Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2009

Η «αριστερή» «ξύλινη» γλώσσα της ουτοπίας, της ακινησίας και της ενσωμάτωσης

Από http://www.resaltomag.gr

Έχουμε υπογραμμίσει και αναλύσει πολλές φορές ότι η σημερινή παραδοσιακή αριστερά έχει πάψει να είναι Αριστερά. Είναι «αριστερά» με εισαγωγικά, δηλαδή χρησιμοποιεί το όνομα «αριστερά», για να σφετερίζεται και να καπηλεύεται τις αγωνιστικές παραδόσεις και το κύρος των αριστερών ιδεών και κινημάτων.
Η πλειονότητα αυτών των «αριστερών» δυνάμεων, στην κοινοβουλευτική, αλλά εξωκοινοβουλευτική τους έκφανση, έχει μεταλλαχτεί σε «γρανάζι», και μάλιστα ηγεμονικό ιδεολογικό «γρανάζι», του πλανητικού ιμπεριαλισμού. Γι’ αυτό έχει εγκαταλείψει κάθε αγώνα για την ανατροπή του καπιταλισμού, συνακόλουθα και για τον εμπλουτισμό της σοσιαλιστικής θεωρίας.
Φυσικά, πολλές από αυτές τις «αριστερές» δυνάμεις, στα λόγια μιλούν, και μάλιστα πολύ «ταξικά», για το σοσιαλισμό και τον καταστροφικό καπιταλισμό: Μια γλώσσα «ξύλινη», τελεσιγραφική και τσιτατολογική, μια γλώσσα κούφιας «επαναστατικής» ρητορείας.
Με τους επαναστατικούς, όμως, ήχους των λέξεων και των φράσεων δεν μπορεί να ανοίξεις κανένα δρόμο συγκεκριμένης αντικαπιταλιστικής πάλης. Αντίθετα η κούφια «επαναστατική» φλυαρία οδηγεί στην παθητικότητα και στην ακινησία. Αποτελεί απλώς το άλλοθι της αδράνειας, της στήριξης του συστήματος και εν τέλει στην ενσωμάτωση σε αυτό.
Ένα αριστερό κίνημα επεξεργάζεται συγκεκριμένα αιτήματα που ενώνουν και κινητοποιούν τους εργαζόμενους και αποτελούν «μεταβατικές γέφυρες» ανόδου του συνειδητού πολιτικού αγώνα και της οργάνωσης του λαού.
Με γενικολογίες και αφαιρέσεις δεν μπορεί να διεξαχθεί κανένας αγώνας. Και οι αφαιρέσεις χρησιμοποιούνται πάντα για να καλύψουν όχι μόνο την πολιτική μας μιζέρια, αλλά και τις αμαρτίες μας: Τις προδοσίες μας…
Δεν θα προβούμε σε μια ολοκληρωμένη ανάλυση της κατάστασης, δηλαδή της ολοκληρωτικής χρεοκοπίας, όλων αυτών που σήμερα μιλάνε στο όνομα της Αριστεράς. Θα καταπιαστούμε με ένα πολύ συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο αποδεικνύει και από μόνο του, αυτή τη χρεοκοπία και προδοσία της «αριστεράς»: ΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ!
Η «αριστερά» πάνω σε αυτό του τεράστιο ζήτημα αποκαλύπτει το σημερινό, νεοταξικό της ρόλο και το πόσο μακριά βρίσκεται από την Αριστερά.
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος της ανεργίας, το εργατικό κίνημα διεκδικούσε πάντα το μοίρασμα της δουλειάς σε όλους, χωρίς μείωση μισθών, ώστε να μην υπάρχει ούτε ένας άνεργος. «Λιγότερη δουλειά - δουλειά για όλους»: Αυτό ήταν το επαναστατικό αίτημα-σύνθημα της Αριστεράς. Ένα αίτημα-σύνθημα ενότητας, συσπείρωσης και οργάνωσης των αγώνων και ταυτόχρονα «μεταβατική γέφυρα» που οδηγούσε διαλεκτικά στη συνειδητοποίηση της ανατροπής του καπιταλισμού.
Αυτό το ιστορικά επαναστατικό αίτημα, το κλασσικό αριστερό σύνθημα, έχει πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων, μαζί με άλλες κατακτήσεις του επαναστατικού κινήματος: Θεωρητικές, πολιτικές και οργανωτικές.
Και καλά οι «αριστερές» αιχμές της Νέας Τάξης και η κυβερνώσα «αριστερά»: ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ.
Αλλά και το ίδιο το ΚΚΕ το έχει εγκαταλείψει και αναλώνεται σε διαπιστώσεις για την ανεργία, σε «ταξική», ηθική καταγγελία του καπιταλισμού και σε γενικά, ουτοπικά «αιτήματα», για τη μείωση της ανεργίας.
ΚΑΜΙΑ ζύμωση, συσπείρωση και πρακτική κινητοποίησης για: «Λιγότερη δουλειά - δουλειά για όλους».
Αυτό δεν είναι τυχαίο, όπως θα δείξουμε παρακάτω.
Εδώ, απλώς να επισημάνουμε, ότι οι πλέον θλιβεροί είναι οι «αριστεριστές». Αυτοί «διεκδικούν» την εξάλειψη της ανεργίας όταν θα κατακτηθεί η εξουσία!!!
Η πρότασή τους για την ανεργία συμπυκνώνεται στα παρακάτω:
«Eνάντια στο κλείσιμο των εργοστασίων και την ανεργία προτείνουμε: Έλεγχο στα βιβλία των επιχειρήσεων που επικαλούμενες την κρίση κάνουν μαζικές απολύσεις, κλείνουν ή μεταφέρουν τις παραγωγικές τους δραστηριότητες σε άλλες χώρες. Εθνικοποίηση χωρίς αποζημίωση και λειτουργία τους κάτω από εργατικό έλεγχο. Κατάσχεση των προσωπικών περιουσιακών στοιχείων των καπιταλιστών που ενώ παίρνουν τα γνωστά θαλασσοδάνεια χρεοκοπούν και κλείνουν τις επιχειρήσεις.»
Τί λένε οι φωστήρες στους ανέργους; «Πρέπει να κάνουμε πρώτα επανάσταση και να καταλάβουμε την εξουσία για να βρούμε μεροκάματο»!
Γιατί, ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι μόνο μετά από μια νικηφόρα επανάσταση είναι δυνατό να έχουμε αυτά που λένε: «Εθνικοποίηση (των επιχειρήσεων) χωρίς αποζημίωση και λειτουργία τους κάτω από εργατικό έλεγχο. Κατάσχεση των προσωπικών περιουσιακών στοιχείων των καπιταλιστών...»!!!
Όλες αυτές οι θλιβερές «αριστερές» δυνάμεις, σε όλες τις παραλλαγές τους (εντός και εκτός κοινοβουλίου) τοποθετούν το άλογο πίσω από το κάρο. Σκόπιμα αγνοούν το αλφάβητο: Δεν πάμε από την ανατροπή του συστήματος στις καθημερινές διεκδικήσεις αλλά διεκδικούμε λύσεις εδώ και τώρα και εφόσον δεν δίδονται, προχωράμε τον αγώνα για τις καθημερινές διεκδικήσεις μέχρι την τελική του συνέπεια, μέχρι την ανατροπή του συστήματος.
Όπως είπαμε αυτή η αγωνιστική εγκατάλειψη του «αυτονόητου», δηλαδή του κλασσικού αριστερού αιτήματος, «Λιγότερη δουλειά - δουλειά για όλους», δεν είναι τυχαία. Αποτελεί τη συνέπεια της αποδοχής των «ανοικτών συνόρων». Δεν μπορεί να θέτεις το αριστερό, επαναστατικό αίτημα και ταυτόχρονα να αποδέχεσαι την εισβολή των αλλοδαπών: Το νεοταξικό αυτό σχέδιο.
Όλες αυτές οι «αριστερές» δυνάμεις δεν θέλουν ούτε καν να αγγίξουν το πρόβλημα του αλλοδαπού εφιάλτη. Και με αυτούς τους όρους του εφιάλτη καμιά μείωση των ωρών εργασίας δεν μπορεί να υπάρξει, ούτε και είναι αρκετή για να έχουν δουλειά όλοι αυτοί που συρρέουν ασταμάτητα στην Ελλάδα.
Με την λαθρομετανάστευση θα είμαστε πάντα άνεργοι ανεξάρτητα απ’ το αν οι επιχειρήσεις παραμένουν ιδιωτικές ή είναι εθνικοποιημένες.
Πρώτος όρος για να έχουμε δουλειά είναι να πάψει η Ελλάδα να είναι ξέφραγο αμπέλι, να επανα-προωθηθούν οι λαθρομετανάστες στις χώρες τους και να απαγορευτεί (αντί να πριμοδοτείται) η μετανάστευση κεφαλαίων στο εξωτερικό, εκεί που υπάρχει φτηνό μεροκάματο. Όταν, λοιπόν, η «αριστερά» δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με συγκεκριμένες κινηματικές προτάσεις το πρόβλημα της ανεργίας (το Νο 1 πρόβλημα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης) τότε είναι εντελώς άχρηστη. Είναι πρακτικά με μέρος του καθεστώτος και υπηρέτης του υπερεθνικού κεφαλαίου.
Τα λόγια της κούφιας «ταξικής ρητορείας» δεν καλύπτουν αυτή την προδοσία…

