Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Το βασίλειο της τύχη


Μια φορά κι έναν καιρό στην πλατεία ενός μικρού χωριού φάνηκε ένας ταξιδιώτης. Ήταν κατασκονισμένος και κατάκοπος. Τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα· έσερνε τα πόδια του σαν να είχε βαδίσει μέρες ολόκληρες χωρίς σταματημό. Τα παιδιά που έπαιζαν εκεί γύρω τον περικύκλωσαν γεμάτα περιέργεια. Τον ρώτησαν από πού έρχεται, ενώ εκείνος, ζήτησε ένα ποτήρι νερό, σκούπισε τον ιδρώτα του, αναστέναξε και είπε:
«Έρχομαι από το Βασίλειο της Τύχης, τον πιο παράξενο τόπο της γης ολόκληρης. Στα ποτάμια του ρέει χρυσάφι· τα δέντρα έχουν ασημένια φύλλα. Τα σπίτια είναι φτιαγμένα από χρυσό, τα τείχη από καθαρό ασήμι και τα κανόνια, αντί για μπάλες, ρίχνουν διαμαντόπετρες. Οι δρόμοι είναι στρωμένοι με χρυσά νομίσματα και οι πέτρες στα χωράφια είναι μπριλάντια μεγάλα σαν καρύδια».
Τα παιδιά τον κοίταζαν με ανοιχτό το στόμα, ανίκανα να πιστέψουν ότι υπάρχει τέτοιο μέρος στον κόσμο.
«Το κακό όμως είναι», συνέχισε ο ταξιδευτής, «ότι το μονοπάτι που οδηγεί στο Βασίλειο είναι κακοτράχαλο και δύσβατο και οι περισσότεροι το εγκαταλείπουν στα μισά...»
Ο Ενρίκε το πιο έξυπνο και το πιο ζωηρό αγόρι του χωριού, είχε εντυπωσιαστεί περισσότερο απ' όλους.
«Ξέρεις τον δρόμο γι' αυτό το μαγεμένο μέρος;», ρώτησε.
«Και βέβαια, γιε μου· όμως δεν θα σε συμβούλευα να δοκιμάσεις».
«Γιατί;»
«Για να φτάσεις στο Βασίλειο υπάρχουν δύο μονοπάτια: το ένα είναι στενό, γεμάτο πέτρες, θάμνους και αγκάθια· αν το διαλέξεις, οι μυτεροί βράχοι θα σου ξεσκίσουν τα πόδια, ένα σωρό άγρια τέρατα θα προσπαθήσουν να σε εμποδίσουν, θα κάνεις δέκα βήματα μπρος και οκτώ πίσω, κι αν τελικά καταφέρεις να ξεπεράσεις όλα τα εμπόδια, θα φτάσεις στο Βασίλειο γέρος και τσακισμένος, όταν τα πλούτη θα σου είναι άχρηστα πια. Το άλλο, είναι σύντομο και ομαλό, αλλά...».
«Φτάνει, φτάνει!» φώναξε ο Ενρίκε, «δεν χρειάζεται ν' ακούσω τίποτ' άλλο. Δείξε μου το μονοπάτι και θα βρω μόνος μου τα υπόλοιπα».
«Καλά, καλά...», απάντησε ο ταξιδιώτης. «Αφού το θέλεις θα στο δείξω. Όμως θα το μετανιώσεις που δεν με άκουσες ως το τέλος...».
Ο Ενρίκε ανυπομονούσε. Ούτε που χαιρέτησε τον πατέρα και τους φίλους του, κι άρχισε να βαδίζει προς την κατεύθυνση που του είχε δείξει ο ταξιδιώτης. Η καρδιά του πετούσε από ενθουσιασμό στη σκέψη των αμύθητων θησαυρών που τον περίμεναν στο Βασίλειο της Τύχης - γιατί ήταν σίγουρος πως θα κατάφερνε να φτάσει ως εκεί.
