Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Κ. Βεργόπουλος: Η Γερμανία θα έπρεπε να αποχωρήσει από την ΕΕ!


  tvxs.gr
[...] Κανονικά, η Γερμανία θα έπρεπε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση! Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα είναι η Γερμανία. Δεν είναι η Κύπρος ή οι άλλες χώρες του Νότου, αλλά η Γερμανία με την καταστροφική διαχείριση των ευρωπαϊκών πραγμάτων [...] Πρέπει να γίνει κάτι, αλλά με πολλές χώρες μαζί. Να συνασπιστούν και να δώσουν ένα τελεσίγραφο στη Γερμανία. Να της πουν, ή αλλάζεις ή τα σπάμε! [...] Ο Κώστας Βεργόπουλος, καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστημίου VIII του Παρισιού, μιλά στην Κρυσταλία Πατούλη με αφορμή τα πρόσφατα γεγονότα στην Κύπρο, συμμετέχοντας στο δημόσιο διάλογο του tvxs.gr.
Κ.Β.: Με αφορμή την ευρωπαϊκή απόφαση για την Κύπρο, πυροδοτείται γενικότερη εξέγερση και αμφισβήτηση κατά της γερμανικής διαχείρισης των ευρωπαϊκών δεδομένων. Ο Λουξεμβούργιος πρωθυπουργός ανεγνώρισε ότι το Γιούρογκρουπ αντιμετώπισε τους Κύπριους σαν να ήσαν γκάνγκστερς.
Όμως, στην πραγματικότητα, το Γιούρογκρουπ συμπεριφέρεται σαν γκανγκστερική Λέσχη: η Γερμανία με τους λαγούς και δορυφόρους της εξοντώνει την μια μετά την άλλη τις αδύναμες χώρες μέλη του ευρωπαϊκού Νότου, αλλά σύντομα η αυτή μεταχείριση αναμένεται να επεκταθεί ακόμη και σε χώρες του ευρωπαϊκού κέντρου, όπως το Λουξεμβούργο και η Γάλλια.
Στενεύουν τα περιθώρια της αυτοκαταστροφικής πολιτικής της Γερμανίας. Για την ενίσχυση της αξίας του χρήματος, η Γερμανία επέβαλε την γενικευμένη λιτότητα στην Ευρωζώνη, με αποτέλεσμα την βαθειά ύφεση και ανεργία.
Στη συνέχεια, αθετεί δεσμεύσεις των αποφάσεων κορυφής σχετικά με τον διαχωρισμό τραπεζικών χρεών και κρατικών, επιρρίπτοντας τα πρώτα καθ’ ολοκληρία στα δεύτερα, και με συνέπεια την κατάλυση κάθε έννοιας δημοκρατίας και εθνικής κυριαρχίας.
Με την απαγόρευση της διαχείρισης του χρήματος από τα κυριαρχικά κράτη, αλλά και από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μετατρέπει τα κράτη σε απλούς ιδιώτες εκτεθειμένους στις χρηματαγορές και στον κίνδυνο χρεωκοπίας. Η νεοφιλελεύθερη φαντασίωση σε όλο το μεγαλείο της, και όλο αυτό με δραματικό ανθρώπινο και οικονομικό κόστος. Τίποτα δεν βελτιώνεται, οι θυσίες πηγαίνουν χαμένες, αλλά και ταυτόχρονα στενεύουν τα περιθώρια επέκτασης για τους κύκλους του μεγάλου χρήματος.
Κορωνίδα του φιλελεύθερου γερμανικού αδιεξόδου είναι το κυπριακό μοντέλο «διάσωσης», σύμφωνα με το οποίο η μεν Λαϊκή Τράπεζα «διασώζεται» μέσω της κατεδάφισης της.
Ο θάνατος του υπερχρεωμένου σβήνει την ικανότητα δημιουργίας ελλειμμάτων και χρεών, πολλώ μάλλον όταν τα χρέη του εκλιπόντος φορτώνονται σε άλλο οργανισμό.
Έπειτα, όπως διευκρίνισε ο Σοσιαλδημοκράτης Ολλανδός χοιροτρόφος, πρόεδρος του Γιούρογκρουπ Νταίσελμπλουμ, εξαντλήθηκαν τα περιθώρια διασώσεων από έξω, με συνέπεια στο εξής οι διασώσεις να φορτώνονται στους ίδιους τους διασωζόμενους, από τα μέσα και με δικό τους κόστος.
Η Φινλανδία, λαγός της Μέρκελ, έσπευσε να αξιώσει την πλήρη απαγόρευση των διασώσεων από έξω. Δηλαδή την οριστική εγκατάλειψη της απόφασης του Ιουνίου 2012 περί διαχωρισμού τραπεζικών και κρατικών χρεών:
στο εξής, όλα τα χρέη θα παραμένουν στην ευθύνη των εθνικών κρατών, τα οποία και με αυτόν τον τρόπο θα συντρίβονται με μαθηματική ακρίβεια.
Παράλληλα, η φινλανδική πρωτοβουλία, με γερμανική υποβολή, συνεπάγεται επίσης την εγκατάλειψη της απόφασης για ανακεφαλαίωση των τραπεζών από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό ESM.
Σε αυτή την περίπτωση, η επιστράτευση των καταθέσεων για την κάλυψη ελλειμμάτων των τραπεζών δείχνει το αδιέξοδο στο οποίο περιέρχεται η γερμανική τάξη πραγμάτων στην Ευρώπη. Όταν οι ασφαλείς καταθέσεις χρησιμοποιούνται για την απόσβεση επισφαλών τοποθετήσεων, αυτό σημαίνει ότι η οικονομία του καθαρού και ακάλυπτου τζόγου γενικεύεται και επεκτείνεται.
Αντί σταθεροποίησης, η στροφή που αναδύεται με την ευρωπαϊκή διαχείριση της κυπριακής κρίσης αυξάνει την ανασφάλεια και εντάσσει στον τζόγο ακόμη και όσους δεν έχουν καμία διάθεση να μπουν σε αυτόν.
Το αντιγερμανικό συναίσθημα σήμερα επεκτείνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη. Φυσικά όχι επειδή οι άλλοι ζηλεύουν τους Γερμανούς για τις επιτυχίες τους, όπως θριαμβευτικά και επιπόλαια επισείει ο Σόιμπλε, αλλά βασικά λόγω των καταστροφών που συσσωρεύονται και προαναγγέλλονται.
Σήμερα, η Γερμανία με τις αποσταθεροποιητικές επιλογές της αποβαίνει ο κύριος παράγων που υπονομεύει την Ευρώπη και τις χώρες μέλη της. 

Κρ.Π.: Μία έρευνα που έγινε στην Ελλάδα, έδειξε ότι οι το 96% των Ελλήνων, πιστεύουν ότι ότι η Γερμανία ενδιαφέρεται για τα γερμανικά συμφέροντα και όχι για την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

Κ.Β.: Κανονικά, η Γερμανία θα έπρεπε να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση! Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα είναι η Γερμανία. Δεν είναι η Κύπρος ή οι άλλες χώρες του Νότου, αλλά η Γερμανία με την καταστροφική διαχείριση των ευρωπαϊκών πραγμάτων.
Ούτε τα δικά της συμφέροντα εξυπηρετεί. Ενόσω εξοντώνει τους εταίρους, τον έναν μετά τον άλλον, ενοχοποιώντας τους για αποκλίσεις από το δικό της «ενάρετο» μοντέλο, στο τέλος αυτό πλήττει και την ιδία.
Ένα δεύτερο θέμα είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία, πλήρως εναρμονισμένη με την γερμανική προσέγγιση, επισείει την απειλή να διακόψει την παροχή ρευστότητος στις κυπριακές τράπεζες. Με πρόσχημα ότι βρίσκονται σε ανασφάλεια.
Όμως, σε παρόμοιες ακριβώς καταστάσεις επιβάλλεται η παροχή ρευστότητος άνευ όρων, εάν η ΕΚΤ ενδιαφέρεται πράγματι για την σταθερότητα του Ευρωσυστήματος.
Όταν η ΕΚΤ έπαψε να δέχεται τα κυπριακά κρατικά ομόλογα ως εγγύηση για την παροχή ρευστότητος, συνέβαλε έτσι κι αυτή στην περαιτέρω αποσταθεροποίηση της Κύπρου, παρόλο που η ίδια διακηρύσσει ως αποστολή της την διαφύλαξη της σταθερότητος.
Η ΕΚΤ ισχυρίζεται ότι είναι ανεξάρτητη τράπεζα, ότι δεν εξαρτάται απ’ τα κράτη! Αυτή λοιπόν θα έπρεπε να δίδει χρήμα όταν τα κράτη έχουν ανάγκη και όχι να κόβει το χρήμα όταν υπάρχει ανάγκη.  Πολύ περίεργη η ανεξαρτησία της ΕΚΤ. Ο πρόεδρός της Ντράγκι  δηλώνει «εγώ κάνω ότι μου λένε οι ηγέτες». Την ευθυγράμμιση με τις γερμανικές επιλογές, ο ίδιος παρουσιάζει ως ανεξαρτησία της τράπεζας του.
Τρίτο θέμα, είναι η διαβεβαίωση του Ντράγκι ότι θα αγοράζει απεριορίστως ομόλογα, για να μην περιέλθει το ευρώ ποτέ σε κρίση.
Ωστόσο, μέχρι σήμερα η ΕΚΤ δεν έχει αγοράσει ούτε ένα και από καμιά χώρα μέλος.
Ερωτηθείς εάν προτίθεται να αγοράσει  ελληνικά ομόλογα, ο ίδιος διευκρίνισε ότι δεν μπορεί αφού η Ελλάδα βρίσκεται σε ειδικό πρόγραμμα βοήθειας. Αλλά ο ίδιος διευκρίνισε επίσης ότι δεν αγοράζει ούτε ισπανικά ομόλογα, επειδή μέχρι σήμερα η Ισπανία αρνείται να ενταχτεί σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα στήριξης. Δηλαδή, η ΕΚΤ τι είδους απεριόριστες αγορές ομολόγων προτίθεται να κάνει;
Κάθε χώρα που πέφτει σε δυσκολία, η Γερμανία την καθυβρίζει λέγοντας για το λαό της, ότι είναι τεμπέληδες, διεφθαρμένοι, πελατειακό κράτος,   ζουν με δανεικά, και για την Κύπρο, ότι ξεπλένει ρώσικο μαύρο χρήμα. Επικαλείται και προσάπτει οτιδήποτε, εκτός από το ζήτημα της δικής της διαχείρισης, η οποία όμως είναι και το κύριο πρόβλημα!.
Κρ.Π.: Ποιες είναι αυτές οι βασικές συμπεριφορές της κακοδιαχείρισης της Γερμανίας;

Κ.Β.: Η Γερμανία, εφόσον πραγματοποιεί  πλεονάσματα, έπρεπε ν’ αποδέχεται άνοδο τιμών και συναφή απώλεια ανταγωνιστικότητος. Ωστόσο, με την διαχείριση που επιβάλλει στο Νότο, βρίσκει τρόπο να διατηρεί σχετικά χαμηλή την ισοτιμία του ευρώ, ανταγωνιστικές τις τιμές της και συνεπώς διαιώνιση των πλεονασμάτων της, χωρίς διορθωτική κίνηση από μέρους της.
Η διοργάνωση της ύφεσης και της συντριβής του Νότου ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των γερμανικών προϊόντων. Αυτή η πρακτική δεν είναι θεμιτή στη διεθνή οικονομία, αλλά ακόμη λιγότερο στην υποθετική  σχέση μεταξύ εταίρων στο αυτό νόμισμα. Η κρίση στον Νότο λειτουργεί ως ρυθμιστής της ανταγωνιστικότητος του Βορρά. Όσο πιο πολύ βουλιάζει ο Νότος τόσο περισσότερο διατηρείται η  ανταγωνιστικότητα του Βορρά.
Φυσικά, αυτή η επιλογή δεν έχει ορατότητα και μέλλον. Αποτελεί μπούμερανγκ για τους εμπνευστές της. Όταν όλοι οι εταίροι θα έχουν γονατίσει, τότε θα έλθει και η σειρά όσων σήμερα επωφελούνται.
Ήδη η Γερμανία εγκαθίσταται σε ύφεση. Πολλαπλασιάζονται οι απεργίες των εργαζομένων σε όλους τους τομείς και τους κλάδους.
Κρ.Π.: Και τί εκτιμάτε για το μέλλον;

Κ.Β.: Το μέλλον του ευρώ είναι αβέβαιο και σκοτεινό, ενόσω δεν αλλάζει πολιτική η Γερμανία.

Κρ.Π.: Και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί ένα τέτοιο πρόβλημα; Είναι λύση για την Κύπρο –για παράδειγμα- η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Κ.Β.: Εφόσον η Γερμανία υπονομεύει την Ευρώπη, δεν έχει νόημα η συζήτηση για την μεμονωμένη αποχώρηση μιας χώρας, γιατί έτσι η υπεύθυνη αφήνεται ατιμώρητη. Αυτό που όλοι θέλουν είναι να λειτουργήσει κανονικά η Ευρώπη και για να γίνει αυτό χρειάζεται να πιεστεί και να υποχρεωθεί να αλλάξει πολιτική η Γερμανία.
Εάν κάθε θύμα της Γερμανίας αποσύρεται από το ευρώ και την ΕΕ, έτσι θα αποδυναμώνεται το μέτωπο εναντίον της Γερμανίας μέσα την Ευρώπη. Πρέπει να γίνει κάτι, αλλά με πολλές χώρες μαζί. Να συνασπιστούν και να δώσουν ένα τελεσίγραφο στη Γερμανία. Να της πουν, ή αλλάζεις ή τα σπάμε! Η πολιτική της λιτότητας, της ύφεσης, της ανεργίας, της φτωχοποίησης και της κοινωνικής καταστροφής δεν ωφελούν κανέναν!
Κρ.Π.: Και ανασφάλεια και αναξιοπιστία, και φασιστικές πρακτικές, και τόσα άλλα…

Κ.Β.: Η Ευρώπη είναι η πιο καταποντισμένη περιοχή του κόσμου σήμερα. Στις άλλες περιοχές, στην Αμερική, στην Κίνα, στη Βραζιλία, στον υπόλοιπο κόσμο δεν υπάρχει τέτοια ύφεση, εκτός από αυτήν που διαχέεται από την Ευρώπη. Το σύστημα της λιτότητας  είναι καταστροφικό όχι μόνο για τις χώρες της Ευρώπης, αλλά και όλες τις άλλες περιοχές του κόσμου που συναλλάσσονται μαζί της.
Η Γερμανία σήμερα με τις επιλογές εγκαθίσταται σε εχθρική σχέση με τους λαούς της Ευρώπης και με τον υπόλοιπο κόσμο.  Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Οδηγούμαστε σε όξυνση της διεθνούς αντιπαλότητας και σε σύγκρουση! Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο, με άγνωστη τελική κατάληξη.
Κρ.Π.: Εσείς τι πιστεύετε ότι θα ‘πρεπε να κάνει η Κύπρος;

Κ.Β.: Η Γερμανία εκδηλώνει συμπεριφορά που δεν υπολογίζει τους άλλους. Εάν η Κύπρος έχει προβλήματα, όπως με το ρώσικο χρήμα, τη χαμηλή φορολογία, τις οφσόρ εταιρείες, κλπ., πρέπει να καθίσουν να τα συζητήσουν και να τα λύσουν συνεταιρικά, και όχι με απειλές και εκβιασμούς!
Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν προβλήματα με την Κύπρο, αλλά αυτά δεν αντιμετωπίζονται με την μέθοδο της κατεδάφισης!
Δεν βάζεις φωτιά στην παράγκα να την κάψεις για να διορθωθούν τα προβλήματα της!  Με πρόσχημα την τιμωρία του ρωσικού μαύρου χρήματος, τιμωρείται σήμερα ένας λαός και την ευθύνη για αυτό φέρουν οι επιλογές της Γερμανίας και των δορυφόρων της.
Κρ.Π.: Θα μπορούσαν να ελέγξουν τους καταθέτες;

Κ.Β.: Να τιμωρηθούν οι αεριτζήδες –ας υποθέσουμε- αλλά μόνον αυτοί, ενώ σήμερα με τα μέτρα οδοστρωτήρα τιμωρείται ολόκληρο το νησί!

Κρ.Π. Η ίδια έρευνα που ανέφερα παραπάνω, έδειξε, ότι το 40,4% των Ελλήνων είναι υπέρ του να διαλυθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση, και 45% κατά του ευρώ.

Κ.Β.: Δεν είναι πολλοί. Στην Κύπρο είναι υπέρ της αποχώρησης από το ευρώ κατά 80%! Όμως, αυτό το βρίσκω εκβιαστικό και συναισθηματικό.
Παρόλα όσα έχει υποστεί η Ελλάδα, η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν ζητούν την διάλυση ούτε την αποχώρηση, αλλά καταδικάζουν την ακολουθούμενη πολιτική.
Ακόμη και τώρα, αν γίνει δημοψήφισμα στην Ελλάδα, δύσκολα κερδίζει το όχι στο ευρώ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπορεί όμως σύντομα με την επιτάχυνση προς το χειρότερο, η κοινή γνώμη να στραφεί προς πιο ριζοσπαστικές επιλογές. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν επιτυχία του ευρώ, αλλά σαφής αποτυχία του.-

Η Κύπρος κατάλαβε ότι δεν είναι όλα τα έθνη ίσα


 




Βy Χριστόφορου Πισσαρίδη*



Επέστρεψα στην πατρίδα μου την Κύπρο στα τέλη Ιανουαρίου ώστε, μεταξύ άλλων, να βοηθήσω στην προεκλογική εκστρατεία του Νίκου Αναστασιάδη, που είναι σήμερα Πρόεδρος. Στην Λευκωσία τον Φεβρουάριο επικρατούσε αισιοδοξία και οι σημαίες ανέμιζαν, ελληνικές και κυπριακές, με το γαλάζιο πάντα περισσότερο από το κίτρινο. Ελάχιστα υποψιαζόμασταν το πού θα μας έβγαζε αυτή η έλξη με την Ελλάδα. 

Πολλοί πιστεύουν ότι η Κύπρος αντιμετωπίζει αντίστοιχα προβλήματα με την Ελλάδα, εξαιτίας των στενών δεσμών ανάμεσα στις δύο χώρες. Όμως η Κύπρος έχει ένα
διαχειρίσιμο δημοσιονομικό έλλειμμα, αποδοτικές λογιστικές και νομικές υπηρεσίες, που κληροδότησε η βρετανική αποικιακή διακυβέρνηση. Η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που λειτουργούν αυτές τις υπηρεσίες έχουν εκπαιδευτεί σε βρετανικά πανεπιστήμια και μιλούν άπταιστα την αγγλική γλώσσα. 

Μετά την τουρκική εισβολή το 1974, όταν χάθηκε στον μεγαλύτερο βαθμό η αγροτική και βιομηχανική βάση, η Κύπρος αποφάσισε να προσθέσει τις επιχειρηματικές υπηρεσίες στον
τουρισμό, ως βασικό εξαγωγικό προϊόν. Οι συμφωνίες για την διπλή φορολόγηση, οι χαλαρές μεταναστευτικές πολιτικές και οι χαμηλοί εταιρικοί φόροι, προσέλκυσαν επιχειρήσεις από την Μέση Ανατολή, την ΕΕ και την Ρωσία.


Το πρόβλημα, σύμφωνα με την τρόικα των διεθνών δανειστών –ΔΝΤ, Κομισιόν και ΕΚΤ- είναι ότι αυτό έφερε επίσης 
μεγάλα ποσά τραπεζικών καταθέσεων στην Κύπρο, «φουσκώνοντας» τον τραπεζικό κλάδο σε «μη βιώσιμες» διαστάσεις. Οι καταθέσεις είναι περίπου οκταπλάσιες από το ΑΕΠ. Αυτό το μέγεθος, ωστόσο, παραμένει μικρότερο από του Λουξεμβούργου και δεν διαφέρει πολύ από εκείνα της Μάλτας και της Ιρλανδίας. 

Η τρόικα, με την απερίφραστη υποστήριξη του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, λέει στους Κυπρίους ότι το «επιχειρηματικό μοντέλο» τους 
δεν είναι βιώσιμο. Η σύστασή της, ουσιαστικά, ότι οι κυπριακές τράπεζες πρέπει να συρρικνωθούν 50-60% στα επόμενα πέντε χρόνια, καθώς και το κίνητρο της συρρίκνωσης, επιδόθηκαν επί πίνακι. Οι μεγαλύτερες κυπριακές τράπεζες, η Λαϊκή και η Τράπεζα Κύπρου, είχαν επενδύσει πολλά σε ελληνικά κρατικά ομόλογα. Οι τράπεζες θα χρειάζονταν κεφάλαια για να συνεχίσουν να λειτουργούν. 

Σε αυτό το σημείο η λήψη αποφάσεων της τρόικα 
αρχίζει να εκπλήσσει και το όραμα των πατέρων και ιδρυτών του ενιαίου νομίσματος γίνεται παρωδία. 

Το αρχικό σχέδιο ήταν να εφαρμοστεί 
κούρεμα σε όλες τις καταθέσεις, παρά το γεγονός ότι οι καταθέσεις κάτω των 100.000 ευρώ ήταν ασφαλισμένες. Οι Ρώσοι καταθέτες θα έπρεπε να συνεισφέρουν στην ανακεφαλαιοποίηση των δύο προβληματικών τραπεζών. Μετά την απόρριψη του σχεδίου από το κυπριακό κοινοβούλιο, σταμάτησε να είναι ο στόχος το μοίρασμα του βάρους και το πλήγμα στους Ρώσους. 

Η έγνοια της τρόικα ήταν ότι η ανακεφαλαιοποίηση έπρεπε να γίνει 
από τους πελάτες των δύο προβληματικών τραπεζών με καταθέσεις άνω των 100.000 ευρώ. Ορισμένα άτομα ή ιδρύματα έχασαν σχεδόν όλες τις αποταμιεύσεις τους σε μια νύχτα, κάτι που καθόλου δεν απασχόλησε την τρόικα. Το Πανεπιστήμιο Κύπρου είχε καταθέσει στις δύο τράπεζες, όλες τις επιδοτήσεις για έρευνες και τις δωρεές του. 

Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισαν την Κύπρο οι εταίροι της στην ευρωζώνη, έδειξε ότι αντί για μια 
νομισματική ενότητα που λειτουργεί ως συνεργασία μεταξύ ίσων, είναι μια, χωρίς συνοχή, ομάδα από χώρες όπου τα εθνικά συμφέροντα των μεγάλων κρατών είναι ανώτερα από τα συμφέροντα του συνόλου. Εν τω μεταξύ, οι τυχαίες λήψεις αποφάσεων στο eurogroup συνεχίζονται. 

Μετά την συμφωνία της Κύπρου, ο πρόεδρος του eurogroup, ανακήρυξε ότι αυτό θα είναι το
μοντέλο του μέλλοντος. Πανικός δημιουργήθηκε στην ευρωζώνη, η αξία του ευρώ διολίσθησε και η διάψευση ήρθε την ίδια ημέρα, ότι τα σχόλια ήταν «αυθαίρετα». Η Κύπρος είναι «ειδική περίπτωση» προφανώς. Περιμένουμε να ακούσουμε τι το ιδιαίτερο έχει. 

Η λήψη αποφάσεων στην ευρωζώνη έχει πέσει σε νέο χαμηλό. Ανεξάρτητα αν είναι η συμφωνία της Κύπρου καλή ή κακή, όταν βλέπει κάποιος το 
πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις, που αναιρούν την μια εβδομάδα όσα ειπώθηκαν την προηγούμενη, το πώς σχεδιάζονται τα «μοντέλα» και αναιρούνται την ίδια νύχτα, το πώς εξωθούνται οι Ρώσοι επενδυτές από την Κύπρο την μια μέρα και προσελκύονται σε άλλα μέρη της Ευρώπης την άλλη, προκαλείσοβαρές αμφιβολίες για την δυνατότητα αυτού του συμβουλίου να λαμβάνει τις αποφάσεις που θα σπρώξουν την Ευρώπη προς την δημοσιονομική σταθερότητα και την οικονομική ανάπτυξη. 

Η Λευκωσία έχει γίνει πια μια απόκοσμη πόλη: Εγκαταλελειμμένοι δρόμοι με ανθρώπους κολλημένους στις οθόνες τους περιμένοντας τις τελευταίες εξελίξεις. Πολλοί ξένοι δημοσιογράφοι κουβαλούν μεγάλες κάμερες στα ξενοδοχεία και έξω από το κοινοβούλιο. 

Πρόκειται για την 
απόλυτη απελπισία. Το χαμόγελο έχει χαθεί. Ποτέ ξανά δεν έχει συμβεί τέτοιο πράγμα. Πού θα βρεθούμε μετά; Είναι δύσκολη η απάντηση. Τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στα ανοιχτά του νησιού μας, δίνουν κάποια ελπίδα, αλλά «αυτοί» μπορεί να μας τα πάρουν κι εκείνα. 

Μια βιομηχανία επιχειρηματικών υπηρεσιών δεν χρειάζεται μεγάλες τράπεζες, όπως λέω συνέχεια. Μπορεί να αναβιώσουμε αυτόν τον κλάδο. Τι θα γίνει, όμως, αν φύγουν οι ξένες εταιρίες; Ήδη ακούγονται ιστορίες για πλούσιους Ρώσους που λαμβάνουν τηλεφωνήματα από την Μάλτα, την Λετονία και άλλες χώρες, για να μεταφέρουν τις επιχειρήσεις τους εκεί. 

Το μέλλον είναι πράγματι ζοφερό. Δεν υπάρχει καθαρή εικόνα για αυτό που έρχεται και από πού έρχεται. 


*Ο αρθρογράφος είναι ανώτατος σύμβουλος της κυβέρνησης της Κύπρου, καθηγητής στο LSE, βραβευμένος με Νόμπελ οικονομικών.

Πέμπτη, 28 Μαρτίου 2013

Αλκίνοος Ιωαννίδης «Το '74 κλαίγαμε για τα σπίτια μας, τώρα για τις επαύλεις μας»

Ο δημοφιλής Κύπριος τραγουδοποιός Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο οποίος ζει και εργάζεται στην Ελλάδα, κατακεραυνώνει τους κυβερνώντες και τον λαό στην Κύπρο με ένα κείμενό του που ανήρτησε στην προσωπική του ιστοσελίδα.

Στο κείμενό του με τίτλο «Ελεύθεροι Κατακτημένοι», ο Αλκίνοος Ιωαννίδης καταγγέλλει πρωτίστως τον ίδιο τον λαό και τις επιλογές που έκανε τις τελευταίες δεκαετίες, λησμονώντας την ιστορία του και τα μαθήματα του 1974.

Το κείμενο του Ιωαννίδη έχει ως εξής.

Δεν θα πω για τους άλλους. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα και η στάση τους σε τέτοιες στιγμές. Ούτε και περίμενα καλύτερη αντιμετώπιση. Όσο και να τους βρίσω, χαϊδεύω τα αυτιά μας και τίποτα δεν αλλάζει.

Θα πω για εμάς, και συγχωρήστε με: Έρχεται η μέρα που η μάσκα τραβιέται βίαια. Η μέρα που το αληθινό μας πρόσωπο φανερώνεται, θέλουμε-δεν θέλουμε, αφτιασίδωτο και τρομακτικά αληθινό. Πρέπει να το κοιτάξουμε, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Πρέπει να το ρωτήσουμε, να μας πει ποιοι είμαστε. Γιατί μόνο αυτό γνωρίζει.

Γυρνάμε απότομα, για να αντικρίσουμε μια τρύπα στον καθρέφτη. Πού απουσιάζει το πρόσωπό μας; Το ξεχάσαμε σε μικρά, ταπεινά, εγκαταλελειμμένα σπίτια, στη σκόνη χαμηλών, πλίθινων ερειπίων, στους τάφους αγράμματων, ακατέργαστα σοφών παππούδων. Εκεί αφήσαμε θαμμένες τις αληθινές καλημέρες, τη συγκίνηση των στίχων, την αλληλεγγύη των ανθρώπων κι ό,τι πολύτιμο δεν μετριέται σε χρήμα. Έκτοτε, προχωρήσαμε στον «σύγχρονο κόσμο» απρόσωποι, γυμνοί, παλεύοντας να κρατήσουμε το νήμα της ύπαρξής μας άκοπο, μέσα σε εποχές δύσκολες, μέσα σε ένα τοπίο που δεν μας μοιάζει. Γίναμε αρχοντοχωριάτες, επενδύοντας στα χειρότερα χαρακτηριστικά των δύο συνθετικών της λέξης. «Έχω γάμο» λέγαμε και στεκόμασταν καλοντυμένοι σε γκαζόν ξενοδοχείων, με φακελάκια στα χέρια, χωρίς αληθινή, από καρδιάς ευχή. «Και οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα, γίνονται αινίγματα ανεξήγητα για την ψυχή μας». Ούτε αινίγματα, ούτε τίποτε. Όλα απαντημένα, όλα πεζά. Μεγάλα και άδεια. Απομείναμε αναίσθητοι μπροστά στο ιερό, ζώντας ένα γυαλιστερό, αντιαισθητικό, άχαρο, ανέραστο, ανίερο, ξοδεμένο παρόν. Χωρίς μνήμη, χωρίς όνειρο, διαζευγμένοι από το είναι μας.

Τα καλύτερα παιδιά μας τα πουλήσαμε. Τα αφήσαμε να σπαταλούν τη ζωή τους σε λογιστικά βιβλία, σε γραφεία εταιρειών, σε άψυχους λογαριασμούς. Τα κάναμε σκλάβους με τίτλους διευθυντικού στελέχους. Τα ταΐσαμε χρήματα, τα σπουδάσαμε χρήματα, τα μάθαμε να σκέφτονται χρήματα, να υπηρετούν χρήματα, να ονειρεύονται χρήματα, να παντρεύονται χρήματα, να γεννάνε χρήματα, να είναι χρήματα. Μιλούν άπταιστα τα χειρότερα Αγγλικά (αυτά της δουλειάς) και άθλια τα καλύτερα Ελληνικά (τα Κυπριακά). Όταν τα χρήματα λείψουν, από πού θα κρατηθούν; Αντικαταστήσαμε το γλέντι στην πλατεία του χωριού με το σκυλάδικο. Τον έρωτα με το στριπτιζάδικο. Τα αναγκαία για την επιβίωση με ένα τζιπ γεμάτο άχρηστα ψώνια. Τον ελεύθερο χρόνο με την υπερωρία. Κάναμε το παιγνίδι των παιδιών υπερπαραγωγή, σε πάρτι γενεθλίων κατά παραγγελία. Ξεχάσαμε ποια είναι τα βασικά συστατικά της ύπαρξής μας, ως ατόμων και ως κοινωνίας, αντικαθιστώντας τα με ό,τι μας γυάλισε στη βιτρίνα. Γίναμε ό,τι μας έπεισε ο διαφημιστής, η τηλεόραση ή το περιοδικό να γίνουμε. Καταντήσαμε οπαδοί ομάδων, φανατικοί, με μαχαίρια και μίσος. Έφηβος, προτού σιχαθώ όλες τις ομάδες εξίσου, ήμουν με την Ομόνοια. Μια μέρα που έπαιζε με το ΑΠΟΕΛ, αρρώστησε ο τυμπανιστής των αντιπάλων. Ήρθαν στην άλλη κερκίδα και μου ζήτησαν να πάω στη δική τους, για να παίξω το τύμπανο. Πήγα ευχαρίστως.

Πέρασε ο καιρός, αλλάξαμε. Ξεχάσαμε. Χωριστήκαμε σε κόμματα και τα ψηφίσαμε τυφλά, διχαστήκαμε με τρόπο αταίριαστο στην ιστορία και την παράδοσή μας. Σε μια σταλιά τόπο, λέγαμε «οι άλλοι». Πήραμε τα χειρότερα χαρακτηριστικά της Ελλάδας και τα κάναμε αξιώματα. Να πάει στο καλό τέτοιος εαυτός, να μην ξανάρθει. Καθόλου μην τον κλάψουμε, καθόλου μη μας λείψει. Στον αγύριστο! Πέρασαν χρόνια. Το κορίτσι από τις Φιλιππίνες έκλαιγε κρυφά στο κρεβάτι του για το παιδί και τη μάνα που άφησε για να σερβίρει καφέ τον κύριο Πάμπο, που έγινε σερ, για να σιδερώνει τα ακριβά βρακιά της κυρίας Αντρούλλας, που έγινε μαντάμ. Η κοπέλα θα γυρίσει φτωχή στο Μπάγκιο Σίτι ή στη Μανίλα. Θα αγκαλιάσει τη μάνα της, θα φιλήσει το παιδί της. Εμείς, πού επιστρέφουμε;

Τι μένει όταν ο σερ και η μαντάμ, έκπληκτοι, χάνουν το αυτοκίνητο, την υπηρέτρια, το λούσο και το σπίτι τους; Τι κρατιέται αναλλοίωτο μέσα στον χρόνο, κάτω από την επιφάνεια που βουλιάζει; Πού ακριβώς βρίσκεται ανεξίτηλα χαραγμένος ο βαθύς χαρακτήρας, που μας επιτρέπει, όταν όλα αλλάζουν, να λέμε ακόμη «Εμείς»; Μπορούμε σήμερα να αποφασίσουμε ξανά, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι μαζί, ποιοι είμαστε. Τι είναι σημαντικό και τι όχι. Τι αξίζει να προσπαθήσουμε μέχρι τέλους. Ποια λόγια αξίζει να πούμε προτού φύγουμε, πώς αξίζει να σταθούμε και απέναντι σε τι, προτού πεθάνουμε. Κι αυτό, μπορούμε να το κάνουμε, ακόμη και νηστικοί, άνεργοι και άστεγοι. Ήταν όμως αδύνατον να το κάνουμε χορτάτοι και υποταγμένοι, με έναν εαυτό-καταναλωτή, εξαρτημένο και ευχαριστημένο.

Μείναμε σε σκηνές, στο ύπαιθρο, για χρόνια. Χάσαμε για πάντα τα σπίτια, τα χωριά και τις ζωές μας. Περιμέναμε κάθε μέρα, για χρόνια, αγνοούμενους που δεν γύρισαν. Για δεκαετίες, ακούγαμε αεροπλάνο και στρέφαμε έντρομοι τα μάτια στον ουρανό. Χιαστί ταινίες στα παράθυρα, μη σπάσουν από τον βομβαρδισμό που μπορούσε ανά πάσα στιγμή να ξαναρχίσει. Τα παιδιά που έβγαλαν το σχολείο διαβάζοντας με το κερί στα αντίσκηνα, χειμώνες στη σειρά, βρίζονταν στην Ελλάδα από τους Ελλαδίτες, γιατί τους έτρωγαν τις θέσεις στα πανεπιστήμια. Η Μεγάλη Μαμά τίποτα δεν κατάλαβε. Κι ακόμη δεν καταλαβαίνει. Γιατί, μπορεί η Κύπρος να είναι Ελληνική, όμως, πόσο λίγο Κυπριακή είναι η Ελλάδα! Πόσο λίγο Ελληνική είναι η Ελλάδα! Επιτρέψαμε στους μικρούς πολιτικούς ενός αδύναμου και απροστάτευτου τόπου, να συμπεριφέρονται σαν άρχοντες αυτοκρατορίας. Να υπηρετούν κόμματα και τσέπες, σαν να μην υπάρχει απειλή, κίνδυνος και γκρεμός, σαν να είναι αδύνατον από τη μια μέρα στην άλλη να γίνουμε μπουκιά στο στόμα κροκοδείλων. Είδαμε τα τρυφερά, αγνά χαμόγελα των παιδιών του Απελευθερωτικού Αγώνα να χρησιμοποιούνται από βάρβαρους, απαίδευτους «πατριώτες» με ξυρισμένα κεφάλια, φαλακρούς «απ' έξω κι από μέσα». Ζήσαμε την αδικία, την απώλεια, την εγκατάλειψη. Τα ξέρουμε όλα, τα είδαμε όλα, τα ζήσαμε όλα. Τώρα θα φοβηθούμε;

Όταν κλαίγαμε το '74, κλαίγαμε για τα σπίτια μας. Σήμερα θα κλάψουμε για τις επαύλεις μας; Τότε, κλαίγαμε για το χωριό μας. Θα κλάψουμε σήμερα για την τράπεζα; Τότε, για τους τάφους των γονιών μας. Σήμερα για τα χρέη μας; Τότε, για τις ζωές μας. Σήμερα για τις δουλειές μας; Δεν νομίζω...

Η κοινωνία μας, αυτή η διαλυμένη, πιέζοντας ασταμάτητα την όποια επίσημη πολιτική ηγεσία, αλλά και πέρα απ' αυτήν, θα αναπτύξει μηχανισμούς στήριξης των ανέργων, θα φροντίσει τα παιδιά της. Όχι από ελεημοσύνη. Από αλληλεγγύη. Και με τη γνώση πως, αν ο διπλανός δεν ζει καλά, κανείς δεν ζει καλά. Γιατί ό,τι ποτέ μας κράτησε σ' αυτόν τον τόπο ήταν ένας ιδιόμορφος, ποιητικός, παράλογα ωραίος κοινωνικός ιστός, που αυτοπροστατεύεται και που μας προστατεύει. Αυτός είναι που ανάγκασε τους βουλευτές να πουν, για μια έστω στιγμή, «Όχι». Το «Όχι» της Κυπριακής Βουλής είναι σημαντικότερο απ' ό,τι κάποιοι χαιρέκακοι μπορούν να υποψιαστούν. Κι ας επιστρέψει η Βουλή εκλιπαρώντας τους Τροϊκανούς, κι ας πέσει στα γόνατα, κι ας τους γλύψει τα πόδια, μετά. Κι ας χάσουμε περισσότερα. Γιατί, για μια στιγμή έστω, έμοιασε η Δημοκρατία να έχει νόημα, ένα νόημα ξεχασμένο εδώ και δεκαετίες. Έμοιασαν, έστω και για μια στιγμή, οι εκπρόσωποι να εκπροσωπούν πράγματι. Η στιγμή καταγράφεται και μένει, δημιουργώντας προηγούμενο, παρά την όποια κατάληξη. Και το γεγονός πως το προηγούμενο δημιουργήθηκε από μισή μερίδα τόπο, αγαπητοί λογικοί λογιστές, το κάνει ακόμη σημαντικότερο. Τίποτα «δικό σας» δεν θα μείνει ποτέ στην Ιστορία, να σηματοδοτεί, να καθορίζει, ή έστω να θυμίζει κάτι υπαρξιακά σημαντικό. Αφήστε μας να το χαρούμε. Δεν μας προσφέρονται συχνά τέτοιες χαρές.

Αυτό το «Όχι» φαίνεται να είχε και χειροπιαστά αποτελέσματα: εκτός από τη δυνατότητα μη φορολόγησης των μικροκαταθετών, εκτός από το χρονικό περιθώριο που έδωσε για τη νομοθετική ρύθμιση του περιορισμού των συναλλαγών και τη δημιουργία Ταμείου Αλληλεγγύης, που μπορούν να παίξουν σημαντικά θετικό ρόλο στο μέλλον, έδωσε και τη δυνατότητα, έστω σπασμωδικά, έστω την τελευταία στιγμή, έστω με απογοητευτικό αποτέλεσμα, να μετρηθούν οι δυνάμεις και οι «φιλίες» τόσο της Κύπρου όσο και της Ελλάδας. Βοήθησε να καθαρίσει το τοπίο, να τελειώσουμε με ψευδαισθήσεις, να καταλάβουμε ξανά το πόσο μόνοι είμαστε, το πόση ευθύνη έχουμε. Κι όσοι πιστεύουν πως με ένα «Ναι» θα σώζαμε κάτι, τη Λαϊκή Τράπεζα ή την Κύπρου (αλήθεια, πόσο «δική μας» μπορεί να είναι μια τράπεζα;) και μαζί τις δουλειές, ή τους κόπους μιας ζωής που τους εμπιστευτήκαμε, να μην ξεχνούν πως όποιο κομμάτι μάς έμεινε απροστάτευτο, ούτως ή άλλως, και με τα «Ναι» και με τα «Όχι», θα κατασπαραχθεί.

Δυστυχώς, δεν ήταν δυνατόν να υπάρχει «plan B». Θα ήταν αδύνατον να έχει εκπονηθεί από ανθρώπους της γενιάς μου και της προηγούμενης, από ανθρώπους βουτηγμένους στην κατανάλωση, στο εφήμερο, στο συμφέρον, στον νεοπλουτισμό και στο τίποτε, μια πολιτική που να έχει βάθος και σοβαρότητα. Κι όμως, αυτοί οι άνθρωποι, χωρίς δικλίδες ασφαλείας, χωρίς λογική, είπαν ενστικτωδώς «Όχι». Έστω και για μια στιγμή. Ένα «Όχι» καταστροφικό και λυτρωτικό μαζί, που εσείς, αγαπητοί Ελλαδίτες μνημονιακοί, πολιτικοί και δημοσιογράφοι, με πρόσχημα το καλό μας, δεν θα πείτε ποτέ. Θα προτιμήσετε να καταστραφούμε εξίσου, λέγοντας «Ναι».

Οι Κύπριοι προσφυγοποιούμαστε ξανά στην ίδια μας την πατρίδα. Χάνουμε ξανά τη ζωή όπως τη χτίσαμε, όπως νομίζουμε πως τη διαλέξαμε, όπως νομίσαμε πως μας ανήκει. Και φοβόμαστε. Είναι ανθρώπινο. Όμως, τι πραγματικά φοβόμαστε; Ότι θα πεινάσουμε; Πεινάσαμε και παλιότερα. Ότι θα κρυώσουμε; Κρυώσαμε χρόνια. Ότι θα μείνουμε μόνοι; Πάντα μόνοι ήμασταν. Ότι θα πονέσουμε; Από πόνο άλλο τίποτε... Ότι θα μας κατακτήσουν; Πάντα κατακτημένοι υπήρξαμε.

Θα τα καταφέρουμε, το ξέρουμε καλά! Γιατί, τελικά, δεν φοβόμαστε τίποτε. Γιατί, τελικά, το μόνο που φοβόμαστε είναι το υποχρεωτικό κοίταγμα στον καθρέφτη. Το μόνο που μας φοβίζει είναι το μόνο που πραγματικά έχουμε: το αληθινό μας πρόσωπο. Ας το ξεθάψουμε, ας το θυμηθούμε, ας το κοιτάξουμε. Ενώ όλοι, φίλοι και εχθροί, μας αγριοκοιτάζουν, ενώ η μάσκα μας πέφτει νεκρή, αυτό θα μας χαμογελάσει.

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Αρπάζουν... 15 δισ. οι ευρω-λήσταρχοι από την Κύπρο!

Πηγή: www.ethnos.gr

Απίστευτης έκτασης ληστεία των τραπεζικών καταθέσεων στην Κύπρο θα γίνει μετά τη συμφωνία του δεξιού προέδρου Νίκου Αναστασιάδη με τους Γερμανούς λήσταρχους στο πλαίσιο του Eurogroup.
Αγνωστη, αλλά οπωσδήποτε υψηλότερη του... 30% (!) θα είναι η κατάσχεση εκ μέρους της κυπριακής κυβέρνησης και των ευρωληστών σε κάθε κατάθεση άνω των 100.000 ευρώ που υπάρχει στο νησί. Με δεδομένο ότι τον περασμένο μήνα οι άνω των 100.000 ευρώ καταθέσεις, συμποσούντο σε 38 δισ. ευρώ (τμήμα των οποίων όμως βρισκόταν σε υποκαταστήματα κυπριακών τραπεζών στο εξωτερικό, άρα μη υποκείμενο σε κατάσχεση, αν και δεν ήταν διευκρινισμένο αν θα χάσουν τα λεφτά τους όσοι καταθέτες είχαν πάνω από 100.000 ευρώ σε υποκαταστήματα σε ξένες χώρες της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου που διαλύεται), τα λεφτά που χάνουν οι καταθέτες εκτοξεύονται σε αστρονομικά ύψη: μπορεί να προσεγγίσουν ή και να ξεπεράσουν τα... 15 δισ. ευρώ, καθώς γίνεται λόγος από κύκλους του ΔΝΤ για κατάσχεση καταθέσεων ακόμη και σε ποσοστό 40%!
«Η Γερμανία πέτυχε αυτό που ήθελε!» δήλωσε θριαμβευτικά ο Γερμανός υπ. Οικονομικών Σόιμπλε, αναφερόμενος στην πλήρη διάλυση του κυπριακού τραπεζικού συστήματος, το οποίο ποτέ στο μέλλον δεν θα ξαναγίνει συγκρίσιμο με αυτό που ήταν μέχρι τώρα, ιδίως αν η Ευρωζώνη συνεχίσει να υπάρχει, πράγμα άκρως αμφισβητήσιμο και αν η Κυπριακή Δημοκρατία συνεχίσει να αποτελεί μέλος της στην περίπτωση που η ζώνη του ευρώ δεν διαλυθεί από τις ισχυρότατες πλέον φυγόκεντρες δυνάμεις που έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται.
Επιβεβαιώνοντας επίσης την εμφανή εκτροπή της ΕΕ προς αυταρχικές μορφές διακυβέρνησης, ο Σόιμπλε δεν δίστασε να δηλώσει ότι η καταστροφική συμφωνία Αναστασιάδη - Βερολίνου στο πλαίσιο του Eurogroup δεν χρειάζεται επικύρωση από την... κυπριακή (!) Βουλή, έχοντας βεβαίως κατά νου την απόρριψη από το κοινοβούλιο της Λευκωσίας των προηγούμενων, επίσης κατάπτυστων γερμανικών όρων υποταγής της Κύπρου. «Η Κομισιόν μας πληροφόρησε ότι η απαραίτητη νομοθεσία για την εφαρμογή όσων συμφωνήθηκαν έχει ήδη κυρωθεί!» ήταν η εξωφρενική δήλωση του Σόιμπλε. Με αυτή την επίδειξη ισχύος και αλαζονείας ο Σόιμπλε παραμέρισε πραξικοπηματικά το «Οχι» της κυπριακής Βουλής στην κατάσχεση τμήματος των καταθέσεων, σε πλήρη συνεργασία με τη γερμανόδουλη κυβέρνηση της Λευκωσίας.
Σε ό,τι αφορά τώρα στην ουσία της απόφασης -των νέων όρων δηλαδή οικονομικής διάλυσης και συνεπεία αυτής πολιτικής υποδούλωσης της Κύπρου στη Γερμανία- είναι αναμφισβήτητα θετικό ότι το Βερολίνο έκανε ένα βήμα πίσω, αναφορικά με τους μικροκαταθέτες. Υπό το κράτος της πανευρωπαϊκής κατακραυγής και ανησυχίας, δεν επέμεινε στην αρχική του θέση να φορολογηθούν και μάλιστα από το πρώτο ευρώ και οι καταθέσεις κάτω των 100.000 ευρώ. Φυσικά έχει ήδη στείλει το μήνυμα ότι άνοιξε ο δρόμος να μπορούν οι Γερμανοί σε όποια χώρα της Ευρωζώνης θέλουν, να αρπάζουν ανά πάσα στιγμή όποιο τμήμα των καταθέσεων επιθυμούν και αποφασίζουν, ακριβώς όπως τα ναζιστικά γερμανικά στρατεύματα κατοχής άρπαζαν τα αποθέματα χρυσού όσων κρατών καταλάμβαναν και υποδούλωναν.
Αναμφισβήτητα πάντως είναι θετικό γεγονός το ότι έστω και σε πρώτη φάση, έστω προσωρινά, διασώθηκαν από την κατάσχεση των Γερμανών οι καταθέσεις του κοσμάκη μέχρι 100.000 ευρώ. Από εκεί και πέρα, επιχειρείται με υπόγειο τρόπο να καλλιεργηθεί ένας μύθος - ότι μετά την απόφαση αυτή θα χάσουν λεφτά στην Κύπρο μόνο οι Ρώσοι μαφιόζοι, οι Ελληνες που είχαν «μαύρα» λεφτά, άντε και κάποιοι πλούσιοι. Ομάδες καταθετών δηλαδή για τις οποίες κανένας δεν θα λυπηθεί που υφίστανται απώλειες.
Αυτό που τεχνηέντως αποσιωπάται είναι η λαίλαπα που θα επιπέσει επί του συνόλου του κυπριακού λαού εξαιτίας της κατάσχεσης του 30% ή του 40% ή όποιου άλλου ανάλογου ποσοστού όλων των άνω των 100.000 ευρώ καταθέσεων, οι οποίες φυσικά δεν ανήκουν μόνο σε μαφιόζους. Πρώτα πρώτα θα καταρρεύσουν στην Κύπρο οι συντάξεις, γιατί θα αρπάξει η κυβέρνηση το ένα τρίτο των αποθεματικών όλων των ταμείων πρόνοιας. Επειτα θα καταρρεύσουν πάμπολλες υγιείς κυπριακές επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν τα λεφτά τους στις τράπεζες, άρα θα κατακρημνιστούν οι μισθοί σε όλο το νησί. Θα φαγωθεί και το ένα τρίτο των χρημάτων που είχαν όλοι οι κρατικοί και ημικρατικοί οργανισμοί, συνεργατικές επιχειρήσεις κ.λπ. Δεν θα μείνει τίποτα όρθιο στην Κύπρο. Ο «οικονομικός Αττίλας» της ΕΕ θα ρημάξει τον τόπο ίσως χειρότερα και για περισσότερες δεκαετίες από τον «γνήσιο» στρατιωτικό Αττίλα των Τούρκων εισβολέων...

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Ο Πάπας της Ρώμης και η Επανάσταση του 1821

Πηγή: www.haniotika-nea.gr


ΓΙΩΡΓΟΣ Η. ΟΡΦΑΝΟΣ
Μετά την πρόσφατη εκλογή νέου Πάπα για τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τη Δύση, αλλά και με αφορμή την εθνική επέτειο του Αγώνα του 1821, στο σημερινό μας σημείωμα, που αποτελεί μέρος εκτενέστερης μελέτης για την Επανάσταση του 1821, θα προβάλλουμε τη στάση του Βατικανού και των εν Ελλάδι καθολικών στα χρόνια του μεγάλου ξεσηκωμού.
Όταν, λοιπόν, οι Μεγάλες Δυνάμεις της «Ιεράς Συμμαχίας» συνεδρίαζαν, τους φθινοπωρινούς μήνες του 1822, στη Βερόνα, η ελληνική επαναστατική κυβέρνηση, γυρεύοντας βοήθεια και αναγνώριση από τους Ευρωπαίους, προσπάθησε να προσεταιριστεί τον Πάπα της Ρώμης, του οποίου η επιρροή σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ήταν σημαντικότατη.
Ένας από τους απεσταλμένους της επαναστατικής κυβερνήσεως, ο Γάλλος συνταγματάρχης και «φιλέλληνας» Philippe Jourdain επιχείρησε, προκειμένου να προσελκύσει το ενδιαφέρον του Πάπα, να συνάψει συμμαχία με το τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών της Μάλτας που θα είχε φοβερές συνέπειες στην Ελλάδα, αφού, σύμφωνα με το σχέδιο της συνθήκης, προβλεπόταν εγκαθίδρυση στον χώρο του Αιγαίου ενός φράγκικου πολιτικοθρησκευτικού καθεστώτος, αλλά τελικά αποφεύχθηκε μια τέτοια συμφωνία, διότι η επαναστατική Κυβέρνηση, ύστερα από αμφιταλαντεύσεις, διέκοψε τις διαπραγματεύσεις και απέρριψε τις προτάσεις των ιπποτών της Μάλτας.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι μέλη της κυβερνήσεως, όπως ο Μαυροκορδάτος και ο Νέγρης, προέβησαν σε πολλές μυστικές διπλωματικές ενέργειες για τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με τον Παπικό θρόνο και προέβαλαν το επιχείρημα της ενώσεως των δύο Εκκλησιών. Σε κείμενα ο Πάπας καλείται «κεφαλή των Χριστιανοσύνης» και ο εκπρόσωπος της ελληνικής Κυβερνήσεως αποστέλλεται για να υποβάλει ταπεινά «τον σεβασμό, τη λατρεία και την εκτίμηση ολοκλήρου του ελληνικού έθνους».
Έτσι, κατόπιν τούτων, απεστάλη στον Πάπα μια Επιτροπή που αποτελείτο από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, τον γιο του Πετρόμπεη. Η αποστολή αυτή είχε δύο σκοπούς. Ο ένας ήταν πολιτικός και αφορούσε τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με το Βατικανό και ο άλλος ήταν εκκλησιαστικός και αφορούσε την έναρξη των διαπραγματεύσεων για την ένωση των Εκκλησιών, που είχαν διακοπεί με την άλωση της Πόλης (1453).
Η αποστολή έφθασε στην Αγκόνα στις 14 η 15 Δεκεμβρίου του 1822 και άρχισε αμέσως το έργο της. Φαίνεται από διάφορα κείμενα ότι οι αξιωματούχοι του Βατικανού διαβίβασαν στον Π.Π. Γερμανό «το ενδιαφέρον που πάντα έδειχνε ο παπικός θρόνος για την επιστροφή των ορθοδόξων στη δικαιοδοσία του υπέρτατου ποντίφικα, του υπέδειξε έμμεσα ως πρότυπο για την οποιαδήποτε συζήτηση περί ενώσεως τη σύνοδο της Φλωρεντίας (1439)...».
Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, όμως, όπως σημειώνει ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου, Ιερόθεος, «ως Ορθόδοξος Ιεράρχης, δεν ήταν διατεθειμένος να αποδεχθεί μια τέτοια πρόταση που συνιστούσε προδοσία της πίστεως και υποδούλωση της αληθείας της Εκκλησίας και μάλιστα ήθελε να διαφυλάξει και την Ορθόδοξη Εκκλησία ελεύθερη από κάθε υποδούλωση. Έτσι, προσπάθησε αφενός μεν με διαφόρους τρόπους να αποφύγει να επισκεφθεί τη Ρώμη και να συναντήσει τον Πάπα, αφετέρου δε παραπληροφορούσε εσκεμμένα την Ελληνική πολιτική ηγεσία, με το να τους αποκρύπτει όλα όσα συζητούσε με τους παπικούς αξιωματούχους, γιατί ενδεχομένως η πολιτική εξουσία θα προτιμούσε κάτι τέτοιο, αν αυτό ωφελούσε τα πολιτικά πράγματα που τους ενδιέφεραν εκείνο το χρονικό διάστημα. Η τακτική αυτή του Παλαιών Πατρών Γερμανού απέβλεπε σε τρεις σκοπούς. Πρώτον, να διαφυλάξει το κύρος και την αλήθεια της ορθοδόξου πίστεως και να μην αλλοιωθεί από διάφορες κακοδοξίες. Δεύτερον, να μην υποσκάψει το κύρος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο οποίο ακόμη ανήκε, γιατί τέτοιες πρωτοβουλίες υπάγονται στην κανονική αρμοδιότητά του. Και τρίτον, γιατί ήθελε να διασφαλίσει το κύρος και την ελευθερία της Ορθοδόξου Εκκλησίας από τις αλλεπάλληλες και σταδιακές πολιτικές παρεμβάσεις, γιατί και τότε φάνηκε ότι η πολιτική ηγεσία ήθελε να χρησιμοποιήσει την Εκκλησία, για διάφορες πολιτικές σκοπιμότητες».
