Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Η δομική ανεπάρκεια του ελληνικού πολιτικού συστήματος

του Κέβιν Φίδερστον

Η ελληνική κοινή γνώμη εμφανίζεται, για μια ακόμη φορά, απογοητευμένη από την αποτυχία της πολιτικής της ηγεσίας να επιλύσει τα προβλήματα της χώρας. Ο ήρωας του χθες φαίνεται να διαψεύδει τις προσδοκίες. Πολλοί Έλληνες -εθισμένοι στις «προσωπικότητες»- διαβλέπουν ως μοναδική λύση την αντικατάσταση του ηγέτη. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά...
Κυρίαρχη θέση στον καθημερινό πολιτικό λόγο στην Ελλάδα κατέχει η ασημαντολογία: πρόκειται για ένα είδος διασκέδασης, χωρίς ίχνος ουσίας.
Προξενεί αλγεινή εντύπωση το γεγονός ότι ενώ οι πάντες στηλιτεύουν τις αποτυχίες του τάδε ή του δείνα ηγέτη, κανείς, σχεδόν, δεν συζητεί για το τι σημαίνει χρηστή διακυβέρνηση.
'Αλλωστε, η επιτυχία ενός ηγέτη εξαρτάται από πολλούς παράγοντες: από την προσωπικότητα και την στοχοπροσήλωσή του, αλλά και από τις δομές και τις λειτουργίες της εξουσίας.
Η δομή της εκτελεστικής εξουσίας στην Ελλάδα αποτελεί ένα ιδιαίτερο μείγμα του αμερικανικού, του βρετανικού και του γαλλικού μοντέλου, με τη διαφορά ότι αποφεύγεται προσεκτικά η υιοθέτηση οποιουδήποτε πλεονεκτήματος και από τα τρία.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του συντάγματος, ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν είναι τίποτε λιγότερο από έναν εκλεγμένο δικτάτορα. Μπορεί να απολύει και να προσλαμβάνει κατά βούληση, να επιλέγει όποιους θέλει, να θεσπίζει επιτροπές και διαδικασίες, να δημιουργεί και να καταργεί υπουργεία. Επιπλέον, ο ρόλος του στο «κυβερνητικό συμβούλιο» (ΚΥΣΥΜ) και στην «κυβερνητική επιτροπή» (ΚΥΕΠ) εξαρτάται de facto από τις εκάστοτε διαθέσεις του.
Ουσιαστικά, όμως, η θέση του πρωθυπουργού αποδυναμώνεται από σημαντικές αντιφάσεις.
Η συνταγματική του παντοδυναμία υπονομεύεται από τις ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό και τις αδυναμίες των εποπτικών και ελεγκτικών μηχανισμών που έχει στη διάθεσή του. Το πρωθυπουργικό γραφείο της Ιρλανδίας, μιας χώρας με παρόμοιο πολιτικό σύστημα, αλλά με πληθυσμό υποπολλαπλάσιο εκείνου της Ελλάδας, έχει τριπλάσιο αριθμό υπαλλήλων από όσους το «μέγαρο Μαξίμου».
Οι πρωθυπουργοί στην Ελλάδα ηγούνται ενός γιγαντιαίου κρατικού μηχανισμού, ο οποίος όμως βρίσκεται επί της ουσίας υπό τον πλήρη έλεγχο των υπουργών.
Τα υπουργεία συνιστούν τα πιο άρτια προστατευμένα νησιά της ελληνικής επικράτειας. Η οριζόντια συνεργασία μεταξύ τους θεωρείται επικίνδυνη και οποιεσδήποτε κινήσεις προς αυτήν την κατεύθυνση ματαιώνονται. Θεσμικά, δεν υφίσταται κανένας μηχανισμός για την εποπτεία των υπουργείων, παρά τις όποιες προθέσεις των πρωθυπουργών. Στα δε υπουργεία, αν εξαιρέσει κανείς τα κορυφαία, η κατάσταση που επικρατεί είναι χαώδης.
Το αποτέλεσμα είναι η αδυναμία εφαρμογής των κυβερνητικών προγραμμάτων. Οι ίδιοι οι υπουργοί προσωπικά δεν έχουν τον έλεγχο του τι συμβαίνει στα υπουργεία τους και εμφανίζονται ελαστικοί απέναντι στη διαφθορά. Πολύ συχνά βρίσκει κανείς στα νομοσχέδια συγκεκαλυμμένες προσωπικές εκδουλεύσεις ή τροπολογίες της τελευταίας στιγμής για τον ίδιο λόγο.
Αναμφίβολα, πολλές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν να επιδείξουν αξιόλογες επιτυχίες, για τις οποίες μπορούν να είναι περήφανες. Ιδιάζουσες περιπτώσεις αποφασισμένων και εργασιομανών πρωθυπουργών, υπουργών και συμβούλων, κατάφεραν να ξεπεράσουν τα συστημικά εμπόδια που βρήκαν στον δρόμο τους.
Αποτελεσματικοί πρωθυπουργοί ήταν εκείνοι που βρίσκονταν σε συνεχή επικοινωνία με τα υπουργεία τους και έθεταν υψηλές απαιτήσεις. Ένας εθνικός στόχος ή μια κεντρική πολιτική επιλογή έχουν σημαντικές πιθανότητες επιτυχίας όταν γίνονται απόλυτη προτεραιότητα. Όπως έλεγε και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, μια ισχυρή προσωπικότητα σε ένα υπουργείο μπορεί να κάνει τη διαφορά.
Το πρόβλημα της διακυβέρνησης στην Ελλάδα όμως είναι πιο βαθύ.
Το σύστημα επαφίεται κυρίως στο φιλότιμο των προσώπων και πολύ λιγότερο στην αποτελεσματικότητα των θεσμών. Δεν υπάρχει μηχανισμός θεσμικής μνήμης για την ομαλή μετάβαση από τη μία κυβέρνηση στην επόμενη.