Το βράδυ της δεύτερης μέρας έφτασε στις όχθες ενός μεγάλου ποταμού. Δεμένη σ' έναν πάσσαλο ήταν μια βάρκα και πλάι της έστεκε ένας θεόρατος άντρας.
«Καλέ μου άνθρωπε, ξέρεις πού είναι το Βασίλειο της Τύχης;», ρώτησε ο Ενρίκε.
«Από την άλλη πλευρά του ποταμού».
«Μπορείς να με περάσεις απέναντι;».
«Ναι, αλλά πρέπει να με πληρώσεις. Χρήματα έχεις;»
«Αν είχα θα πήγαινα στο Βασίλειο της Τύχης;»
«Τότε θα πρέπει να με πληρώσεις μ' ένα μικρό κομμάτι απ' την καρδιά σου.
Δεν θα πονέσει, θα δεις».
Ο Ενρίκε ούτε που το σκέφτηκε δεύτερη φορά. Άφησε τον άντρα να του ανοίξει το στήθος και να του πάρει ένα κομματάκι απ' την καρδιά του, κι έτσι βρέθηκε στην απέναντι όχθη... Ήδη μπορούσε να δει από μακριά το Βασίλειο της Τύχης, ν' αστράφτει στο ηλιοβασίλεμα. Όμως πρόσεξε ότι δεν ανυπομονούσε τόσο να φτάσει, κι ένιωθε ένα παράξενο κενό στο στήθος. Παρ' όλα αυτά συνέχισε να προχωράει. Ούτε εκατό βήματα δεν είχε κάνει, όταν έφτασε σ' ένα στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο βουνά. Τα φρουρούσε ένας άλλος άντρας, ακόμη πιο μεγαλόσωμος από τον πρώτο.
«Μπορώ να περάσω;»
«Αν με πληρώσεις μ' ένα κομμάτι απ' την καρδιά σου...», απάντησε ο φρουρός.
Χωρίς να διστάσει, ο Ενρίκε άνοιξε το πουκάμισό του και ο άντρας έκοψε ένα κομμάτι απ' την καρδιά του. Τώρα η πανέμορφη πόλη βρισκόταν κοντά κι άστραφτε τόσο, που μολονότι είχε νυχτώσει, ήταν σαν μέρα μεσημέρι. Όμως ο Ενρίκε την κοίταζε με κάτι σαν αδιαφορία· η λαχτάρα του σαν να είχε σβήσει. Άλλωστε, μπροστά στα μάτια του ανοιγόταν μια τεράστια χαράδρα και γεφύρι δεν φαινόταν πουθενά. Αποκαρδιωμένος, ο Ενρίκε κάθισε σε μια πέτρα σκεφτικός.
Ξαφνικά, άκουσε πλατάγισμα φτερών. Σήκωσε τα μάτια και είδε μπροστά του έναν τεράστιο γύπα.
«Θέλεις να περάσεις; Δώσε μου τότε ένα κομμάτι απ' την καρδιά σου».
«Πάρε όσο θες», είπε ο Ενρίκε και το αρπακτικό άνοιξε με το ράμφος του το στήθος του παιδιού κι έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι απ' την καρδιά του. Υστέρα, τον άρπαξε με τα νύχια του και τον κουβάλησε στην άλλη πλευρά της αβύσσου.
Τώρα βρισκόταν μπροστά στις πύλες του Βασιλείου - κι εκεί, όμως, στέκονταν θεόρατοι φρουροί. Άνοιξαν το στήθος του, πήραν ό,τι είχε απομείνει απ' την καρδιά του και στη θέση της έβαλαν μιαν άλλη, φτιαγμένη από ατσάλι και σκληρή σαν διαμάντι. Τους ξέφυγε μονάχα ένα ελάχιστο κομματάκι αληθινής καρδιάς, που συνέχισε να χτυπάει αδύναμα.
«Επιτέλους, έφτασα», μονολόγησε ο Ενρίκε.