Ο σκοπός της ζωής

του Γιάννη Βελίκη

Όταν ένας άνθρωπος έχει αποκτήσει μία επαρκή και μόνιμη λειτουργία ως αληθής εαυτός μπορεί να α) ζει στο κοινωνικό του περιβάλλον χωρίς να απορροφάται από αυτό, β) δημιουργεί και αναπτύσσεται αρμονικά μαζί με τους άλλους, γ) προσαρμόζεται στις καθημερινές προκλήσεις της καθημερινότητας, στα «μικρά και στα μεγάλα», και δ) «έχει τη δυνατότητα να αλλάζει αυτά που μπορεί, να δέχεται αυτά που δεν μπορεί να αλλάξει, και έχει τη σοφία να ξεχωρίζει πότε να κάνει το ένα και πότε το άλλο», τότε ο άνθρωπος αυτός λειτουργεί με άριστη ψυχική υγεία.
Ωστόσο, εκτός από το να απαντά κατάλληλα σε παρόντα και καθημερινά ερεθίσματα, χρειάζεται και ένα πλάνο ζωής, ένα όραμα, ένα χάρτη, που θα τον οδηγεί προς ένα σκοπό στο μέλλον, θα προδιαγράψει τις κινήσεις του και θα τον κάνει να στοχεύσει για το υπόλοιπο της ζωής του.
Απάντηση στην ανωτέρω ανάγκη του ανθρώπου αποτελεί όλη η φιλοσοφία, θρησκειολογία και οι ψυχολογικές θεωρίες που αναπτύχθηκαν σε όλη την υφήλιο δια μέσω των αιώνων. Το πώς πρέπει να ζει ένας άνθρωπος και που πρέπει να φτάσει αποτέλεσαν αντικείμενο συζητήσεων πολλών ανθρώπων και πολιτισμών σε όλη την πορεία της ανθρωπότητας, που πολλές φορές κατέληξαν σε αψιμαχίες, αφορισμούς, ιδεολογικούς πολέμους, φυλακίσεις, κάψιμο βιβλιοθηκών κ.α.
Από την πληθώρα των θεωριών για τον ιδανικό άνθρωπο, ορισμένες είναι αρκετά χαρακτηριστικές και υιοθετούνται από τους σύγχρονους ανθρώπους. Αυτές είναι:

Ταυτότητα και σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον
Αντίθετα από παλαιότερες εποχές κατά τις οποίες το πρόσωπο καθοριζόταν ανάλογα με τη φυλετική, την εθνική, την κοινωνική και την οικονομική της ταυτότητα, σήμερα αυτό ο καθορισμός έχει αποδομηθεί. Αντ’ αυτού, τα κυρίαρχα στοιχεία καθορισμού της ταυτότητας ενός προσώπου έχουν γίνει τα στοιχεία αυτά που μπορούν να έχουν αξία στη σημερινή αγορά. Για παράδειγμα, ένας ηθοποιός δεν κρίνεται και δεν γίνεται αντιληπτός για τα στοιχεία της προσωπικότητας του, παρά μόνο για τις ικανότητες του αυτές που μπορούν να εξαργυρωθούν και να τιμηθούν με χρήματα στη σημερινή αγορά του Χόλυγουντ. Αντίστοιχα, ένας γνωστός παρουσιαστής της τηλεόρασης «κοστίζει» για ένα κανάλι τα τάδε χρήματα, και ένας μάνατζερ για μια επιχείρηση τα δείνα χρήματα.
Με αυτού του σημερινού τύπου καθορισμό, είναι σαφές ότι ένας καλός πωλητής ακινήτων τιμάται με υψηλότερη τιμή από έναν ανειδίκευτο εργάτη αποθήκης. Επομένως, στη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα, ο πρώτος έχει και μεγαλύτερη «αξία» ως κοινωνικό υποκείμενο από τον δεύτερο. Για το λόγο αυτό, μία μεγάλη συνήθως επένδυση των σημερινών ανθρώπων σε χρόνο και προσπάθεια γίνεται ώστε να επιτύχουν μία κοινωνική θέση, όπου οι υπόλοιποι θα τους κατατάσσουν ως «άξιους». Δεν είναι λοιπόν παράξενο, το ότι ενώ οι σημερινές δυτικές κοινωνίες έχουν λύσει κατά το πλείστον το βιοτικό πρόβλημα, εμφανίζεται το φαινόμενο της εργασιομανίας και της αδιάκοπης προσπάθειας για επίτευξη μεγαλύτερων οικονομικών στόχων. Ο ιδανικός άνθρωπος είναι αυτός που μπορεί να αποκτήσει και να ζήσει με όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα.
Η ανωτέρω φιλοσοφία κυριαρχεί στις κοινωνίες της Β. Αμερικής και της Ευρώπης και έχει εξαπλωθεί στις ανώτερες τάξεις των χωρών όλου του κόσμου. Ως στυλ ζωής (lifestyle) είναι το πιο διαδεδομένο και το όνειρο που κυνηγάνε δισεκατομμύρια άνθρωποι. Η ζωή των σημερινών Κροίσων ενδιαφέρει ειδική ομάδα δημοσιογράφων (paparazzi) και τηλεοπτικές σειρές τύπου Τόλμη και Γοητεία είναι πάντα πετυχημένες. Δυστυχώς, δεδομένου του δύσκολου να συμβεί σεναρίου, όπου ένας νέος με μόρφωση και κανονική δουλειά μπορεί να γίνει κάποτε πλούσιος, πολλοί νέοι και νέες παρατούν το σχολείο και προσπαθούν να βρουν εύκολους τρόπους πλουτισμού (μόντελιγκ, τραγούδι, πορνεία κ.α.).
Η οικολογική πρόταση
Η παρατήρηση της φύσης μας δείχνει ότι η δαρβινική θεωρία δεν είναι ο μόνος αιτιολογικός παράγοντας της εξέλιξης. Πράγματι, το σύνολο των ζώων και φυτών επιδιώκει να επιβιώσει και να αναπαραχθεί, ωστόσο ταυτόχρονα το καθένα από αυτά εξυπηρετεί και μία φυσική ισορροπία, την οικολογία, που είναι ξένη από την αμιγώς ατομική του επιβίωση. Παράδειγμα αυτού είναι η προβοσκίδα των εντόμων που περιλαμβάνει μια επικάλυψη, άχρηστη για το έντομο, που συλλέγει τη γύρη και γονιμοποιεί το άνθος.
Ότι αποτελεί τροφή για το ένα είδος, για τα άλλα μπορεί να είναι δηλητήριο, και ότι αποτελεί άχρηστα υλικά για κάποια, είναι τροφή για κάποια άλλα. Έτσι, η εξέλιξη των ειδών ακολουθεί ταυτοχρόνως δύο κανόνες, αυτού της δαρβινικής επιβίωσης του κάθε οργανισμού και αυτού της οικολογικής επιβίωσης του ευρύτερου περιβάλλοντος. Οι κανόνες αυτοί σε κάποιες περιπτώσεις έρχονται σε αντίθεση, και τότε υπερισχύει ο δυνατότερος. Παραδείγματος χάρη, αν ο πληθυσμός των ψαριών μειωθεί υπερβολικά σε μία λίμνη, τότε τα ζώα που τρέφονται από αυτά μπορεί να αναζητήσουν αλλού τροφή για ένα διάστημα, παρά τη δυσκολία του εγχειρήματος, έως ότου τα ψάρια πολλαπλασιασθούν. Επίσης, ο υπερπληθυσμός, αναγκάζει το είδος σε μετανάστευση ή θάνατο, προκειμένου να ισορροπηθεί και πάλι η σχέση με το περιβάλλον. Τα ανωτέρω, δεν μπορεί παρά να ισχύουν και για τον άνθρωπο. Ο ιδανικός άνθρωπος ζει σε αρμονία με τους γύρω του και το φυσικό περιβάλλον. Δεν καταναλώνει άσκοπα, δεν προσπαθεί να επιβληθεί μέσω ισχύος σε άλλους, δεν έχει υλικές απαιτήσεις.
Το συγκεκριμένο στυλ ζωής εμπνέει μία μικρή μερίδα ατόμων οικολογικών οργανώσεων, ή ατόμων με οικολογική συνείδηση και πραγματικά έχει ωφελήσει γενικότερα τα περιβάλλοντα στα οποία αυτοί οι άνθρωποι δραστηριοποιούνται. Οι άνθρωποι αυτοί επιβάλουν σε τοπικό επίπεδο λειτουργίες όπως το σταμάτημα της μόλυνσης, την ανακύκλωση, τη χρήση πράσινων μορφών ενέργειας κ.α. Δυστυχώς δεν έχει ακόμη έλξει μεγάλες κοινωνικές μάζες. Παράδειγμα τέτοιων τύπων οργάνωσης οικολογικής συνείδησης και κοινοκτημοσύνης, αποτελούν μεταξύ άλλων, κοινωνίες των χίπις και ορισμένων μοναστηριών.