Πιο συγκεκριμένα, διακρίνει κανείς δύο αδύνατα σημεία:
Πρώτον, ο πρωθυπουργός έχει περιορισμένη βοήθεια από εξειδικευμένο προσωπικό. Σε μια κουλτούρα που δίνει έμφαση στην προσωπική εμπιστοσύνη και αφοσίωση, οι πρωθυπουργοί προτιμούν συνήθως να περιστοιχίζονται από κλειστές ομάδες «ημετέρων». Η πρακτική αυτή αγνοεί τους βασικούς κανόνες της κατανομής αρμοδιοτήτων και του μάνατζμεντ για χάρη των προσωπικών σχέσεων.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η δυνατότητα αξιολόγησης των κυβερνητικών πρωτοβουλιών είναι σχεδόν μηδαμινή. Ως εκ τούτου, συνεχίζει να υπερισχύει η άποψη ότι η δουλειά της κυβέρνησης σταματά με την ψήφιση των νόμων.
Ανύπαρκτη είναι και η δυνατότητα να διερευνηθούν οι στρατηγικές ανάγκες της χώρας με μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα, εκτός αν συστηθεί σχετική ad hoc επιτροπή σε κάποιον τομέα. Ακόμη και όταν υπάρχουν τέτοιες επιτροπές, όμως, δεν υπάρχουν θεσμικά κανάλια για την αξιολόγηση των ευρημάτων τους.
Δεύτερον, ο μηχανισμός διυπουργικής συνεργασίας παραμένει υπανάπτυκτος. Επιτροπές και υποεπιτροπές υφίστανται μόνο στα χαρτιά. Μέχρι και τη δεκαετία του 1990, δεν κρατούνταν πρακτικά από τις συνεδριάσεις των υπουργικών συμβουλίων και των διυπουργικών επιτροπών, ενώ ακόμη και σήμερα τα πρακτικά δεν μοιράζονται στους υπουργούς και τα επιτελεία τους. Εν ολίγοις, οι απαραίτητες πληροφορίες δεν ρέουν, ως όφειλαν, με κάποιο συντεταγμένο τρόπο.
Οι ολιγομελείς ομάδες που πλαισιώνουν τους πρωθυπουργούς προσπαθούν να τους κρατούν ενήμερους για τα ζητήματα άμεσης προτεραιότητας και είναι αλήθεια ότι ένας δυναμικός ηγέτης μπορεί να ασκήσει έλεγχο στη κυβέρνηση.
Στην καλύτερη περίπτωση, όμως, η εποπτεία αυτή παραμένει υποτυπώδης, γεγονός που μειώνει την ικανότητα να ελέγχεται η υλοποίηση γενικότερων στόχων, η συνέπεια των πρωτοβουλιών και η πρόοδος της εφαρμογής τους.
Εν κατακλείδι, οι Έλληνες πρωθυπουργοί είναι δικτάτορες με δεμένα χέρια. Τα μέσα που διαθέτουν είναι περιορισμένα. Το μόνο που μας μένει είναι η προσωπικότητα, άλλοτε δυναμική και άλλοτε όχι. Ακόμη και όσοι θα ήταν εν δυνάμει άριστοι πρωθυπουργοί, υπονομεύονται από το κακοσχεδιασμένο σύστημα. Οπότε, η συζήτηση περί ηγεσίας και ηγετικών ικανοτήτων είναι στην καλύτερη περίπτωση επιφανειακή, από τη στιγμή που δεν ακουμπά το μείζον ζήτημα των μηχανισμών άσκησης εξουσίας.
Η απογοήτευση λοιπόν για τα πεπραγμένα των κυβερνήσεων οφείλεται στην ανεπάρκεια των μέσων που έχουν στη διάθεσή τους.

Πώς ο υπεράκτιος καπιταλισμός καταβρόχθισε τις οικονομίες μας -και τελικά και τον ίδιο του τον εαυτό

του Ουίλιαμ Μπρίτεν-Κάτλιν

Ο κόσμος, όπως είχε παρατηρήσει ο Σοπενχάουερ (Schopenhauer) είναι μια επιχείρηση που δεν καλύπτει τα έξοδά της. Ο Σοπενχάουερ καταγόταν από μια εύπορη οικογένεια της ελεύθερης πόλης του Αμβούργου. Αλλά κάποια στιγμή η ευρωπαϊκή οικονομία κατέρρευσε κι έχασαν τα πάντα. Διακόσια χρόνια αργότερα, οι Σοπενχάουερ θα εύρισκαν κάτι οικείο στον κόσμο μας, με τις χρεοκοπίες τραπεζών, τις επιχειρήσεις που «βάζουν λουκέτο» και την ανεργία να «χτυπά κόκκινο».
Στη ρίζα της τρέχουσας ύφεσης μοιάζει να βρίσκεται ένας εξαιρετικά ρωμαλέος τύπος καπιταλισμού, που τώρα βγάζει τον επιθανάτιο ρόγχο του. Ας τον αποκαλέσουμε «καπιταλισμό των υπεράκτιων επιχειρήσεων» (καπιταλισμό των οφσόρ) -με την κυριολεκτική σημασία πως οι πολυεθνικές επιχειρήσεις κι οι τράπεζες σταδιακά «εντειχίστηκαν» μέσα σε ένα δίκτυο από φορολογικούς παραδείσους και υπεράκτια χρηματοοικονομικά κέντρα που προσεκτικά έχτιζαν για την ασυλία τους. Αλλά η έννοια «υπεράκτια» μπορεί να διαβαστεί και μεταφορικά, με την έννοια πως οι οικονομικές και χρηματιστηριακές δομές έγιναν σταδιακά τόσο αφηρημένες και τεχνικές, ώστε αποκόπηκαν από κάθε πραγματικότητα της οικονομίας, ξεκόπηκαν εντελώς από την κοινωνία.
Αυτή η μορφή καπιταλισμού ξεκίνησε τη δεκαετία του '70, αρχικά στο περιθώριο του συστήματος. Πολυεθνικές επιχειρήσεις και τράπεζες άρχισαν κάθε τόσο να επεκτείνονται και να μεγεθύνονται, χάρη στους φορολογικούς παραδείσους. Τα «τρομερά παιδιά» των χρηματοοικονομικών (τα «αδερφάκια» των συνομηλίκων τους, που την ίδια εποχή πειραματίζονταν με τους μικροϋπολογιστές) ανάπτυξαν οικονομικά εργαλεία, που μετέτρεπαν κάθε είδους αγαθά και υπηρεσίες σε τραπεζοπιστωτικά και χρηματοοικονομικά «προϊόντα», που στη συνέχεια γίνονταν αντικείμενο συναλλαγής στις υπεράκτιες αγορές.
