην επανάσταση». Το ίδιο συνέβη και σε άλλες περιοχές, όπως στην Τήνο και τη Νάξο. Επέλεξαν δηλαδή την αρχή της ουδετερότητας. Ομως δεν στάθηκαν μόνο σ’ αυτό, αλλά προχώρησαν και σε άλλες αντεπαναστατικές ενέργειες, μέσω των γαλλικών προξενικών πρακτόρων. Πράγματι, με πολλούς τρόπους και με πολλές ενέργειες, επιδείκνυαν τα φιλοτουρκικά τους αισθήματα και ότι αυτοί παραμένουν πιστοί στον Σουλτάνο.
Ας ιδούμε, όμως, και κάποιες σημαντικές μαρτυρίες για το ίδιο θέμα, που παρουσιάζουν εύγλωττα την «αντίθεση» στο Αιγαίο, ανάμεσα στους Ορθόδοξους  Ελληνες και τους Καθολικούς Αιγαιοπελαγίτες. O Αγγλος διπλωμάτης Strahgford σε αναφορά του προς το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του (25/5/1822, Public Record Office. F.O. 78, τ. 108)) αναφέρει: «H Γερουσία της Κορίνθου έστειλε γράμμα στους Καθολικούς ιεράρχες της νήσου Σύρου, συνιστώντας ενότητα και φιλία με τους Έλληνες Ορθοδόξους αδελφούς και καλώντας τον Αρχιεπίσκοπο να μεταβεί στην Κόρινθο. O Αρχιεπίσκοπος απήντησε ότι διαταγές δέχεται μονάχα από τον πνευματικό του αρχηγό (τον Πάπα) ή από το νόμιμο ηγεμόνα του «τον βασιλιά της Γαλλίας!..».
Τα γράμματα, όπως βλέπουμε στο έργο του Georg Hofmann, «Das Papsttum und der Griechische Freiheitskampf»,  τα είχαν στείλει ο Μαυροκορδάτος και ο Θ. Nέγρης στον παπικό αρχιεπίσκοπο Nάξου Aνδρέα Bεγγέτι (Kόρινθος, 14 Απρίλη 1822). Αυτός έγραψε στον Πάπα ότι θα πήγαινε «αν είχε άδεια από την Πύλη και του παρείχε ασφάλεια ο Γάλλος Πρεσβευτής». O Άγγλος κληρικός George Waddihgton, εξάλλου, γράφει: «Είναι απίστευτο το μίσος αυτών των Καθολικών Ελλήνων εναντίον των συμπατριωτών τους Ορθοδόξων. Όχι μόνον δεν πήραν μέρος στην επανάσταση, αλλά εύχονται το ναυάγιό της!».O Γάλλος Maxime Rayband, τέλος, παρατηρεί: «Oι Συριανοί Καθολικοί μισούσαν τους Έλληνες Ορθοδόξους και ήθελαν να μη αναμιχθούν διόλου στην επανάσταση... O Οθωμανικός στόλος επιστρέφοντας στα Δαρδανέλια πέρασε από τη Σύρα. Oι Kαθολικοί πρόκριτοι ανέβηκαν στη ναυαρχίδα του Kαπουδάν Πασά, ανανεώνοντας τον όρκο τους για αιώνια πίστη στην Yψηλή Πύλη. Και ο στόλαρχος ευχαριστημένος χάρισε στον καθένα τους από ένα μεταξωτό καφτάνι».
Υπάρχει, όμως, και αντίλογος σ’ αυτές τις αιτιάσεις των Ελληνορθόδοξων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Καθολική Εκκλησία της Ελλάδας, οι Έλληνες καθολικοί ήταν διστακτικοί απέναντι στην Επανάσταση για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς ήταν η έλλειψη οπλισμού και στρατιωτικών υποδομών και εκπαίδευσης. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και άλλα νησιά, χωρίς Έλληνες καθολικούς, παρουσίαζαν την ίδια διστακτικότητα. Σε καμία περίπτωση, όμως, οι Καθολικοί δεν διακατέχονταν από φιλοτουρκικά αισθήματα καθώς και οι ίδιοι βρίσκονταν υπό τον τουρκικό ζυγό. Η Οθωμανική αυτοκρατορία τους θεωρούσε εξαρτημένους από τον μεγάλο εχθρό της μουσουλμανικής θρησκείας, τον Πάπα. Επίσης, οι Καθολικοί των νησιών αντιμετωπίζονταν εχθρικά από τους Ορθόδοξους συμπολίτες τους, με αποτέλεσμα να απομονωθούν και να είναι και οι ίδιοι επιφυλακτικοί απέναντί τους. Αυτό το αίσθημα της επιφυλακτικότητας αναπτύχθηκε ιδιαίτερα με την τετραετή Ρωσική κυριαρχία, περίοδος στην οποία καταπατήθηκαν τα δικαιώματά τους και προσβλήθηκε το θρησκευτικό τους αίσθημα. Επακόλουθο των παραπάνω ήταν ο φόβος, από μέρος των Ελλήνων καθολικών, ότι δεν θα υπολογιστούν σαν ισότιμοι Έλληνες πολίτες στα πλαίσια του ελεύθερου Ελληνικού κράτους. Ο φόβος αυτός μετριάστηκε με τις διαβεβαιώσεις της πρώτης ελληνικής κυβέρνησης για θρησκευτική ελευθερία και ισονομία. Από εκείνο το σημείο, οι Έλληνες καθολικοί δεν έπαψαν να προσφέρουν στον αγώνα για την ελευθερία, οικονομικά και στρατιωτικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: