Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Τα καλά της ...φτώχειας!!!

Δύο άκρως ενδιαφέροντα κείμενα για τη σύγχρονη Ελλάδα... που φαινομενικά αντιπαρατίθενται αλλά στην ουσία συμφωνούν!

Του Γιάννη Ξανθούλη


Να ξαναγίνουμε φτωχοί. Όπως ήμασταν πάντα. Όπως οι ήρωες των παλιών
αναγνωστικών που οι γιαγιάδες έμοιαζαν με γιαγιάδες κι όχι με συνταξιούχες
πόρνες. Όπου οι μπαμπάδες επέστρεφαν το μεσημέρι για να καθίσει ΟΛΗ η
ελληνική οικογένεια στο τραπέζι και να φάει το σεμνό φαγητό -όσπρια
πεντανόστιμα και ζαρζαβατικά με μαύρο ψωμί μοσχοβολιστό- ενώ η γάτα και ο
σκύλος περίμεναν στωικά να 'ρθει η σειρά τους ... Να ξαναγίνουμε φτωχοί
όπως ήμασταν πριν σαράντα και πενήντα χρόνια. Τότε που ονειρευόμασταν εν
μέσω γκρι, μπλε και μπεζ χρωμάτων, τότε που καμιά Ελληνίδα δεν φιλοδοξούσε
να γίνει ψευδοξανθιά, τότε που η λάσπη κολλούσε συμπαθητικά στα παπούτσια
μας και οι αυθεντικοί ζήτουλες βρίσκονταν έξω απ' τις εκκλησιές
περιμένοντας το τέλος της λειτουργίας και του μνημόσυνου.

Να ξαναγίνουμε φτωχοί πλην τίμιοι, χωρίς κινδύνους να ξεστρατίσουν οι
αρχιμανδρίτες προς την ψηφιακή παιδοφιλία. Να βρούμε ξανά τις σωστές μας
κλίμακες χωρίς αγωνία παρκαρίσματος και παχυσαρκίας. Να ξαναβρούμε τη
γεύση του «μπατιρόσπορου», των ελαχιστοποιημένων αναγκών, να ανακαλύψουμε
εκ νέου τον ποδαρόδρομο και το συγκινητικό μοντέλο της «γυναίκας της
Πίνδου». Μόνο με τέτοιες ηρωικές διαδρομές ενδεχομένως να ακυρώσουμε το
κόμπλεξ μας έναντι του Μπραντ Πιτ και της Ναόμι Κάμπελ.

Να ξαναβρούμε -γιατί όχι- και τους παλιούς καλούς εχθρούς (κυρίως από τα
βόρεια) που σήμερα τους έχουμε σκλάβους στα παβιγιόν μας. Να ξετρελαθούμε
από την επικοινωνιακή μας υστερία με τα σιχαμένα κινητά τηλέφωνα που
κατάργησαν κάθε έννοια ιδιωτικής ζωής. Να σκάψουμε στις αυλές -όσοι έχουν
αυλές- και να κάνουμε παραδοσιακούς ασβεστόλακκους για να ασπρίζουμε τα
δέντρα έτσι για καλαισθησία και υγεία. Να βρούμε πάλι τη σημασία του
χώματος καταργώντας το καυσαέριο του επάρατου τρέχοντος πολιτισμού. Να
εφεύρουμε τις παλιές νοσοκόμες που σέρνονταν από σπίτι σε σπίτι ρίχνοντας
ενέσεις πενικιλίνης στα οπίσθια ολόκληρου του Έθνους.

Να προσδιορίσουμε ξανά την ντροπή και τον «σεβασμό» προσέχοντας το
βλακώδες λεξιλόγιο των τέκνων μας. Επιτέλους, όποιο τέρας βρίζει ή
χρησιμοποιεί την πάνδημη και πολυμορφική λέξη «ΜΑΛΑΚΑΣ» πάνω από εκατό
φορές την ημέρα να το μπουκώνουμε με «κόκκινο πιπέρι εξόχως καυτερό», όπως
τον καιρό της εξαίρετης φτώχειας μας .

Να μάθουμε να χρησιμοποιούμε τα κουλά μας χέρια σε δουλειές που σήμερα
δίνουμε του κόσμου τα λεφτά, όπως μεταποίηση ρούχων, αλλαγές γιακάδων στα
πουκάμισα, καρικώματα στις κάλτσες, υδραυλικές και σχετικές εργασίες. Να
απαγορευτεί διά ροπάλου το γκαζόν που για μας τους πρώην φτωχούς δεν
σημαίνει απολύτως τίποτα. Στη θέση του να φυτευτούν λαχανικά ή και
οπωροφόρα για να μην καλοσυνηθίζουμε την κάστα των μανάβηδων. Κάποτε ο
μαϊντανός, τα κρεμμύδια και τα σκόρδα ήταν τα βασικά καλλωπιστικά των
κήπων μας .

Να επανακτήσουμε το κύρος μας, χρησιμοποιώντας βέργες κι ό,τι τέλος πάντων
απαιτούσε ο βασικός σωφρονιστικός κώδικας τα χρόνια της περήφανης
ανέχειας ... Σταματήστε τις ψυχολογίες και τις παραφιλολογίες για τα
«τραύματα» των παιδιών. Μόνο λύσεις γήινες και πρακτικές -χωρίς ενστάσεις
από τον Ρομπέν της ευαισθησίας, τον ΣΥΡΙΖΑ- θα αποκαταστήσουν την τρέλα
και το χάος που υπαινίσσονται οι στατιστικές.

Να θυμηθούν οι Νεοέλληνες πως προέρχονται απ' τον Μεγαλέξανδρο, από τον
Μιλτιάδη, τον Αριστείδη και προφανώς απ' τον... Αλκιβιάδη, πράγμα που
σημαίνει ότι μπορούν να βάλουν σε ενέργεια τον «δίκαιο θυμό» αν συμπέσουν
με ληστές τραπεζών, περιπτέρων, σούπερ μάρκετ και κοσμηματοπωλείων.
Κανένας δισταγμός. Τα παλιά χρόνια για ψύλλου πήδημα σε μπαγλάρωναν.
Θυμήσου και κόψ' τους τα χέρια ή και τα αχαμνά. Επιτέλους ας σταματήσουμε
την ευρωπαϊκή μας ψυχοπάθεια ...

ΠΟΤΕ κανένας Έλληνας δεν έγινε σωστός Ευρωπαίος. Ούτε καν ο Αβραμόπουλος
ούτε καν ο Σημίτης και άλλοι τέτοιοι που μου διαφεύγουν. Απ' τον καιρό που
σταματήσαμε να θυμώνουμε σωστά, την πατήσαμε. Σταματήστε το «ντόπινγκ» με
το τσουλαριό των λαϊκών ασματομουλάρων. ΠΟΣΟΥΣ ΠΙΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ ΧΩΡΑ Η
ΕΛΛΑΣ, κύριοι καναλάρχες της πλάκας; Δεν είναι καιρός να ξεβρωμίσει ο
τόπος απ' τους εκφραστές του τραγουδιστικού Κάμα Σούτρα; ΠΟΙΟΣ θα μαζέψει
τις ελιές στα περιβόλια όταν ο κάθε πικραμένος ονειρεύεται να γίνει αφίσα
στη Συγγρού; Ποιος θα καθαρίσει τη Συγγρού απ' το αίσχος της καψουρικής
ταπετσαρίας, κύριοι δήμαρχοι; Οι τραβεστί; Οι καημένες οι τραβεστί έχουν
άλλες υποχρεώσεις ...

Μη φοβάστε τη φτώχεια. Η πατρίδα μας είναι ευλογημένη έστω κι αν δεν
παράγει λαμαρίνες αυτοκινήτων ή καλής ποιότητας νάρκες και όπλα για
τριτοκοσμικούς. Θυμηθείτε την ευλογία του ελαιόλαδου, της κορινθιακής
σταφίδας, του χαλβά Φαρσάλων, των εσπεριδοειδών, της σαρδέλας και των
λατρεμένων ραδικιών. Λάδι, χόρτα, ελίτσες, λίγο τυρί και ψωμί ζεστό, να
φρεσκάρουμε στο μνημονικό μας το παλιό αναγνωστικό του Δημοτικού. Το ξέρω
πως είναι ζόρι να κόψουμε το σούσι απότομα, όμως ήρθε ο καιρός να
αναβιώσουμε την όπερα της πεντάρας, της δεκάρας και των άλλων χρηστικών
μας αξεσουάρ. Μια δοκιμή νομίζω πως θα μας πείσει ...

ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ και ο θεός των μικρών πραγμάτων μαζί μας.



Μια απάντηση στον Ξανθούλη...

Της Eλευθερίας Τσακιροπούλου


Να ξαναγίνετε φτωχοί χωρίς εμένα. Η δική μου γιαγιά ήρθε από απέναντι
μόνο με το φουστάνι που φόραγε και κατάφερε δουλεύοντας σκληρά να
μεγαλώσει τα παιδιά της, να προκόψει (έτσι το λέγαμε τότε) να δει τα
εγγόνια της να σπουδάζουν χωρίς να χρειάζονται ακριβοπληρωμένα
φροντιστήρια και μια φορά το χρόνο γριά πια να επιφυλάσσει στον εαυτό της
τη μέγιστη πολυτέλεια ενός ζευγαριού παπουτσιών από τον Σκλιά.

Εμένα δεν μου άρεσε η λάσπη που κολλούσε στα παπούτσια μου. Μου άρεσαν οι
πικροδάφνες στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, η μυρωδιά στα Αναφιώτικα, οι
νεραντζιές στη Πανεπιστημίου, η θέα της Ακρόπολης από τη Πατησίων. Μου
άρεσε να διαβάζω στο Θέατρο του Διονύσου Σοφοκλή, Αισχύλο και Ευριπίδη, να
βλέπω παραστάσεις στο υπόγειο του Κουν και στο Ηρώδειο. Μου άρεσε ο
Χατζηδάκης και ο Τσαρούχης. Αυτά ήταν η πατρίδα μου και αυτά με έκαναν να
την ονειρεύομαι χωρίς λασπόδρομους, ζήτουλες και ψευδοξανθιές.

Τίμια ήμουν ανέκαθεν και το ίδιο έμαθα και στο παιδί μου. Δουλεύω από την
ημέρα που τελείωσα το λύκειο. Δούλευα και σπούδαζα χωρίς φοιτητική άδεια
γιατί ο τότε διευθυντής μου έλεγε το αμίμητο «Δεσποινίς μου πρέπει να
διαλέξετε ή φοιτήτρια θα είστε ή εργαζόμενη». Και διάλεξα και τα δύο. Και
τα κατάφερα και στα δύο. Και παράλληλα έμαθα και τρεις ξένες γλώσσες. Και
πλήρωνα και πληρώνω σκληρούς φόρους, χωρίς ποτέ μα ποτέ να έχω κρύψει
ούτε δραχμή των εισοδημάτων μου.

Ναι λοιπόν δουλεύω 10 ώρες την ημέρα επί 24 συναπτά έτη και κάποια στιγμή
τα κατάφερα και έβγαλα λεφτά. Πρέπει να ντρέπομαι; Ούτε επιδοτήσεις για
ανύπαρκτες καλλιέργειες πήρα ποτέ, ούτε καμία απευθείας ανάθεση, ούτε σε
επιτροπή ή Δ.Σ. ή οργανισμό του δημοσίου ήμουν μέλος, ούτε προαγωγή πήρα
μετά από τηλέφωνο πολιτικού προσώπου. Ότι έκανα το έκανα μόνη μου. Και
τα Μanolo που φοράω μόνη μου τα πήρα. Και κάθε φορά που ανεβαίνω πάνω
τους θυμάμαι τη γιαγιά μου και τη χαρά της όταν έφερνε στο σπίτι το
περίφημο κουτί από το salon sklia και τη περηφάνια της όταν τα φόραγε και
μας έλεγε τι πέρασε στη ζωή της και πως τα κατάφερε να «προκόψει».

Και δεν θέλω να ξαναβρώ παλιούς εχθρούς, θέλω μόνο νέους φίλους και
συμμάχους για να πραγματοποιήσουμε το όνειρο μιας δίκαιης, αξιοκρατικής
και προοδευτικής κοινωνίας. Δεν θέλω καμιά νοσοκόμα να «συρθεί» στο
σπίτι μου όταν αρρωστήσω. Θέλω να υπάρχει ένα σύστημα υγείας που θα με
περιθάλψει. Αυτό πληρώνω άλλωστε με το μισό του εισοδήματός μου. Δεν
πληρώνω για να τρώνε τα λαμόγια των νοσοκομείων και οι φαρμακευτικές
εταιρείες.

Και δεν θέλω να ράβω μόνη μου τα ρούχα μου, γιατί δεν προλαβαίνω και γιατί
δεν καταλαβαίνω το λόγο που πρέπει να σπρώξω στην ανεργία μια μοδίστρα.

Και δεν θέλω στη βεράντα μου να φυτέψω ζαρζαβατικά ( στο ρετιρέ του ο κος
Ξανθούλης ας το κάνει ), μου αρέσουν οι γαζίες μου και οι μυρτιές μου και
οι δάφνες μου. Και μου αρέσει και ο μανάβης της γειτονιάς μου. Και
μάλιστα πολύ. Γιατί αντί να δώσει το ιδιόκτητο μαγαζί γωνία που έχει στο
κέντρο της Αθήνας για να γίνει Everest ή Γερμανός, έχει το πείσμα, το
κουράγιο και τη τρέλα να επιμένει να πουλάει τη πραμάτεια του υπό τους
ήχους κλασσικής μουσικής.

Και φυσικά δεν θέλω να χρησιμοποιήσω βέργες για να σωφρονίσω τη κόρη μου.
Η κόρη μου με κάνει περήφανη και μου δίνει τη δυνατότητα να ονειρεύομαι
μια καλύτερη πατρίδα.

Μια πατρίδα που οι αγρότες της δεν τρώνε επιδοτήσεις και αποζημιώσεις στα
μπουζουκομάγαζα, οι πολιτικοί της είναι και ηθικοί και νόμιμοι, η άρχουσα
τάξη της δεν αποτελείται από λαμόγια και απατεώνες, ψευτοκουλτουριάρηδες και
δήθεν διανοούμενους που συναναστρέφονται με κλέφτες πολιτικούς.

Μια πατρίδα με ανθρώπους σαν τη γιαγιά μου και τη κόρη μου, εμένα και τους
φίλους μου και όλους αυτούς που δεν συμμετείχαν στο πάρτι. Ε λοιπόν όχι
δεν ήμασταν εκεί όταν τρώγανε, όταν έχτιζαν βίλες ή αγόραζαν καγιέν.
Ούτε τώρα είμαστε με αυτούς που κρύβουν τις πισίνες τους, φυγαδεύουν τα
λεφτά τους στο εξωτερικό και αγοράζουν ακίνητα όσο-όσο στο Λονδίνο.

Και ναι προερχόμαστε από το Μεγαλέξανδρο, το Μιλτιάδη, τον Αριστείδη, τον
Αλκιβιάδη. Αλλά και από τον Πλάτωνα και τον Επίκουρο. Το Σοφοκλή και τον
Αριστοφάνη. Και ελπίζω να μην ξαναζήσουμε στην Ελλάδα εποχές που σε
μπαγλάρωναν για ψύλλου πήδημα.

Και ναι μου αρέσει το ελαιόλαδο, η κορινθιακή σταφίδα, ο χαλβάς Φαρσάλων,
τα εσπεριδοειδή, οι σαρδέλες και τα ραδίκια. Η φτώχεια όμως όχι. Δεν θα
πάρω.

Να δοκιμάσετε χωρίς εμένα.

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Το μουντιάλ ως συλλογικός καθρέφτης

του Νίκου Κασκαβέλη

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μια αφορμή για επανεξέταση της ψυχικής μας στάσης και μια στάση για περισυλλογή. Τι περίεργοι καιροί, τι περίεργο καλοκαίρι! Εποχή που παραδοσιακά η Ελλάδα μπαίνει σε μια παρατεταμένη ραστώνη, η εποχή που κάποτε συνοψίστηκε με το κλασσικό πια «τα μπάνια του λαού», μια εποχή που η χώρα ζει και χαίρεται τα φυσικά της προνόμια, η επαρχία και περιοχές ερημωμένες το χειμώνα αναβιώνουν και θυμούνται τα χρόνια της ακμής τους και που η πλειοψηφία απομακρύνεται από τα καθημερινά και μπαίνει σε μια άλλη συχνότητα σκέψης, πιο καθαρής και ίσως πιο αισιόδοξης. Φέτος αυτά δεν ισχύουν!
Φέτος (και αυτό φαίνεται να αντανακλάται ακόμα και στον καιρό) όλα γκρι, να μην πω μαύρα! Η ψυχολογία στο ναδίρ, τα συναισθήματα στον αρνητισμό. Θλίψη, απαισιοδοξία, οργή, απόρριψη. Κι αν για όλα αυτά υπάρχει μεγάλη πραγματική βάση, στην υπερβολή τους, στην υποδαύλιση και στην ανακύκλωσή τους θα πρέπει να αναζητήσουμε και αλλού κάποιες αιτίες.



Να προϊδεάσω πως το κείμενο αυτό δεν είναι ουδέτερο: ανήκω σε αυτούς που αλίμονο έχουν συνειδητοποιήσει την κατάσταση της χώρας και που βλέπουν να γίνεται μια μεγάλη προσπάθεια για τη διάσωσή της. Με λάθη φυσικά (λάθη δεν κάνει μόνο ο μη πράτων και μη τολμών) και οδυνηρές για όλους αποφάσεις, πάντως με παρρησία και ενίοτε καινοτομική διάθεση.



Και ανησυχώ, μήπως και αυτή, η έσχατη (;) προσπάθεια καταδικαστεί σε αποτυχία και μάλιστα πρόωρα, παρασυρμένη από το γενικότερο κλίμα απαισιοδοξίας, συνολικής απόρριψης και απαξίωσης δικαίων και αδίκων, μιας ενδεχόμενης επιβεβαίωσης μιας ανακυκλούμενης «αυτοεπιβεβεούμενης προφητείας» περί «χρεοκοπίας, αποτυχίας, κοινωνικής εξέγερσης και κατάρρευσης». Χωρίς διάκριση, χωρίς απόδοση αναλογίας ευθυνών, χωρίς ειρμό, χωρίς υπομονή. Πόσο γρήγορα η προσδοκία, μετατρέπεται σε απόρριψη και κατακραυγή!



Με τη συνευθύνη βέβαια των κυβερνώντων (στο βαθμό που γνώριζαν) για την ελλιπή προετοιμασία του λαού για το πού βρισκόμαστε και τι θα χρειαστεί για να υπερβούμε τις δυσανάλογες δυσκολίες. Το καλοκαίρι αυτό, είναι και ένα καλοκαίρι, που εκτός από την ανάγλυφη και γλαφυρή ανάδειξη του τραγικού καταντήματος στο οποίο είχε περιπέσει το συλλογικό κατασκεύασμα που ονομάζεται ελληνικό κράτος και οικονομία (κατ' άλλους μέχρι πέρσι, της απόλυτα θωρακισμένης οικονομίας) και την αποκάλυψη ασχήμιας και κενότητας που μας έχει μουδιάσει, μπερδέψει και αφιονίσει, υπάρχει και ένα άλλο γεγονός που επιβάλλει διεθνώς το δικό του νόμο! Αναφέρομαι στο μουντιάλ της Νοτίου Αφρικής. Σαν άλλη ολυμπιάδα, έρχεται αυτή η διεθνής γιορτή, η συνάντηση της ανθρωπότητας στα γήπεδα κάθε τέσσερα χρόνια να αναβάλει ανησυχίες, να μεταθέσει προβλήματα, να κυριαρχήσει στην επικαιρότητα και να γεννήσει καταλυτικά συναισθήματα. Το μεγάλο αυτό κοινωνικό πια, γεγονός, προσφέρεται για παρατηρήσεις και εξαγωγή συμπερασμάτων ακόμα και για συμπεριφορές και νοοτροπίες λαών, που εξηγούν πολλά. Συμπεράσματα μπορούν να βγουν τόσο από την αγωνιστική συμπεριφορά και νοοτροπία των ομάδων και αθλητών, όσο όμως και από τις αντιδράσεις της φίλαθλης κοινής γνώμης, του τύπου της εκάστοτε χώρας και της εν γένει κοινωνίας της. Μια ακτινογραφία της «ατμόσφαιρας» κάθε κοινωνίας, στην υπερβολή της, μια και οι «συγκρούσεις» στο ποδοσφαιρικό γήπεδο έχουν ψυχολογικό αντίκτυπο στις μάζες (και δη τις αρσενικές) ανάλογο πολλές φορές με μια οιονεί πολεμική αναμέτρηση, με άμεσα συμπεράσματα περί του ποιος είναι ο καλύτερος, ο δυνατότερος κ.λπ.



Αλλά ας δούμε λίγο από μια απόσταση την περίπτωση της χώρας μας. Όλοι κατά καιρούς μιλάνε για το ταμπεραμέντο μας, το βαλκάνιο αλλά και μεσογειακό μας χαρακτήρα που βασίζεται στο συναίσθημα, το πάθος και την ένταση. Το απόλυτα ευμετάβλητο και μάλιστα στις ακραίες θέσεις του εκκρεμούς. Γνωστά αυτά, αλλά είναι μια έκπληξη όταν επαναλαμβάνονται με νομοτελειακή ακρίβεια κάθε φορά και μάλιστα χωρίς κανείς να υποψιάζεται (ή να το λέει φανερά) σε μια δεδομένη στιγμή το πού θα βρισκόμαστε στην αμέσως επόμενη. Και εννοώ στο ακριβώς αντίθετο σημείο! Η Εθνική μας πραγματοποίησε μια ομολογουμένως κακή εμφάνιση στον εναρκτήριο αγώνα με την Νότιο Κορέα. Το τι επακολούθησε το θυμόμαστε. Έσχατη απογοήτευση, γενική κατήφεια και πένθος, βαρείς έως ακραίοι χαρακτηρισμοί: «άχρηστοι παίκτες, μισθοφόροι, τεμπέληδες και τελειωμένοι». Ακόμα και ο προπονητής της ομάδας (με σοβαρά λάθη), αυτός που την πήγε σε δυο τελικές φάσεις ευρωπαϊκού (εκ των οποίων το ένα το πήραμε, αλήθεια λέω!) και σε ένα μουντιάλ, στο πυρ το εξώτερον! Και τι δεν ακούστηκε!



Πέντε μέρες μετά, ως εκ θαύματος, η πλήρης ανατροπή! Πρώτα απ' όλα η ίδια η ομάδα, που έβγαλε στο γήπεδο μια ψυχή και ένα πείσμα άλλης ποιότητας και άλλου επιπέδου (υπενθυμίζοντας και κάποιες αρετές αυτού του λαού που ενίοτε, ως ξέσπασμα, θυμάται το αμετάφραστο αυτό «φιλότιμο» και λειτουργώντας σα γροθιά πετυχαίνει αξιοθαύμαστα επιτεύγματα που λειτουργούν ως παράδειγμα τους καιρούς τους άλλους, τους δύσκολους, όταν η γροθιά χαλαρώνει, και που δυστυχώς είναι και το πιο σύνηθες) φέρνοντας τελικά το ποθητό αποτέλεσμα. Κι ύστερα οι επακόλουθες αντιδράσεις του κοινού, αναμενόμενες για τον ψύχραιμο και διαχρονικό παρατηρητή, ασύλληπτες για έναν ανυποψίαστο τρίτο: «θεοί, ήρωες, ψυχάρες και παικταράδες»! Εθνική απογείωση, ύμνοι και ονειρικό ξεσάλωμα! Ο τύπος μια από τα ίδια, από την κατεδάφιση και την πλήρη απόρριψη στην αποθέωση και την υπερβολή, με άμεσες αναγωγές στη χώρα και την πορεία της!



Υποστηρικτές των παικτών και του προπονητή εμφανίζονται ως αγανακτισμένος και δικαιωμένος χείμαρρος και ξεσπαθώνουν! Το ευμετάβλητο αυτό του πλήθους, του όχλου ενίοτε, γνωστό, παρατηρημένο και τελικά δύσκολα αντιμετωπίσιμο, όσο και επικίνδυνο! Στα αθλητικά γεγονότα ιδιαίτερα ανιχνεύσιμο και ψηλαφήσιμο. Θυμάμαι χαρακτηριστικά, μικρός στο γήπεδο, σε αγώνα μπάσκετ της ομάδας μου, να βλέπω φίλαθλο στο πρώτο ημίχρονο να βρίζει σκαιότατα συγκεκριμένο παίκτη της ομάδας με χαρακτηρισμούς που αποδίδουν πάγια χαρακτηριστικά (που προκύπτουν δηλαδή ύστερα από «εμβριθή ανάλυση» και έχουν μια μονιμότητα) και τον ίδιο ακριβώς άνθρωπο να εκτοξεύεται από τη θέση του στο δεύτερο ημίχρονο και να αποθεώνει στην κυριολεξία («θεέ») τον ίδιο παίκτη με το πρώτο εύστοχο σουτ!



Φέρνω συχνά τη στιγμή αυτή στο νου μου όταν βλέπω αντιδράσεις του κόσμου και προσπαθώ, σαστισμένος, να τις ερμηνεύσω. Στον αθλητισμό όμως αυτά μπορούν να συμβαίνουν με τρόπο ευδιάκριτο και σχετικά ακίνδυνο. Σε άλλους τομείς όμως, όπως η πολιτική (και τελικά η ίδια η ιστορία), οι ίδιες αυτές αντιδράσεις μπορούν να έχουν διαφορετικά αποτελέσματα. Μπορούν να οδηγούν σε άδικες κρίσεις και τελικά λανθασμένες έως και αυτοκαταστροφικές επιλογές. Πέραν από το ευμετάβλητο αυτό του χαρακτήρα μας, υπάρχει και το ανυπόμονο. Αυτό που περιμένει άμεσα αποτελέσματα και μάλιστα κατά την επιθυμία του καθενός και είναι αμέσως πρόθυμο να απορρίψει εκ βάθρων την παραμικρή «καθυστέρηση». Μου το υπενθύμισε το χαρακτηριστικό μας αυτό σήμερα στο ραδιόφωνο ο Μίμης Ανδρουλάκης (ερμηνεύοντας την υπερκατανάλωση στην Ελλάδα αντιβιοτικών -που σημαίνει την ανάγκη για δραστικά και γρήγορα αποτελέσματα-φαρμάκων), καταλήγοντας σε ένα συμπέρασμα που συχνά καταλήγω από άλλους δρόμους, στο ότι δηλαδή ένας τέτοιος λαός καταλήγει να είναι μη κυβερνήσιμος! Σε ένα λαό που κυριαρχεί η εύκολη κριτική και ευδοκιμεί ο λαϊκισμός από αυτοαναγορευόμενους υπερασπιστές του και παντογνώστες εκ του ασφαλούς, όπου ο καθένας έχει άποψη (και δεν εννοώ μια αρχική θέση που να απορρέει από κάποια ιδεολογική αρχή και που είναι προς συζήτηση με την εισαγωγή νέων στοιχείων και δεδομένων από τους κατά τεκμήριο ειδικότερους στο κάθε θέμα, αλλά μια πλήρως αναπτυγμένη θέση είτε το θέμα αφορά το χρηματιστήριο, είτε τους σεισμούς, είτε τα ναυάγια, είτε την τρομοκρατία, είτε τις πυρκαγιές, είτε βέβαια τις πολιτικές επιλογές και τα όποια οικονομικά μέτρα) την οποία υπερασπίζεται με πάθος που αγγίζει τα όρια της εμπάθειας, έναν λαό που «κακόμαθε» με κολακείες και δόλιες (με την έννοια της υποκρυπτόμενης συναλλαγής) επιβραβεύσεις κάθε απαίτησης επί δεκαετίες, φτάνει το σημείο που δεν μπορείς να τον καθοδηγήσεις. Ειδικά σε μια τέτοια περίοδο καταρράκωσης του κύρους και ηθικής απαξίωσης της πολιτικής και των πολιτικών.



Το επικίνδυνο στο οποίο αναφέρθηκα σχετίζεται με το ότι στην πολιτική, στα συλλογικά γεγονότα, οι μεγάλες αυτές απότομες αλλαγές (όπως ένα γκολ) δε συνηθίζονται, ειδικά στα θετικά γεγονότα. Οι νίκες (εάν δεν μιλάμε για τις ακραίες συνθήκες ενός πολέμου, αν και ούτε εκεί εξασφαλίζουν αναγκαστικά κάτι) δεν προκύπτουν και κυρίως δεν μπορούν να φανούν, ξαφνικά και άμεσα. Χρειάζονται χρόνο προετοιμασίας, μεθοδικότητα και διάρκεια στην εκτέλεση, πίστη στο αποτέλεσμα και αφοσίωση («για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή»), έτσι ώστε να αντιστραφεί το κλίμα και να αρχίσει η αντίστροφη πορεία και σιγά-σιγά η όποια αποκομιδή των καρπών.



Ο χρόνος αυτός λοιπόν, δεν φαίνεται να παρέχεται από την κοινωνία, με ευθύνη πολλών θεσμικών παραγόντων (μη εξαιρουμένων των «αιμοδιψών» ΜΜΕ που συχνά παρασύρονται από το πρόσκαιρο όφελος αγνοώντας τη γενικότερη εικόνα και τελικά υπονομεύοντας τη σταθερότητα και το ίδιο το μέλλον της κοινωνίας, άρα και της δικής τους ακόμα ευημερίας), αλλά -μην το ξεχνάμε- και του καθένα ξεχωριστά. Δεν είναι μοναδικά γνωρίσματα της εποχής αυτά, ίσως ούτε αποκλειστικότητα του συγκεκριμένου λαού. Να σταχυολογήσω εδώ μερικές τέτοιες στιγμές που πέρα από τις επιπτώσεις τους αποτέλεσαν και μεγάλες ιστορικές αδικίες. Από τον εξοστρακισμό του Θεμιστοκλή στη φυλάκιση του «γέρου του Μοριά», από την ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 με «την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών» όσο και την ήττα του Τσόρτσιλ (Churchill) στην Αγγλία αμέσως μετά το τέλος του Β' παγκοσμίου πολέμου, οι λαοί αποδεικνύονται βιαστικοί, ίσως αγνώμονες και εκδικητικοί. Αργότερα βέβαια, με την ψυχραιμία που φέρνει η απόσταση του χρόνου, η σύγκριση, αλλά και η αλλαγή των εκάστοτε συνθηκών, όλοι αποκτούν τη θέση και το μέγεθος που τους αρμόζει στο πάνθεον της ιστορίας. Συγκυριακά κυρίαρχοι και δοξασμένοι βυθίζονται στην ανυποληψία, τη χλεύη ή ακόμα χειρότερα τη λησμονιά και πρόσκαιρα εκδιωγμένοι και απορριφθέντες, αποκαθίστανται στο θρόνο της τιμής και της αναγνώρισης. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος πέθανε στο Παρίσι, μακριά από την πατρίδα που υπηρέτησε και αγάπησε και κηδεύτηκε απευθείας στα Χανιά, επειδή απαγορεύτηκε στη σορό του να περάσει από το αθηναϊκό έδαφος. Ο λαός (μέρος του έστω αλλά πρόσκαιρα κυρίαρχο) σε ένα ξέσπασμα ομαδικής θαρρείς παράκρουσης φώναζε συνθήματα εναντίον του (μίασμα και προδότη τον χαρακτήριζε, ενώ σε άλλη συγκυρία και αυτή η εκκλησία των αναθεμάτιζε) και πανηγύριζε για την επιστροφή των βασιλικών στην εξουσία («έτσι θέλαμε, τον εφέραμε»).



Η συνέχεια γνωστή όσο και τραγική: η μικρασιατική καταστροφή αλλά και η ιστορική δικαίωση του Βενιζέλου (οριστικά μόνον μετά θάνατον), σε βαθμό να μην υπάρχει πόλη τη χώρα χωρίς οδό στο όνομά του, οι ανδριάντες του να κοσμούν τις πλατείες μεγάλων πόλεων και η κύρια διεθνής πύλη της χώρας να φέρει το όνομά του! Οι παραλληλισμοί που μπορούν να γίνουν πολλοί. Και δεν γίνονται για να αποδώσουν ιδιότητες σε κανέναν, αυτός είναι ο ρόλος της ιστορίας, να κρίνει ακριβοδίκαια και αμερόληπτα. Απλά θίγονται ορισμένες πτυχές με αποκλειστικό σκοπό να συμβάλλουν στο να γίνουμε κατά δύναμη πιο υποψιασμένοι, πιο προσεκτικοί και μετρημένοι σε κρίσεις και υπερβολές που αν μη τι άλλο μπορεί να αδικούν προθέσεις, πρόσωπα και καταστάσεις.



Ας διατηρούμε μια μικρή πιθανότητα, κι είναι αυτό μια δύσκολη διαδικασία συνεχούς αυθυπέρβασης, μήπως η δική μας μερική άποψη και οπτική ενός θέματος δεν συλλαμβάνει τη συνολική εικόνα ή είναι μεροληπτική ή επηρεασμένη υπέρμετρα. Ας έχουμε την ψυχραιμία για μια δεύτερη επεξεργασία και κρίση. Και λίγη υπομονή για να διαπιστώσουμε στην πράξη πού πάνε τα πράγματα (μήπως κάτι αρχίζει να συγκροτείται, μια τάξη να αχνοφαίνεται, η διεθνής μας εικόνα να αποκαθίσταται, η όλη πτώση να συγκρατείται και να αναστρέφεται) και τι επιλογές θα συνεχίσουμε να κάνουμε.



Γιατί εδώ, αν ακολουθήσουμε τυχόν κήρυκες δήθεν «εύκολων» λύσεων, αν αφεθούμε στη γενίκευση και το λαϊκισμό και παρασυρθούμε από το ανωτέρω μας θυμικό, τότε δεν θα μας δοθεί εύκολα ή γρήγορα η ευκαιρία για το «επόμενο παιχνίδι», για να αποδειχθούν ίσως οι σήμερα απορριφθέντες, αδικημένοι «παιχταράδες». Ίσως η ομάδα να παίζει πια στη Β' εθνική ή, χειρότερα, να έχει διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη!

Τα παιχνίδια είμαστε εμείς

του Ντέιβιντ Xάιντου

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σχεδόν 2,000 χρόνια από τότε που ο 'Αγιος Παύλος της Ταρσού συνέγραψε τις ποιητικές προς Κορινθίους επιστολές του, συνεχίζουμε να ταυτίζουμε την ικανότητά μας για ανυστερόβουλη αγάπη με την απομάκρυνσή μας από τα παιδικά πράγματα. Με άλλα λόγια, κάποια στιγμή έρχεται για όλους η ώρα να πακετάρουμε τα παιχνίδια μας.
Το ευγενικό και τρομακτικό δράμα των παλιών παιχνιδιών έχει εμπνεύσει πολλές ιστορίες και τραγούδια, με πιο πρόσφατη την ταινία της «πίξαρ» «τόι στόρι 3» που έρχεται στις οθόνες μας αυτό το Σαββατοκύριακο. Πολυαγαπημένες ιστορίες που μας λένε πολλά για την εποχή που γράφτηκαν, όπως και για την εποχή που έρχεται η ώρα να εγκαταλείψουν τα παιδιά τις κούκλες και τα στρατιωτάκια τους.
Ας δούμε την ιστορία «το πάνινο λαγουδάκι», που έγραψε το 1922 η Μάρτζερι Ουίλιαμς (Margery Williams). Ασχολούμενο με την αντιπαράθεση των παλιομοδίτικων χνουδωτών παιχνιδιών με τα αλαζονικά μηχανικά παιχνίδια, το βιβλίο λειτούργησε ως μια κριτική της απανθρωποίησης που έφερνε η μηχανικής εποχής. Θυμάμαι ακόμα τον πατέρα και τη μητέρα μου (που είχαν μεγαλώσει τη δεκαετία του '20 και του '30) να μου διαβάζουν αυτή την ιστορία. Όταν γεννήθηκε και ο δικός μου γιος, είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα, του αγόρασα με τη σειρά μου ένα αντίτυπο αυτής της ιστορίας: όταν αρρωσταίνει το αγοράκι που έχει το πάνινο λαγουδάκι και οι μεγάλοι συνιστούν να καεί το παιχνίδι στο τζάκι θεωρώντας το «φωλιά μικροβίων», η ιστορία μετατρέπεται από ένα σχόλιο της επικαιρότητας σε μια πιο άχρονη μυστικιστική παραβολή. Η ρωμαιοκαθολική μητέρα μου, διείδε αγιότητα στο επικείμενο μαρτύριο του παιχνιδιού, και μια οφθαλμοφανή αναλογία με την ανάσταση όταν γίνεται το θαύμα, και το παιχνίδι κλαίει με πραγματικά δάκρυα. Το ανάγνωσμα αυτό έχει προφανείς αναφορές με το βιβλίο του Ιώβ, και η εγκατάλειψη του παλιού παιχνιδιού προς χάριν ενός σύγχρονου μας θυμίζει πόσο ανεξιχνίαστες είναι οι βουλές του Κυρίου.
Ποτέ δε μου πολυάρεσε αυτή η ιστορία, ίσως γιατί η μητέρα μου ήταν τόσο οφθαλμοφανώς δεμένη με αυτήν, αλλά ο μεγάλος γιος μου τη λάτρεψε πραγματικά, μάλλον για παρόμοιους λόγους. Οι διαγενακές δυναμικές των σχέσεων μεταξύ γονέων, παππούδων και παιδιών δίνουν χρώμα στα παραμύθια.
Τα δύο άλλα μου παιδιά προτιμούσαν την πιο αισιόδοξη εξιστόρηση της φιλίας ενός αγοριού με τους «γεμιστούς» φίλους του τού κειμένου «σπίτι στην πουφογειτονιά». Στο βιβλίο του Α. Α. Μάιλν (A. A. Milne), ο Πουφ, ο Τίγρης και όλη η παρέα του «δάσους των γαλάζιων ονείρων» είναι τόσο ενθουσιασμένοι που ο Κρίστοφερ Ρόμπιν σχεδιάζει να τους εγκαταλείψει (για να πάει εσώκλειστος σε σχολείο ή ό,τι άλλο σχεδιάζει) που του διοργανώνουν έναν μεγάλο αποχαιρετιστήριο πάρτι κάτω από ένα δέντρο. Τόσο ευτυχείς είναι στο βιβλίο αυτό οι επιπτώσεις της άσκησης των καθηκόντων μας.
Η συμπεριφορά του Πουφ και της συντροφιάς του είναι δίχως άλλο πολύ πιο υγιής από την αυτολύπηση που αναδύει το αγαπημένο τραγούδι της γενιάς μου, «Παφ, ο μαγικός δράκος». Σε αυτή την παραβολή για τις αυταπάτες της δεκαετίας του 1960 που τραγούδησαν οι «Πίτερ, Πολ και Μέρι» ο δράκος αυτός, που είναι μαγικός μόνο χάρη στην παιγνιώδη παρουσία του ιδιοκτήτη του Τζάκι Πέιπερ, τελικά καταλήγει να γλιστράει θλιβερά στη σπηλιά του, προφανώς για να ξεψυχήσει.
Συνεχίζοντας την παράδοση αυτού του είδους, το «τόι στόρι 3» αναφέρεται με τη σειρά του στο τραύμα που προκαλεί στους πλαστικούς χαρακτήρες του η απόφαση του 'Αντι να πάει στο κολέγιο. Ταυτόχρονα εγείρει ορισμένα προκλητικά ερωτήματα για ένα καίριο ζήτημα: τη γήρανση του αμερικανικού πληθυσμού κατά τη δεκαετία του 2010. Χωρίς κάποιον να τα παίζει, τα παιχνίδια παύουν να έχουν λόγο ύπαρξης· νιώθουν ξαφνικά την αχρήστευση της συνταξιοδότησης, την οδύνη της προχωρημένης ηλικίας, το άγχος της προσέγγισης του θανάτου. Αντηχώντας την αγωνία εκατομμυρίων ηλικιωμένων, ο σκοροφαγωμένος κύριος Πατατοκέφαλος διακηρύσσει -με τη φωνή του Ντον Ρικλς (Don Rickles): «δεν το πιάσατε; Είμαστε τελειωμένοι, ξοφλημένοι, καλοί μόνο για τα σκουπίδια!»

Καθώς ο 'Αντι οδεύει προς το κολέγιο, ο Γούντι και η παρέα του δωρίζονται σε ένα άσυλο ονόματι «ηλιόλουστη πλευρά», που στην ταινία απεικονίζεται ως ένας οίκος ευγηρίας για παιχνίδια, πανομοιότυπος με τα μέρη που σήμερα ζουν πολλοί από τους ογδοντάχρονους γονείς μας. Όπως συχνά συμβαίνει με τους απόμαχους της ζωής σε μια κοινωνία που έχει φοβία με το γήρας, οι ήρωές μας βρίσκονται αντιμέτωποι με την θλίψη και την απομόνωση, ενώ η «ηλιόλουστη πλευρά», με τα μικροσκοπικά της δωμάτια-κελιά, αναβιώνει την παράδοση του Ντίκενς (Dickens) που ταυτίζει κάθε είδους θεσμική φροντίδα με την κάθειρξη.
Παρακολουθώντας την ταινία αυτή ταυτόχρονα ως υιός και πατέρας, αντιλήφθηκα πως οι Γούντι και Μπαζ υπερασπίζονται μια εξιδανικευμένη αντίληψη για τους γονείς, που θέλει τους μπαμπάδες και τις μαμάδες πλήρως δουλοπρεπείς παροχείς απεριόριστης και άνευ όρων αγάπης. Όσο εκτός πραγματικότητας κι αν είναι αυτή η αντίληψη της γονικότητας, δεν παύει να είναι η αγαπημένη αντίληψη των μεγάλων και των παιδιών τους, συμπεριλαμβανομένων των γονέων μου κι εμού. Μόνο το γήρας μας εξαναγκάζει να αντιμετωπίσουμε την ταπεινωτική και αποκαλυπτική πραγματικότητα πως έχουν και οι γονείς ποικίλες συναισθηματικές ανάγκες.