Αυτή η υπεράκτια διάσταση σύντομα άρχισε να έχει επιπτώσεις στον πραγματικό κόσμο. Έως τότε, τα κράτη-έθνη ήλεγχαν πλήρως τα οικονομικά τους και τις χρηματοοικονομικές δραστηριότητες. Αυτό όμως άλλαξε. Η ύπαρξη υπεράκτιων φορολογικών παραδείσων άσκησε φοβερές πιέσεις στα εθνικά τραπεζικά συστήματα να απορρυθμιστούν και να «απελευθερωθούν». Από την άλλη, οι «εθνικές» τράπεζες επιχείρησαν απελπισμένα να ελέγξουν και να ρυθμίσουν τις νέες διεθνοποιημένες αγορές, που εξορμούσαν από τους υπεράκτιους παραδείσους τους. Αλλά η μάχη ήταν άνιση: σε ολόκληρο τον βιομηχανικό δυτικό κόσμο, οι κυβερνήσεις παραιτήθηκαν από τις ρυθμιστικές τους εξουσίες και επέτρεψαν στα υπεράκτια χρηματοοικονομικά να «ξεπλύνουν» και να «ξεκάνουν» τις οικονομίες τους.
Τα επόμενα τριάντα χρόνια, τα υπεράκτια χρηματοοικονομικά (και οι επιχειρήσεις που βάσιζαν τη μεγέθυνσή τους σε αυτά) επέβαλαν την κυριαρχία τους στις «εθνικές» οικονομίες. Από τη στιγμή που μπορούσαν να βασιστούν στα υπεράκτια τραπεζοπιστωτικά ιδρύματα, οι μεγάλες επιχειρήσεις ασκήθηκαν στο πώς να χρησιμοποιούν τους φορολογικούς παραδείσους ώστε να διαφυλάττουν τα κέρδη τους και να επεκτείνονται ακόμα περισσότερο. Ενώ τα κέρδη τους αυξάνονταν, το μερίδιό τους στα εθνικά φορολογικά έσοδα διαρκώς μειωνόταν.
Ακόμα και σήμερα, δε μοιάζει να υπάρχει καμία διάθεση περιορισμού αυτής της διάστασης του υπεράκτιου καπιταλισμού.
Οι οικονομικές περίοδοι, όπως εξάλλου και οι πολιτιστικές, περνούν κάθε τόσο από φάσεις υπερβολής, που χαρακτηρίζονται από αφθονία και μία κλίση προς την τρυφηλότητα. Η ύστερη άνθηση του υπεράκτιου καπιταλισμού συνοδεύτηκε από μια σειρά παρακμιακών και θανατηφόρων φαινομένων. Τα «κερδοσκοπικά κεφάλαια», τα «πιστωτικά παράγωγα» και τα «παράγωγα πιστωτικού κινδύνου», όλα τους συμβόλιζαν την αυξανόμενη αποστασιοποίηση της οικονομίας από την κοινωνία, έως ότου κάθε σχέση μεταξύ τους καταργήθηκε, και τα δύο διαχωρίστηκαν πλήρως.
Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια σφραγίστηκαν από την συνεχή έπαρση του λάβαρου του υπεράκτιου καπιταλισμού, των «κερδοσκοπικών κεφαλαίων». Αυτά τα ιδιωτικά και κλειστά κλαμπ, σχετικώς αποδεσμευμένα από κάθε ρύθμιση και εποπτεία στις υπεράκτιες έδρες τους, επέτρεπαν στα εύπορα μέλη τους να μεταφέρουν τα λεφτά τους και να τα «τζογάρουν» σε συγκεκριμένες (και προβλέψιμες, όπως τουλάχιστο πίστευαν) χρηματοοικονομικές διακυμάνσεις κάθε είδους αγαθών και προϊόντων που ανταλλάσσονταν στις διεθνείς αγορές (μετοχών, ομολόγων, συναλλαγμάτων και όλων τα περίεργων προϊόντων που απέρρεαν από αυτά).
Τα κερδοσκοπικά κεφάλαια επιτέθηκαν σε οτιδήποτε κινιόταν στις αγορές, «στραγγάλισαν» επιχειρήσεις και ταπείνωσαν κρατικές επιχειρήσεις, αναγκάζοντάς τες να γονατίσουν εμπρός τους. Όταν όμως έβαλαν στο μάτι τις τράπεζες, υπονόμευσαν το ίδιο το μέσο των ληστρικών τους επιχειρήσεων, τα δισεκατομμύρια των δολαρίων που τους δάνειζαν οι τράπεζες για να κάνουν τα παιχνίδια τους.
Γιατί ο υπεράκτιος καπιταλισμός τράφηκε από τα φαινομενικά απεριόριστα αποθέματα φθηνού χρήματος και χρηματοοικονομικών πόρων του κόσμου.
Οπότε δεν πρέπει να μας προκαλεί κατάπληξη που κάποια στιγμή η ρευστότητα «στέγνωσε» και το σύστημα «μπλόκαρε». Κι αυτό που οδήγησε στο «στέγνωμα» της ρευστότητας ήταν η πλήρης και παράδοξη αποκοπή του κόσμου του υπεράκτιου καπιταλισμού από τον τούβλινο και ασβεστωμένο κόσμο της «πραγματικής οικονομίας» -από τα σπίτια του κόσμου.
Όπως γνωρίζουμε πλέον, οι υποθήκες αυτών των σπιτιών πωλούνταν σε τράπεζες, ως τμήματα περίπλοκων παράγωγων, που με τη σειρά τους μετατρέπονταν σε νέα παράγωγα, μεταπωλούνταν αλλού, κ.ο.κ. έως ότου κανείς πια δε γνώριζε σε τι ακριβώς αναφερόταν το χρηματοοικονομικό του παράγωγο. Αυτή η «δουλειά» των ενυπόθηκων ομολόγων συνηθέστατα έδρευε στους υπεράκτιους «παραδείσους», ώστε να επωφελείται από την ευνοϊκή φορολογία, τη «χαλαρή» εποπτεία και να «κρύβονται» οι συμφωνίες της από τα λογιστικά βιβλία των τραπεζών. Εξ ου και η αγορά τροφοδοτούνταν και η φούσκα μεγάλωνε και μεγάλωνε, έως ότου -όπως κάθε φούσκα- έσκασε.
Φθάνοντάς στα όριά του, ο υπεράκτιος καπιταλισμός κατέρρευσε. Αλλά η χρεοκοπία του δεν μπόρεσε να παραμείνει πέραν των ακτών. Έφτασε παντού, με τη μορφή κατασχέσεων, απολύσεων και επιχειρήσεων που κλείνουν η μία μετά την άλλη• το κόστος του υπεράκτιου κυκεώνα μετακυλίσθηκε τελικά στην κοινωνία και τους φορολογουμένους, που κατέληξαν να επωμισθούν το άχθος της αποτυχίας του.
Η εμπειρία του Σοπενχάουερ στις οικονομικές καταρρεύσεις του καιρού του, τον οδήγησε στο μακάβριο συμπέρασμα πως ο κόσμος είναι ένα μέρος όπου προκειμένου να επιβιώσουν, οι άνθρωποι κατασπαράσσουν καθημερινά ο ένας τον άλλο. Μάλλον είχε αναγνωρίσει αυτές τις συμπεριφορές στον μοχθηρό, ανηλεή καπιταλισμό του καιρού του -καθώς και, εδώ που τα λέμε, του υπεράκτιου καπιταλισμού που μας αποχαιρετά αυτές τις μέρες.
Ήρθε σίγουρα ώρα να πιάσουμε στεριά, μια και καλή.

Οι υποβαθμισμένοι (της νέας γενιάς)

του Καμίγ Πεν

Νουβέλ Ομπσερβατέρ (ΝΟ): Σήμερα παρατηρούμε πως μια ολόκληρη γενιά, φορτωμένη μάλιστα με πτυχία, απειλείται με κοινωνική υποβάθμιση και θεωρεί πως θα ζήσει χειρότερα από τη γενιά των γονιών της. Ποιο μπορεί να είναι το μέλλον αυτής της «καταρτιζόμενης» γενιάς, τη στιγμή μάλιστα που η κρίση επιτείνει την εργασιακή επισφάλεια και αυξάνει την ανεργία;
Καμίγ Πενί (Camille Peugny, CP): Από οικονομικής απόψεως, αυτή η γενιά ζει ήδη αντικειμενικά χειρότερα από εκείνη των γονιών της. Ασφαλώς είναι πιο μορφωμένη κατά μέσο όρο, αλλά καλείται να ενταχθεί στην αγορά εργασίας σε πολύ χειρότερο οικονομικό πλαίσιο.
Μεταπολεμικά, η λεγόμενη γενιά του «μπέιμπι μπουμ», που καταγόταν στην πλειοψηφία της από αγροτικές και εργατικές οικογένειες, επωφελήθηκε από την ταχύτατη επέκταση της μεσαίας και υψηλής μισθοδοσίας που συνόδευσε τα «τριάντα ένδοξα έτη» -και γρήγορα υπερέβη τις συνθήκες ζωής των γονιών της.
Όσοι γεννήθηκαν είκοσι χρόνια αργότερα, αντιμετωπίζουν μαζική ανεργία και λιγότερο επικερδή απασχόληση. Τα «δωρεάν» προγράμματα κατάρτισης, οι επισφαλείς δουλίτσες, η ανεργία, έχουν γίνει πια υποχρεωτικά λίγο-πολύ περάσματα πριν μπορέσει κάποιος να αδράξει, πάνω-κάτω στα 30 του, την πρώτη του σύμβαση εργασίας αορίστου διάρκειας.
Σε σχέση με την προηγούμενη γενιά, οι σημερινοί νέοι χάνουν λοιπόν κάμποσα χαμένα χρόνια, το κόστος των οποίων δεν πρόκειται ουδέποτε να αναπληρωθεί, καθώς οι συνθήκες εργασίας στα πρώτα έτη της σταδιοδρομίας των νέων αποδεικνύονται καθοριστικά για ολόκληρη τη σταδιοδρομία τους. Τα πράγματα χειροτερεύουν ενώ η κρίση τείνει να αυξήσει κι άλλο αυτά τα «χαμένα χρόνια» -και να πολλαπλασιάσει τα «ατυχήματα» στην πορεία των επαγγελματικών σταδιοδρομιών.
ΝΟ: Στο δοκίμιό σας, τοποθετείτε την έναρξη αυτής της κοινωνικής υποβάθμισης αμέσως μετά τα «τριάντα ένδοξα έτη». Πού οφείλεται κατά τη γνώμη σας αυτή η «θυσία» -όπως την αποκαλείτε- των γενιών που ακολούθησαν το «μπέιμπι μπουμ»;
CP: Οι προοπτικές κοινωνικές ανέλιξης φθάνουν στο αποκορύφωμά τους για όσους γεννήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1940, και στη συνέχεια μειώνονται σταδιακά, για να φθάσουν σε ένα κατώτατο όριο σε όσους γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Αυτή η πτωτική πορεία είναι γενικευμένη. Αφορά τα αγόρια και τα κορίτσια κάθε κοινωνικής καταγωγής: τα παιδιά των εργατών φθάνουν πολύ σπανιότερα να γίνουν στελέχη επιχειρήσεων, ενώ τα παιδιά των στελεχών επιχειρήσεων ακολουθούν πολύ συχνότερα καθοδική κοινωνική πορεία. Στη Γαλλία της δεκαετίας του 2000, το 1/4 των γιων στελεχών επιχειρήσεων (και το 1/3 των κορών τους!) είναι πια εργάτες ή υπάλληλοι.
Αν υπάρχει μια γενιά που αξίζει πράγματι τον -όχι και τόσο ζηλευτό- τίτλο της «θυσιασμένης γενιάς» είναι αυτή που γεννήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Τη στιγμή που η γενιά του «μπέιμπι μπουμ» αρχίζει να συνταξιοδοτείται, αυτοί είναι πλέον σαραντάρηδες, με άλλα λόγια πολύ ηλικιωμένοι: στις επιχειρήσεις προτιμώνται οι νεώτεροι πτυχιούχοι, άρτι αποφοιτήσαντες από τα πανεπιστήμια. Τουλάχιστο έτσι συνέβαινε έως πρόσφατα, διότι τελευταία παρατηρούμε πως η κρίση πλήττει ολομέτωπα τους νέους πτυχιούχους.
ΝΟ: Όλη αυτή η κοινωνική υποβάθμιση, παράλληλα με τη συνέχιση της επέκτασης της διανομής πτυχίων, δεν πλήττει εντέλει την αξιοκρατία; Έως πού μπορούμε να συνεχίσουμε να διευρύνουμε το χάσμα μεταξύ κατάρτισης και απασχόλησης;
CP: Περισσότερη μόρφωση-λιγότερη κοινωνική κινητικότητα: πράγματι, έχουμε εδώ δύο εντελώς αντιφατικές τάσεις, πόσο μάλλον σε χώρες σαν τη δική μας, όπου η «δημοκρατική αξιοσύνη» ήταν επί μακρόν βασικός παράγοντας της κοινωνικής συνοχής.
Η Γαλλία του 2009 δεν είναι πιο αξιοκρατική από εκείνη του 1950 ή του 1960. Φυσικά η σχέση μεταξύ κοινωνικής καταγωγής και μόρφωσης χαλάρωσε συν τω χρόνω, πράγμα που σημαίνει μάλλον περισσότερη αξιοκρατία. Από την άλλη, τουλάχιστο στις νεότερες γενιές, μοιάζει να χαλαρώνει με τη σειρά της η σχέση μεταξύ μόρφωσης και κοινωνικής θέσης. Η πρόσβαση στη μόρφωση είναι λιγότερο άνιση, αλλά ταυτόχρονα παύει να είναι τόσο καθοριστική.
Το σημαίνει αυτή η διαπίστωση; H αποσύνδεση του μορφωτικού επιπέδου από την κοινωνική άνοδο λειτουργεί σε κάποιους ως πρόσχημα για να αμφισβητήσουν τη γενίκευση της εκπαίδευσης. Αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν αρκετές καλές θέσεις, μας λένε, τουλάχιστο ας πάψουμε να καλλιεργούμε ψευδείς προσδοκίες! Η συλλογιστική αυτή στην πραγματικότητα είναι επικίνδυνη.
Φυσικά, το να βάζει κανείς ποσοτικούς στόχους (το 80% μιας γενιάς να έχει «γενικό απολυτήριο», τώρα το 50% να έχει πτυχίο) δεν έχει πολύ νόημα. Μολοταύτα, αν αποφασίζαμε να δυσκολέψουμε την πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, γνωρίζουμε από τώρα ποιοι θα «πλήρωναν τη νύφη»: τα παιδιά των λαϊκών τάξεων.
Είναι πολύ πιο γόνιμο να προσπαθήσουμε να βελτιώσουμε τη λειτουργία της ανώτατης εκπαίδευσης, αναθεωρώντας π.χ. τη γαλλική ιδιαιτερότητα της συνύπαρξης πανεπιστημίων και «μεγάλων σχολών». Τη στιγμή που οι «μεγάλες σχολές» δέχονται σχεδόν αποκλειστικά γόνους προνομιούχων οικογενειών (λιγότερο από 1% των παιδιών εργατών εγγράφονται στις «μεγάλες σχολές», έναντι 21% των παιδιών των ελεύθερων επαγγελματιών!), οι φοιτητές τους στοιχίζουν στο κράτος σχεδόν τέσσερις φορές όσο οι φοιτητές των πανεπιστημίων!. Είναι κρίσιμο αυτό να αλλάξει, κυρίως με την καθιέρωση κοινών πτυχίων.
Αν δεν το κάνουμε, θα διαιωνιστεί το σημερινό σύστημα των «δύο ταχυτήτων», όπου οι «μεγάλες σχολές» θα αναπαράγουν την κοινωνική ελίτ, που θα καταλαμβάνει σχεδόν «φυσιολογικά» την κορυφή της εργασιακής πυραμίδας, ενώ το πανεπιστήμιο θα μοχθεί να προσαρμόζεται στις πραγματικότητες της αγοράς εργασίας.
NO: Ποιες είναι οι πολιτικές επιπτώσεις της απογοήτευσης αυτών των «υποβαθμισμένων» γενιών;
CP: Οι «υποβαθμισμένοι» είναι εργάτες ή υπάλληλοι που βιώνουν έντονα συναισθήματα επισφάλειας. Ως εκ τούτου ασπάζονται τον προστατευτικό ρόλο του κράτους και εναντιώνονται στον οικονομικό φιλελευθερισμό. Ταυτόχρονα όμως, ως εργαζόμενοι αντιμετωπίζουν με πρωτοφανή βιαιότητα τους ανέργους ή όσους επωφελούνται από τα επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας: λένε ναι λοιπόν στην προστασία του κράτους, αλλά μόνο για όσους δουλεύουν! Από την άποψη αυτή, η άνοδος του φαινομένου της «υποβάθμισης» δεν είναι άσχετη με τον προϊόντα συντηρητισμό της γαλλικής κοινωνίας.
ΝΟ: Θεωρείται πως η κλιμάκωση της «υποβάθμισης» θα οδηγήσει σε μορφές εξέγερσης ή σε παραίτηση;
CP: Κανείς ποτέ δεν είναι προετοιμασμένος για την αποτυχία του, ιδίως όταν έκανε όσα του έλεγαν πως έπρεπε να κάνει: οι «υποβαθμισμένοι» δαπάνησαν πολύ καιρό σε ανώτατες σπουδές, και μολοταύτα βλέπουν πως δεν είναι εις θέση να διατηρηθούν καν στην κοινωνική θέση των γονιών τους, έστω κι αν τις περισσότερες φορές έχουν πολύ περισσότερα προσόντα. Η απογοήτευση είναι τόση, που πολλοί «υποβαθμισμένοι» υιοθετούν ένα ριζοσπαστικό διεκδικητικό λόγο, ζητώντας να αλλάξουν οι κανόνες του παιχνιδιού.
'Αλλοι πάλι προτιμούν την παραίτηση από την εξέγερση. Οι δυτικές μας κοινωνίες έχουν το χαρακτηριστικό πως εξατομικεύουν την επιτυχία: όποιος θέλει, μπορεί! Οπότε μάλλον η όποια επιτυχία μας οφείλεται σε εμάς και μόνο! Η άλλη όψη αυτού του νομίσματος είναι πως είμαστε επίσης οι μόνοι υπεύθυνοι για τις αποτυχίες μας. Είναι εξαιρετικά δύσκολο για τα άτομα που συναντούν δυσκολίες να εγγράψουν την προσωπική τους ιστορία σε μία συλλογική τάση, κάτι που θα τους ανακούφιζε, θα ελάφρυνε το συναίσθημα της αποτυχίας «τους».
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως έτσι εξηγείται εν πολλοίς που δεν παρατηρούμε μεγάλες συλλογικές κινητοποιήσεις. Αλλά η σημερινή, δραματική κρίση, μπορεί να οδηγήσει πολλούς «υποβαθμισμένους» να επιλέξουν την εξέγερση έναντι της παραίτησης. Η παρουσία στις κινητοποιήσεις της 29ης Ιανουαρίου τόσο πολλών μισθωτών, άμαθων σε διαδηλώσεις, ίσως να έχει μεγάλη σημασία.
ΝΟ: Εκτός από την ενδοοικογενειακή αλληλεγγύη, ποιες άλλες μορφές διαγενεακής αλληλεγγύης μπορούμε να φανταστούμε σήμερα;
CP: Η οικογενειακή συμπαράσταση, πλην ορισμένων σπανίων εξαιρέσεων, είναι εξ ανάγκης βραχυπρόθεσμη: αν τα παιδιά ξοδέψουν την περιουσία των γονιών τους για να αντεπεξέρθουν στις δυσκολίες, τι θα απομείνει για τα παιδιά τους;
Η οικογένεια δεν μπορεί να υποκαθιστά επ' άπειρον το κράτος... Η λύση περνά από μία πραγματική πολιτική αναδιανομής του πλούτου. Πώς να δεχτεί κανείς πως όσοι βρίσκονται στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας -το 1% των πλουσιότερων- βλέπει τα εισοδήματά του να πολλαπλασιάζονται, κυρίως μάλιστα λόγω της φορολογικής πολιτικής;
Είναι ζωτικής σημασίας να τελειώνουμε επιτέλους με τα ιδεοληπτικά και πελατειακά φορολογικά μέτρα και να αποκαταστήσουμε μία πραγματικά προοδευτική φορολογία. Πράγμα που, ειρήσθω εν παρόδω, θα μειώσει κατά πολύ τα βάρη της αναδιανομής για τη μεσαία τάξη.
Αυτή η προσέγγιση είναι πολύ σημαντική για την αριστερά: της προσφέρεται ένα πεδίο δράσης που θα της επιτρέψει να συνεισφέρει στην κοινωνική δικαιοσύνη, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να αποδειχθεί και εκλογικά προσοδοφόρο...

Προβληματισμός για νέο... οικολογικό υπολογισμό του ΑΕΠ

της Μαρί-Μπεατρίς Μποντέ

Τριάντα τρεις Αμερικανοί, Γάλλοι, 'Αγγλοι, Ινδοί κ.λπ οικονομολόγοι εργάζονται εδώ κι ένα χρόνο στο πλαίσιο της «επιτροπής για την καταμέτρηση των οικονομικών επιδόσεων και της κοινωνικής προόδου», που δημιουργήθηκε στις αρχές του 2008 με πρωτοβουλία του Γάλλου προέδρου Νικολά Σαρκοζί (Nicolas Sarkozy), και στην οποία προεδρεύει ο βραβευμένος με Νόμπελ οικονομίας Τζόζεφ Στίγκλιτζ (Joseph Stiglitz). Αποστολή της επιτροπής; Να προσδιορίσει νέους δείκτες καταγραφής των οικονομικών επιδόσεων, που να ξεπερνούν τα μειονεκτήματα όσων χρησιμοποιούνται σήμερα.
Οι παραλογισμοί του «ακαθαρίστου εγχώριου προϊόντος» (ΑΕΠ) είναι γνωστοί: σε περίπτωση π.χ. φυσικών καταστροφών, το ΑΕΠ αυξάνει, καθώς υπολογίζει τις δαπάνες των εργασιών ανοικοδόμησης και αγνοεί το κόστος των ζημιών. Επιπλέον, η άνοδος του ΑΕΠ δε συμβαδίζει με τη βελτίωση των συνθηκών ζωής των ανθρώπων. «Θέλουμε να προτείνουμε λύσεις για τα προβλήματα αυτά, όχι μόνο για τη Γαλλία, αλλά για όλες τις χώρες που θα ενδιαφερθούν για τη δουλειά μας», διευκρινίζει ο οικονομολόγος Ζαν-Πολ Φιτουσί (Jean-Paul Fitoussi), συντονιστής της επιτροπής.
Το τελικό πόρισμα της επιτροπής αναμένεται να κατατεθεί στα μέσα Μαΐου, αλλά ορισμένα από τα συμπεράσματά του είναι ήδη γνωστά.
Ένα καινούργιο ΑΕΠ
Για τον κ. Φιτουσί, «το πρόβλημά μας είναι να μετράμε στο ενεργητικό ό,τι είναι θετικό και στο παθητικό ό,τι είναι αρνητικό». Π.χ: όταν τα ενοίκια στο κέντρο μιας πόλης παίρνουν την ανιούσα, οι κάτοικοι του κέντρου ωθούνται στα προάστια. Η οικοδόμηση νέων κατοικιών και η καθιέρωση νέων γραμμών συγκοινωνίας ανεβάζουν το ΑΕΠ, αλλά ο χρόνος μετακίνησης ή η ρύπανση του περιβάλλοντος λόγω αυτών των μετακινήσεων, είναι αρνητικά μεγέθη, που η επιτροπή θέλει να λαμβάνονται υπόψη στο παθητικό του ΑΕΠ. Ο δείκτης θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη του διάφορα ακόμα μεγέθη που έχουν προφανή οικονομική διάσταση, όπως είναι ο εθελοντισμός ή η ενασχόληση με τα οικιακά.
Οι εμπειρογνώμονες επιθυμούν επίσης να εξαλείψουν τις λανθασμένες εντυπώσεις στις οποίες οδηγεί ο ισχύων τρόπος μέτρησης του ΑΕΠ. Εξ ου και η σημαντική δουλειά που έγινε στο ζήτημα της καταμέτρησης των ανισοτήτων, που τους οδηγεί να προτιμούν το «ενδιάμεσο» εισόδημα (που χωρίζει τον πληθυσμό σε δύο ίσα στρατόπεδα -στο 50% που κερδίζει περισσότερα και στο 50% που κερδίζει λιγότερα), αντί του «κατά κεφαλήν εισοδήματος» που μπορεί να ανεβαίνει ενώ ανεβαίνει το εισόδημα μόνο των πλουσίων, και όχι αναγκαστικά και εκείνο των φτωχότερων.