Όμως, τι παράξενο, δεν ένιωθε ούτε έκπληξη ούτε χαρά! Το χρυσάφι τού φαινόταν φτηνό αλουμίνιο, τα πετράδια ψεύτικα στολίδια. Έψαξε να βρει φίλους, όμως κανένας δεν του έδινε σημασία, γιατί όλοι στο Βασίλειο της Τύχης είχαν ατσάλινη καρδιά. Το ελάχιστο κομματάκι αληθινής καρδιάς μέσα στο στήθος του άρχισε να υποφέρει. Το παιδί ήθελε τώρα να γυρίσει πίσω. Ακολούθησε τον πρώτο δρόμο που βρήκε μπροστά του και γρήγορα βρέθηκε έξω από τη μεγάλη πόλη. Ένιωσε ένα σκίρτημα χαράς, που αμέσως πνίγηκε σαν από σιδερένιο χέρι. Όμως τα πόδια του είχαν βγάλει φτερά. Έτρεχε, χωρίς να λογαριάζει τις μυτερές πέτρες και τ' αγκάθια και σε λίγο βρέθηκε στο χωριό του.
Ήταν φτωχός όπως και πριν. Στο στήθος του, η μεταλλική καρδιά δεν τον άφηνε να ανασάνει. Πέρασε το κατώφλι του σπιτιού του, χωρίς να νιώσει καμία χαρά. Ένα χέρι βαρύ πίεζε το στήθος του και τον γέμιζε με αγωνία. Η ψεύτικη καρδιά χτυπούσε μηχανικά, σαν ρολόι: τικ-τακ, τικ-τακ... Τα πρόσωπα των αδελφών του, των φίλων, του πατέρα του, του φαίνονταν ξένα. Τότε, στην πόρτα φάνηκε η μητέρα του.
Όρμησε στο παιδί της, το έσφιξε στην αγκαλιά της κι ένα δάκρυ χαράς κύλησε απ' τα μάτια της κι έπεσε στο στήθος του Ενρίκε. Και τότε, η ατσάλινη καρδιά, σαν να ξεκουρντίστηκε. Άρχισε να χτυπάει ακανόνιστα και ξαφνικά πήδησε έξω από το στήθος του αγοριού, σαν σπασμένο ελατήριο από χαλασμένο ρολόι. Το μικρό κομματάκι είχε ξαναγίνει κανονική καρδιά και ο Ενρίκε ήταν ευτυχισμένος. «Αν είναι ν' αποκτήσουμε πλούτη και να χάσουμε την καρδιά και τα όνειρά μας, καλύτερα να μείνουμε φτωχοί», έλεγε στους φίλους του όταν τον ρώτησαν για το Βασίλειο της Τύχης. Και ρίχτηκε στο παιχνίδι, με έναν ενθουσιασμό που δεν είχε νιώσει ποτέ ως τότε.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2015

Ο KINΔΥΝΟΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΥΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

ΑΛΚΜΗΝΗ ΚΟΓΓΙΔΟΥ, Ποιήτρια-δοκιμιογράφος

Μιλούμε για κίνδυνο, αλλά θα πρέπει να διασαφηνίσουμε πως εννοούμε τον υπαρξιακό, εκεί που εδράζεται η μάχη του ανθρώπου για την προσωπική του ελευθερία. Αλλά, και πάλι, όταν μιλούμε για ελευθερία, θα πρέπει να διασαφηνίσουμε πως η ελευθερία είναι φρόνημα καθαρά μεταφυσικό. Θα αναφερθούμε σε δύο περιπτώσεις -την επιτυχία και την αποτυχία- και πως αυτές παρεμβαίνουν ως δεσμευτικές καταστάσεις που κατακρατούν τον άνθρωπο σε μία αντίστοιχη ψυχολογία.
Θα διερευνήσουμε πώς αυτό που θεωρείται «επιτυχία», όσο και «αποτυχία», είναι δυνατόν να αποτελέσουν καταστάσεις κινδύνου. Αυτό συμβαίνει όταν αποσπούν τον άνθρωπο από την επαφή του με την υπαρξιακή περιοχή και τον απομακρύνουν, με διαφορετικό τρόπο, η καθεμιά από την προσωπική του πορεία και εξέλιξη. Ο κίνδυνος αυτός, φυσικά, αίρεται, όταν ο άνθρωπος είναι γρηγορών, ώστε σ’ αυτόν τον φθαρτό κόσμο να μην παραχωρήσει, ό,τι πιο άξιο έχει, την ίδια του την ψυχή.
Πότε η επιτυχία προβάλλει ως κίνδυνος ;
Ο κίνδυνος εμφανίζεται στην αυτοϊκανοποίηση, στον αυτοθαυμασμό. Στον ανώριμο που πολύ νωρίς γνωρίζει την «επιτυχία», συνοδευόμενη από την αποδοχή την επιβράβευση, ή και τη δόξα, καταστέλλονται οι υπαρξιακές ανησυχίες. Η βαθύτερη εξερεύνηση του είναι, η αναζήτηση του ουσιαστικού νοήματος της ζωής χρειάζονται, πολλές φορές, κι ένα έδαφος αρνητικό για ν’ αφυπνισθούν.
Όταν η «επιτυχία» με τα κριτήρια του κόσμου, γίνεται σκοπός ζωής επιστρατεύει όλη την ενέργεια και τη δυναμικότητα του ανθρώπου, τον αναλώνει στην προσπάθεια κατάκτησής της και τελικά τον αποσυνδέει από τον εαυτό του.
Ο επιτυχημένος δημιουργεί μία μόνωση, η οποία τροφοδοτείται απ’ ένα αίσθημα δυσπιστίας, καθώς γνωρίζει ότι το χρήμα και η δόξα του, προσανατολίζουν τους άλλους, όχι στον ίδιο, σαν άνθρωπο, αλλά στην εκπλήρωση κάποιων αναγκών τους.
Η επιτυχία που κερδίζεται με ηθικούς συμβιβασμούς οδηγεί στην υπαρξιακή απώλεια, γιατί αποσυνδέει τον άνθρωπο από τη Συνείδηση. Μεσολαβεί η λήθη η οποία τον αποσπά από τον αυτοέλεγχο.
Υπάρχουν δύο κίνητρα επιτυχίας το ένα είναι από ένα ψυχολογικό τραύμα, μία απόρριψη, που κάνει τον άνθρωπο να θέλει να διακριθεί και το άλλο είναι ότι συνειδητοποιεί τις δημιουργικές του δυνατότητες και θέλει να τις εκφράσει.
Θα λέγαμε, πως ό,τι θεωρείται επιτυχία στην κοινωνία, είναι ένας μύθος, που σαγηνεύει τους πολλούς. Στην πραγματικότητα, η επιτυχία ορίζεται από τις προσωπικές επιλογές του ανθρώπου. Η προοπτική της πραγματικής επιτυχίας υπάρχει τότε που ο άνθρωπος αναζητά να εκφράσει, μέσα από τη δική του μοναδικότητα, τα δικά του τάλαντα, τις δικές του δημιουργικές δυνάμεις.
Το παιχνίδι της ζωής, παίζεται περισσότερο δυσδιάκριτα στην περίπτωση της αποτυχίας, καθώς παραχωρεί κανείς σ’ αυτή τη φάση τον εαυτό του στην κατιούσα φορά. Η αποτυχία είναι δυνατόν να δημιουργήσει την ψυχολογία της απομόνωσης, η οποία οφείλεται στον πληγωμένο εγωϊσμό. Η απομόνωση από ένα αίσθημα αδικίας, μία πληγωμένη αξιοπρέπεια, δυναστεύουν την ύπαρξη του ανθρώπου που αδυνατεί να αναχθεί στην ευγενή της υπόσταση. Ο αποτυχημένος αισθάνεται μόνος και τους άλλους ξένους προς το δικό του δράμα. Ο κόσμος του εξωτερικού φαντασμαγορικού ευδαιμονισμού προβάλλει μπροστά στα μάτια του προκλητικά.. Τα αισθήματά του και οι διαθέσεις του προς τους άλλους, που έχουν κερδίσει ό,τι εκείνος δεν κατάφερε, γίνονται εχθρικά. Η αποτυχία του, ενέχει τον κίνδυνο της παραίτησης από τον αγώνα, καθώς χάνει το θάρρος και τη διάθεση να επαναλάβει την προσπάθεια.