Πράγματι, παρά τις εξωραϊσμένες αφηγήσεις για το πόσο ωραία ήταν όταν τα έπαιζαν, ελάχιστες είναι οι σκηνές της ταινίας όπου βλέπουμε τον 'Αντι να ασχολείται στ' αλήθεια με τα παιχνίδια του. Κάποια στιγμή που βλέπουμε τον 'Αντι να πετάει τον Γούντι από δω κι από κει σαν σακί, κανένας από τους δύο δε φαίνεται να διασκεδάζει ιδιαίτερα. Όταν είναι παρών ο 'Αντι, τα παιχνίδια αναγκάζονται να παραμένουν ακίνητα, μεταβαλλόμενα σε αδιάφορες μάζες από πλαστικό, καλώδια και ρετάλια. Μόνο όταν εγκαταλείπει το δωμάτιο ο 'Αντι, τα παιχνίδια παύουν να τον υπηρετούν σαν άψυχα αντικείμενα, και αποκτούν ξανά ζωή.
Σαν τους γονείς, έτσι και τα παιχνίδια έχουν πολλές άλλες ζωτικές πλευρές από το να είναι απλοί παροχείς ανεξάντλητης αγάπης. Κι όπως πολλοί γονείς, πολλά παιχνίδια δεν το κατανοούν αυτό, έως ότου είναι πια πολύ αργά για εκείνα, και η αλήθεια είναι πλέον πολύ οδυνηρή για να γίνει αποδεκτή από τον οποιονδήποτε.
Σχεδιάζω να πάω να δω την ταινία με τον επτάχρονο γιο μου, κι ίσως να περάσω από τον οίκο ευγηρίας για να ρωτήσω τους γονείς μου αν θέλουν να έρθουν μαζί μας. Είμαι βέβαιος πως θα το κάνουν. Εξάλλου, πάντα μου κάνουν όλα τα χατίρια.

Η παγκόσμια υπερχρέωση

του Αθανάσιου Παπανδρόπουλου

Αναδημοσίευση από την «Εστία»

Ο αναπτυγμένος κόσμος πιέζεται αφόρητα από τα χρέη του. Και για να ακριβολογήσουμε, μιλάμε για τον κόσμο που πάει από το Βερολίνο στο Τόκιο, περνώντας από ολόκληρη τη δυτική Ευρώπη και φθάνοντας μέχρι την Ουάσινγκτον. Σε αυτή την τεράστια μπανάνα της «μοχλεύσεως», η οποία επεκτείνεται σε 15,000 χιλιόμετρα, η συνολική υπερχρέωση κρατών, επιχειρήσεων και Ιδιωτών είναι απίστευτη. Μόνον στην Ελλάδα φθάνει τα 1,000 δις ευρώ και, στην Γαλλία για παράδειγμα, μέσα στα καλοκαίρι θα ξεπεράσει τα 4,000 δις ευρώ.
Τα αίτια αυτής της απίστευτης υπερχρέωσης είναι γνωστά: πλανητικές νομισματικές ανισορροπίες, χρηματοοικονομικοί νεωτερισμοί, αχαλίνωτη κερδοσκοπία, ασύδοτη -ειδικά στις ΗΠΑ- δημιουργία πιστώσεων και δημόσιες παρεμβάσεις που κατέστρεψαν τούς κρατικούς προϋπολογισμούς.
Οι συνέπειες αυτής της καταστάσεως στην δύση θα γίνονται όλο και πιο αρνητικά αισθητές, όσο περνά ο καιρός, στο μέτρο που θα πνίγεται η οικονομική δραστηριότητα. Το χρέος είναι ένα θανατηφόρο δηλητήριο που καταστρέφει αυτοκρατορίες και προκαλεί επαναστάσεις. Η μελέτη της ιστορίας επιβεβαιώνει του λόγου το αληθές. Για να ξεπεραστεί η κατάσταση αυτή, πέρα από τις φαντασιώσεις περί «πράσινης ανάπτυξης» και άλλων παρομοίων, υπάρχουν τρεις λύσεις:
1. Η αποπληρωμή των χρεών μήνα με τον μήνα, υπό καθεστώς λιτότητας, που θα μπορούσε να οδηγήσει και στην πλήρη εξάντληση, όπως συνέβη με τον αρωματοπώλη που περιέγραψε ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ (Honoré de Balzac). Η λύση αυτή προβάλλεται εσχάτως, αλλά είναι δύσκολη στην εφαρμογή της διότι στο παραμικρό παραπάτημα η οικονομία μπορεί να μπει σε φάση δυσπραγίας, όπως την περιέγραψε το 1933 ο οικονομολόγος Ίρβινγκ Φίσερ (Irving Fisher).
2. Αυτή που εφήρμοσε ο Λένιν (Lenin): δεν δέχθηκε την αποπληρωμή των χρεών της Ρωσίας το 1917, άνοιξε τα πρώτα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και εξόντωσε στην Κρονστάνδη 16,000 ναύτες που επιμόνως ζητούσαν κάτι να φόνε. Ειρήσθω εν παρόδω, μετά την πολύ «επαναστατική» πρωτοβουλία του Λένιν, που ονειρεύεται το ΚΚΕ για την Ελλάδα, η Σοβιετική Ένωση άρχισε πάλι να δανείζεται, μετά το τέλος του Β' παγκοσμίου πολέμου. Υπάρχουν βέβαια και οι περιπτώσεις της Αργεντινής και του Μεξικού. Οι χώρες αυτές επαναδιαπραγματεύθηκαν τα δημόσια χρέη τους, προκαλώντας σοβαρές αναταραχές στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα, αποκομίζοντας σε τελευταία ανάλυση μηδενικά οφέλη.
3. Υπάρχει τέλος και η λύση Τρούμαν (Truman), που είναι ο πληθωρισμός. Η λύση αυτή συνίσταται στο ροκάνισμα του χρέους μέσω της αυξήσεως των τιμών. Έτσι, οι oφειλέτες πληρώνουν τα χρέη τους με το αποκαλούμενο «πέτσινο χρήμα». Αυτή την λύση επέλεξε ο Αμερικανός πρόεδρος Χάρι Τρούμαν μετά τον θάνατο του Φραγκλίνου Ρούσβελτ (Franklin Roosevelt), σε μία περίοδο που οι ΗΠΑ είχαν 110% δημόσιο χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ τους. Μέσα σε μία δεκαετία το χρέος αυτό ροκανίστηκε 40% περίπου. O πληθωρισμός δεν είναι μόνον μία αυτοτροφοδοτούμενη γενική άνοδος των τιμών. Είναι επίσης ένας μηχανισμός διανομής εισοδημάτων μεταξύ οφειλετών και πιστωτών. Όσο υψηλότερος είναι ο πληθωρισμός, τόσο χάνουν οι δανειστές -εκτός και αν έχουν τιμαριθμοποιήσει τις δόσεις με βάση την άνοδο των τιμών. Αυτή την λύση, εξάλλου, πρότεινε με θεωρητικά επιχειρήματα και ο Τζoν Μέιναρντ Κέινς (John Maynard Keynes) στην «γενική θεωρία» του, προτείνοντας και το ριζικό μέτρο της «ευθανασίας των ραντιέρηδων».

Όμως, όταν έγραφε την «γενική θεωρία», η δομή της παγκόσμιας οικονομίας ήταν πολύ πιο διαφορετική απ' ό,τι σήμερα. Στην εποχή μας, το πρόβλημα είναι ότι -το λιγότερο για τέσσερις λόγους- δεν μπορούμε να προκαλέσουμε πληθωρισμό.

Ο πρώτος λόγος είναι πως σε έναν ανοικτό κόσμο, όπου οι καταναλωτές έχουν πολλές εξουσίες και η παραγωγή είναι σε ύφεση, είναι δύσκολο να αυξηθούν οι τιμές. Μια τέτοια λύση είναι ευκολότερη σε μία πιο κλειστή οικονομία.
Ο δεύτερος λόγος είναι χρηματοοικονομικός. Οι επενδυτές μπορούν πλέον να προστατεύονται. Έχουν την δυνατότητα να πάνε αλλού (το 70% του ελληνικού δημόσιου χρέους το κατέχουν ξένοι). Έτσι, στον παραμικρό πληθωριστικό θόρυβο, βάζουν πλώρη γι' αλλού.
Ο τρίτος λόγος είναι θεσμικός. Μετά τις πληθωριστικές εξάρσεις της δεκαετίας του '70, οι κυβερνήσεις εμπιστεύτηκαν την εποπτεία των τιμών σε ανεξάρτητους κεντρικούς τραπεζίτες. Αυτός είναι ο ρόλος και του προέδρου της «ευρωπαϊκής κεντρικής τράπεζας» (ΕΚΤ) κ. Ζαν-Κλοντ Τρισέ (Jean Claude Trichet), παρά το γεγονός ότι εσχάτως μάλλον υπερέβη τα καθήκοντά του.
Ο τέταρτος λόγος είναι πολιτικός -γι' αυτό και είναι ο σημαντικότερος. Όταν ο Κέινς ήθελε να περιορίσει τους εισοδηματίες, ο αριθμός τους ήταν μικρός. Σήμερα είναι αρκετές δεκάδες εκατομμύρια και θέλουν αποδόσεις. Τα συνταξιοδοτικά ταμεία είναι κορυφαίοι παγκόσμιοι επενδυτές, με πολλά εκατομμύρια μέλη. Πολλά εκατομμύρια είναι επίσης και οι μεριδιούχοι αμοιβαίων κεφαλαίων και οι εν γένει αποταμιευτές. Συμβαίνει, όμως, όλος αυτός ά κόσμος να έχει και μια κάποια ηλικία, όπως και ανάλογο πολιτικό βάρος. Συμβάλλει έτσι στον αποκαλούμενο εκδημοκρατισμό του κεφαλαίου, που αποτελεί τείχος κατά του πληθωρισμού.

Μία μόνον πηγή πληθωρισμού υπάρχει στην παγκόσμια οικονομία: οι πρώτες ύλες. Τα τελευταία μεγάλα πληθωριστικά κύματα από εκεί προέρχονται -πόλεμος της Κορέας το 1950, πετρελαϊκές κρίσεις 1973, 1979. Συνεπώς, πληθωρισμός μπορεί να προκύψει μόνον αν οι αναδυόμενες οικονομίες, που έχουν μεγάλες ανάγκες σε βασικά προϊόντα, δημιουργήσουν υπερβάλλουσα ζήτηση. Στην περίπτωση αυτή, ίσως το κοκτέιλ να ήταν σωτήριο για έναν κόσμο γερασμένο.

Ένας άλλος τρόπος για να σωθεί η Ελλάδα

του Μάικλ Τζ. Στράους

© New York Times Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Καμιά φορά τα έθνη εκμισθώνουν τμήματα της επικράτειάς τους σε άλλα έθνη, με αμοιβαίο όφελος: το ένα αξιοποιεί τον πρόσθετο χώρο, ενώ ο άλλος ανταμείβεται με το μίσθωμα, που μπορεί να είναι οικονομικής, πολιτικής ή άλλης φύσεως.
Σχεδόν πάντα, αυτού του είδους οι συναλλαγές γίνονται κατόπιν αίτησης του κράτους που επιθυμεί να επεκτείνει τα κυριαρχικά του δικαιώματα, αλλά δεν υπάρχει λόγος να μη γίνονται με πρωτοβουλία των κρατών που ορέγονται το μίσθωμα. Η παραπαίουσα οικονομικά Ελλάδα καλά θα έκανε να εξετάσει μια τέτοια εναλλακτική λύση, αντί της επιβολής μέτρων λιτότητας που προκαλούν κοινωνική ανησυχία και ταραχές.
Η πρόταση ενός Γερμανού πολιτικού να πουλήσει η Ελλάδα ένα-δύο νησιά της, απορρίφθηκε. Η συνεπαγόμενη παραχώρηση εθνικής κυριαρχίας κρίθηκε πως θα ήταν προβληματική. Τις περισσότερες φορές οι μεταπωλήσεις εδαφών έλαβαν χώρα την ιστορική περίοδο που τα κράτη-έθνη διαμορφώνονταν, αλλά τα τελευταία 150 χρόνια αυτού του είδους οι πωλήσεις εδαφών αντικαταστάθηκαν από εκμισθώσεις εδαφών και άλλους παρόμοιους διακανονισμούς, που αφήνουν άθικτη την εδαφική κυριαρχία.
Τέτοια παραδείγματα είναι το Χονγκ-Κονγκ, η διώρυγα του Παναμά, το Γκουαντάναμο. Μάλιστα τα δύο πρώτα από τα εδάφη αυτά αποδόθηκαν στον κυρίαρχο ιδιοκτήτη τους, με αμοιβαίως επωφελή οικονομικά αποτελέσματα. Το Γκουαντάναμο είναι μια περίπτωση κακής χρήσης του εκμισθωμένου εδάφους, που όμως δεν ακυρώνει την αξία των συναλλαγών αυτών εν γένει.
Πρόσφατα η Ουκρανία επέτρεψε τη Ρωσία να παρατείνει την εκμίσθωση του λιμένος της Σεβαστουπόλεως για άλλα 25 χρόνια, με αντάλλαγμα τη μείωση της τιμής του ρωσικού φυσικού αερίου. Αμφότερες οι χώρες επιθυμούσαν απελπισμένα τα αγαθά που διέθετε η άλλη -η Ρωσία τον ελλιμενισμό του στόλου της τής Μαύρης Θάλασσας και η ουκρανική οικονομία τα 30 δις ευρώ έκπτωσης στην τιμή του φυσικού αερίου. Το ποσό αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο μέρος των 110 δις ευρώ του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και του «διεθνούς νομισματικού ταμείου» (ΔΝΤ), αναδεικνύοντας έτσι το οικονομικό ενδιαφέρον που μπορεί να έχουν παρόμοιες συναλλαγές για το κράτος-εκμισθωτή.
Η αντιμισθία της παραχώρησης εδαφών μπορεί να είναι υψηλή ή χαμηλότερη, να λαμβάνει διάφορες μορφές και να αφορά ποικίλα χρονικά διαστήματα. Αυτή η ευελιξία καθιστά αυτή την ιδέα ενδιαφέρουσα και για χώρες σαν την Ελλάδα. Η παραχώρηση περιορισμένων δικαιωμάτων επί ορισμένων εδαφών της, χωρίς να πλήττεται κατ' ουδένα τρόπο η εδαφική της κυριαρχία, θα μπορούσε να είναι ένας ιδεώδης τρόπος χρηματοδότησης του δημοσίου χρέους της.
Υπάρχουν πλήθος ενδιαφερομένων να αξιοποιήσουν τμήματα της ελληνικής επικράτειας ή άλλων κρατών-μελών της ΕΕ που αντιμετωπίζουν οικονομικά προβλήματα, σαν την Πορτογαλία ή την Ισπανία. Ακόμα και η εκμίσθωση περιορισμένων δικαιωμάτων επί του εδάφους, όπως δικαιωμάτων στην εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών ή στην άσκηση άλλων επικερδών δραστηριοτήτων, θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ ελκυστική για τους εκμισθωτές.
Εν έτει 1897 μάλιστα, η ίδια η Ελλάδα απέδειξε πως η ιδέα αυτή μπορεί να αποδώσει. Η χώρα είχε χρεοκοπήσει τέσσερα χρόνια νωρίτερα, και δήλωσε αδυναμία να αποπληρώσει τους δανειστές τους. Μετά από μακροχρόνιες, σκληρές διαπραγματεύσεις, συμφωνήθηκε πως οι δανειστές θα έπαιρναν τα λεφτά τους μέσω της εκμετάλλευσης τμημάτων της ελληνικής κυριαρχίας. Τα κρατικά μονοπώλια που εμπορεύονταν το λάδι, το αλάτι και τα σπίρτα, παραχώρησαν τα δικαιώματα των δασμών του λιμένος του Πειραιώς. Παρομοίως αποδόθηκαν στους πιστωτές της Ελλάδας οι φόροι επί των προϊόντων καπνού, έως ότου αποπληρωθούν τα χρέη της χώρας. Η Ελλάδα όμως διατήρησε τον πλήρη πολιτικό έλεγχο του εμπορίου και όλων των κλάδων πολιτικής που αναμειγνύονταν με αυτό το «διεθνή έλεγχο».
Η όλη διαδικασία ελεγχόταν εκ του σύνεγγυς. Οι πιστωτές δημιούργησαν μια επιτροπή ελέγχου που συνέλεγε τους πόρους και τους επένδυε σε διεθνή χρηματοπιστωτικά προϊόντα. Τα επενδυτικά κέρδη και τα συλλεχθέντα ποσά αφαιρούνταν από το χρέος της Ελλάδας.
Ο μηχανισμός ήταν καλά σχεδιασμένος και αποθάρρυνε την εξαπάτηση. Προκειμένου να αποτραπούν ενδεχόμενες μειώσεις των οικονομικών ροών προς τους πιστωτές, αυτοί είχαν το δικαίωμα να εισπράττουν τέλη και από άλλα ελληνικά λιμάνια, αν μειώνονταν εκείνα του Πειραιά, του σημαντικότερου ελληνικού λιμένος. Επίσης αποτρεπόταν κάθε σκέψη για «εκ του πονηρού» διοχέτευση του εμπορίου προς άλλα λιμάνια.
Οι αναλογίες μεταξύ της Ελλάδας του 1897 κι εκείνης του 2010 είναι εντυπωσιακές, παρά τις σημαντικές οικονομικές και πολιτικές αλλαγές που μεσολάβησαν. Αυτό ενισχύει την άποψη πως εφόσον αναβίωνε η οικονομική υποτέλεια ενός τμήματος της ελληνικής επικράτειας, θα μπορούσε να αποδειχθεί η κατάλληλη και ταιριαστή μέθοδος αντιμετώπισης της τρέχουσας κρίσης.

Οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη είναι αποτέλεσμα πολιτικών παρεμβάσεων

του Ιωάννη Παπανικολάου

Αναδημοσίευση από τον «κόσμο του επενδυτή»

Ο συντάκτης του «κόσμο του επενδυτή» Τάκης Κωνσταντινόπουλος (δεξιά) με τον Α' αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου Ιωάννη Παπανικολάου

Τάκης Κωνσταντινόπουλος (ΤΚ): Συχνά-πυκνά γίνεται μεγαλόστομα λόγος για τον ανεξαρτησία της δικαιοσύνης. Πόσο ανεξάρτητη είναι η ελληνική δικαιοσύνη;
Ιωάννης Παπανικολάου (ΙΠ): Το σύνταγμα, βέβαια, δεν καταλείπει καμία αμφιβολία: η δικαιοσύνη είναι μια ανεξάρτητη εξουσία, εξοπλισμένη με ισχυρές εγγυήσεις προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών, η οποία όχι μόνο δεν δικαιούται να «πολιτεύεται», αλλά οφείλει, αντίθετα, να συμπεριφέρεται ουδέτερα, με μόνο κριτήριο τον σεβασμό της νομιμότητας, ώστε να αποτελεί ένα πειστικό και ισχυρό αντίβαρο απέναντι στις παρεκτροπές των άλλων εξουσιών, ένα πραγματικό οχυρό. Μεταξύ, όμως, θεωρίας και πράξης η διαφορά είναι μεγάλη.



Πράγματι, η εικόνα της δικαιοσύνης σήμερα καταδεικνύει σοβαρό έλλειμμα ανεξαρτησίας. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στις τραγικές, μέχρις αρνησιδικίας, καθυστερήσεις, ση «λευκή απεργία» (φαινόμενο θλιβερό των καιρών) ή στα διεφθαρμένα «παραδικαστικά κυκλώματα», που αντανακλούν τις ευρύτερες παθογένειες του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας μας. 'Αλλωστε, οι δικαστικοί λειτουργοί της χώρας δεν είναι ξενόφερτοι, αλλά αποτελούν σάρκα εκ της σαρκός της κοινωνίας μας.