Βιώσιμη ανάπτυξη
Η επιτροπή μοιάζει αποφασισμένη να συμπεριλάβει στους δείκτες της τις εκπομπές CO2, τη βιοποικιλότητα και το «οικολογικό αποτύπωμα» (την έκταση της γης που είναι απαραίτητη για να χορηγήσει τις πρώτες ύλες που καταναλώνει ένας δεδομένος πληθυσμός ή για να αφομοιώσει τα απορρίμματά του). Η «επιτροπή Στίγκλιτζ» υιοθετεί έτσι μία ιδέα της «Γκρενέλ του περιβάλλοντος». Ο πρωθυπουργός συγκάλεσε στις 20 Ιανουαρίου την «οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική επιτροπή» (CESE), προκειμένου να της ζητήσει τη γνώμη της για το αν θα πρέπει να συμπεριληφθεί το «περιβαλλοντικό αποτύπωμα» στους μελλοντικούς οικονομικούς δείκτες. Η CESE θα παραδώσει τη γνώμη της έως τα τέλη Μαΐου.
Ευζωία
Ο κ. Στίγκλιτζ διάκειται ευνοϊκά σε δείκτες που μετρούν την υποκειμενική αίσθηση του πληθυσμού για διάφορα φαινόμενα, όπως η ποιότητα της ζωής, το συναίσθημα ευωχίας κ.λπ. Δεν είναι τυχαία η παρουσία στις τάξεις της επιτροπής του -ειδικού σε αυτού του τύπου τους δείκτες- καθηγητή του Πρίνστον Ντάνιελ Κάνεμαν (Daniel Kahneman).

Η άγρια ζούγκλα του κομματισμού

του Χρήστου Γιανναρά

Μοιάζει απίστευτο, όμως η μερίδα της ελλαδικής κοινωνίας η παγιδευμένη στον κομματικό στρατωνισμό καταμετρείται αμετάβλητη, καθόλου μειούμενη. Περίπου το 60% του ελλαδικού πληθυσμού δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει στη χώρα τα τελευταία εικοσιοχτώ χρόνια.
Μιλώ για τη σταθερή μάζα υποστηρικτών των δύο κομμάτων που εναλλάσσονται στη νομή του κράτους. Υπεύθυνοι, υποτίθεται, πολίτες και δεν κατορθώνουν ούτε καν να διερωτηθούν για τα προφανέστατα σκανδαλώδη: Γιατί το κράτος να είναι αδιέξοδα υπερχρεωμένο, γιατί οι κυβερνήσεις να αδυνατούν, τρεις δεκαετίες τώρα, να λύσουν τα θεμελιώδη κοινωνικά προβλήματα της υγείας, της παιδείας, της ασφάλισης, της έννομης τάξης. Γιατί το παραμυθένιο λαχείο των «πακέτων» της Ευρωπαϊκής Ενωσης να έχει γίνει βορά ποικίλων «νταβατζήδων» και οι υποδομές της χώρας να παραμένουν δραματικά ελλειπτικές ή ανύπαρκτες.
Σε αυτά και σε πλήθος ανάλογα ερωτήματα οι παγιδευμένοι στον ψυχολογικό στρατωνισμό απαντάνε με απίστευτης αφέλειας ή μικρόνοιας δικαιολογίες. Η παγίδευση στον κομματισμό λειτουργεί απαράλλαχτα όπως και η εξάρτηση από παραισθησιογόνα: ακυρώνει την κριτική σκέψη, παραλύει τη μνήμη, αχρηστεύει τη διαπιστωτική ικανότητα, εκδέχεται τον ανορθόλογο δογματισμό σαν επιχείρημα. Οι εξαρτημένοι τρέφονται διανοητικά με τις ατάκες των τηλεοπτικών κοκορομαχιών, αυτό τον έσχατο εξευτελισμό της πολιτικής και της ανθρώπινης νοημοσύνης. Αναμασούν τις ατάκες σαν θέσφατα, αποφεύγουν έμφοβοι κάθε ποιοτική αξιολόγηση που θα τους ανάγκαζε να δουν κατάματα την κραυγαλέα ανικανότητα ή τη σπαραχτικά θλιβερή ολιγότητα των αρχηγών τους, την τυφλή ιδιοτέλεια που είναι όρος επιβίωσης των «στελεχών» μέσα στα κόμματα.
Οι οπαδοί των κομμάτων μειοψηφίας είναι πιο κατανοητές περιπτώσεις και μοιάζει να διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: Οπως σε κάθε κοινωνία, είναι φυσικό να υπάρχει και στην Ελλάδα ένα ποσοστό πληθυσμού εγκλωβισμένο σε συμπλεγματικό συντηρητισμό. Είναι οι αγκυλωμένοι στον παλαιοημερολογιτισμό του Λενινισμού - Σταλινισμού, ρομαντικά εθελότυφλοι μπροστά στην παταγώδη κατάρρευση των ειδωλοποιημένων δογμάτων τους, στα φρικώδη εγκλήματα της «θρησκείας» τους. Και η δεύτερη κατηγορία είναι οι αετονύχηδες κάπηλοι της παλαιοημερολογίτικης νοσταλγίας: Αυτοί πουλάνε αναθεωρητικό «εκσυγχρονισμό» του χρεοκοπημένου οράματος συστρατευμένοι με τον νεοϊμπεριαλισμό της αρνησιπατρίας, τον αμοραλισμό και μηδενισμό της καταναλωτικής μονοτροπίας. Η συστράτευση με τη «Νέα Τάξη» τους αντιπαρέχει εξουσιαστικές προνομίες στο κενό που δημιουργεί η ιδεολογική αφασία των «πολυσυλλεκτικών» κομμάτων εξουσίας.