Βλέπουμε ανθρώπους κακόμοιρους και τους λυπόμαστε, η εικόνα τους έλκει τη συμπόνοια μας. Αυτή η ψυχολογία της παθητικής αποδοχής της μοίρας με το αίσθημα της κακομοιριάς, είναι καθοριστική, είναι μία στάση ζωής που δεν έχει σχέση με τον ήλιο της χαράς.
Η πραγματική αξιοπρέπεια του ανθρώπου έχει τις καταβολές της στην μεταφυσική του ιδιότητα, στο ότι είναι πλάσμα κατ’ εικόνα και ομοίωση του Δημιουργού, στο άπειρο των δυνατοτήτων του, που ακόμα δεν γνωρίζει, στο Φως που καταυγάζει την θεία του υπόσταση. Στις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες, που διασπούν όλους αυτούς τους συμβατικούς και περιοριστικούς κλοιούς. Εκεί που τον καλεί η φύση, το σύμπαν να επικοινωνήσει και να εκταθεί. Όταν έχει αφυπνίσει αυτήν την συνειδητότητα της δικής του υπόστασης, τότε οι αποτυχίες και οι αρνητικές καταστάσεις δεν αναχαιτίζουν μ’ ένα αίσθημα απαισιόδοξο την πορεία του, αλλά, αντίθετα, αναζητά σε κάθε απόπειρα που αποβαίνει αρνητική, τα δικά του λάθη. Αν προσεγγίσει το παρόν, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον στα απλά πράγματα, που θεωρούσε επουσιώδη, αν πλουτίσει την καρδιά του με Αγάπη, τη διάνοιά του με τη θετική σκέψη, τότε θα του αποκαλυφθεί το δάσος της ευφορίας, που προσφέρει, όχι ο κόσμος, αλλά η ζωή. Kι είναι ευτυχία ν’ ανακαλύψει το εύρος της ζωής, μέσα στο οποίο είναι ενταγμένος! Αυτό που ακόμα δεν ξέρει ο άνθρωπος, είναι αυτό που δύναται να επιτύχει με την πίστη! Η πίστη τoν αποσυνδέει από τα ψυχικά τραύματα που υπέστη από τους άλλους και τον συνδέει με τη δύναμη των δημιουργικών του δυνατοτήτων. Αλλά, βέβαια, θα χρειασθεί μία μάχη, μία μάχη που θα τον βγάλει, πρώτα απ’ όλα από τις δυσμενείς επιδράσεις, που δέχεται από τους άλλους και το στενό περιβάλλον του. Εκεί, που θα τολμήσει τον αγώνα, αναζητώντας να ξεπεράσει τις αδυναμίες του. Η πίστη για την οποία μιλούμε πρέπει να βασίζεται στις δικές του δυνάμεις, στη θετική σκέψη. Ο άνθρωπος την πραγματική του επιτυχία θα πρέπει να την επικεντρώσει στην αυτογνωσία του. Εκεί, απ’ αυτό το σημείο ν’ αντλεί και τη δημιουργική σκέψη και να ξεκινά την οποιαδήποτε εργασία, ακόμα και τη χειρωνακτική, την τελευταία, για να μην την θεωρήσει υποδυέστερη, πρέπει να την κάνει συνειδητά. Δεν μειώνει ούτε την αξία του, ούτε την αξιοπρέπειά του η χειρωνακτική εργασία. Σημασία έχει, το πως αισθάνεται την ώρα της διεξαγωγής της. Η ζωή αυτή, μας δίνει τα στοιχεία ενός αγώνα, ενός αγώνα που δεν τελειώνει. Αλλά μήπως, μ’ αυτόν τον τρόπο και απ’ αυτόν τον δρόμο ξετυλίγεται και το νήμα της αυτογνωσίας; Αν το δεχτεί κανείς αυτό, τότε συμφιλιώνεται και δεν αποθαρρύνεται στην προσπάθειά του.
Οι κοινωνικές συνθήκες οι οποίες επικρατούν δίνουν ένα άλλοθι στον άνθρωπο που τούτο δεν εγείρει την προσωπική του ευθύνη. Η συναίσθηση της μοναδικότητας μόνον ορθώνει την ευθύνη.
Εάν υπήρχε ως βάση στην παιδεία, η καλλιέργεια της υπευθυνότητας απέναντι στον άλλον, στην ίδια τη ψυχή και τη ζωή του ανθρώπου, τότε ο άνθρωπος δεν θα αμελούσε την προσωπική του ευθύνη και αυτή θα ήταν μία προϋπόθεση ν’ αντιμετωπίσει με μεγάλη σοβαρότητα τη ζωή.
Απομυθοποιώντας αυτές τις δύο καταστάσεις, την επιτυχία και την αποτυχία, επιχειρούμε να στρέψουμε τη ματιά σ’ αυτό το σημείο, δηλαδή στην προσωπική ευθύνη του καθενός.
Αναφέραμε την επιτυχία και την αποτυχία ως κινδύνο υπαρξιακής απώλειας κι ότι ο κίνδυνος αίρεται όταν ο άνθρωπος είναι γρηγορών. Ας δούμε την περίπτωση ενός επιτυχημένου με κριτήρια, εντελώς, διαφορετικά από του κοινού ανθρώπου. Ο άγιος είναι ένας άνθρωπος, καθόλα, όμοιος με μας. Κι αυτός κατέχεται από μία φιλοδοξία, αλλά η φιλοδοξία αυτή εστιάζεται στην έκφραση των δυνατοτήτων που αφορούν την ευγενή και θεία του υπόσταση. Δεν μπορούμε να τον εντάξουμε στον επιτυχημένο κατά κόσμον, γιατί αρνείται την εξάρτηση από αυτά που καθορίζουν οι άνθρωποι ως αξίες. Είναι λάθος να θεωρήσουμε ότι οι άγιοι αποτελούν ένα άλλο είδος που δεν αντιστοιχεί με το ανθρώπινο. Αντίθετα, οι ίδιοι μας διαβεβαιώνουν πως ξεκίνησαν όπως εμείς, μόνο που ο προσανατολισμός τους ήταν η ελευθερία. Η ελευθερία, η οποία αποδίδεται μέσα από τη γνώση των δυνατοτήτων, που κυοφορεί ο άνθρωπος και οι οποίες τον συνδέουν με την καθολικότητα της ζωής. Ο άνθρωπος αυτός, δηλαδή ο άγιος, αποσπάται από τους άλλους, δεν επηρεάζεται και αναζητά μέσα του το σημείο επαφής με το Δημιουργό των Πάντων. Η σχέση αυτή ενεργοποιείται και του προσφέρει άγνωστες προς εμάς δυνατότητες. Είναι, με λίγα λόγια, ο πλέον επιτυχημένος, σ’ αυτόν τον απρόσιτο τομέα. Καταλαβαίνει κανείς, έχοντας υπ' όψιν του αυτές τις περιπτώσεις, πόσο η ματαιότητα παρουσιάζεται ως κίνδυνος και στην επιτυχία και στην αποτυχία.