Οι θεοσεβούμενοι
Η κατηγορία των θεοσεβούμενων ακολουθεί τον τρόπο ζωής που έχει ορίσει γι’ αυτούς η θρησκεία τους. Ανεξάρτητα αν αυτή είναι ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός, το Ισλάμ, ο Ινδουισμός ή κάποια άλλη, οι θεοσεβούμενοι κάθε θρησκείας συνήθως πιστεύουν στη μετα – θάνατο ζωή, στο ότι χρειάζονται κάθαρση, στην τιμωρία των αμαρτωλών, και στο ιερατείο που είναι αντιπρόσωποι του Θεού. Οι άνθρωποι αυτοί είναι γενικά σίγουροι ότι αυτά που τους διδάσκει η θρησκεία τους είναι αλήθεια και επομένως και ο τρόπος ζωής τους απλά συντονίζεται στο ανάλογο πρότυπο.

Η αυτοπραγμάτωση
Από τα τέλη του 19ου αιώνα που επισημοποιήθηκε η ανεξαρτησία της ψυχολογικής επιστήμης από τη φιλοσοφία, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες να σκιαγραφηθεί ένα μοντέλο ζωής που θα ήταν αποδεκτό ως ορθό από την επιστημονική ψυχολογία. Εξ άλλου και οι ψυχοθεραπευτές, αφού ελέγξουν σε πρώτο βαθμό τα συμπτώματα των θεραπευόμενων τους, χρειάζονται σε δεύτερη φάση ένα σχέδιο ζωής με κανόνες σύμφωνα με το οποίο οι άνθρωποι θα ζουν εφεξής ευτυχισμένοι.
Την πιο διάσημη απάντηση έως σήμερα την έχει δώσει ο ψυχολόγος Μάσλοου. Ο Μάσλοου είχε την ιδέα να δημιουργήσει μια ιεραρχία αναγκών, που έγινε διάσημη ως η πυραμίδα των αναγκών. Ονόμασε φυσιολογικές ανάγκες τις βασικές φυσιολογικές ανάγκες που έχει ο άνθρωπος, π.χ. την ανάγκη για αέρα, τροφή, ύπνο κ.λ.π. Ονόμασε ανάγκες ασφάλειας τις ανάγκες που έχουμε να ζούμε σ’ ένα σπίτι, να προστατεύουμε το σώμα μας από το κρύο ή από διάφορες επιθέσεις, να είμαστε υγιείς, να έχουμε μια ψυχολογική υποστήριξη. Τα δυο αυτά είδη αναγκών ικανοποιούν τα σωματικά ένστικτα. Οι επόμενες ανάγκες ονομάζονται ανάγκες κοινωνικής αποδοχής και έχουν σχέση με την ανάγκη να έχουμε έναν κύκλο που να μας αγαπά και να μας αποδέχεται, μέσα στον οποίο αισθανόμαστε καλά, και σε δεύτερη φάση να έχουμε κύρος σε αυτόν τον κύκλο και ίσως ευρύτερα στην κοινωνία.
Τέλος, ο Μάσλοου πρωτοτύπησε όταν μίλησε για μία ανάγκη που τον έκανε διάσημο και έως σήμερα χρησιμοποιείται σε όλες τις ανθρωπιστικές επιστήμες, από τις εκπαιδευτικές μέχρι το μάνατζμεντ ανθρώπινου δυναμικού. Πρόκειται για την ανάγκη αυτό – πραγμάτωσης, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος θέλει να παίρνει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή, να βασίζεται στα πόδια του και να έχει δικές του ιδέες και πιστεύω.
Η ανάγκη αυτή προέκυψε αφού μελέτησε σημαντικά πρόσωπα όπως ο Λίνκολν, ο Σπινόζα, ο Γκάντι, ο Αιστάιν κ.α. και έκανε μία λίστα με τα κοινά τους χαρακτηριστικά. Είδε ότι αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να ξεχωρίσουν αυτό που είναι αληθινό κι αυθεντικό. Μεταχειρίζονταν τις δυσκολίες της ζωής σαν προβλήματα που απαιτούν λύσεις. Θεωρούσαν ότι τα μέσα συχνά είναι πιο σημαντικά από τους σκοπούς. Είχαν ανάγκη για μοναξιά κι ένιωθαν άνετα να είναι μόνοι τους. Βασίζονταν στις δικές τους εμπειρίες και κρίσεις.
Ήταν μη κομφορμιστές, είχαν δημοκρατικές αξίες, κοινωνικό ενδιαφέρον, συμπόνια κι ανθρωπισμό. Αποδέχονταν τον εαυτό τους και τους άλλους και ήταν αυθόρμητοι και απλοί. Δεν θέλανε να είναι προσποιητοί ή ψεύτικοι. Είχαν την ικανότητα να δουν ακόμη και τα καθημερινά πράγματα με θαυμασμό. Είχαν την ικανότητα να είναι δημιουργικοί κι εφευρετικοί και έτειναν να έχουν ακραίες εμπειρίες. Για τα ελαττώματα έδειχναν αποδοχή και ρεαλιστικές ενοχές.
Μεταγενέστεροι μελετητές του Μάσλοου προσέθεσαν και άλλες ανάγκες όπως τις γνωστικές, τις αισθητικές και τις υπερβατικές (όπου κάποιος έχει ανάγκη να βοηθήσει τους άλλους να καλύψουν τις ανάγκες τους), αλλά η κατάταξη του Μάσλοου παρέμεινε η πιο διάσημη.
Όπως είναι φυσικό, οι ψυχολόγοι έκτοτε έχουν την τάση να οδηγήσουν τους πελάτες τους να βρουν τρόπους, ώστε να καλύπτουν όλες τις ανάγκες τους (κατά Μάσλοου), συμπεριλαμβανομένης της ανάγκης για αυτό – πραγμάτωση. Όπως προαναφέρθηκε, το συγκεκριμένο μοντέλο έχει μεγάλη εφαρμογή σε όλους τους τομείς όπου υφίσταται ο ανθρώπινος παράγοντας, π.χ. εκπαίδευση, στρατός, βιομηχανία κ.α.

Η ανάγκη για αγάπη

του Γιάννη Βελίκη

Η ανάγκη του κάθε θηλαστικού στο να είναι μέλος μιας ομάδας και να αναγνωρίζεται ως τέτοιο από τα υπόλοιπα μέλη, είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Αυτό ισχύει οπωσδήποτε στα χρόνια της παιδικής ηλικίας, ωστόσο και στα ενήλικα χρόνια παραμένει εξαιρετικά σημαντικό ζήτημα για τα περισσότερα θηλαστικά. Ο Χάρλοου, στα πειράματα του με μαϊμουδάκια που αποχωρίστηκαν τις μητέρες τους, έδειξε ότι το πιο αρχέγονο άγχος είναι το άγχος αποχωρισμού. Τα μικρά ζώα, προτιμούσαν μία γούνινη κούκλα που δεν είχε μπιμπερό από μία συρμάτινη κούκλα που τα τάιζε κανονικά, προκειμένου να νιώσουν τη ζεστασιά της γούνας της και την αίσθηση σα να είναι κοντά με τη μητέρα τους. Στους ανθρώπους ισχύουν οι αντίστοιχες ανάγκες όπως φαίνεται από τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα:
α) στις κοινωνίες όπου εφαρμόζεται η πρακτική του βουντού, αρκεί να δείξει ο μάγος με το κόκαλο ένα μέλος και αυτό σε μια – δύο μέρες είναι πολύ πιθανόν να αρρωστήσει και να πεθάνει. Ο λόγος είναι ότι από τη στιγμή που θα το δείξει ο μάγος, το άτομο αμέσως καθίσταται εκτός ομάδας και οι υπόλοιποι τού συμπεριφέρονται ως μελλοθάνατο. Τα συναισθήματα απελπισίας και απομόνωσης που κατακλύζουν το δύστυχο άτομο είναι ικανά να το σκοτώσουν σε ελάχιστες ημέρες.
β) στα Κιμπούτς του Ισραήλ ως γνωστόν, παρατηρήθηκαν περισσότεροι θάνατοι στα παιδιά που φιλοξενούνταν εκεί, περισσότερες ασθένειες και ανακλητική κατάθλιψη, μία συναισθηματική διαταραχή που εκδηλώνεται με άρνηση τους για δράση και απάθεια για τα συμβαίνοντα στο γύρω χώρο. Οι διαταραχές αυτές αποδόθηκαν στην ανυπαρξία συναισθηματικής επαφής των παιδιών με τους ανθρώπους που τα φροντίζανε, παρά το γεγονός ότι οι τους παρείχαν άριστη διατροφή και καθαριότητα. Επίσης σημαντικές ήταν και οι επιπτώσεις στη γνωστική τους ανάπτυξη που υπολειπόταν σοβαρά σε σχέση με τα παιδιά που μεγαλώνουν σε φυσιολογικές συνθήκες.
γ) οι έφηβοι που συνήθως ξεκινούν τη χρήση ναρκωτικών, ακόμη και αν προέρχονται από λειτουργικές οικογένειες, είναι άτομα που νοιώθουν τον εαυτό τους εκτός των κοινωνικών ομάδων που έχουν θεσμοθετηθεί και αναγνωριστεί όπως είναι οι σχολικές, οι αθλητικές, ή οι πολιτιστικές. Για το λόγο αυτό, και για να αποφύγουν τα αφόρητα καταθλιπτικά συναισθήματα που προκαλεί η απομόνωση, εισχωρούν σε μη θεσμοποιημένες ομάδες όπως αυτές των τοξικομανών, των παραπτωματιών, των ακραίων πολιτικών και θρησκευτικών σχηματισμών. Λέγεται ότι πριν τη διάδοση των ναρκωτικών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα, τα περιθωριακά άτομα εισχωρούσαν σε ακραία πολιτικά κόμματα ενώ μετά τη δεκαετία του ’50 τα αντίστοιχα άτομα κατευθύνθηκαν στον κόσμο των ναρκωτικών. Σε ντοκιμαντέρ που γυρίστηκαν σε πολύ φτωχές χώρες, φάνηκε ότι ο πιο επιβαρυντικός παράγοντας για την εξώθηση των παιδιών στην αλητεία, στην πορνεία και στα ναρκωτικά, ήταν το γεγονός ότι λόγω της φτώχειας τα παιδιά αυτά δεν τα «έβλεπαν», ήταν αόρατα ή δεν έδειχναν ότι επισημαίνουν την παρουσία τους τα άτομα των ανώτερων τάξεων.
Το «ανήκειν» (belongingness) είναι μια βασική ανάγκη και προϋπόθεση που ο άνθρωπος χρειάζεται για να νιώσει ότι ως άτομο αξίζει. Για ένα παιδί είναι καίριας σημασίας προκειμένου να αναπτυχθεί. Στην αρχή συνήθως επιθυμεί να τον αγαπά η μητέρα, μετά να ανήκει στην οικογένεια, στο σχολικό περιβάλλον, στην κοινωνία, στην ανθρωπότητα. Η ομάδα παρέχει «συναισθηματική ανατροφή» υποστηρίζοντας την αυτοεκτίμηση των μελών και την αίσθηση της ταυτότητας τους. Τα άτομα προσπαθούν να προσαρμοστούν και να ενταχθούν στην ομάδα και όταν δεν το καταφέρνουν αισθάνονται ντροπή.
Η ένταξη και προσαρμογή σε μία κοινωνία – κοινότητα προϋποθέτει την πλήρωση κριτηρίων, άλλες φορές θεσμοθετημένων, άλλες όχι. Για παράδειγμα, για να ανήκει ένα άτομο σε μία κοινωνία – κράτος πρέπει να αποκτήσει την ιθαγένεια, τη μόρφωση. Για να έχει δικαίωμα σε δημόσιο αξίωμα ή πολιτικά δικαιώματα θα πρέπει να έχει υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία και να είναι υγιής. Για να ανήκει κάποιος σε επιστημονικό σύλλογο θα χρειαστεί το ανάλογο πανεπιστημιακό πτυχίο και ενδεχομένως και άλλες διακρίσεις. Για να συμμετέχει σε μία ομάδα καταδρομέων πρέπει να έχει λάβει την κατάλληλη εκπαίδευση κ.ο.κ.
Οι σημαντικές σχέσεις σε ένα κοινωνικό δίκτυο προκαλούν νευρολογικές και συναισθηματικές αλλαγές, από την πρώτη ακόμη ηλικία, αφήνουν ένα «κατακάθι». Σε δεύτερη φάση εσωτερικοποιούνται και γίνονται μοντέλα για τις μελλοντικές μας κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Έτσι, δομείται σταδιακά ένας εσωτερικός κόσμος σχέσεων, που συνήθως παρεμβάλλεται στις σχέσεις που δομούν τα άτομα ως ενήλικες στις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις. Τα άτομα δρουν και αντιδρούν όχι μόνο με έναν πραγματικό Άλλο, με τους πραγματικούς ανθρώπους που έρχονται σε επαφή, αλλά και με έναν εσωτερικό Άλλο, που έχει από παλιά εγκαθιδρυθεί και έχει τη δύναμη να επηρεάζει την συναισθηματική κατάσταση τους.
Οι ουσιαστικές σχέσεις με τις αγαπημένες κοινωνικές μας αλληλεπιδράσεις συνήθως ωφελούν την σωματική μας υγεία, ενώ οι εχθρικές μπορούν να επενεργήσουν στο σώμα σα μολυσματικός παράγοντας. Οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις αλλάζουν όλα τα άτομα που συμμετέχουν και νευρολογικά και συναισθηματικά, μιας και τα συναισθήματα μεταδίδονται.