Πάντως, ό,τι μάλλον «ναρκοθέτησε» περισσότερο τις επαφές Ελλήνων και Πάπα το 1822 δεν ήταν μόνο οι αντιδράσεις του Κοραή και άλλων διανοουμένων, αλλά, κυρίως, η αγγλική πολιτική, που δεν ήθελε να περάσει υπό την παπική επιρροή και τη γαλλική «προστασία» ο Αγώνας των Ελλήνων. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραβλέψουμε και την «εχθρική» στάση και των Καθολικών το θρήσκευμα Κυκλαδιτών προς τους επαναστάτες και τις κυβερνήσεις τους.
Συγκεκριμένα, όπως επισημαίνει ο Κων/νος Μανίκας, με την έναρξη της ελληνικής Επαναστάσεως και την πρόσκληση των οπλαρχηγών στους Λατίνους να συμμετάσχουν και οι Λατίνοι στο έργο της απελευθερώσεως της Ελλάδος από τον τουρκικό ζυγό, κατ’ αρχάς αποστασιοποιήθηκαν από τις πρώτες επαναστατικές ενέργειες και δεν συμμετείχαν στην επανάσταση των Ελλήνων. Στη Σύρο, σε σύσκεψη που έγινε, «αποφασίστηκε η μη συμμετοχή τους στην επανάσταση». Το ίδιο συνέβη και σε άλλες περιοχές, όπως στην Τήνο και τη Νάξο. Επέλεξαν δηλαδή την αρχή της ουδετερότητας. Ομως δεν στάθηκαν μόνο σ’ αυτό, αλλά προχώρησαν και σε άλλες αντεπαναστατικές ενέργειες, μέσω των γαλλικών προξενικών πρακτόρων. Πράγματι, με πολλούς τρόπους και με πολλές ενέργειες, επιδείκνυαν τα φιλοτουρκικά τους αισθήματα και ότι αυτοί παραμένουν πιστοί στον Σουλτάνο.
Ας ιδούμε, όμως, και κάποιες σημαντικές μαρτυρίες για το ίδιο θέμα, που παρουσιάζουν εύγλωττα την «αντίθεση» στο Αιγαίο, ανάμεσα στους Ορθόδοξους  Ελληνες και τους Καθολικούς Αιγαιοπελαγίτες. O Αγγλος διπλωμάτης Strahgford σε αναφορά του προς το Υπουργείο Εξωτερικών της χώρας του (25/5/1822, Public Record Office. F.O. 78, τ. 108)) αναφέρει: «H Γερουσία της Κορίνθου έστειλε γράμμα στους Καθολικούς ιεράρχες της νήσου Σύρου, συνιστώντας ενότητα και φιλία με τους Έλληνες Ορθοδόξους αδελφούς και καλώντας τον Αρχιεπίσκοπο να μεταβεί στην Κόρινθο. O Αρχιεπίσκοπος απήντησε ότι διαταγές δέχεται μονάχα από τον πνευματικό του αρχηγό (τον Πάπα) ή από το νόμιμο ηγεμόνα του «τον βασιλιά της Γαλλίας!..».
Τα γράμματα, όπως βλέπουμε στο έργο του Georg Hofmann, «Das Papsttum und der Griechische Freiheitskampf»,  τα είχαν στείλει ο Μαυροκορδάτος και ο Θ. Nέγρης στον παπικό αρχιεπίσκοπο Nάξου Aνδρέα Bεγγέτι (Kόρινθος, 14 Απρίλη 1822). Αυτός έγραψε στον Πάπα ότι θα πήγαινε «αν είχε άδεια από την Πύλη και του παρείχε ασφάλεια ο Γάλλος Πρεσβευτής». O Άγγλος κληρικός George Waddihgton, εξάλλου, γράφει: «Είναι απίστευτο το μίσος αυτών των Καθολικών Ελλήνων εναντίον των συμπατριωτών τους Ορθοδόξων. Όχι μόνον δεν πήραν μέρος στην επανάσταση, αλλά εύχονται το ναυάγιό της!».O Γάλλος Maxime Rayband, τέλος, παρατηρεί: «Oι Συριανοί Καθολικοί μισούσαν τους Έλληνες Ορθοδόξους και ήθελαν να μη αναμιχθούν διόλου στην επανάσταση... O Οθωμανικός στόλος επιστρέφοντας στα Δαρδανέλια πέρασε από τη Σύρα. Oι Kαθολικοί πρόκριτοι ανέβηκαν στη ναυαρχίδα του Kαπουδάν Πασά, ανανεώνοντας τον όρκο τους για αιώνια πίστη στην Yψηλή Πύλη. Και ο στόλαρχος ευχαριστημένος χάρισε στον καθένα τους από ένα μεταξωτό καφτάνι».
Υπάρχει, όμως, και αντίλογος σ’ αυτές τις αιτιάσεις των Ελληνορθόδοξων. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την Καθολική Εκκλησία της Ελλάδας, οι Έλληνες καθολικοί ήταν διστακτικοί απέναντι στην Επανάσταση για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς ήταν η έλλειψη οπλισμού και στρατιωτικών υποδομών και εκπαίδευσης. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο και άλλα νησιά, χωρίς Έλληνες καθολικούς, παρουσίαζαν την ίδια διστακτικότητα. Σε καμία περίπτωση, όμως, οι Καθολικοί δεν διακατέχονταν από φιλοτουρκικά αισθήματα καθώς και οι ίδιοι βρίσκονταν υπό τον τουρκικό ζυγό. Η Οθωμανική αυτοκρατορία τους θεωρούσε εξαρτημένους από τον μεγάλο εχθρό της μουσουλμανικής θρησκείας, τον Πάπα. Επίσης, οι Καθολικοί των νησιών αντιμετωπίζονταν εχθρικά από τους Ορθόδοξους συμπολίτες τους, με αποτέλεσμα να απομονωθούν και να είναι και οι ίδιοι επιφυλακτικοί απέναντί τους. Αυτό το αίσθημα της επιφυλακτικότητας αναπτύχθηκε ιδιαίτερα με την τετραετή Ρωσική κυριαρχία, περίοδος στην οποία καταπατήθηκαν τα δικαιώματά τους και προσβλήθηκε το θρησκευτικό τους αίσθημα. Επακόλουθο των παραπάνω ήταν ο φόβος, από μέρος των Ελλήνων καθολικών, ότι δεν θα υπολογιστούν σαν ισότιμοι Έλληνες πολίτες στα πλαίσια του ελεύθερου Ελληνικού κράτους. Ο φόβος αυτός μετριάστηκε με τις διαβεβαιώσεις της πρώτης ελληνικής κυβέρνησης για θρησκευτική ελευθερία και ισονομία. Από εκείνο το σημείο, οι Έλληνες καθολικοί δεν έπαψαν να προσφέρουν στον αγώνα για την ελευθερία, οικονομικά και στρατιωτικά.