Ο καλλιτέχνης, ο πνευματικός δημιουργός, ο επιστήμων, ο επιχειρηματίας, ο καθένας όταν με σεμνότητα θέτει τους καρπούς των κόπων του στο σύνολο, χωρίς να μένει στην απόλαυση και στην αυτοικανοποίηση, συμβάλει, μέσα από τη δημιουργική του έκφραση, θετικά στη ζωή και δεν κινδυνεύει ούτε από την επιτυχία, ούτε από την αποτυχία. Κι εδώ υπάρχει ο επιτυχημένος και ο αποτυχημένος, ο διαχωρισμός γίνεται απ' το σημείο εκείνο που ο άνθρωπος κάμπτεται και χάνει την αγωνιστική του δύναμη. Κίνδυνος είναι η επιτυχία, και μάλιστα απ’ τους πιο σημαντικούς, εάν πιστέψει κανείς ότι έχει φθάσει στην κορυφή και πάψει να αγωνίζεται, τότε, που η προσπάθειά του δεν κατατείνει στο τέλειο και μένει στην μετριότητα ή στο υπερφίαλο. Όλα αυτά που κατακτά κανείς, ως αποτελέσματα της δικής του νικηφόρας προσπάθειας όταν δεν υπαγορεύονται από μία ανάλογη σεμνότητα και από τη γνώση του μηδενός και του απείρου, ενέχουν τον κίνδυνο. Η ισορροπία του ανθρώπου απέναντι στο γεγονός της επιτυχίας ή της αποτυχίας του δίνει μια αποστασιοποιημένη στάση, η οποία καθορίζεται απ’ το σεβασμό που έχει ο ίδιος απέναντι στο μέτρο. Αυτό που κυριαρχεί σήμερα και δίνει την εικόνα του κόσμου είναι η μοναξιά, η έλλειψη της επικοινωνίας. Προσπαθώντας να εξηγήσουμε τους λόγους που οδήγησαν τον άνθρωπο σ’ αυτήν την απομόνωση αναζητήσαμε τα αίτια. Έτσι, βρεθήκαμε σε δύο περιπτώσεις που αντιστοιχούν με μία ανάλογη ψυχολογία, την ψυχολογία της απομόνωσης.
Το θέμα της επιτυχίας ή της αποτυχίας, όπως το θέσαμε από την αρχή, αφορά το σημείο εκείνο, απ’ το οποίο κερδίζει ή χάνει κανείς την επίγνωση της ύπαρξής του. Συνοψίζοντας, λοιπόν, θα λέγαμε πως έχοντας την αξιολόγηση του πραγματικού νοήματος της ζωής, κατατείνοντας στην πορεία της αυτογνωσίας, οι κίνδυνοι απαλείφονται για το λόγο ότι η εγρήγορση δεν προσφέρει το έδαφος σε καμία υπαρξιακή λήθη.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Φυσικό φάρμακο για τον βήχα

Η  θεραπεία του βήχα όμως βρίσκεται στην κουζίνα σας.
Με το εξής απλό σιρόπι θα είστε σε θέση Για να απαλλαγείτε από το βήχα και να αποκαταστήσετε την  ενέργεια του σώματός σας, δοκιμάστε αυτό το απλό σιρόπι.
Η Δάφνη, στη θεραπεία του βήχα, δίνει σε αυτό το ποτό την γλυκό-πικρή γεύση του. Το Λεμόνι, από την άλλη πλευρά, δίνει ξινή γεύση. Η Ζάχαρη σε συνδυασμό με νερό δεσμεύει όλα τα αρώματα και τη διανομή τους σε όλο το σώμα μας.
Τι θα χρειαστούμε:
– 6 φύλλα δάφνης
– 1,5 λίτρο νερού
– 6 κουταλιές της σούπας μαύρη ζάχαρη
– 1 λεμόνι
Τρόπος παρασκευής:
Βάλτε τα φύλλα δάφνης στο νερό και ψήνουμε για περίπου 10 λεπτά.
Βγάλτε τα φύλλα έξω και μετά μεταφέρετε το νερό σε ένα μπολ στο οποίο θα κρατήσει το σιρόπι που ετοιμάσετε.
Προσθέστε τη ζάχαρη και το χυμό λεμονιού.
Ανακατέψτε καλά μέχρι η ζάχαρη διαλυθεί.
Καταναλώστε μία κουταλιά αρκετές φορές την ημέρα.
Μπορείτε να διατηρήσετε το  σιρόπι στο ψυγείο για αρκετές ημέρες.