Τόσο στους ανθρώπους, όσο και στο ζωικό βασίλειο, υπάρχουν συγκεκριμένες χρονικές περίοδοι όπου θα πρέπει να ολοκληρωθούν ορισμένες διαδικασίες, όπως π.χ. η ανάπτυξη της γλώσσας. Αν αυτή η περίοδος παρέλθει χωρίς να έχουν δοθεί τα κατάλληλα ερεθίσματα, καμία μεταγενέστερη προσπάθεια δεν θα καταφέρει να αποκαταστήσει την συγκεκριμένη έλλειψη.
Για παράδειγμα, οι νεογέννητες χήνες φαίνονται γενετικά προκαθορισμένες να ακολουθήσουν το πρώτο διήμερο μετά τη γέννηση τη μητέρα τους. Εάν αυτή απουσιάζει και μόνο για δύο ημέρες θα ακολουθήσουν οποιαδήποτε άλλη κινούμενη μορφή. Το ίδιο θα συμβεί και με την ανάπτυξη του κελαηδίσματος σε μερικά πουλιά. Για κάποιο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, τα αρσενικά νεαρά πουλιά θα πρέπει να ακούσουν το τραγούδι φλερτάρισμα των άλλων ενήλικων πουλιών. Μόνο αν αυτό συμβεί σε αυτήν την περίοδο, και ταυτόχρονα τον επόμενο χρόνο εκκριθεί και η κατάλληλη τεστοστερόνη, θα μπορέσουν τα νεαρά αρσενικά να κελαηδήσουν. Σε κάθε άλλη περίπτωση δε θα μπορέσουν να έλξουν θηλυκά και συνεπώς δε θα μπορέσουν να αναπαραχθούν.
Στον άνθρωπο, αν ένα νεογέννητο στερηθεί οπτικά ερεθίσματα λόγω καταρράκτη, ή αν ένα παιδί στερηθεί τα λεκτικά ερεθίσματα λόγω κώφωσης, η αποκατάσταση σε αργότερο χρόνο δεν θα επαναφέρει τις απώλειες σε οπτική αντίληψη και ικανότητα λόγου. Η κρισιμότητα των χρονικών περιόδων αφορούν και συμπεριφορές που αφορούν στην κοινωνικοποίηση των θηλαστικών και των ανθρώπων. Πίθηκοι π.χ. που αποστερήθηκαν σε κρίσιμες χρονικές περιόδους την μητρική παρουσία, δεν κατάφεραν ποτέ να αποκτήσουν ώριμη συμπεριφορά, ενώ παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν και σε ανθρώπους. Αυτός είναι και ο λόγος που η ψυχοθεραπεία ατόμων με ελλιπή κοινωνικότητα παρουσιάζει μεγάλες και συχνά ανυπέρβλητες δυσκολίες, όταν συντελείται σε ώριμη ηλικία.
Είναι γνωστό ότι τα πολύ μικρά παιδιά κατακτούν τη μονιμότητα του αντικειμένου σε συγκεκριμένη ηλικία. Αυτό σημαίνει ότι από τότε και εφεξής γνωρίζουν πως παρά το ότι δεν βλέπουν την καρέκλα σε ένα άλλο δωμάτιο, αυτή μάλλον είναι εκεί όπως είναι κάθε ημέρα. Το ίδιο συμβαίνει και με τα πρόσωπα. Από μία χρονική στιγμή και μετά γνωρίζουν ότι η μαμά τους θα ξαναέρθει, παρά το ότι τη συγκεκριμένη στιγμή δεν τη βλέπουν. Με αυτό τον τρόπο, όπως όλες οι έννοιες και τα αντικείμενα, εσωτερικεύονται και τα πρόσωπα (χαρακτήρες και συμπεριφορές). Αυτά συνήθως δεν είναι μόνιμα, και μεταλλάσσονται με την πραγματική ζωή. Η ανεπιτυχής εγκατάσταση και εσωτερίκευση καλών προσώπων – σχέσεων στον ψυχικό κόσμο των παιδιών είναι δυνατόν να οδηγήσει στο μέλλον σε καταθλιπτική ψύχωση και μανιοκατάθλιψη.
Σημαντικότατη προϋπόθεση για να λειτουργήσουμε σε μία ομάδα είναι το να μοιραζόμαστε τα κοινά συναισθήματα που προκαλούνται στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Συνήθως μέσω νευρωνικών μηχανισμών μιμούμαστε τις εκφράσεις των προσώπων με τα οποία συναλλασσόμαστε. Η μίμηση αυτή μας βοηθά να πλησιάσουμε συναισθηματικά το άλλο άτομο. Όλα τα συναισθήματα που αναδύονται από την επικοινωνία περνούν από επεξεργασία.
Παραπέρα, ένα μικρό παιδί ακόμη και αν κατακτήσει τις βασικές κοινωνικές δεξιότητες, για να αντεπεξέλθει στις προβλεπόμενες απαιτήσεις της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης, θα χρειαστεί ένα περιβάλλον που θα το διευκολύνει να αφομοιώσει τις παρεχόμενες γνώσεις. Ο ψυχαναλυτής Βίννικοτ έχει ορίσει ένα τέτοιου είδους περιβάλλον ως διευκολυντικό. Σε αυτό το περιβάλλον ο μαθητής θα αφομοιώσει τις απαιτούμενες γνώσεις και θα ολοκληρώσει μία αίσθηση ότι αξίζει, ότι έχει αυτό – αξία.
Υπάρχουν άπειρες κοινωνικές ομάδες: εθνικές, φυλετικές, πολιτικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές, αθλητικές, εργασιακές, συνδικαλιστικές, καλλιτεχνικές, παράνομες, τρομοκρατικές, εθνικιστικές, φασιστικές, δημοκρατικές, τοπικές, σύλλογοι, σωματεία…
Προκειμένου να συμμετέχει ένας άνθρωπος σε μία, ή περισσότερες εξ αυτών θα χρειαστεί να ασπαστεί τη νοοτροπία τους. Να συνεργαστεί!
Δεδομένου ότι ο άνθρωπος δε μπορεί να ζήσει χωρίς να είναι μέλος ομάδας (ακόμη και οι ερημίτες είναι μέλη του μοναχισμού), χρειάζεται να γνωρίζει και χρησιμοποιεί μία βασική ανθρώπινη δεξιότητα: να συνεργάζεται. Σε άλλη περίπτωση θα εκδιωχθεί και θα βρεθεί στο περιθώριο (περιθωριακοί τύποι, φυλακές, ψυχιατρεία, απομονωμένα νησιά ως πολιτικός κρατούμενος κ.α.).
Άνθρωποι, που λόγω κακών συνθηκών απέτυχαν στο να μάθουν να συνεργάζονται, αντιμετωπίζουν μεγάλες δυσκολίες στην ένταξη σε κοινωνικές ομάδες. Ακόμη και μεταξύ κακοποιών και παρανόμων (π.χ. Μαφία) ισχύουν κώδικες δεοντολογίας και τιμής, που σε κανέναν δεν επιτρέπεται να παραβεί. Συμπερασματικά, αφού το «ανήκειν» (belongingness) είναι μια βασική ανθρώπινη ανάγκη, το άτομο θα χρειαστεί να μάθει να συνεργάζεται, μιας και η συνεργασία αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμετοχή ακόμη και στις ομάδες με τους πιο χαλαρούς δεσμούς.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Σουηδία: ιδιωτικοποιώντας τη μετανάστευση