ΤΚ: Αυτό σημαίνει ότι έχουν και όλες τις «αναπηρίες» της;
ΙΠ: Δυστυχώς. Είναι απογοητευτικές και οι ουκ ολίγες περιπτώσεις δουλικής οσφυοκαμψίας απέναντι στην εκτελεστική εξουσία, ιδίως των πλέον ευάλωτων ηγεσιών της (προέδρων, εισαγγελέων του Αρείου Πάγου και αντιπροέδρων) ή των επίδοξων διαδόχων τους.
Είναι γνωστό ότι η δικαιοσύνη είναι σαν τη γυναίκα του Καίσαρα: πρέπει και να είναι και να φαίνεται τίμια. Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει, όταν η κύρια μέριμνα ορισμένων ηγεσιών της φαίνεται να είναι είτε η συγκάλυψη πολιτικών ή ποινικών ευθυνών για σκάνδαλα, είτε η εξυπηρέτηση άνομων συμφερόντων επωνύμων και ισχυρών, ιδίως πλούσιων επιχειρηματιών, είτε η άσκηση πιέσεων προς ακέραιους δικαστές, είτε οι συνεχείς και επιτηδευμένες αναβολές κρίσιμων υποθέσεων.

Όπως επίσης, δεν τιμά τη δικαιοσύνη το ότι ορισμένοι δικαστές -συνήθως θεσιθήρες και αριβίστες- επιδεικνύουν κραυγαλέο κομματικό ή και θρησκευτικό φανατισμό, μεροληπτώντας ασύστολα χωρίς να κρατούν ούτε τα προσχήματα, είτε υπέρ πολιτικών συγκεκριμένου κόμματος, είτε υπέρ των θέσεων κληρικών ή μοναχών.
Ωμές κομματικές παρεμβάσεις, πιέσεις τυραννίσκων συνδικαλιστών προς τις πολιτικές ή φυσικές ηγεσίες της δικαιοσύνης, προαγωγές δικαστικών λειτουργών σε χαριστικές θέσεις, «διαπλοκή» και συναλλαγή» υπουργών με μεγαλόσχημους συνδικαλιστές και προώθηση «φιλοδικαστικών» μέτρων, ασύμβατων με το δικαστικό λειτούργημα, πάσης φύσεως «προστασίες» δικαστών από διάφορους ιδιοτελείς «προστάτες», είναι μερικά από τα «σημεία και τέρατα» που χαρακτηρίζουν τα τελευταία είκοσι χρόνια τον ευαίσθητο χώρο της δικαιοσύνης, όπως ορθά επεσήμαινε και ο αείμνηστος πρόεδρος του Αρείου Πάγου Στέφανος Ματθίας.
ΤΚ: Έχουν άδικο οι πολίτες όταν δηλώνουν ότι δεν εμπιστεύονται την ελληνική δικαιοσύνη;
ΙΠ: Πρωτεύοντα αίτια της σημερινής κρίσης είναι η διαφθορά, η διάσπαρτη ανομία και η ατιμωρησία, με αποτέλεσμα να γονατίσει το κράτος κάτω υπό το βάρος της κακοδιαχείρισης της σπατάλης πόρων και της πελατειακής διασπάθισης των χρημάτων του ελληνικού λαού. Μαζί αναδείχθηκε και μια άλλη κρίση, η αδυναμία των θεσμών της πολιτείας και ιδίως της δικαιοσύνης να ελέγξουν τα φαινόμενα που οδηγούν στην αυθαιρεσία και στην υπέρβαση κάθε κανόνα, χωρίς συνέπειες για κανέναν. Με τη σειρά της αυτή η ανομία, την οποία εξέθρεψε και γιγάντωσε, μεταξύ άλλων, και η δυσλειτουργία της δικαιοσύνης, έφερε και την καταρράκωση της αυτοπεποίθησης του ελληνικού λαού.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι διακηρύσσουν ότι στην Ελλάδα κανείς δεν τιμωρείται και πως δύσκολα, και έπειτα από μεγάλη ταλαιπωρία και αγαθή τύχη, βρίσκει κανείς το δίκιο του. Όλο δε και πληθαίνουν τα χείλη, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, στα οποία ανεβαίνει το αγωνιώδες ερώτημα: «στην Ελλάδα, δικαιοσύνη δεν υπάρχει;».

Οι χρονίσασες πλέον πληγές της ελληνικής δικαιοσύνης, με κυρίαρχα τα έλκη της διαφθοράς και των πάσης φύσεως ανεπαρκειών και ανικανοτήτων, με προέχουσα την αρνησιδικία, έχουν περιαγάγει αυτή σε κατάσταση αμφισβήτησης, ανυποληψίας και αναποτελεσματικότητας. Έτσι, ούτε το κοινό περί δικαίου αίσθημα των πολιτών ικανοποιείται, ούτε η δικαιοσύνη λειτουργεί με έναν τέτοιο τρόπο που οι πολίτες να αισθάνονται ότι υπάρχει μια εξουσία που τους προστατεύει και ελέγχει κάθε ανομία.
Το κράτος δικαίου, που σε οποιαδήποτε σύγχρονη δημοκρατία θεωρείται αυτονόητη κατάκτηση και πραγματικότητα, στην Ελλάδα εύλογα αμφισβητείται έντονα από τους πολίτες.

ΤΚ: Και πώς θα αρθεί αυτή η αμφισβήτηση;
ΙΠ: Πρέπει να καταστεί σαφές σε όλους, άρχοντες και αρχομένους, και κύρια, βεβαίως, στους δικαστικούς λειτουργούς, ότι, αν δεν αποκατασταθεί η δικαιοσύνη ως άπαρτο κάστρο, λαμπρό και ασύλητο οχύρωμα και αμυντήριο της δημοκρατίας, ούτε θα επανέλθει η διασαλευθείσα εμπιστοσύνη των πολιτών προς τη δικαιοσύνη, ούτε ουσιαστική και μόνιμη έξοδος από την πολύπλευρη και πολυεπίπεδη κρίση που βιώνουμε θα υπάρξει στο εγγύς μέλλον.

ΤΚ: Οι κρίσεις και οι προαγωγές των δικαστών γίνονται με αξιοκρατικά κριτήρια;
ΙΠ: Η αξιοκρατία στις προαγωγές των δικαστικών λειτουργών είναι απολύτως αναγκαία όχι μόνο στο πλαίσιο μιας εσωτερικής δικαιοσύνης και ενθάρρυνσης των άξιων δικαστών και εισαγγελέων, αλλά και χάριν της ίδιας της δικαιοσύνης, ως θεμελίου της δημοκρατίας μας, ώστε να απονέμεται από άξια προαγόμενους δικαστές, γρήγορα, δίκαια και αποτελεσματικά.

Δυστυχώς, όμως, αρκετές φορές παραβλέπεται η αξιοκρατία αυτή και άξιων δικαστικών λειτουργών, βαρυνομένων, αποδεδειγμένα και τεκμηριωμένα, είτε με ηθικά παραπτώματα είτε με άλλες καταφανείς υπηρεσιακές ανεπάρκειες, οι οποίοι, στη συνέχεια, όχι μόνον εκθέτουν αυτούς που τους προήγαγαν (και μάλιστα, κατά κανόνα, εν γνώσει της αναξιότητάς τους), αλλά, το σπουδαιότερο, ταλανίζουν τους διαδίκους και τους συναδέλφους τους από αναβαθμισμένη δικαστική θέση, την οποία χαριστικά κατέλαβαν.
ΤΚ: Οι παρεμβάσεις στο έργο των δικαστών είναι σύνηθες φαινόμενο τα τελευταία χρόνια. Εσείς είχατε ποτέ επεμβάσεις στο έργο σας; Αν ναι, τι είδους και από ποιους;
ΙΠ: Όπως και άλλοι δικαστικοί λειτουργοί, έτσι κι εγώ δέχθηκα πολλές φορές παρεμβάσεις στο δικαστικό μου έργο, κυρίως από συναδέλφους μου και μάλιστα, κατά κανόνα, ιεραρχικά ανωτέρους μου, αλλά και από διάφορα άλλα πρόσωπα, εκτός δικαστικού χώρου. Όλες οι επεμβάσεις αυτές ήταν προφορικές, πλην εκείνης με την οποία επιχειρήθηκε να μου αφαιρεθεί η πειθαρχική δικογραφία κατά του ανακριτή Νικολάου Ζαγοριανού, πού ήταν έγγραφη.

Οι αθέμιτες αυτές παρεμβάσεις, άμεσες ή έμμεσες, ήπιες ή σκαιές και ιταμές, προφορικές ή έγγραφες, αποκρούστηκαν αμέσως από εμέ, σταθερά και σθεναρά. Σε μερικές περιπτώσεις συνοδεύτηκαν και με απειλές, απροκάλυπτες ή συγκαλυμμένες. Μάλιστα, όταν αρνήθηκα να παραβώ το υπηρεσιακό μου καθήκον και να ενδώσω στην τελεσιγραφική εντολή παράδοσης της ανωτέρω πειθαρχικής δικογραφίας στοχοποιήθηκα από αυτούς που οργάνωσαν τη φίμωσή μου, με μέθοδο γκεμπελικού τύπου, αφού χρησιμοποίησαν ύβρεις και απειλές κατά του προσώπου μου δημοσίως εκφρασθείσες και τελικά επιχείρησαν να με «δικάσουν» μέσω διαδόσεων και διά του τύπου, στο πλαίσιο μιας δίκης προθέσεων με έντονο τον επικοινωνιακό χαρακτήρα.
ΤΚ: Και ποιοι είναι αυτοί που θέλησαν να σας «δικάσουν» για τους χειρισμούς σας σε αυτή την υπόθεση;
ΙΠ: Οι έχοντες συμφέρον, δηλαδή οι φερόμενοι ως ενεχόμενοι στο μέγιστο σκάνδαλο της «ζίμενς». Συνεπικουρούμενοι από κομματικούς, εμφάνισαν ότι κινήθηκα κατά συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών, που, κατά τη γνώμη μου, μεθόδευσαν τη συγκαλυπτική της αλήθειας ανάκριση-παρωδία, ως δήθεν «πικραμένος» για τη μη-επιλογή μου από την τότε κυβέρνηση σε μία από τις δύο κορυφαίες θέσεις της δικαιοσύνης. Κάποιος, δε, εμφανίστηκε διερωτώμενος υποκριτικά μήπως αληθεύουν τα διαδιδόμενα για τις προθέσεις μου.
Αλλ' οι άφρονες αυτοί ολετήρες της δικαιοσύνης λησμόνησαν μέσα στον πανικό τους ότι κατά τον ίδιο τρόπο ενήργησα και προ των επιλογών αυτών στο άλλο μεγάλο σκάνδαλο, της Μονής Βατοπεδίου. Έτσι και τότε, μόλις έλαβα γνώση σχετικώς από τον τύπο και παρά τις επιθέσεις και παρεμβάσεις που δέχθηκα και τότε, μεταξύ αυτών και από δικαστικό λειτουργό προσκείμενο στην τότε κυβέρνηση, ενεργώντας με την ίδια ταχύτητα, αυτεπαγγέλτως, αποκατέστησα, έπειτα από πέντε χρόνια, τη δικονομική νομιμότητα και το κράτος δικαίου, με την ΕΠ1087/29-10-2008 παραγγελία μου και έτσι φθάσαμε στη δημοσίευση της 87/2008 απόφασης του πολυμελούς πρωτοδικείου Ροδόπης, με την οποία δικαιώθηκε το ελληνικό δημόσιο.
ΤΚ: Οι καταγγελίες σας είναι πολύ σοβαρές. Μπορείτε να μιλήσετε πιο συγκεκριμένα;
ΙΠ: Φυσικά. Μερικοί από αυτούς αγνόησαν και ένα περιστατικό που γνώριζαν καλά: όταν δεν συμμορφώθηκα στις πιέσεις, με προσφορά ανταλλάγματος κατάληψης υψηλής θέσης ιεραρχικά ανωτέρου μου, για να παραβώ τη συνείδησή μου κατά την έκφραση της δικανικής μου κρίσης, γιατί αυτός είχε, όπως μου είπε, «προσωπικό λόγο» να εκδοθεί απόφαση υπέρ του άλλου διαδίκου και αρνήθηκα σχετικώς, εισέπραξα την απειλητική του φράση: «τότε θα σε πολεμήσω». Και ναι μεν με «πολέμησε» και με νίκησε στην πρώτη μάχη, αλλά τελικά κέρδισα την τελευταία μάχη και τον πόλεμο, γιατί επικράτησε η γνώμη μου στην υπόθεση αυτή. Οι εφιαλτικές ώρες που πέρασα στον 'Αρειο Πάγο, όταν όρθωσα ανάστημα απέναντι στη διαφθορά και στην κάθε μορφής ανεπάρκεια και ανικανότητα που μαστίζουν τη δικαιοσύνη, μου επαναφέρουν στη μνήμη το πάντοτε, δυστυχώς, επίκαιρο «κατηγορώ» του αείμνηστου εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Κρουσταλάκη: «δεν είναι άξια επαίνων η δικαιοσύνη. Υπάρχουν δικαστές που δεν έχουν ήθος... Μουσκεύουμε στην αμαρτία...».

ΤΚ: Ποιο είναι το απόσταγμα αυτής της εμπειρίας σας;
ΙΠ: Είναι γνωστό στο δικαστικό σώμα, αλλά και εκτός αυτού, από πολλαπλά απτά συγκεκριμένα περιστατικά, ότι κατά την υπερτεσσαρακονταετή δικαστική υπηρεσία μου δεν επιδίωξα ούτε υπήρξα ποτέ αρεστός σε κανέναν Καίσαρα, οποιασδήποτε εξουσίας, αλλά πάντοτε απέκρουσα αποφασιστικά οιαδήποτε επέμβαση ή παρέμβαση στη δικαστική μου συνείδηση, από όσο υψηλά και αν προερχόταν, και δεν υπολόγισα ποτέ τίποτα και κανέναν κατά την εκπλήρωση του καθήκοντός μου της διαφύλαξης της δικαστικής μου ανεξαρτησίας.
Αποχωρών δε εντός ολίγου από την ενεργό υπηρεσία (γιατί δικαστής θα παραμείνω μέχρι του φυσικού μου τέλους), αφήνω ως παρακαταθήκη στους νεότερους δικαστές τα σχετικά υπηρεσιακά μου βιώματα, ως έμπρακτα παραδείγματα διδαχής του τρόπου με τον οποίο πρέπει να αποκρούουν κάθε επίβουλο της δικαστικής τους ανεξαρτησίας.

ΤΚ: Πώς συντίθεται και πώς λειτουργεί το «ανώτατο δικαστικό συμβούλιο» (ΑΔΣ);
ΙΠ: Τα της συγκροτήσεως και λειτουργίας του ΑΔΣ προβλέπονται και ρυθμίζονται από το σύνταγμα και τον «κώδικα οργανισμού δικαστηρίων και κατάστασης δικαστικών λειτουργών». Για να αντιμετωπισθούν, όμως, οι δυσλειτουργίες που εμφανίστηκαν στην πράξη κατά τη λειτουργία του ΑΔΣ, καθώς και για τα γενικότερα προβλήματα στη διοίκηση της δικαιοσύνης, πρέπει να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές και τροποποιήσεις του συντάγματος και του Ν. 1756/1988, όπως ισχύει. Για όλα τα σχετικά ζητήματα έχω έτοιμες τις προτάσεις μου και εν καιρώ θα τις δημοσιοποιήσω και θα τις θέσω υπόψη των αρμοδίων οργάνων του κράτους. Οπωσδήποτε, δε, πρέπει να τεθεί σε νέες νομικές βάσεις και ο δικαστικός συνδικαλισμός.

ΤΚ: Ποιος είναι αυτός ο πολυπρόσωπος μηχανισμός που αντιμετωπίσατε όταν διατάξατε την πειθαρχική δίωξη του ανακριτή της υπόθεσης «ζίμενς» Ζαγοριανού;
ΙΠ: Για τα πρόσωπα που απαρτίζουν τον σκληρό και αδίστακτο πολυπρόσωπο μηχανισμό προστασίας του ελεγχόμενου πειθαρχικά και ποινικά πρωτοδίκη Νικολάου Ζαγοριανού έχω αναφερθεί σε επίσημα έγγραφά μου και έχω δώσει σχετικώς και κατάθεση. Επειδή, όμως, βρίσκεται σε εξέλιξη η σχετική έρευνα δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερα για να μην παρεξηγηθώ ότι θέλω να προκαταλάβω την κρίση των αρμοδίων δικαστικών οργάνων.

ΤΚ: Ποιος τελικά προστατεύει τους διεφθαρμένους, τους ανήθικους και τους ανίκανούς;
ΙΠ: Την απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει δώσει σε βαρυσήμαντο άρθρο του στο νομικό περιοδικό «συνήγορος» ο αείμνηστος πρόεδρος τους Αρείου Πάγου Στέφανος Ματθίας το έτος 2005. θα συμφωνούσα μαζί του ότι τα κρούσματα διαφθοράς στη δικαιοσύνη εξηγούνται από μια γενικότερη χαλάρωση, που εμφανίστηκε μετά το έτος 1990 και οφείλεται κυρίως σε χειρισμούς της πολιτικής ηγεσίας. Ευκαιριακά νομοθετήματα, που θεσπίστηκαν έκτοτε, με δήθεν φιλοδικαστικά μέτρα, ασυμβίβαστα με το δικαστικό φρόνημα, στην πραγματικότητα βολέματος ανεπαρκών δικαστών, προωθήθηκαν για να στηριχθεί η επανεκλογή συνδικαλιστών που ήταν ή εμφανίζονταν ως κομματικά προσκείμενοι, και για να μπορεί, μέσω αυτών, να επηρεάζει η πολιτική ηγεσία τους δικαστές.
Καθιερώθηκε, τελικά, η καθυστέρηση ως «δικαίωμα» και με τη θέσπιση διαφόρων νομικών τεχνασμάτων κατά κανόνα δεν μπορεί να ελεγχθεί πειθαρχικά δικαστής για οκτάμηνη καθυστέρηση έκδοσης πολιτικής απόφασης. Έτσι οι καθυστερήσεις θέριεψαν με νομοθετική κάλυψη. Παράλληλα, αναπτύχθηκε και το θλιβερό φαινόμενο διεφθαρμένοι ή ανεπαρκείς δικαστές και εισαγγελείς να προσφεύγουν και να ζητούν προστασία από διάφορα ετερόκλητα πρόσωπα, προκειμένου να αποφύγουν τις πειθαρχικές ή ποινικές συνέπειες των παραβάσεών τους ή να επιτύχουν την προαγωγή τους.
ΤΚ: Και τι είδους πρόσωπα αναλαμβάνουν ρόλο προστάτη;
ΙΠ: Είτε πρόσωπα του δικαστικού χώρου, όπως συνδικαλιστές, ανώτατοι δικαστές εν ενεργεία και συνταξιούχοι, αλλά και δικαστές κατώτερων βαθμών, είτε πρόσωπα εκτός δικαστικού χώρου, όπως πολιτικοί, δημοσιογράφοι κ.λπ. Σε μερικές περιπτώσεις, μάλιστα, βλέπουν το φως της δημοσιότητας δημοσιεύματα στον τύπο υπέρ διεφθαρμένων ή ανεπαρκών δικαστών. Έτσι στα παραδοσιακά «μιλήματα» ή «πιασίματα», μερικές φορές ολόκληρων συνθέσεων, πολλές φορές πιεστικά, χρησιμοποιείται και η προστασία του παντοδύναμου τύπου. Για να αντιμετωπισθεί η σύγχρονη αυτή γάγγραινα της προστασίας διεφθαρμένων ή ανίκανων δικαστών, θα πρέπει να ληφθούν επειγόντως νομοθετικά μέτρα, για τα οποία έχω καταλήξει σε συγκεκριμένες προτάσεις
«Προτιμώνται οι βολικοί, οι υπάκουοι, οι οσφυοκάμπτες»
ΤΚ: Ανέρχονται στην κορυφή οι άξιοι ή οι βολικοί και οσφυοκάμπτες;
ΙΠ: Ο τρόπος και τα κριτήρια επιλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης, στο πλαίσιο του πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος διακυβέρνησης της χώρας, δηλαδή κατ' ουσίαν από τον εκάστοτε πρωθυπουργό και από αυτούς που επηρεάζουν την κρίση του υπέρ του ενός ή του άλλου υποψηφίου, αποτελούν την πιο πονεμένη ιστορία της ελληνικής δικαιοσύνης, έχουν εξελιχθεί σε τραγωδία για την ανεξαρτησία της και απαρχή πολλών από τα δεινά της.
Αν κατέγραφα όσα βίωσα, πάνω από σαράντα χρόνια, σχετικά με τις επιλογές αυτές, τα όσα είδα και άκουσα, θα αρκούσαν για να γεμίσουν τις σελίδες ενός βιβλίου, με τον τίτλο «η μαύρη βίβλος της ελληνικής δικαιοσύνης».
Προς το παρόν, επιγραμματικά σημειώνω ότι προτιμώνται, σε αρκετές περιπτώσεις, στις επιλογές αυτές όχι οι άριστοι αλλ' οι αρεστοί στον εκάστοτε πρωθυπουργό και στο περιβάλλον του, οι βολικοί, οι υπάκουοι, οι οσφυοκάμπτες, οι διαπλεκόμενοι, οι συναλλασσόμενοι, οι κομματικά προσκείμενοι, οι δημοσιοσχεσίτες και βέβαια οι συνεργαζόμενοι με θρησκευτικές ή παραθρησκευτικές σέχτες ή με συνδικαλιστές του κλάδου ως κομματικούς τοποτηρητές ή οι έχοντες σχέση με υπουργούς ή άλλα πρόσωπα της εκτελεστικής εξουσίας. Έτσι δημιουργούνται κακά πρότυπα και περνά το μήνυμα στους νεότερους δικαστές ότι για να προαχθούν στην ηγεσία της δικαιοσύνης, θα πρέπει να γίνουν και αυτοί αρεστοί και υποτακτικοί στην εκτελεστική εξουσία και τους παρατρεχάμενούς της.
ΤΚ: Και τι είδους «δουλείες» προκύπτουν για τους δικαστικούς λειτουργούς από αυτές τις νοσηρές σχέσεις;
ΙΠ: Και όλοι αυτοί που κόπτονται υπέρ του ενός ή του άλλου υποψηφίου, και ιδίως οι βαρόνοι της πολιτικής, του τύπου και του χρήματος, ενεργούν έπειτα από δουλικές παρακλήσεις του εκλεκτού τους, αφού ο τελευταίος διέλθει επιτυχώς τις εξετάσεις υποτέλειας στις οποίες τον υποχρεώνουν και υπογράψει το σχετικό νοητό «γραμμάτιο» οφειλής και βέβαια προς εξυπηρέτηση των ιδιοτελών τους συμφερόντων, γιατί είναι σίγουρο ότι αν επιλεγεί ο εκλεκτός τους θα του ζητήσουν το τίμημα της οφειλής του (αντάλλαγμα), δηλαδή την ψυχή και τη συνείδησή του. Η «οφειλή» αυτή αποτελεί και τον «προσωπικό λόγο» εκτροπής σε ανομίες, αδικίες και δικαστικές αυθαιρεσίες από ορισμένους δικαστικούς λειτουργούς.
Ευτυχώς όμως που υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις, γνωστές βέβαια στους παροικούντες στην Ιερουσαλήμ, όπου δικαστές πανάξιοι κατέλαβαν αξιοκρατικά τις κορυφαίες θέσεις της ηγεσίας της δικαιοσύνης, τις οποίες και λάμπρυναν με την παρουσία και το έργο τους. Αλλά αν οι εξαιρέσεις αυτές δεν γίνουν ο κανόνας, τότε θα εξακολουθεί να παραμένει φενάκη και όνειρο απατηλό η ανεξαρτησία στον χώρο της δικαιοσύνης.

Επιστροφή στην ιδεολογική αντιπαράθεση

του Στίβεν Λέβινγκστον

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Σε ένα αλαζονικό δοκίμιο κι ένα βιβλίο που δημοσιεύθηκαν εδώ και είκοσι χρόνια, ο Φράνσις Φουκουγιάμα (Francis Fukuyama) ισχυρίστηκε πως το τέλος του ψυχρού πολέμου σηματοδότησε την οριστική πλέον κυριαρχία της δημοκρατίας δυτικού τύπου. Όπως είναι πασίγνωστο, ο Φουκουγιάμα διακήρυξε πως η ιστορία τελείωσε: η διαμάχη μεταξύ των ιδεολογιών είχε τελειώσει. Η δημοκρατία της ελεύθερης αγοράς ήταν πλέον «η τελική μορφή διακυβέρνησης των ανθρώπων».
Λοιπόν, φαίνεται πως η ιστορία εξακολουθεί να ζει. Τρία νέα και πειστικά βιβλία δείχνουν πως όσα είχαν προβλεφθεί εδώ και δύο δεκαετίες όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκαν, αλλά επιπλέον οι δυτικές αξίες βρίσκονται σε υποχώρηση σε πολλά μέρη του κόσμου. Τα βιβλία αναφέρονται στη σύγκλιση τριών ισχυρών τάσεων:
(α) την αύξηση της επιρροής του κινέζικου αυταρχικού καπιταλισμού,

(β) την αμφισβήτηση της αξίας της ελευθερίας των αγορών, λόγω της τρέχουσας κρίσης,

(γ) την προθυμία εκατομμυρίων ανθρώπων να ανταλλάξουν τις ατομικές ελευθερίες με την εξασφάλιση της ασφαλούς διαβίωσής τους εντός της μεσαίας τάξης.
Οι συγγραφείς, ένα πρώην μέλος του προσωπικού του Λευκού Οίκου επί προεδρίας Νίξον (Nixon), Φορντ (Ford) και Ρέιγκαν (Reagan)· ένας ειδήμων στην εκτίμηση πολιτικού κινδύνου· ένας δημοσιογράφος, διαμορφώνουν συλλογικά ένα πίνακα που δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα προκαλέσει ρίγη τρόμου στις καρδιές των αισιόδοξων δυτικών.
Ο Στέφαν Χάλπερ, το πρώην μέλος του προσωπικού του Λευκού Οίκου, που σήμερα διδάσκει στο πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ στην Αγγλία, περιγράφει μια «μείωση της ελκυστικότητας της πολιτικοοικονομικής "φίρμας" της δύσης». Στο έργο του «η συναίνεση του Πεκίνου» ο συγγραφέας περιγράφει τις πολυμήχανες μεθόδους που χρησιμοποιεί η Κίνα προκειμένου να προωθήσει το κρατικό καπιταλισμό της, εις βάρος της άναρχης, αγοραίας δυτικής εκδοχής του. Η Κίνα έδειξε σε πλήθος κρατών της Αφρικής ή της λατινικής Αμερικής πως είναι δυνατό να πετύχουν και να συντηρήσουν ρωμαλέους ρυθμούς ανάπτυξης, διατηρώντας ταυτόχρονα την οικονομίας του υπό κρατικό έλεγχο. Αντί της δομής που είναι γνωστή ως «συναίνεση της Ουάσινγκτον», που επιβάλει επαχθείς όρους και απελευθέρωση των αγορών στις χώρες που ζητούν οικονομική βοήθεια, εμφανίστηκε μια εναλλακτική, κινέζικη εκδοχή, που παρέχει βοήθεια αντί γενναιόδωρων ελαφρύνσεων χρεών, επενδύσεων στις υποδομές και πολύ λιγότερων απαιτήσεων για διαρθρωτικές αλλαγές. Αυτή η «συναίνεση του Πεκίνου» όπως την αποκαλεί και ο Χάλπερ, αποδυναμώνει τη μακροχρόνια νομισματική και ιδεολογική κυριαρχία της δύσης επί των δυναμικών της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης.
«Εδώ και είκοσι χρόνια... η παγκοσμιοποίηση καθοδηγούνταν από τον αμερικανικό καπιταλισμό και τις δύο βασικές του αντιλήψεις (i) πως την πρόοδο τη δημιουργούν οι αγορές και όχι οι κυβερνήσεις και (ii) πως η δημοκρατία είναι ο βέλτιστος τρόπος οργάνωσης κάθε ανθρώπινης κοινωνίας» εξηγεί ο Χάλπερ στη «σφιχτή» του επιχειρηματολογία. «Σήμερα, σε όλο τον κόσμο πέραν της δύσεως, αυτές οι αντιλήψεις χάνουν ταχύτητα».
Στο «τέλος των ελεύθερων αγορών» ο Ίαν Μπρέμερ, που είναι πρόεδρος της «ομάδας Ευρασίας» μιας εταιρείας έρευνας και παροχής συμβουλών που εξειδικεύεται στην εκτίμηση κινδύνων, παρουσιάζει μια πολύ καλή εισαγωγή στην ανάδυση νέων μορφών κρατικού καπιταλισμού σε χώρες σαν την Αλγερία, την Ουκρανία, την Ινδία, κι εξηγεί «πώς (αυτές) απειλούν το μέλλον της παγκόσμιας οικονομίας». Το δυτικό μοντέλο είναι ακόμα λιγότερο ελκυστικό στις χώρες αυτές από τη στιγμή που έβαλε στις διαφημιστικές του αφίσες αυτή την παλιόφατσα, ονόματι παγκόσμια οικονομική κρίση. Αλλά και η Κίνα, η Ρωσία ή οι χώρες του Κόλπου δε διστάζουν να αξιοποιήσουν τη λειτουργία των αγορών προς όφελός τους. Ο Μπρέμερ θυμίζει πως έχουν δημιουργήσει πανίσχυρες κρατικές επιχειρήσεις που πλέον ελέγχουν τα τρία-τέταρτα των αποθεμάτων αργού πετρελαίου και κατέχουν ισχυρές θέσεις σε κλάδους από την αεροπλοΐα ως τις τηλεπικοινωνίες. Οι επιτυχίες τους βρήκαν μιμητές σε πολλές χώρες, ιδίως στην Αφρική, που τους προσέλκυσε η προοπτική ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης και περιορισμένης δημοκρατίας. Ο Μπρέμερ σημειώνει επίσης πως ως προς το σκοπό του, αυτός ο κρατικός καπιταλισμός διαφέρει πολύ από τον εξάδελφό του, τον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς: «ο τελικός στόχος του δεν είναι οικονομικός (η μεγέθυνση της ανάπτυξης) αλλά πολιτικός (η μεγέθυνση της κρατικής ισχύος και των προοπτικών πολιτικής επιβίωσης των ηγετών τους)».
Αλλά όταν οι αγορές μετατρέπονται σε εργαλεία πολιτικής επιρροής, εμφανίζονται παρενέργειες, με τη μορφή της αναποτελεσματικότητας, της διαστροφής στη διαμόρφωση των τιμών και των ανισορροπιών στην παγκόσμια οικονομία. Ακόμα χειρότερο, οι εμπορικές σχέσεις που διαμορφώνονται με πολιτικά κριτήρια αποβάλουν από τον ανταγωνισμό όσους «παίζουν» με κριτήριο την ανταγωνιστικότητά τους, όπως τις αμερικανικές πολυεθνικές. Ο Μπρέμερ αναφέρεται ενδεικτικά στον ενεργειακό συνεταιρισμό μεταξύ Βενεζουέλας και Ιράν που «αφορά πολύ περισσότερο πολιτικούς θεατρινισμούς, παρά εμπορικές συναλλαγές». Αν πολλαπλασιασθούν αυτού του είδους οι «εμπορικές» σχέσεις, γράφει, «θα υπάρξουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις στην πλανητική επιρροή της Αμερικής, αλλά και στην μακροπρόθεσμη υγεία της αμερικανικής οικονομίας».
Αλλά ο κρατικός καπιταλισμός έχει και τα μειονεκτήματά του. Παρά το δυσοίωνο τίτλο του βιβλίου του, «το τέλος της ελεύθερης αγοράς», ο Μπρέμερ παραμένει βέβαιος πως μακροπρόθεσμα το αυταρχικό μοντέλο θα αποδειχθεί εύκολος αντίπαλος για το δυτικό καπιταλισμό. Οι κυβερνήσεις που αναμειγνύονται υπέρμετρα στη λειτουργία της οικονομίας θα εξαναγκασθούν επίσης να επωμισθούν το βάρος των περιόδων επιβράδυνσης της οικονομίας και υποχώρησης της ευημερίας. Στο βαθμό π.χ. που θέλει να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες προσδοκίες των καταναλωτών της, η Κίνα αναγκάζεται να ωθεί τον οικονομικό της μηχανισμό προς όλο και μεγαλύτερη μεγέθυνση. Η Κίνα αναγνωρίζει επισήμως πως προκειμένου να συνεχίσει να διατηρεί την απασχόληση στα σημερινά της επίπεδα, είναι αναγκασμένη να δημιουργεί ετησίως 10-12 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας. Αν αυξηθεί υπέρμετρα ο αριθμός των ανέργων στην Κίνα, συνεχίζει ο Μπρέμερ, θα αυξηθεί η κοινωνική αστάθεια. «Στο τέλος», καταλήγει ο συγγραφέας, «είναι πολύ πιθανότερο να δούμε την κινέζικη ηγεσία να υποχρεώνεται να αναθεωρήσει ορισμένα από τα θεμελιώδη της αξιώματα όσον αφορά τις σχέσεις κράτους-οικονομίας, παρά να δούμε τους ηγέτες των ΗΠΑ να εγκαταλείπουν οριστικά τις δικές τους βασικές αρχές για τη σημασία της ελεύθερης λειτουργίας των αγορών».
Για τον Τζον Κάμπφνερ όμως, οι διαφορές μεταξύ των δύο συστημάτων δεν είναι πια τόσο σημαντικές. Αμφότερα αποσκοπούν στη δημιουργία πλούτου, ένα έργο στο οποίο τα τελευταία είκοσι χρόνια πέτυχαν εντυπωσιακά αποτελέσματα. Αυτό σημειώνει ο Κάμπφνερ στο «πωλείται... ελευθερία», προκάλεσε «μείωση του χάσματος μεταξύ δημοκρατιών και αυταρχιών». Αναδύονται πλέον πληθυσμοί που τους νοιάζει κυρίως η σώρευση πλούτου και είναι πρόθυμοι να ανταλλάξουν τις ατομικές τους ελευθερίες με την εξασφάλιση υλικών αγαθών. Σύμφωνα με την αφήγηση του Κάμπφνερ, οι καταναλωτές σήμερα επιδιώκουν τα ίδια πράγματα, είτε ζουν σε αυταρχικά καθεστώτα σαν τη Σιγκαπούρη, την Κίνα, τη Ρωσία ή τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, είτε σε δημοκρατικά κράτη, σαν τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο ή την Ιταλία. Παντού, επιχειρηματολογεί ο συγγραφέας, παρήχθησαν πολιτικά αδιάφοροι πολίτες, που συνήψαν ένα πολύ συγκεκριμένο συμβόλαιο με τις κυβερνήσεις τους: θα ήταν πρόθυμοι να αδιαφορήσουν για τον περιορισμό των ατομικών ελευθεριών τους στο βαθμό που θα τους επιτρέπεται να αποκτούν σινιέ ρούχα, σπορ αυτοκίνητα και να πηγαίνουν ταξίδια για διακοπές. Ο περιορισμός των ελευθεριών είναι ήδη προφανής στα αυταρχικά κράτη. Αλλά ο Κάμπφνερ, πρώην αρχισυντάκτης του περιοδικού «νιου στέιτσμαν» σημειώνει παρόμοιες τάσεις και στη Βρετανία, όπου οι αρχές κατασκοπεύουν διαρκώς τους πολίτες αξιοποιώντας προς τούτο το ένα πέμπτο των παγκοσμίως διαθέσιμων καμερών κλειστού κυκλώματος, στην Ιταλία, όπου ο πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι (Silvio Berlusconi) υπονομεύει συστηματικά την ανεξαρτησία του κοινοβουλίου, των ΜΜΕ και των δικαστηρίων και στις ΗΠΑ, όπου στο όνομα του πολέμου κατά της τρομοκρατίας εισήχθη η κρυφή παρακολούθηση πολιτών, επεκτάθηκε η δικαιοδοσία του κράτους να συλλαμβάνει πολίτες ή αλλοδαπούς υπηκόους και δόθηκαν στο υπουργείο οικονομίας αυξημένες αρμοδιότητες για να ελέγχει τις διατραπεζικές συμφωνίες.
Εδώ και είκοσι χρόνια, οι οπαδοί των ελεύθερων αγορών υπέθεταν πως η παγκοσμιοποίηση του πλούτου θα δημιουργούσε μια ολοένα και πολυπληθέστερη μεσαία τάξη που θα ωθούσε αναπότρεπτα τα πράγματα προς τον παγκόσμιο εκδημοκρατισμό. Με το βιβλίο του ο Κάμπφνερ παίρνει τους αναγνώστες του από το χεράκι και τους πηγαίνει μια βόλτα στον κόσμο, όπου με τη βοήθεια μιας σειράς συνεντεύξεων τους δείχνει πόσο λανθασμένες ήταν αυτές οι αισιόδοξες εκτιμήσεις. «Θεωρητικά έστεκαν», γράφει, «αλλά τα πράγματα δεν ακολούθησαν αυτήν την πορεία».

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΡΙΣΗ ΜΕ ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ

Αγνώστου

Σκέψου ότι ζεις σε μια γειτονιά παλαιού τύπου. Από αυτές που βλέπεις στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες, ας πούμε -Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο . Έχεις τώρα σ´αυτή τη γειτονιά ένα μπακάλικο -το αφεντικό του μαγαζιού, χοντρός αντιπαθέστατος αλλά αναγκαίος επειδή φέρνει τα πάντα, παστέλια, μαντολάτα, απορρυπαντικά, τρόφιμα, τσιγάρα -διαθέτει και τηλέφωνο «δια το κοινόν». Έχει και υπαλλήλους διάφορους ο χοντρός, βάλτους κι αυτούς στην ιστορία.
Τι κάνει λοιπόν ο χοντρός; Αγοράζει κοψοχρονιά και πουλάει σε τσιμπημένες τιμές, κλέβει και στο ζύγι -κονομάει γενικώς. Και όσο κονομάει, τόσο αγοράζει κι όσο αγοράζει, τόσο πουλάει όλο κι ακριβότερα -κονομάει χοντρικώς. Πουλώντας λιανικώς. Έχει φτιάξει τώρα ο χοντρός ένα κομπόδεμα μεγαλύτερο από τη μπάκα του. Τι να το κάνει; Οι τράπεζες δε δίνουν καλά επιτόκια, με τοκογλυφίες δε θέλει να μπλέκει καθότι επίφοβα πράγματα, για την πάρτη του δε γουστάρει να ξοδέψει επειδή τυγχάνει ολιγαρκής καρμίρης ο χοντρός -σκέφτεται λοιπόν, σπάει την κεφάλα του, τι να το κάνει το μπαγιόκο. «Ρε δεν ανοίγω ακόμα ένα μπακάλικο -να κονομάω από δυο πάντες;» λέει στο τέλος.
Τώρα υπάρχουν δυο μπακάλικα στη γειτονιά, μόνο που οι τιμές δεν πέφτουν (χαζός είναι ο χοντρός να τις ρίξει; αφού μόνος του κάνει παιχνίδι), αντιθέτως, λόγω εξόδων της αναπτυσσόμενης επιχείρησης (του χοντρού), οι τιμές ανεβαίνουν. Τι γίνεται μετά; Τι να γίνει; Μεροκαματιάρηδες οι άνθρωποι της γειτονιάς, δεν διαθέτουν κανένα μηχάνημα να κόβει αβέρτα χρήματα -οπότε δεν μπορούν πλέον να αγοράσουν τα εμπορεύματα του χοντρού. Πέφτουν τα έσοδα ανεβαίνουν τα έξοδα -τρελαίνεται ο χοντρός! Τι θ´απογίνει; Αποφασίζει να ανοίξει μπλοκάκι με βερεσέδια, καλύτερα να του χρωστάνε παρά να σαπίζει το εμπόρευμα στα ράφια. Αναθαρρεύουν λοιπόν οι μεροκαματιάρηδες της γειτονιάς κι αρχίζουν να ψωνίζουν όλο και περισσότερα με βερεσέ -το μπλοκάκι του χοντρού γίνεται κανονικός τηλεφωνικός κατάλογος.
Ξυπνάει, που λες, ένα πρωί ο χοντρός μέσα στον ιδρώτα. «Ρε τι γίνεται εδώ; Έχω καταντήσει να μου χρωστάνε μέχρι και τα καναρίνια το καναβούρι τους -που θα πάει αυτή η κατάσταση; Δεν έκανα καλά να ξανοιχτώ τόσο πολύ -άσε που ψυλλιάζομαι ότι οι μπαταξήδες της γειτονιάς δεν θα έχουν να με ξεχρεώσουν στον αιώνα τον άπαντα». Τι σκαρφίζεται λοιπόν ο μπακάλης ο χοντρός; Πάει στον γερο-τσιφούτη της γειτονίας, τον σιχαμερό που δανείζει με τόκους δέκα φορές πάνω από το νόμιμο. « Γερο-Λαδά αδερφέ μου, σώσε με! » παρακαλάει ο χοντρός. «Ξανοίχτηκα με τα βερεσέδια - κάνε κάτι να έρθω στα ίσα μου γιατί οι προμηθευτές πιέζουν κι εγώ μόνο το μπλοκάκι έχω!» Ο τσιφούτης την έχει από καιρό ανθιστεί τη φτιάξη, καθότι παλιός στο επάγγελμα και στην οικονομική ανάλυση. Αγοράζει λοιπόν το μπλοκάκι του χοντρού (κοψοχρονιά φυσικά) και όλα μέλι-γάλα.
Τώρα, αυτό το μπλοκάκι με τα βερεσέδια πρέπει κάπως να κλείσει -αλλά ο τσιφούτης είναι λεπτοκαμωμένο άτομο, καχεκτικό και φιλάσθενο ας πούμε. Φωνάζει λοιπόν κάτι καλόπαιδα της γειτονιάς, με πτυχία και περγαμηνές από τα καλύτερα Σωφρονιστικά Ιδρύματα της χώρας και τους ξηγιέται. «Φέρτε μου τα φράγκα κι από ότι μαζεύετε, 2% δικά σας». Ξαμολιούνται τα παιδιά, απειλούν, δέρνουν, σπάνε -κάτι μαζεύουν. Φτιάχνει την πρώτη μπάζα ο τσιφούτης αλλά είναι ακόμα παθητικός. Το μπλοκάκι ούτε που αδυνάτισε καθόλου, τετράπαχο παραμένει. Πάει λοιπόν στα δικαστήρια και τις αστυνομίες. «Βοηθήστε με καλοί μου άνθρωποι, φτωχός είμαι, το κομπόδεμά μου δάνεισα και τώρα δε με πληρώνουν επειδής είμαι γέρος κι ανήμπορος!» Φιλότιμοι οι σταυρωτήδες κάνουνε μια έτσι και ξεσπιτώνουν ένα κάρο κόσμο, αφού οι έρημοι οι άνθρωποι δεν έχουν να πληρώσουν. Κάθεται τώρα ο τσιφούτης και ξαναμετράει. Τι πήρε; Λίγα λεφτά και μπόλικα χαμόσπιτα. Ούτε καν τα χρήματα που έδωσε στον χοντρό μπακάλη δεν έπιασε, τραβάει τις αραιές τρίχες που του έχουν απομείνει ο τσιφούτης. «Πως την πάτησα με τον κανάγια! Που, ακόμα και σκλάβους να τους πουλήσω όσους είναι εδώ μέσα στο μπλοκάκι -τα λεφτά μου δεν θα τα βγάλω!»
Από την άλλη πλευρά ο μπακάλης έχει πέσει στα μαύρα πανιά. Γιατί όσα του έδωσε ο τσιφούτης δε φτάνουν ούτε για «ζήτω» -έχει ξανοιχτεί πολύ, έχει τιγκάρει τις αποθήκες σε εμπόρευμα, χρωστάει στους προμηθευτές και ο κόσμος δεν περνάει να ψωνίσει ούτε λουμίνια για το καντήλι. Πώς να περάσουν; Αφού δεν τους έχει μείνει ούτε κεραμίδι να βάλουν πάνω από το χάλι τους, να μην τους βλέπουν τα σύννεφα και τους φτύνουν καταιγιστικά, που λέει ο λόγος. Αρχίζει λοιπόν τις απολύσεις ο μπακάλης -την πληρώνουν οι μπακαλόγατοι και το παράρτημα ειδών μπακαλικής, μπας και σωθεί η επιχείρηση.
Έχουμε τώρα έναν τσιφούτη στα πρόθυρα αυτοκτονίας, έναν μπακάλη στα πρόθυρα εμφράγματος και τους μεροκαματιάρηδες δυο-τρία χιλιόμετρα βαθύτερα από τα πρόθυρα, στα υστερόθυρα, Καθαρτηρίου και Κολάσεως γωνία, για την ακρίβεια. Επειδή όμως τέτοια πράγματα δεν πρέπει να συμβαίνουν σε μια ευυπόληπτη κοινωνία, παρεμβαίνει το κράτος, να βάλει τάξη. Γιατί άνευ τσιφούτη δεν κινείται το χρήμα, άνευ μπακάλη δεν εισάγονται φουά γκρα και άνευ μεροκαματιάρηδων δεν εισπράττονται φόροι για να αγοραστεί το φουά γκρα -με νιώθεις;
Ερώτηση: τι πρέπει να κάνει το κράτος στη συγκεκριμένη περίπτωση; Τι μέτρα πρέπει να πάρει; Απαντήστε και εισπράττετε την βάσην ας πούμε!
Απαντήσεις που δώθηκαν από τυχάρπαστους φωστήρες της μπακαλικής:
1.Μειώνει τους φόρους το κράτος, οπότε περισσεύουν χρήματα στους φτωχομεροκαματιάρηδες και ξεχρεώνουν το μπακάλη και τον τσιφούτη.
Σχόλιο: Αγαπητό μου παιδί, μάλλον διαβάζεις πολλές ιστορίες του Έκτορος Μαλό και της Μυρτώς Κοντοβά -δεν εξηγείται αλλιώς τόση απλοϊκότης! Και τι είναι βρέ το κράτος που θα μειώσει τους φόρους; Σύλλογος προστασίας αναξιοπαθούντων μισθωτών; Πως θα ζήσει το κράτος; Εδώ αυτά που παίρνει και δεν του φτάνουν -εσύ προτείνεις μείωση; Άσε που, αν περισσέψουν λεφτά οι φτωχοί, σιγά μην πάνε να ξεχρεώσουν! Θα αγοράσουν ένα κάρο ανοησίες και θα βρεθούν ακόμα πιο χρεωμένοι -έτσι όπως ακριβώς κάνουν τα τελευταία χρόνια! Ξαναπέρνα το Σεπτέμβρη με τον κηδεμόνα σου αγαπητό μου παιδί.
2. Ξεχρεώνει το κράτος τα χρωστούμενα από την τσέπη του και τα κρατάει λίγα-λίγα από τα μισθά των φτωχώνε.
Σχόλιο: Από τον προηγούμενο αντέγραψες και άλλαξες λίγο το συμπέρασμα για να μη σε πάρουν είδηση; Βρέ μπούφε αφού και το κράτος από τον τσιφούτη δανείζεται, πού θα βρει λεφτά να τον ξεχρεώσει;
3. Αφήνει το κράτος τον τσιφούτη και τον χοντρό να ψοφήσουν επειδή κάνανε ανοησίες και ανοίγει ένα δικό του μπακάλικο μαζί με μια κρατική τσιφουτερί για να βολευτεί ο κοσμάκης. Σχόλιο: Μόνο που πρώτον αν ψοφήσει το κεφάλαιο ποιος θα χρηματοδοτεί τους βουλευτές να βουλεύονται και τους υπουργούς να υποεργάζονται; Κατά δεύτερον, φαίνεται ότι αριστερίζεις και η ιστορία σε έχει καταδικάσει στο πυρ το εξώτερον! Ξαναπέρνα το Σεπτέμβρη που θα έχει τελειώσει η τουριστική περίοδος και θα ξαναλειτουργήσουμε τη Μακρόνησο, να δούμε τι θα κάνουμε με σένα.
4. Αγοράζει το κράτος ένα ολοκαίνουργο τεφτέρι, λευκό σαν αθώα περιστερά και το δίνει στον χοντρό. Δίνει κι ένα στον τσιφούτη για να μη γκρινιάζει. Και τους λέει «μην ανησυχείτε, εγώ είμαι εδώ -γράψτε κατά βούληση, εγγυώμαι εγώ τα λεφτά σας».
Σχόλιο: Να συλληφθεί πάραυτα ο γράψας την παραπάνω τούφα και να του απαγγελθούν επιτόπου κατηγορίες περιύβρισης αρχής, παρακώλυσης συγκοινωνιών, σύστασης συμμορίας καθώς και κατανάλωσης ψυχότροπων ουσιών εν ώρα μαθήματος. Σύμφωνοι;
Στο ξεκίνημα της παγκόσμιας κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος, σύμπασα η ανθρωπότης προσκύνησε τον προφήτη Γκόρντον Μπράουν που είχε την έμπνευση να «δανείσει» χρήματα στις τράπεζες, βάζοντας πόδι στους διοικητικούς τους μηχανισμούς, προκειμένου να εκτονωθεί η κρίση. Αυτό έγινε στην Αγγλία και οι ηγέτες των υπόλοιπων χωρών έσπευσαν να κάνουν το ίδιο. Σήμερα όλο και περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες μπερδεύονται στο άκουσμα του παραπάνω ονόματος. Η συνήθης αντίδραση είναι του στυλ «Μπράουν; Άι θινκ χι ιζ εν οβερεστιμέιτεντ πλέιερ Παντελής Μπράουν ιζ φορ δε μπάζα άι τελ γιου». Κοντολογίς, όλο και περισσότεροι θέλουν να ξεχάσουν τη βλακεία του Γκόρντονα του Καφέ. Γιατί;
Διότι το πρόβλημα ήταν το πλεόνασμα παραγωγής που κυκλοφόρησε στην αγορά και η οικονομική αδυναμία των καταναλωτών να το απορροφήσουν. Πράγμα το οποίο οδήγησε στην κυκλοφορία πλασματικού χρήματος μέσω του υπερδανεισμού. Που με τη σειρά του οδήγησε σε κατάρρευση των αγορών εφόσον το πλασματικό χρήμα δεν μπορεί με τίποτα να γίνει πραγματικό. Όταν έρχεσαι εσύ και λες ότι θα ρίξεις ΚΙ ΑΛΛΟ ΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟ ΧΡΗΜΑ, για να διορθώσεις την κατάσταση -είσαι, το λιγότερο, μαστουρωμένος! Μάλιστα ο δικός μας οικονομικός κεφάλας δεν άντεξε και το έσκασε το παραμύθι σε συνέντευξη τύπου. «Δεν είναι πραγματικά τα κεφάλαια που θα δώσουμε για την στήριξη των τραπεζών, απλώς θα εγγυηθούμε την χρηματοπιστωτική επάρκεια για να αποκαταστήσουμε την εμπιστοσύνη», έτσι ακριβώς όπως στο λέω το είπε ο άνθρωπος! Μα φυσικά και δεν είναι πραγματικά τα κεφάλαια κύριέ Παραλογοσκούφη μου! Εσείς μέχρι χτες δανειζόσασταν από τις τράπεζες εκδίδοντας ομόλογα για να καλύψετε τους προϋπολογισμούς σας (το επιτρεπτό ετήσιο έλλειμμα στην Ε.Ε. είναι 3%, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε χρόνο τα κράτη-μέλη πρέπει να δανείζονται χρήματα για να αντιμετωπίσουν τις ανάγκες τους) -τώρα πως βρεθήκατε να δανείζετε τις τράπεζες; Τσου ρε λάκηδες!
Ξεκαθαρίζω -η λύση που προωθείται από τις κυβερνήσεις των ανεπτυγμένων χωρών για την αντιμετώπιση της κρίσης μοιάζει με συνταγή αλμπάνη γιατρού για την αντιμετώπιση του καρκίνου. «Από πού να πάρω αυτά τα φάρμακα γιατρέ μου;» «Μα δεν χρειάζεται να πάρετε τα φάρμακα αγαπητέ! Αρκεί να φάτε το χαρτί της συνταγής και θα γίνετε σίγουρα καλά!»
Ξεκαθαρίζω -μέχρι να ρεφάρει η αγορά τη χασούρα της, μέχρι δηλαδή να αντιμετωπίσουν τη ζημιά από το πλασματικό χρήμα, θα περάσουν πολλές αναποτελεσματικές νύχτες του Αγίου Βαρθολομαίου ακόμα και μέρα-μεσημέρι. Άρχισαν ήδη να κλείνουν τα παραρτήματά τους οι αυτοκινητοβιομηχανίες, θα ακολουθήσουν εταιρείες ειδών εικόνας-ήχου, κινηματογραφικά στούντιο, εταιρείες παροχής υπηρεσιών και ειδών ψυχαγωγίας και αναψυχής, τουριστικά καταλύματα. Με λίγα λόγια, η πολυτέλεια θα φάει πρώτη χώμα.
Ξεκαθαρίζω -άνθρωποι θα μείνουν στο δρόμο, προγράμματα ανεργίας θα αποτύχουν να καλύψουν τις ανάγκες τους και η αγορά θα υπολειτουργεί χειροτερεύοντας συνεχώς την κατάσταση.
Ξεκαθαρίζω -αυτή τη φάση οι γραμματιζούμενοι τη λένε «ύφεση». Και κουβαλάει στασιμοπληθωρισμό (υψηλό πληθωρισμό που δεν πέφτει με τίποτα), συνεχώς αυξανόμενη ανεργία, μείωση των παραγωγικών διαδικασιών μέχρι τη στιγμή που. Που;
Δεν θα αναλύσω το μαρξιστικό σενάριο, όπου το σύστημα καταρρέει μέσα στις αντιφάσεις του. Ξέρεις γιατί; Επειδή αυτό είναι το ΑΙΣΙΟΔΟΞΟ σενάριο. Θα σου πω όμως για την άλλη προοπτική, αυτή που διδάσκονται οι οικονομολόγοι στο μάθημα της οικονομικής θεωρίας -όταν μελετάνε τα νεώτερα οικονομικά μοντέλα.
Για να ξεπεραστεί η ύφεση, έχει αποδειχτεί από την ιστορική εμπειρία ότι θα πρέπει να επέλθει ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΙΣΜΩΝ. Μόνο έτσι θα μειωθεί το αγοραστικό κοινό παράλληλα με τη (σε μεγαλύτερο βαθμό) μείωση της προσφοράς αγαθών και υπηρεσιών και μόνο με αυτόν τον τρόπο θα οδηγηθούμε σε αύξηση της αγοραστικής ικανότητας και, ακολούθως, αύξηση των τιμών. Μαγικό, έτσι;
Τι σημαίνει όμως «καταστροφή μέρους των παραγωγικών μηχανισμών»; Παραγωγικοί μηχανισμοί είναι οι εργαζόμενοι και τα μέσα παραγωγής (μηχανήματα, κτίρια κ.λ.π.) -να το ξεκαθαρίσω αυτό. Και πως καταστρέφονται; Πανεύκολα! Οι άνθρωποι-εργαζόμενοι σκοτώνονται μαζικά σε πεδία μαχών, τα εργοστάσια βομβαρδίζονται, οι οδικές αρτηρίες μεταφοράς εμπορευμάτων ανατινάζονται, η αεροπορία και το ναυτικό χρησιμοποιούνται για τη διεξαγωγή εχθροπραξιών. Χρειάζεται να σου πω κι άλλα για να καταλάβεις ότι η «καταστροφή μέρους των παραγωγικών μηχανισμών» συνεπάγεται πόλεμο; Παγκόσμιο κατά προτίμηση, να μην κάνουμε διπλές και τρίδιπλες δουλειές -να ξεμπερδεύουμε με τη μία.
Ο μπακάλης δεν θα πάει στον πόλεμο γιατί έχει πλατυποδία, ο γερο-τσιφούτης επίσης δεν θα πάει, λόγω ηλικίας. Αλλά θα είναι εδώ όταν εσύ δεν θα γυρίσεις για να συνεχίσουν τις δουλειές τους με καλύτερες συνθήκες και έχοντας σβήσει τις συνέπειες των βλακωδών ενέργειών τους. Ο Καφές Γκόρντον δεν θα πάει στον πόλεμο λόγω στραβισμού, ο Σαρκοζί δεν θα πάει επειδή είναι προστάτης οικογενείας, η Μέρκελ θα το παίξει γυναίκα και δεν θα καταταγεί, ο Αμερικάνος Πρόεδρος δεν θα πάει επίσης -επειδή εκεί η θητεία είναι προαιρετική.
Θα μείνουν πίσω να περιμένουν εσένα, να τους διευκολύνεις ψοφώντας σε κάποιον βομβαρδισμένο παλιότοπο για χάρη της σημαίας.
Της δικής τους σημαίας -όχι της δικής σου, εσύ άλλωστε δεν έχεις.
Επειδή και τη σημαία σου με υπερχρεωμένη πιστωτική την αγόρασες.
Άραγε πέφτω πολύ έξω;
Ας το ελπίσουμε !!

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Διαφθορά και καπιταλισμός: μια αιματοσυγγενική σχέση!!!

Πηγή: http://listonplace.blogspot.com/2010/06/blog-post_8357.html

Οι ήρωες του χτες γίνονται οι απατεώνες του σήμερα !!!
Aπο το...corfuonair.blogspot
Η κυβέρνηση Καραμανλή οδηγείτε σε εκλογές μετά από έναν ορυμαγδό σκανδάλων. Είχε παραλάβει την εξουσία με υποσχέσεις για «καθαρή» διακυβέρνηση μετά τον (ξανά η λέξη!) ορυμαγδό των σκανδάλων των κυβερνήσεων Σημίτη. Να λοιπόν το νέο μοντέλο διαδοχής στην κυβερνητική εξουσία: η μια διεφθαρμένη κυβέρνηση διαδέχεται την άλλη.
Από τις πιο στέρεες πεποιθήσεις των ανθρώπων στην Ελλάδα είναι ότι οι πολιτικοί της χώρας πρέπει να συγκαταλέγονται στους πλέον διεφθαρμένους του πλανήτη. Όπως ισχυρίζονται οι περισσότεροι, «και σε άλλες χώρες υπάρχουν διεφθαρμένοι πολιτικοί» αλλά «στην Ελλάδα μένουν ατιμώρητοι ενώ στις άλλες χώρες κάποιοι τουλάχιστον τιμωρούνται».
Είχα πάντα αντιρρήσεις σε αυτές τις διατυπώσεις. Όχι για την έκταση της διαφθοράς στην Ελλάδα (η οποία είναι πράγματι πολύ μεγάλη), όσο για τον επιφανειακό συγκρητισμό που φέρουν ως απόψεις. Τι να πούμε δηλαδή τότε για την Ιταλία, όπου υπό μία έννοια στην πρωθυπουργία βρίσκεται ένας μαφιόζος! Ή για τις ΗΠΑ όπου η πρώην κυβέρνηση του Μπους πρέπει να έσπασε κάθε προηγούμενο παγκόσμιο ρεκόρ διαπλοκής και καταλήστευσης χρημάτων του δημοσίου.
Σε αυτή τη δημοσίευση θα κάνω μια… περιήγηση στη διαφθορά σε ανεπτυγμένες χώρες. Στο τελευταίο μέρος της δημοσίευσης θα παρουσιάσω τη θεωρητική πλευρά της εμπειρικής διαφθοράς που χαρακτηρίζει όλες τις οικονομικά αναπτυγμένες χώρες. Η παρουσίαση των χωρών δεν είναι ιεραρχική αλλά τυχαία, για να τονιστεί η ομοιότητα της διαφθοράς ανεξάρτητα της ιεραρχικής τους θέσης στο σύγχρονο κόσμο. Και όπως θα δείτε η διαφθορά, αλλά και η αντιμετώπισή της (ή καλύτερα η μη αντιμετώπισή της), είναι εξαιρετικά παρόμοια με την Ελλάδα. Συμβαίνουν και «εις την Εσπερίαν»…

Οι ήρωες του χτες γίνονται οι απατεώνες του σήμερα

Ιρλανδία
Το 2008 εξαναγκάστηκε σε παραίτηση ο Ιρλανδός πρωθυπουργός Bertie Ahern που μέχρι τότε θεωρείτο ο αρχιτέκτονας του ιρλανδικού «οικονομικού θαύματος». Επί δέκα χρόνια διάφορες εφημερίδες κατηγορούσαν τον Ahern για διαφθορά χωρίς να μπορούν να το αποδείξουν με αδιάψευστα στοιχεία. Τελικά αποδείχθηκε ότι ως υπουργός οικονομικών τη δεκαετία του 1990 έπαιρνε από «φίλους» του επιχειρηματίες (που τους αποκαλούσαν «ο κύκλος») δωράκια ύψους τουλάχιστον 85.000 λιρών. Επιπλέον, επιχειρηματίες του «δώρισαν» ένα σπίτι στο Δουβλίνο με χαριστικά δάνεια.


Γαλλία
Ο πρώην πρωθυπουργός της Γαλλίας Alain Juppe το 2004 καταδικάστηκε για διαφθορά και του απαγορεύτηκε να κατέχει οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα για μια δεκαετία. Ο Juppe, στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και αρχές του 1990, χρησιμοποίησε χρήματα για τον δήμο του Παρισιού για να εξαγοράσει πολιτικούς συμμάχους. Επιπλέον επιχειρηματίες κατέθεταν χρήματα στο κόμμα του (RPR).
Ο Juppe είχε χρηστεί από τον τότε πρόεδρο της Γαλλίας Jacques Chirac ως ο διάδοχός του για τις προεδρικές εκλογές του 2007. Η δικαστική απόφαση άνοιξε τον δρόμο για την προεδρία στο μέχρι τότε outsider, τον Νικολά Σαρκοζί.
Ωστόσο ο Chirac αποδείχθηκε πιο διεφθαρμένος από τον Juppe. Λίγα χρόνια αργότερα (2006) αποκαλύφθηκε ότι ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας διατηρούσε σε ιαπωνική τράπεζα (Tokyo Sowa Bank ) λογαριασμό 300 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων!


Γερμανία
Ίσως τη μεγαλύτερη πτώση στην ανυποληψία να τη βίωσε ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας Χέλμουτ Κολ. Ο Κολ υπήρξε ο μακροβιότερος Γερμανός καγκελάριος, από το 1982 έως το 1998. Ονειρευόταν να περάσει στην ιστορία ως ο καγκελάριος της γερμανικής ενοποίησης, στο ίδιο σχεδόν ιστορικό στάτους με τον Μπίσμαρκ.
Ωστόσο η αποκαθήλωση του Κολ από το μελλοντικό ιστορικό του βάθρο άρχισε το 1999. Τότε αποκαλύφθηκε ότι ο λομπίστας όπλων Καρλ Χάιντζ Σράιμπερ λάδωνε τόσο το κόμμα του Κολ CDU όσο και τον ίδιο για να κάνει τις business του. Ο Σράιμπερ «λάδωνε» για να γίνονται δουλειές (να πουλιούνται τα τανκς της Thyssen, τα αεροσκάφη της Airbus κ.α) και παράλληλα δωροδοκούσε πολιτικούς. Είχε δώσει χρήματα στον Φραντς Γιόζεφ Στράους, τότε παντοδύναμο πρωθυπουργό της Βαυαρίας και ηγέτη της CSU, και την κλίκα του, αλλά και στα ταμεία του “αδελφού” κόμματος, της CDU του Χέλμουτ Κολ. Ο ίδιος ο γραμματέας του κόμματος, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε εισπράξει ιδιοχείρως μια… “χορηγία” του Σράιμπερ σε φακελάκι, ενώ και ο καγκελάριος Κολ παραδέχθηκε ότι εισέπραξε χρήματα, περί τα δύο εκατομμύρια μάρκα «για τα ταμεία της CDU» όπως δήλωσε, όχι από τον Σράιμπερ, αλλά από κάποιους, τα ονόματα των οποίων «έχει δώσει τον λόγο της τιμής του» (!) να κρατήσει μυστικά.
Παράλληλα ξεσπάει ακόμα ένα σκάνδαλο με την πώληση των διυλιστηρίων πετρελαίου Leuna στη γαλλική εταιρεία Elf Aquitaine μετά από διαμεσολάβηση του Χέλμουτ Κολ και του Φρανσουά Μιτεράν. Τότε μπήκαν μυστικά στα ταμεία της CDU από την γαλλική εταιρεία πενήντα εκατομμύρια ευρώ.
Ο Σράιμπερ βρίσκεται σήμερα στη φυλακή. Ωστόσο κανείς πρωτοκλασάτος πολιτικός δεν δικάστηκε, ούτε πήγε φυλακή για παθητική δωροδοκία ή έστω για παράνομη είσπραξη δωρεών. Το 2001 δικαστήριο της Βόνης απήλλαξε τον Κολ από τον κίνδυνο να περάσει από δίκη για δωροδοκία. Στην εφημερίδα Αυγή ένας Γερμανός διπλωμάτης δήλωσε:
«Το πρόβλημα με τη δωροδοκία είναι ότι συνήθως τιμωρούνται γι’ αυτή -όταν τιμωρούνται- μόνο όσοι δίνουν τα λεφτά, σχεδόν ποτέ εκείνοι που τα παίρνουν, τα δημόσια πρόσωπα. Και στη χώρα μου, και στη δική σας».


Μια ιταλική ιστορία
Φυσικά, η Ιταλία αποτελεί το πρότυπο της ευρωπαϊκής αναπτυγμένης καπιταλιστικής χώρας στην οποία κυβέρνηση είναι η ίδια η διαφθορά!
Τα σημερινά κατορθώματα του Μπερλουσκόνι είναι γνωστά και οι εφημερίδες επικεντρώνουν (υπερβολικά) στη σεξουαλική του δραστηριότητα. Με αυτόν τον τρόπο τον καθιστούν σχεδόν συμπαθητικό σ’ ένα τμήμα του ανδρικού πληθυσμού (λόγω φαλλοκρατίας) ενώ οι «σεξουαλικές ατασθαλίες» του αποτελούν πταίσμα στη συνολική διαδρομή του ανδρός.
Υπάρχει η άλλη (σκοτεινή) πλευρά του «φαινόμενου» Μπερλουσκόνι και πραγματικά σοκάρει το γεγονός ότι είναι επικεφαλής της κυβέρνησης σε μια ανεπτυγμένη καπιταλιστική χώρα (και μάλιστα χώρα με τόσο υψηλή κουλτούρα όπως είναι η Ιταλία). Ο πρωθυπουργός της χώρας δεν είναι απλά ένας διεφθαρμένος πολιτικός, αλλά μεγάλο μέρος της δράσης του εμπίπτει στον κοινό ποινικό κώδικα.
Ο Μπερλουσκόνι δεν είναι ένας οποιοσδήποτε πολιτικός. Είναι ο πλουσιότερος καπιταλιστής στην Ιταλία. Ένα μεγάλο κομμάτι της περιουσίας του (αλλά και της πολιτικής του επιτυχίας) προέρχεται (έμμεσα ή άμεσα) από τον έλεγχο που εξασκεί στα ΜΜΕ της χώρας. Στα 2001 ο Μπερλουσκόνι έλεγχε τρία τηλεοπτικά δίκτυα τα οποία κατείχαν το 43% της εθνικής τηλεθέασης και αποσπούσαν το 60% της συνολικής τηλεοπτικής διαφήμισης. Και δεν είναι μόνο η τηλεόραση. Στον Μπερλουσκόνι ανήκει και ο εκδοτικός οίκος Mondadori που κατέχει μερίδιο αγοράς στα βιβλία που αγγίζει το 30%, ενώ εκδίδει και 50 περιοδικά με μερίδιο 38%.
Ο Μπερλουσκόνι κατόρθωσε να γίνει ο πιο πλούσιος άνθρωπος στην Ιταλία χάρις σε χρήματα που προέρχονταν από ξέπλυμα «βρώμικου» χρήματος, εξαγοράζοντας δικαστές και μπάτσους, και έχοντας σχέσεις με τη Μαφία.
Ήδη πριν γίνει πρωθυπουργός (για πρώτη φορά ανέλαβε το Μάη 1994) η επιχειρηματική του αυτοκρατορία, η Fininvest, είχε μπει στο στόχαστρο της ιταλικής δικαιοσύνης. Ο Μπερλουσκόνι από το 1994 έχει κατηγορηθεί για φοροδιαφυγή, για άμεση συνεργασία με τη Μαφία ακόμα και σε δολοφονίες και εξαγορές πολιτικών, δικαστών και στελεχών της οικονομικής εφορίας που είναι εντεταλμένη για τη δίωξη του οικονομικού εγκλήματος.
Αποκαλυπτική είναι η γραμμή άμυνας που είχε όλα αυτά τα χρόνια (υπόγεια φυσικά, όχι ανοικτά διακηρυγμένη, αλλά παρ’ όλα αυτά εμφανείς):
«Η Ιταλία δεν είναι μια συνηθισμένη χώρα. Ο Μπερλουσκόνι δεν έκανε τίποτα διαφορετικό από όσα κάνουν όλοι οι επιχειρηματίες»!
Σε μια Ιταλία που από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 η Αριστερά έχει αρχίσει να συρρικνώνεται σε επικίνδυνα επίπεδα και επομένως δεν υπάρχει ένα αριστερό εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο, αυτή η «ρεαλιστική» άμυνα του Μπερλουσκόνι έβρισκε (και βρίσκει) ευήκοα ώτα σε μεγάλο μέρος του ιταλικού πληθυσμού. Αφού όλοι «τα παίρνουν», αυτό είναι το φυσιολογικό και επομένως «μπράβο του που ήταν καπάτσος»! Πρόκειται για μια έκφραση της αδυναμίας των καταπιεσμένων που αφού έχασαν τον ταξικό τους προσανατολισμό, έφτασαν στο σημείο να υποκύπτουν στην «γοητεία» των εκμεταλλευτών τους…


Ευρωπαϊκή Ένωση
Το 2003 η βρετανική εφημερίδα «Financial Times» αποκαλύπτει ότι δύο ανώτατα στελέχη της επίσημης στατιστικής υπηρεσίας της E.E., της Eurostat, διασπάθισαν κοινοτικά κονδύλια ύψους περί το ένα εκατομμύριο ευρώ.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ξέσπασε σκάνδαλο στην καρδία του διοικητικού μηχανισμού της Ε.Ε. Το 1999 μια σειρά από σκάνδαλα προκάλεσαν την κατάρρευση της τότε Κομισιόν, υπό τον Ζακ Σαντέρ. Έκτοτε, υποτίθεται, ότι συμφωνήθηκε ένας «κώδικας ηθικής» για να αποφευχθούν νέα σκάνδαλα. Ωστόσο υπάρχουν πολλά «παραθυράκια» σε αυτόν τον «κώδικα ηθικής» τα οποία είναι πολύ αποκαλυπτικά για τις σχέσεις πολιτικών και κεφαλαίου ακόμα και σε προσωπικό επίπεδο. Οι επίτροποι, συμπεριλαμβανομένου και του προέδρου της Κομισιόν, που σήμερα είναι ο Χοσέ Μανουέλ Μπαρόζο, δεν είναι υποχρεωμένοι να δηλώνουν τα ακριβά δώρα που λαμβάνουν υπό μορφή φιλοξενίας, όπως δωρεάν παραμονή σε πολυτελή ξενοδοχεία, επαύλεις και θαλαμηγούς. Το 2008 ο Βρετανός λόρδος Μάντελσον ενώ ήταν επίτροπος Εμπορίου, φιλοξενήθηκε στην Κέρκυρα από τον Ρώσο πολυεκατομμυριούχο επιχειρηματία Ολέγκ Ντερίμπασκα στη θαλαμηγό του.
Μια από τις βασικές αιτίες για την αποχή που καταγράφεται στις ευρωεκλογές σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. είναι και η πεποίθηση του μέσου ευρωπαίου ότι η διαφθορά αφθονεί στους θεσμούς της.


ΗΠΑ
Οι ΗΠΑ αποτελούν ίσως τη χώρα όπου η διαπλοκή οικονομικών συμφερόντων και πολιτικής εξουσίας είναι τόσο άμεση ώστε αποτελεί ουσιαστικά θεσμό. Σχεδόν όλοι οι υπουργοί είναι πρώην υψηλά στελέχη των μεγαλύτερων επιχειρήσεων της χώρας. Μετά την αποχώρησή τους από τα κυβερνητικά καθήκοντα ξαναπροσλαμβάνονται από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Οι πρόεδροι της χώρας προέρχονται (πλην εξαιρέσεων) από την οικονομική ελίτ. Μπορεί να μην είναι τόσο πλούσιοι όσο ο Μπερλουσκόνι, αλλά σαφώς ανήκουν στην υψηλή αστική τάξη.
Αλλά ακόμα και για τις ΗΠΑ (με αυτή την παράδοση), η κυβέρνηση Μπους «υπερέβη τα εσκαμμένα»: ο βαθμός διαπλοκής και άμεσης διαφθοράς εκτοξεύτηκε στη στρατόσφαιρα.
Με το που ανέλαβε η κυβέρνηση Μπους το 2001 βρέθηκε άμεσα μπλεγμένη με το σκάνδαλο Enron, το μεγαλύτερο μεταπολεμικό σκάνδαλο των ΗΠΑ. Τόσο ο αντιπρόεδρος Dick Cheney όσο και ο Γενικός Εισαγγελέας των ΗΠΑ, ο John Ashcroft, αποκαλύφθηκε ότι είχαν λαδωθεί από την εταιρεία!
Η Enron από έβδομη σε μέγεθος εταιρεία των ΗΠΑ με αξία πάνω από 60 δισεκατομμύρια δολάρια χρεοκόπησε το Δεκέμβρη του 2001. Η Enron έλεγχε το μεγαλύτερο μέρος του χονδρεμπορίου αερίου και ενέργειας. Η εταιρεία είχε υιοθετήσει τη «δημιουργική λογιστική» με την οποία προβλεπόμενα μελλοντικά κέρδη από οποιαδήποτε συμφωνία λογίζονταν ως άμεσα κέρδη στα βιβλία της εταιρείας. Συνεπώς, η εταιρία σημείωνε «υποθετικά κέρδη» από οτιδήποτε θα μπορούσε με το χρόνο να ανατραπεί και να μεταβληθεί σε απώλεια. Ωστόσο, όσο η «μηχανή» αυτή λειτουργούσε η εταιρεία δήλωνε τεράστια κέρδη και η μετοχή της στην Wall Street σημείωνε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο.
Οι απάτες των επικεφαλής της εταιρίας έπληξαν και τους εργαζομένους της, καθώς οι εισφορές τους για ασφαλιστική κάλυψη πήγαιναν στο μετοχικό κεφάλαιο. Όταν η χρηματιστηριακή αξία της εταιρείας κατέρρευσε το αποτέλεσμα ήταν χιλιάδες υπάλληλοι της Enron να χάσουν τις αποταμιεύσεις τους, τα κονδύλια για τις σπουδές των παιδιών τους και τις συντάξεις τους. Την ίδια στιγμή, τα υψηλά στελέχη της εταιρείας γνωρίζοντας την πραγματική κατάσταση της εταιρείας πουλούσαν τις δικές τους μετοχές και γινόντουσαν εκατομμυριούχοι σε μια μέρα!
Οι σχέσεις της οικογένειας των Μπους με την εταιρεία ήταν γνωστές και μακροχρόνιες. Στα 1992 με πρόεδρο τον Μπους τον πρεσβύτερο, η κυβέρνησή του διόρισε την Commodity Futures Trading Commission με σκοπό τη φιλελευθεροποίηση του εμπορίου ενέργειας. Επικεφαλής της επιτροπής τέθηκε η Wendy Gramm, σύζυγος γερουσιαστή από το Τέξας, με στενές σχέσεις με την οικογένεια των Μπους. Όταν επιτεύχθηκε ο στόχος της φιλελευθεροποίησης, η Gramm προσλήφθηκε στο διοικητικό συμβούλιο της Enron!
Η Enron ήταν από τους κύριους χρηματοδότες του Μπους του νεότερου. Υπολογίζεται ότι από το 1993 μέχρι το 2000 είχε δώσει στον Μπους δυο εκατομμύρια δολάρια.
Στελέχη της κυβέρνησης του Μπους ήσαν στελέχη και μέτοχοι της Enron. Μεταξύ αυτών ο Donald Rumsfeld, πρώην υπουργός άμυνας, η διευθύντρια του υπουργείου οικονομικών Kathleen Cooper, ο διευθυντής του υπουργείου παιδείας Eugene Hickock. Καθόλου τυχαία λοιπόν ο Lay, ιδρυτής και πρόεδρος της Enron, ήταν συχνός θαμώνας του Λευκού Οίκου, μάλιστα συμμετείχε με άλλα στελέχη της εταιρείας σε έξη συσκέψεις με τον αντιπρόεδρο Cheney.
Φυσικά η Enron χρηματοδοτούσε (μια ευγενική αντικατάσταση της λέξης λάδωνε) και τα δυο κόμματα εξουσίας, τόσο τους Ρεπουμπλικάνους όσο και τους Δημοκρατικούς. Από το 1989 η εταιρεία είχε προσφέρει στα ταμεία τους 5,8 εκατομμύρια δολάρια. Στο Δημοκρατικό κόμμα ο πλέον συνδεδεμένος με την Enron ήταν ο πρώην υπουργός οικονομικών των κυβερνήσεων Κλίντον Robert Rubin, ο οποίος (ακλουθώντας την κλασσική διαδρομή για τους πολιτικούς των ΗΠΑ) μετά την υπουργική του θητεία έγινε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Citigroup.
Αλλά δεν ήταν εμπλεκόμενος μόνο ο πρόεδρος των ΗΠΑ, και ο αντιπρόεδρος δεν… υστερούσε. Ο αντιπρόεδρος Dick Cheney υπήρξε πρόεδρος της εταιρείας Halliburton (της μεγαλύτερης εταιρείας πετρελαϊκού εξοπλισμού στον κόσμο) μέχρι το 2000. Όταν έγινε αντιπρόεδρος των ΗΠΑ φρόντισε να πάρει η πρώην εταιρεία του συμβόλαια του Πενταγώνου για το Ιράκ πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων και μάλιστα με απευθείας ανάθεση, χωρίς διαγωνισμό!
Στο χειρισμό της τωρινής οικονομικής κρίσης, της «μεγαλύτερης κρίσης από τη δεκαετία του 1930», ο υπουργός Οικονομικών του Μπους ο Χένρι Πόλσον ευνόησε, στο ζενίθ του χρηματοπιστωτικού κραχ το Σεπτέμβρη του 2008, την Goldman Sachs, την τράπεζα στην οποία δούλεψε επί 32 χρόνια.
Ο Πόλσον άφησε την Goldman Sachs και τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου που κατείχε σε αυτήν το 2006, αναλαμβάνοντας υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Μπους. Σύμφωνα με ντοκουμέντα που δημοσίευσαν οι «New York Times», ο Πόλσον είχε 24 τηλεφωνικές συνομιλίες με το διευθύνοντα σύμβουλο της Goldman Sachs, Λόιντ Μπλανκφέιν, στην πιο κρίσιμη εβδομάδα του χρηματοπιστωτικού κραχ τον Σεπτέμβριο του 2008. Ήταν η εβδομάδα στη διάρκεια της οποίας η ανταγωνίστρια της Goldman, η Lehman Brothers, κατέρρευσε γιατί η κυβέρνηση αρνήθηκε να τη στηρίξει οικονομικά. Αντίθετα ο Πόλσον αποφάσισε να διασώσει την άλλοτε μεγαλύτερη ασφαλιστική εταιρεία του κόσμου, την AIG δαπανώντας 85 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Goldman ήταν ο μεγαλύτερος κερδισμένος από αυτές τις αποφάσεις αφού έλαβε περί τα 13 δισεκατομμύρια δολάρια, οφειλόμενα από την AIG. Χρήματα που θα είχε χάσει αν η τελευταία είχε αφεθεί στην τύχη της όπως και η Lehman.


Ιαπωνία
Η αντίληψη ότι η «πολιτική είναι βρώμικη» είναι τόσο διαδεδομένη στην Ιαπωνία ώστε οι άνθρωποι θεωρούν δεδομένη τη διαφθορά. Έτσι όταν αποκαλύπτονται περιπτώσεις διαφθοράς δεν σημαίνει αυτό αναγκαστικά ότι τελειώνει η πολιτική καριέρα όσων πολιτικών ενεπλάκησαν σε αυτά. Αντίθετα υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις όπου πολιτικοί που καταδικάστηκαν για διαφθορά να επανεκλέγονται…
Επιπλέον η Ιαπωνία έχει κάτι που θυμίζει… Ελλάδα. Το «φακελάκι» είναι και στην Ιαπωνία διαδεδομένο (σε γιατρούς, καθηγητές, κρατικά στελέχη).
Η Ιαπωνία έχει μεγάλη προϊστορία στη διαφθορά. Ο πρώτος Ιάπωνας πρωθυπουργός που εξαναγκάστηκε σε παραίτηση λόγω διαφθοράς ήταν ο Kakuei Tanaka στα 1976. Τη χρονιά εκείνη αποκαλύφθηκε ότι είχε δωροδοκηθεί από την αμερικανική εταιρεία κατασκευής αεροσκαφών Lockheed με 1,8 εκατομμύρια δολάρια για να πουληθούν αεροσκάφη της Lockheed στην αεροπορική εταιρεία της Ιαπωνίας All Nippon Airways. Ο Tanaka όχι μόνο δεν μπήκε φυλακή για το χρηματισμό του αλλά συνέχισε να εκλέγεται στην ιαπωνική βουλή και να είναι ισχυρότατο στέλεχος του κυβερνόντος κόμματος μέχρι το 1985.
Στα 1989 ο Noboru Takeshita έγινε ο δεύτερος πρωθυπουργός που εξαναγκάστηκε σε παραίτηση σε ένα από τα μεγαλύτερα μεταπολεμικά σκάνδαλα της χώρας. Η χρονιά φυσικά δεν είναι τυχαία. Η δεκαετία του 1980 ήταν η εποχή που πραγματοποιείται η άγρια νεοφιλελεύθερη στροφή στις καπιταλιστικές χώρες. Στα τέλη αυτής της δεκαετίας θα σκάσει η χρηματιστηριακή φούσκα που είχε δημιουργηθεί με αποτέλεσμα να οδηγηθεί η ιαπωνική οικονομία σε μακροχρόνια ύφεση που στην ουσία διαρκεί ακόμα. Τότε λοιπόν αποκαλύφθηκε ότι στελέχη και βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος (Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα) έπαιρναν ως αμοιβή μετοχές για «διευκολύνσεις» που έκαναν σε εταιρείες. Στην κορύφωση του σκανδάλου ένας από τους συμβούλους του πρωθυπουργού αυτοκτόνησε…
Ξανά κάτι που θυμίζει Ελλάδα. Η δικαστική έρευνα για το σκάνδαλο κράτησε 13 χρόνια, εξετάστηκαν 322 άτομα, αλλά κανείς δεν καταδικάστηκε! Αργότερα ο Takeshita αποκαλύφθηκε ότι είχε ζητήσει τη συνδρομή της ιαπωνικής Μαφίας για την εκλογή του! Ένας από τους πιο στενούς του συνεργάτες καταδικάστηκε το 1993 για φοροδιαφυγή εκατομμυρίων δολαρίων.
Τα σκάνδαλα λοιπόν στον ιαπωνικό πολιτικό κόσμο είναι ενδημικά. Αναφέρω απλά ενδεικτικά, ότι στα 1998 δυο υπουργοί οικονομικών παραπέμφθηκαν σε δίκη γιατί δωροδοκήθηκαν με 69.000 δολάρια από πέντε εταιρείες. Το 2001 ο πρώην υπουργός εργασίας Masakuni Murakami αποκαλύφθηκε ότι είχε δωροδοκηθεί με 615.000 δολάρια από την εταιρεία KSD.