Κάπως έτσι θα μπορούσε ίσως να μεταφερθεί στο χαρτί η παγίδευση της ελλαδικής κοινωνίας σήμερα, ο τυπικά νευρωτικός στρουθοκαμηλισμός της, η τυφλή άρνηση να αναγνωρίσει τους τυράννους της στις κομματικές συντεχνίες. Αλλά η απόσταση από το χαρτί στην πραγματικότητα είναι δυσθεώρητη, δεν περιγράφεται το πώς λειτουργεί η άγρια ζούγκλα του κομματισμού στους χώρους της δουλειάς, στη γειτονιά, στο καφενείο, σε κάθε παραμικρή πτυχή του ελλαδικού κοινωνικού βίου. Και όσο πιο χαμηλή η στάθμη τής κατά κεφαλήν καλλιέργειας τόσο πιο πεισματικές, πιο παρανοϊκές οι κομματικές αντιπαλότητες. Οι άνθρωποι διαστέλλονται σε «εμείς» και «εσείς» με βάση την ψήφο τους. Σαν να πρόκειται για αλλόφυλους, αλλόδοξους, διαφορετικές ράτσες.
Περιθώριο να ιδεολογικοποιηθούν οι αντιπαλότητες δεν υπάρχει πια – είπαμε: τα κόμματα εξουσίας είναι «πολυσυλλεκτικά», δηλαδή ευθαρσώς δεν πιστεύουν σε τίποτα, και τα μειοψηφικά απονέρια τους αναμηρυκάζουν χιλιοφθαρμένα στερεότυπα για αφελείς. Η αντιθετική διαστολή «εμείς» και «εσείς» απηχεί, σχεδόν αποκλειστικά, την ψυχολογική υπεράσπιση εγωτικής καύχησης για ευθυκρισία, οξυδέρκεια ή απλώς «μαγκιά»: έχω επιλέξει τους καλύτερους, τους συμφερότερους για μένα. Και πάνω σε αυτή τη βάση όποια συζήτηση κι αν οικοδομηθεί θα εκφυλιστεί αναπόφευκτα σε μικρονοϊκή ασυναρτησία.
Σίγουρα, οι αντιπαλότητες γίνονται μανιασμένη εμπάθεια όταν διακυβεύεται πρόσβαση στην καταλήστευση του κρατικού κορβανά: Οταν μοιράζονται πόστα ή διορισμοί στην τοπική αυτοδιοίκηση, στους συνεταιρισμούς, στον πλουτοφόρο κομματικοδίαιτο συνδικαλισμό, όταν εξασφαλίζονται με άθλια τεχνάσματα προσλήψεις στο χρεοκοπημένο δημόσιο. Η δίψα για χρήμα φανατίζει σήμερα ίσως περισσότερο από το αίμα της άλλοτε ιδεολογικής διαμάχης.
Η απόσταση από τις λεκτικές περιγραφές ώς τη ζούγκλα της πραγματικότητας είναι απροσμέτρητη – για να καταλάβει κανείς σε ποιο επίπεδο πρωτογονισμού βρίσκεται η Ελλάδα σήμερα πρέπει να βρεθεί, αυτόπτης και αυτήκοος, σε συνεδρίαση δημοτικού συμβουλίου, σε γενική συνέλευση συνδικαλιστικού σωματείου ή πανεπιστημιακού Τμήματος, σε σύγκλητο πανεπιστημιακή ή σε γεωργικό συνεταιρισμό ή σε οποιοδήποτε νομικά συγκροτημένο συλλογικό όργανο. Εκεί θα διαπιστώσει το απόγειο του καφρικού παραλόγου: Οτι οι Ελληνες, πριν και από τα στοιχειώδη κοινά συμφέροντα, πριν και από τις λύσεις των προβλημάτων τους, βάζουν το εγωκεντρικό γινάτι της κομματικής ένταξης, την ξιπασμένη ιδιοτέλεια.
Φαύλος κύκλος κλασικής ψυχοπαθολογίας: Για να υποστυλώσουν τον ναρκισσισμό τους επενδύουν στη φαντασιώδη υπεροχή του κόμματος όπου θέλουν να ανήκουν και για να δικαιώσουν την υπεροχή παθιάζονται και παλεύουν για το κομματικό συμφέρον. Αλλά το κομματικό συμφέρον είναι η εξουσιολαγνεία και πλουτομανία των ηγητόρων, οι παθιασμένοι οπαδοί αποδείχνονται απλώς εθελόδουλοι, λακέδες των τυράννων τους. Ωσπου να αφυπνιστούν στο ερώτημα: «γιατί μόνο αυτοί, όχι και εγώ». Και τότε μαθαίνουν το κατ’ εξοχήν κομματικό άθλημα: να σπρώχνουν με τους αγκώνες για να απωθήσουν τους ανταγωνιστές, να προωθηθούν βήμα - βήμα, ώσπου να φτάσουν σε θέση που κάνει πια περιττή κάθε άλλη βιοποριστική απασχόληση.
Η εικόνα (ίσως και η πραγματικότητα) της ελλαδικής κοινωνίας σήμερα είναι απελπιστική. Η κομματική φαυλοκρατία έχει αχρηστέψει κάθε κώδικα συνεννόησης, κάθε άξονα κοινωνικής συνοχής. Δεν υπάρχουν πια ερείσματα για να θεμελιωθεί αίσθηση ευθύνης, αιτιολόγηση σεβασμού του άλλου, του πλησίον, του κοινωνού της συμβίωσης. Εσπειραν τα κόμματα μηδενισμό και αμοραλισμό «χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ». Και τώρα θερίζουμε τις συνέπειες.
Ο εφιάλτης του γενικευμένου τρόμου δεν τιθασσεύεται με «μέτρα καταστολής». Δεν γεννιέται στα Εξάρχεια η τρομοκρατία, ούτε από την ανεργία γεννιέται ή τη μείωση τού κατά κεφαλήν εισοδήματος. Μήτρα της είναι η απουσία πολιτικού λόγου που να προδίδει πόνο και έγνοια για σχέσεις κοινωνίας, για κοινωνική συνοχή. Να είναι λόγος με ανιδιοτέλεια, με προτεραιότητα μέριμνας για «αυτήνη την πατρίδα που την έχομεν όλοι μαζί».
Αλλά και ένας τέτοιος λόγος είναι πια πολύ αργά για να αναχαιτίσει τον εφιάλτη. Κάθε ρεαλιστικός προβληματισμός οφείλει να ξεκινάει από το δεδομένο ότι το πολιτικό σύστημα έχει καταρρεύσει. Και ελπίδα θα αρχίσει να γεννιέται όταν κάτω από τα μπαλκόνια των κομματικών ρητόρων δεν θα υπάρχει ούτε ένας πολίτης. Μα ούτε ένας.