Αναρτήθηκε από: Βελίκης Ιωάννης, Ψυχολόγος PhD, τηλ. 6932683468

της Βερόνικα Παλμ

Καθώς ολόκληρη η Ευρώπη βυθίζεται στην κρίση, ο νέος σουηδικός νόμος για τη μετανάστευση που ψηφίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2008, ίσως να μοιάζει εκ πρώτης όψεως με παραδοξολογία. Αντί να προσπαθεί να μειώσει τη μετανάστευση, όπως συμβαίνει αλλού, ο νόμος αυτός ενθαρρύνει τους πολίτες από τρίτες χώρες, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), να μεταναστεύσουν στη Σουηδία για να βρουν εργασία.
Μαζί με μία σειρά άλλων μέτρων, ο νέος νόμος αναθέτει πλέον στους ίδιους τους εργοδότες -και όχι σε κάποιο κεντρικό κρατικό όργανο- να καθορίζουν πόσους ξένους εργαζόμενους χρειάζονται, ιδιωτικοποιώντας έτσι ουσιαστικά το σύστημα μετανάστευσης.
Ο ρόλος του «σουηδικού συμβουλίου μετανάστευσης» θα είναι πλέον να ελέγχει τις συνθήκες εργασίας και τους όρους απασχόλησης των μεταναστών, ώστε αυτές να είναι ίσες με εκείνες των Σουηδών εργαζομένων. Οι αλλοδαποί φοιτητές θα ενθαρρύνονται να παραμείνουν στη Σουηδία και να αναζητήσουν εργασία. Όσο για εκείνους που έχει απορριφθεί η αίτηση πολιτικού ασύλου, θα μπορούν αντ' αυτού να αιτούνται άδειας εργασίας.
Αυτό που καθόρισε την απόφαση του σουηδικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (SA) να υπερψηφίσει αυτόν το νόμο, ήταν πως θα ευνοήσει όσους επιθυμούν να έρθουν στη Σουηδία για να εργασθούν. Η Σουηδία είναι παραδοσιακά μία χώρα «ανθρωπιστικής» μετανάστευσης, στην οποία π.χ. τα έτη 2002-2007 165,591 άτομα αναζήτησαν πολιτικό άσυλο. Η «οικονομική» μετανάστευση από την άλλη (προς ανεύρεση δηλαδή εργασίας) είναι ένα εξελισσόμενο παγκόσμιο φαινόμενο, στο οποίο η Σουηδία χρειάζεται να παρέμβει πιο δυναμικά.
Το σύνολο των εμβασμάτων που στέλνουν οι μετανάστες στις πατρίδες του εκτιμάται πως ανέρχεται παγκοσμίως στα 318 δις δολάρια, ποσό υπερτριπλάσιο από όσο δίδεται για ανθρωπιστική βοήθεια. Για πολλές χώρες λοιπόν, η σχέση μεταξύ μετανάστευσης και καταπολέμησης της φτώχειας είναι παραπάνω από φανερή. Μία σωστή δε διαχείριση του φαινομένου της μετανάστευσης, θα μπορούσε εντέλει να μειώσει την έκταση της καταναγκαστικής μετανάστευσης στον κόσμο.
Πράγματι, η σωστή λειτουργία της οικονομικής μετανάστευσης δεν είναι μόνο σημαντική για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους, αλλά και για την εθνική οικονομία και τη λειτουργία της αγοράς εργασίας. Όπως βλέπει η Σουηδία το ζήτημα, οι οικονομικοί μετανάστες συμπληρώνουν κενά στην αγορά εργασίας που δεν είναι δυνατό να καλυφθούν διαφορετικά, και από την άποψη αυτή συμβάλλουν στην ανάπτυξη και την προκοπή των σουηδικών επιχειρήσεων.
Ένα καλά οργανωμένο σύστημα ρύθμισης της μετανάστευσης θα μας βοηθούσε λοιπόν να ανταποκρινόμαστε καλύτερα στις ελλείψεις εργατικών χειρών, να ενισχύσουμε την πληροφόρησή μας, να επεκτείνουμε την παγκόσμια δικτύωση των επιχειρήσεών μας και να βελτιώσουμε τις δυνατότητές μας για ευημερία.
Η ψήφιση αυτού του νόμου θα πρέπει επίσης να κατανοηθεί στο πολιτικό και κοινωνικό της πλαίσιο. Η ισχυρή συναίνεση υπέρ της προοδευτικής διαχείρισης της μετανάστευσης που υπάρχει στη Σουηδία βασίζεται στο αίσθημα ασφάλειας που νιώθουν οι Σουηδοί πολίτες, χάρη στο σκανδιναβικό υπόδειγμα κράτους-πρόνοιας. Στο πλαίσιο του σκανδιναβικού μοντέλου, αλλαγή και ασφάλεια είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένες, αφού η αλλαγή δεν μπορεί να προχωρήσει αν δημιουργεί συναισθήματα ανασφάλειας στους πολίτες. Χάρη στη μοναδική μας αυτή παράδοση, το 75% των εργαζομένων είναι μέλη σε συνδικάτα και έχει εγκαθιδρυθεί από καιρό ένα ισχυρό πλαίσιο διαβούλευσης μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων.
Μετά λοιπόν από δεκαετίες σκληρής δουλειάς, το σκανδιναβικό κοινωνικό μοντέλο πέτυχε να οικοδομήσει κοινωνίες όπου η οικονομική ανάπτυξη συνδέεται με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κάθε πολίτη, σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από ισχυρή συναίνεση μεταξύ κομμάτων και κοινωνικών εταίρων και από την κυριαρχία των αξιών της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της πλήρους απασχόλησης.
Αυτός είναι ο λόγος που στη Σουηδία, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το θέμα της συζήτησης δεν είναι ο περιορισμός (ή η ενθάρρυνση) της μετανάστευσης, αλλά η ορθή λειτουργία της αγοράς εργασίας. Αυτός επίσης είναι ο λόγος που πολλοί αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό τις προσπάθειες του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος της Σουηδίας να ενθαρρύνει την οικονομική μετανάστευση.
Η πετυχημένη οικονομική μετανάστευση λειτουργεί ευεργετικά στην αγορά εργασίας, όπου γίνονται σεβαστοί οι όροι των γενικών συμβάσεων εργασίας και οι σωστές εργασιακές συνθήκες. Αν αυτό δε συμβαίνει, υπάρχει ο κίνδυνος οι εργαζόμενοι να πέσουν θύμα εκμετάλλευσης. Εμφανίζεται τότε το φαινόμενο του κοινωνικού «ντάμπινγκ» και διευρύνονται απότομα οι κοινωνικές ανισότητες.
Ο νέος νόμος θεωρεί πως η ιδιωτικοποίηση της μετανάστευσης θα μειώσει αυτούς τους κινδύνους. Αυτός είναι ο λόγος που το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα προτίμησε να παραμείνει η «σουηδική υπηρεσία κοινωνικής απασχόλησης» ένα όργανο ρύθμισης της αγοράς εργασίας, θεματοφύλακας των αξιών της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της πλήρους απασχόλησης -που εξασφαλίζουν την εμπέδωση συναισθημάτων ασφάλειας στους πολίτες.
Αυτές οι αξίες δεν ωφελούν απλά την κοινωνία, αλλά επίσης και την οικονομική μεγέθυνση και ανάπτυξη. Μάλιστα, στο παρελθόν αυτές ακριβώς οι αξίες βοήθησαν το σκανδιναβικό μοντέλο να αντεπεξέρθει σε περιόδους οικονομικής ύφεσης. Σε αυτές θα βασιστούμε και πάλι για να αντιμετωπίσουμε το ενδεχόμενο νέων προκλήσεων και κρίσεων που μας επιφυλάσσει το μέλλον.
Σε αυτήν την περίοδο ανησυχίας και ισχυρής ζήτησης για δυναμικές πολιτικές παρεμβάσεις, οι πολίτες χρειάζονται ισχυρές πολιτικές απόψεις και αίσθημα ασφάλειας. Εξ ου και κάθε αλλαγή στη μεταναστευτική μας πολιτική θα πρέπει να έχει στο κέντρο της μία συζήτηση για τις αξίες που τη διέπουν.
Όταν οι ευρωπαϊκές χώρες αποφασίζουν για τις κατευθύνσεις που θέλουν να πάρουν, θα πρέπει να παραδειγματισθούν από το σκανδιναβικό μοντέλο, που δε λαμβάνει υπόψη του μόνο την βραχυπρόθεσμη μεγέθυνση, αλλά κυρίως την μακροπρόθεσμη ανάπτυξη.
Τα παγκόσμια μεταναστευτικά ρεύματα αλλάζουν και η Ευρώπη δεν μπορεί να το αγνοήσει αυτό. Η αλήθεια είναι πως αν η Ευρώπη θέλει να συνεχίσει να ευημερεί, θα χρειαστεί περισσότερη οικονομική μετανάστευση, σε συνδυασμό με εύρυθμες αγορές εργασίας και κοινωνική ασφάλεια για τους εργαζόμενους.
Κάθε ευρωπαϊκή πολιτική μετανάστευσης θα πρέπει λοιπόν να αρχίζει από τα πλεονεκτήματα της οικονομικής μετανάστευσης, ενώ παράλληλα θα αντιμετωπίζει τα παράπλευρα προβλήματα που ίσως αναφύονται.

Κάποιοι βουλευτές να στασιάσουν

του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Η μεστή σε νοήματα προσευχή του πάστορα πριν από την ορκωμοσία του καινούργιου προέδρου των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα. Οι θρησκευτικοί ύμνοι. Ο όρκος πάνω στη χριστιανική Βίβλο και τα λόγια του όρκου. Η καταληκτήρια στον προεδρικό λόγο επίκληση της ευλογίας του Θεού. Τίποτε από αυτά δεν έδινε την εντύπωση συμβατικής θρησκευτικής τελετουργίας. Τόσο οι αρχές και εξουσίες όσο και το πλήθος έδειχναν συνειδητή συμμετοχή στα τελούμενα, αυτοσυγκέντρωση, ενεργό κατάφαση. Αυτή η κοινωνία της μεταναστευτικής πανσπερμίας, της αποθέωσης στην πράξη του Ιστορικού Υλισμού, σώζει «σέβας θεών»: Τη συνείδηση ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει έστω και η ανάπηρη αντιπροσωπευτική δημοκρατία δίχως μεταφυσικό άξονα αναφοράς της ανθρώπινης ευθύνης.
Στην ελλαδική του παρόντος κοινωνία οι θρησκευτικές τελετουργίες που συνοδεύουν την πολιτική εθιμοτυπία κραυγάζουν τη νέκρα συμβατικών στερεοτύπων. Συνεχίζουν να υπάρχουν με την υποκριτική τάχα και συναίνεση των «συντηρητικών» και σε πείσμα της κεχηνώδους χλεύης των «προοδευτικών». Η διολίσθηση της ελλαδικής κοινωνίας σε παλιμβαρβαρικό μηδενισμό έχει εξαλείψει από τον δημόσιο βίο κάθε ρεαλιστική αίσθηση του «ιερού»: των δεδομένων της ζωής που μας υπερβαίνουν. Υπερβαίνουν τις πιστοποιήσεις μας, χειραγωγούν στην αναζήτηση «νοήματος» των υπαρκτών και της ύπαρξης. Ο μηδενισμός μηδενίζει τον σεβασμό των αινιγμάτων που η πάλη για την αποσφράγισή τους γεννάει τον πολιτισμό, μαζί και τη λογοδοσία ευθύνης του ανθρώπου για τους λόγους και τις πράξεις του.
Η τελετή ορκωμοσίας του αμερικανού προέδρου προκαλεί σε συγκρίσεις: Ενα «χθεσινόν έθνος», καθώς έλεγε ο Μακρυγιάννης, και να σώζει περισσότερα στοιχεία πιστότητας στο αρχαιοελληνικό «σέβας θεών» της δημοκρατίας από τους θλιβερούς Ελλαδίτες του βαλκανικού νότου. Γέννημα οργανικό ο λαϊκισμός του κυρίαρχου στην ελλαδική πολιτική μηδενισμού έχει απαξιώσει κάθε εθιμική έκφραση αρχοντιάς στη συμπεριφορά των μπροστάρηδων, κάθε κώδικα αποθησαυρισμένου πλούτου σημαινόντων ευπρέπειας, ιερότητας του πολιτικού υπουργήματος. Αγραβάτωτη αναίδεια ακκίζεται προκλητικά και χυδαιολογεί από το βήμα του Κοινοβουλίου, επαίρεται για την παραίτηση από το «κυρίως ανθρώπινον»: την ελευθερία των σχέσεων κοινωνίας, ελευθερία από την αυθαιρεσία της καταναλωτικής βουλιμίας.
Σίγουρα και στον θώκο του προέδρου των ΗΠΑ έχουν αναρριχηθεί πρόσωπα προκλητικού αμοραλισμού, βιαστές της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας ολόκληρων λαών, όπως και πρόσωπα μικρονοϊκής, άκομψης συμπεριφοράς. Ομως, οι παραχαράκτες του υπουργήματος δεν παγίωσαν σαν πολιτικό αυτονόητο την ύβρι, το σύστημα εξουσίας δεν εκφασίστηκε οριστικά, δεν αποκλείει την έκπληξη, την ξεχωριστή ποιότητα. Ετσι, όχι μόνο φτάνει ένας έγχρωμος στο προεδρικό αξίωμα, αλλά, το σημαντικότερο, φτάνει εκεί άνθρωπος που μοιάζει προικισμένος με εξαιρετική καλλιέργεια και ευαισθησία, χάρη, φινέτσα, πρόσωπο που φωτίζεται ολόκληρο από το παιδικό του χαμόγελο. Και είναι μάλλον η πρώτη φορά στον διεθνή πολιτικό στίβο, που βλέπουμε ηγέτη με τέτοια δημόσια συμπεριφορά προς τη γυναίκα του: Με αβρότητα και πηγαία γενναιοδωρία να της δίνει παντού προτεραιότητα, να την τιμά με κομψή διακριτικότητα στοργής και με το φωτεινό του χαμόγελο.
Συγκρίνουμε με την εικόνα του ελλαδικού παλκοσένικου της εξουσίας: Τον αέρα άξεστων, αγροίκων αποκυημάτων του συνδικαλιστικού γκανγκεστερισμού και του τραμπουκισμού των κομματικών νεολαιών, την καχεκτική μετριότητα των εκγόνων της οικογενειοκρατίας, την κωμικά επηρμένη ασχετοσύνη των ευνοημένων της δημοσιότητας (ηθοποιών, καλαθοσφαιριστών, προπονητών, εκφωνητών ραδιοφώνου και παρουσιαστών της τηλεόρασης) που έχουν κατακλύσει βουλευτικά έδρανα και υπουργικούς θώκους. Αυτή η ανθρώπινη ποιότητα έχει παγιώσει στην Ελλάδα επίπεδο «πολιτικών» αντιπαραθέσεων ποδοσφαιρικού κρετινισμού, διαβρωτικού πρωτογονισμού, μικρόνοιας και ευτέλειας. Είναι ανίκανοι αυτοί οι άνθρωποι να συζητήσουν, να πειθαρχήσουν σε απαιτήσεις λογικής συνέπειας, σε κανόνες κριτικού ορθολογισμού. Το μόνο που προσπαθούν είναι να μην αφήσουν τον συνομιλητή τους να μιλήσει, να του αντιτάσσουν τη δική τους προπαγανδιστική λογοδιάρροια. Συμπεριφορά, νοοτροπία και αντανακλαστικά αγροίκων φασιστοειδών.
Η ελλαδική κοινωνία δεν μπορεί να δώσει στον εαυτό της καλύτερη, αποδοτικότερη, αξιοπρεπέστερη ηγεσία. Είναι πια ανίκανη για ποιοτικές επιλογές. Οι φωνές που προειδοποιούσαν γι’ αυτή τη συλλογική αναπηρία, δεν εισακούστηκαν. Οι καταβολές του μεθοδευμένου και μεθοδικού ευνουχισμού μπορούν να ανιχνευθούν στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις της μεταδικτατορικής περιόδου: στην εν ψυχρώ κατάλυση των θεμελιωδών προϋποθέσεων λειτουργίας σχολικής εκπαίδευσης και πανεπιστημιακών σπουδών.
Ηρθε η ώρα να πληρώσουμε τα επίχειρα των πολιτικών μας επιλογών. Να καταλύεται η έννομη τάξη από το παραμικρό συνδικάτο οργανωμένων βουλιμικών απαιτήσεων, να παραλύουν οι πόλεις, πολίτες και περιουσίες να είναι έρμαια της παρανοϊκής βίας, να μαίνεται το έγκλημα ανεμπόδιστο. Οι μπουκωμένοι με αμύθητες επί χρόνια επιδοτήσεις αγρότες να νεκρώνουν το οδικό δίκτυο της χώρας, σαν στρατός κατοχής, με αναρίθμητα, υπερσύγχρονης τεχνολογίας, πανάκριβα τρακτέρ, εκβιάζοντας να συνεχίζεται επ’ άπειρον το τρελό φαγοπότι των χαράμι επιδοτήσεων.
Είναι πολλά τα σημάδια ότι, ώς τον Απρίλη που έρχεται, εξαντλείται η δυνατότητα του κράτους να πληρώνει μισθούς υπαλλήλων και συντάξεις. Και η κυβέρνηση θα καταφύγει σε εκλογές, για να μεταβιβάσει στους αντιπάλους της τον εφιάλτη διαχείρισης της χρεοκοπίας. Δηλαδή: οι παταγωδώς ανίκανοι και ντροπιαστικά διεφθαρμένοι θα παραδώσουν το κράτος στους αετονύχηδες πρώτους διδάξαντες τον μηδενιστικό αμοραλισμό, αυτούς που ξεθεμέλιωσαν κάθε έρεισμα κοινωνικής συνοχής, κάθε σέβας του «ιερού» στην Ελλάδα.
Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις, η πλειονότητα των ψηφοφόρων εξακολουθεί, βοσκηματωδώς, να εξαρτά την ηγετική ικανότητα των κομματικών αρχηγών από το φετίχ του οικογενειακού τους ονόματος. Είπαμε: αυτό το επίπεδο ορθολογισμού και κριτικής σκέψης παρήγαγαν και παράγουν τα σχολειά μας. Οπαδοί (και αρκετοί βουλευτές) της αξιωματικής αντιπολίτευσης αρνούνται την εξόφθαλμη δραματική ανικανότητα του αρχηγού τους με το επιχείρημα: «αποκλείεται να βγήκε σκάρτο το σπέρμα του Ανδρέα»! Η αντίστοιχης οξύνοιας προστακτική που συνάγουν οπαδοί και βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος από την ταπεινωτική αποτυχία του καραμανλικού εκγόνου, είναι να στραφούν στο μητσοτατικό έκγονο: να προκύψει «αχτύπητο» δίδυμο, με το ανδρεϊκό σπέρμα, πολιτικής ανεπιτηδειότητας.
Αν υπάρχουν βουλευτές στα δύο «κόμματα εξουσίας» με απερίτμητη νοημοσύνη και ανιδιοτελή πατριωτισμό, οφείλουν να στασιάσουν. Να ανατρέψουν το σημερινό, αποδεδειγμένα άγονο πολιτικό σκηνικό, να υποχρεώσουν σε ριζικές ανακατατάξεις. Το οφείλουν στην προσωπική τους αξιοπρέπεια, στην ποιότητα ζωής των παιδιών τους, στον σεβασμό της «ιερότητας» του κοινωνικού αθλήματος, δηλαδή της ανθρωπιάς μας.