Αλλά το πραγματικά «μεγάλο φαγοπότι» στην Ιαπωνία αφορά τα δημόσια έργα. Οι κατασκευαστικές εταιρείες κατορθώνουν να πάρουν δημόσια έργα εξαγοράζοντας πολιτικούς και κρατικούς υπεύθυνους. Πάνω από το 90% των δημόσιων έργων γίνονται είτε με απευθείας αναθέσεις χωρίς διαγωνισμούς, είτε (όταν υπάρχουν διαγωνισμοί) με χειραγώγηση των προσφορών. Το αποτέλεσμα είναι μια εκτεταμένη διαφθορά σε όλον τον κρατικό τομέα που ασχολείται με δημόσια έργα. Σύμφωνα με μια μελέτη, το 60% των κρατικών στελεχών που δούλευαν στην κατασκευή δημόσιων δρόμων προσλήφθηκαν μετά τη συνταξιοδότηση τους από τις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες ως επιβράβευση της εύνοιας που είχε επίδειξη προς αυτές κατά τα διάρκεια της κρατικής τους θητείας!


Τα οικονομικά σκάνδαλα αρκετές φορές σημαίνουν ότι οι απλοί άνθρωποι πληρώνουν βαρύ φόρο αίματος για να βγάζουν οι καπιταλιστές υπερκέρδη. Η Ιαπωνία είναι, ως γνωστό, μια πολύ σεισμογενής χώρα. Το 2005 και 2006 ξέσπασε ένα τεράστιο σκάνδαλο όταν αποκαλύφθηκε ότι, με τη μέθοδο του λαδώματος κρατικών υπευθύνων, οι κατασκευαστικές εταιρίες, για να κάνουν οικονομία στα υλικά, κατασκεύαζαν κτίρια σε βάρος της σεισμικής τους επάρκειας. Έτσι κτήρια που είχαν χαρακτηριστεί ότι αντέχουν σε σεισμό έντασης 7 στην πραγματικότητα άντεχαν μόνο σε 5…


Συμπερασματικά
Το φαινόμενο λοιπόν της διαφθοράς του πολιτικού συστήματος και της διαπλοκής του με τα συμφέροντα των καπιταλιστών είναι παγκόσμιο φαινόμενο και χαρακτηρίζει όλες τις αναπτυγμένες χώρες.
Μια πρώτη εξήγηση του φαινομένου έχει τη δύναμη μιας ολοφάνερης αλήθειας και είναι απλούστατη. Ο καπιταλισμός αναπτύσσεται μέσα από έναν ανελέητο ανταγωνισμό που έχει ως τελικό επίδικο το οικονομικό κέρδος. Το ύψος του κέρδους κάνει τη διαφορά ανάμεσα στην επιτυχία ή την καταστροφή και την εξαφάνιση.


Επομένως, η επίτευξη του κέρδους αναγκαστικά θα επιτευχθεί με όλα τα μέσα, θεμιτά ή αθέμιτα. Από την αρχή της ιστορίας του καπιταλισμού η διαπλοκή της κρατικής, κομματικής και δικαστικής γραφειοκρατίας με τις μεγάλες επιχειρήσεις ήταν αναγκαία για την ανάπτυξη των τελευταίων. Αυτή η διαπλοκή έπαιρνε ολοένα και μεγαλύτερες διαστάσεις όσο ο οικονομικός ρόλος του κράτους μεγάλωνε, δηλαδή σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Μέσω αυτής της διαπλοκής κάποιες εταιρείες αποκτούσαν πλεονέκτημα σε σχέση με ανταγωνιστές τους.


Από τη δεκαετία το 1980, από την εποχή δηλαδή της νεοφιλελεύθερης στροφής του καπιταλισμού, η διαφθορά και η διαπλοκή έχουν κτυπήσει κόκκινο. Από τότε γιγάντιες δημόσιες επιχειρήσεις (επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν από τα λεφτά των φορολογουμένων, δηλαδή κυρίως των εργαζομένων) ξεπουλήθηκαν έναντι πινακίου φακής στους μεγαλοκαπιταλιστές. Το ξεπούλημα αυτό έφερε αναπόφευκτα και τη γιγάντωση της διαφθοράς στις κυβερνήσεις που ενεπλάκησαν σε αυτές.


Σήμερα, παρά τους μύθους του νεοφιλελευθερισμού, ο ρόλος του κράτους στην οικονομία είναι τεράστιος. Το κράτος (μέσω κρατικών επενδύσεων, καταναλωτικής δαπάνης, κρατικών επιδοτήσεων κλπ) ευθύνεται περίπου για το 25-30% του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν). Η κρίσιμη σημασία του κράτους αποκαλύφθηκε σε όλο της το μεγαλείο με την τωρινή παγκόσμια οικονομική κρίση. Χωρίς τις κρατικές ενέσεις στην οικονομία (που σημαίνει κρατικά χρήματα στις τράπεζες και τις επιχειρήσεις, δηλαδή σε συγκεκριμένους καπιταλιστές) η οικονομία θα είχε βυθιστεί σε χειρότερη οικονομική κρίση και από αυτή της δεκαετίας του 1930. Όπως είδαμε προηγούμενα στις ΗΠΑ, ο υπουργός Οικονομικών του Μπους, ο Χένρι Πόλσον, ευνόησε στο ζενίθ του χρηματοπιστωτικού κραχ το Σεπτέμβρη του 2008, την Goldman Sachs, σε βάρος της Lehman Brothers.
Οι πάντες στον κρατικό μηχανισμό (από τον πρωθυπουργό μέχρι το τελευταίο στέλεχος του κρατικού μηχανισμού) γνωρίζουν ότι από τις αποφάσεις τους κάποιοι καπιταλιστές θα διασωθούν για να συνεχίσουν να βγάζουν δισεκατομμύρια σε κέρδη. Πολύ φυσιολογικά λοιπόν τα κρατικά στελέχη ζητούν ένα μερίδιο από τα κέρδη. Αφελής είναι αυτός που πιστεύει ότι η οικονομία είναι δήθεν ουδέτερη και είναι «προς το καλό όλων η οικονομική ανάπτυξη». Η αφέλεια αυτή μπορεί να χαρακτηρίζει κάποιους από τους από κάτω, κάποιους εργαζόμενους χωρίς ταξική συνείδηση, χωρίς ρεαλιστική αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Πρόκειται για την αφέλεια της αδυναμίας! Αδυναμία αντίδρασης σε μια κοινωνία ανελέητα ταξική.


Αλλά οι επικεφαλείς της κρατικής εξουσίας (και των αστικών κομμάτων εξουσίας) ούτε αφελείς είναι, ούτε αδύναμοι, ούτε τους λείπει η ταξική συνείδηση. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι χάρις στις προσπάθειές τους η οικονομία λειτουργεί «εύρυθμα» (τα σημερινά πακέτα στήριξης προς τους τραπεζίτες είναι η απόδειξη). Επιπλέον γνωρίζουν ότι χάρις στις ιδεολογικές κατασκευές που διασπείρουν στην κοινωνία («η αγορά είναι μονόδρομος», «ο σοσιαλισμός απέτυχε», «αν δεν μεγαλώσει η πίτα δεν μπορεί και να μοιραστεί», «μηδενική ανοχή στους λαθρομετανάστες» κλπ) δημιουργούν την αναγκαία κοινωνική συναίνεση ώστε το σύστημα να λειτουργεί παρά τις αντιθέσεις που αναπόφευκτα γεννά η λειτουργία του καπιταλισμού. Για όλους αυτούς τους λόγους, η ανώτατη κρατική και κομματική ιεραρχία θεωρεί τον εαυτό της μέρος της άρχουσας τάξης και θεωρεί δικαίωμα της να καρπώνεται ένα μέρος των οικονομικών ωφελημάτων.


Υπάρχει, επιπλέον, ένα ακόμα νήμα που συνδέει την κρατική και κομματική γραφειοκρατία με το μεγάλο κεφάλαιο. Ο μεγάλος ρόλος του κράτους, που περιγράψαμε προηγούμενα, σημαίνει ότι πλέον είναι αναγκαία για τη λειτουργία του συστήματος μια ευμεγέθης επαγγελματική γραφειοκρατία τόσο στον κρατικό μηχανισμό όσο και στις κομματικές ιεραρχίες των κομμάτων εξουσίας (που αποτελούν, υπό μια έννοια, προέκταση του κρατικού μηχανισμού). Απλά και ρεαλιστικά, οι συνδρομές των κομματικών μελών δεν επαρκούν για τη στήριξη αυτού του στελεχικού δυναμικού (πολύ περισσότερο που τα κόμματα εξουσίας απομαζικοποιούνται, σε επίπεδο συμμετοχής μελών σε αυτά, καθώς η «ιδεολογία» παίζει ολοένα και περισσότερο δευτερεύοντα ρόλο). Καθώς τα στελέχη σε αυτά τα κόμματα απαιτούν οικονομικές απολαβές αντίστοιχες των στελεχών του ιδιωτικού τομέα, μια μεγάλη αύξηση της κρατικής ενίσχυσης προς αυτά, απλά δεν θα γινότανε ανεκτή από τον απλό κόσμο. Επιπλέον θα ταύτιζε την κομματική με την κρατική γραφειοκρατία, πράγμα που θα κλόνιζε τα ιδεολογικά θεμέλια των κομμάτων. Έτσι ο μόνος δρόμος είναι η οικονομική ενίσχυση των κομμάτων εξουσίας απευθείας από τις μεγάλες επιχειρήσεις (περίπτωση Siemens, Χ. Κολ στη Γερμανία που είδαμε και πιο πριν). Ένα μέρος αυτής της ενίσχυσης από το μεγάλο κεφάλαιο καταλήγει στις τσέπες υψηλών στελεχών (καραμπινάτη διαφθορά) αλλά και ένα μέρος πράγματι χρηματοδοτεί την αναγκαία για τη λειτουργία του καπιταλισμού κομματική (και επομένως κρατική) γραφειοκρατία.
Ωστόσο εδώ χρειάζεται μια διευκρίνηση. Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι όλα τα κρατικά ή κομματικά στελέχη είναι διεφθαρμένα, ούτε καν ότι η διαφθορά αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για το σύστημα.


Σε αυτόν τον κόσμο υπάρχει και ο ρόλος της ιδεολογίας που δεν αφορά μόνο τους από κάτω (τις κυριαρχούμενες τάξεις) αλλά καθορίζει τη συμπεριφορά και στις διευθύνουσες τάξεις. Η ιδεολογία του «εθνικού συμφέροντος», του «κοινωνικού δικαίου», της «ισονομίας» επηρεάζει και το στρώμα της υψηλής γραφειοκρατίας που είναι θεσμικά υπεύθυνη για τη λειτουργία του συστήματος. Έτσι κατά καιρούς εμφανίζονται «αδέκαστοι» δικαστές, οικονομικοί ελεγκτές, ακόμα (γιατί όχι) και πρωθυπουργοί. Ωστόσο δυο πράγματα είναι δεδομένα για τις κυριαρχούμενες τάξεις. Το πρώτο είναι ότι δεν είναι πάντοτε καθόλου εύκολο να διακρίνεις τι είναι το καλύτερο: π.χ. ένας δικαστής που λαδώνεται ή ένας άτεγκτος δικαστής που εφαρμόζει νόμους κομμένους και ραμμένους για τους ισχυρούς (και έτσι είναι σχεδόν το σύνολο των νόμων). Ποιος είναι προτιμότερος, ένας διεφθαρμένος και ανίκανος πρωθυπουργός ή ένας αδιάφθορος και ικανότατος νεοφιλελεύθερος πρωθυπουργός που μπορεί να επιβάλλει κοινωνικά ανάλγητους νόμους στο όνομα «του αναγκαίου και αναπόφευκτου»; Και δεύτερον, οι «άτεγκτοι» δημόσιοι λειτουργοί έχουν πλήρως αποτύχει όχι να εξαλείψουν, αλλά έστω να περιορίσουν τη διαφθορά.


Επιπλέον η διαφθορά δε σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι το σύστημα δυσλειτουργεί. Ας πάρουμε για παράδειγμα την περίπτωση του Κ. Μητσοτάκη. Όποιος έχει διαβάσει για την αποστασία και τα γεγονότα της δεκαετίας του 1960, θα γνωρίζει ότι τότε το παλάτι (ασφαλώς με την υποστήριξη κάποιων μεγαλοκαπιταλιστών) εξαγόραζε βουλευτές της Ένωσης Κέντρου με… βαλίτζες χρημάτων. Ο Μητσοτάκης ήταν από τους διοργανωτές (σύμφωνα με διάφορους ιστορικούς όπως για παράδειγμα ο Σπύρος Ν. Λιναρδάτος[1]) των εξαγορών βουλευτών και τα επόμενα χρόνια απέκτησε μια σπουδαία περιουσία. Τα παραπάνω ωστόσο δεν σημαίνουν ότι ο Μητσοτάκης είναι δευτεροκλασάτος πολιτικός για το σύστημα, το αντίθετο μάλιστα. Οι (ενδεχόμενες) μίζες που πήρε αποτελούν μέρος της αμοιβής του για τις υπηρεσίες που πρόσφερε και συνεχίζει να προσφέρει στην άρχουσα τάξη (της οποίας άλλωστε είναι μέλος). Για το ίδιο το σύστημα αυτό δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα. Ας πάρουμε ένα πιο ακραίο παράδειγμα, την Ιταλία. Παραδοσιακά το πολιτικό κατεστημένο έχει αναπτύξει μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στενές σχέσεις με την Μαφία. Αυτό δεν εμπόδισε την Ιταλία να βρίσκεται μεταξύ των οκτώ ισχυρότερων οικονομικά κρατών του πλανήτη.


Θεωρητικά, για να λειτουργεί σωστά ο ελεύθερος ανταγωνισμός θα πρέπει, οι καπιταλιστές να ανταγωνίζονται με ίσους όρους και ισονομία (να μην υπάρχει ευνοιοκρατία για κάποιους). Αυτό ωστόσο δεν μπορεί να επιτευχθεί με μαγικό τρόπο, δεν υπάρχουν απόλυτες αρχές που επιβάλλονται αυτόματα επειδή το ισχυρίζεται κάποια «σωστή» θεωρία. Δεν υπάρχει ένας καπιταλισμός πρότυπο από τον οποίο κάθε παρέκκλιση αποτελεί «ανωμαλία». Στον πραγματικό κόσμο του καπιταλισμού, ο «καθαρός» οικονομικός ανταγωνισμός συνυφαίνεται με τη διαπλοκή ακόμα και με την απάτη. Μέσα από αυτή την πολύπλοκη διαδικασία επέρχονται οι συμβιβασμοί και καθορίζονται στο τέλος οι κανόνες του οικονομικού «παιχνιδιού» για όλους.


Μόνο από την πλευρά των εργαζομένων η διαφθορά αποτελεί πραγματικά σκάνδαλο. Την ίδια ώρα που ζητούνται θυσίες από τους εργαζόμενους, οι καπιταλιστές και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι διάγουν προκλητικό βίο καταπατώντας ακόμα και τους νόμους που οι ίδιοι υποτίθεται υπηρετούν.
Από τα παραπάνω είναι προφανές ότι διαφωνώ με τις θεσμικές προσεγγίσεις του θέματος της διαφθοράς από ένα κομμάτι της Αριστεράς. Πριν από χρόνια, τότε που ξεκίναγαν οι εργασίες για την κατασκευή της Αττικής οδού, είχα μια συνομιλία με ένα στέλεχος της Αριστεράς. Επειδή και τότε υπήρχε μια οσμή σκανδάλου για τη σύμβαση, ο συνομιλητής μου τόνιζε την ανάγκη:


«…να υπάρχουν για τα δημόσια έργα, ανεξάρτητες επιτροπές εμπειρογνωμόνων που να αξιολογούν αξιοκρατικά και αντικειμενικά τις υποβαλλόμενες προσφορές»


Του απάντησα ως εξής:
«Δεν είναι καθόλου ρεαλιστική η προσέγγιση του θέματος που κάνεις. Ας δούμε τα πράγματα από κοντά. Ένα τόσο μεγάλο έργο όπως η Αττική οδός, δεν μπορούν να το αναλάβουν παρά μονάχα οι δυο μεγαλύτεροι κατασκευαστικοί όμιλοι στην Ελλάδα. Μιλώντας εντελώς σχηματικά, τα ονόματα είναι τυχαία, θα το αναλάβει είτε ο Μπόμπολας είτε ο Βαρδινογιάννης. Και οι δυο όμιλοι έχουν τις τεχνικές δυνατότητες που απαιτεί το έργο, και των δυο οι προσφορές θα είναι πολύ κοντά η μια στην άλλη. Απλά, δεν υπάρχουν «αντικειμενικά» κριτήρια για το ποιος από τους δυο ομίλους θα το αναλάβει. Το μόνο «αντικειμενικό» κριτήριο είναι ποιος από τους δυο έχει καλύτερες σχέσεις με την κρατική και κομματική γραφειοκρατία που τυχαίνει να βρίσκεται στην κυβέρνηση. Αλλά υπάρχει ένα σοβαρό, γενικότερο πρόβλημα, στη συλλογιστική των «επιτροπών εμπειρογνωμόνων». Θεωρείς ότι μπορούν να υπάρξουν «αδέκαστοι» τεχνοκράτες που ενώ γνωρίζουν ότι ο όμιλος που θα αναλάβει το έργο θα βγάλει κέρδος δισεκατομμύρια ευρώ, αυτοί ως «καλοί και ηθικοί» θα του το προσφέρουν αφιλοκερδώς και θα περιοριστούν στο μισθό που θα πάρουν ως μέλη της επιτροπής. Συμφωνώ ότι σε κάποια επιτροπή μπορούν να βρεθούν «αφελείς» (χρησιμοποίησα άλλη λέξη, αλλά δεν έχει σημασία) τεχνοκράτες. Ωστόσο δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι στις περισσότερες θα βρεθούν όχι «αφελείς» αλλά άνθρωποι αυτού του κόσμου που θα θεωρήσουν ότι από τα δισεκατομμύρια ευρώ που θα κερδίσει ο όμιλος, του οφείλουν ένα κάπως γενναιόδωρο δωράκι. Με άλλα λόγια η διαφθορά δεν αντιμετωπίζεται θεσμικά γιατί είναι θεσμικά εγγεγραμμένη στο σύστημα».


Με κοίταξε με ένα αμήχανο χαμόγελο και είπε:


«Εντάξει η λογική σου είναι κάπως τετράγωνη. Συμφωνώ ότι δεν πρόκειται να εκλείψει η διαφθορά όσο υπάρχει καπιταλισμός, αλλά μπορούμε τουλάχιστον να την περιορίσουμε με ανεξάρτητους θεσμούς».


Λοιπόν, με όσα έγραψα σε αυτή τη δημοσίευση, θεωρώ και αυτόν τον σεμνό και περιορισμένο στόχο υπερβολικά αισιόδοξο…


Φυσικά δεν υποστηρίζω ότι «δεν τρέχει και τίποτα», ότι η διαφθορά (ο συγκεκριμένος δηλαδή τρόπος με τον οποίο διεξάγονται οι οικονομικοπολιτικές δοσοληψίες) πρέπει σε τελική ανάλυση να μην ενδιαφέρει τους από κάτω, τους εργαζόμενους. Κάθε άλλο μάλιστα.


Ο τρόπος που γίνονται οι αναθέσεις έργων, το αν μια επιχείρηση θα λαδώσει για να πάρει δάνειο, αφορά άμεσα όλους του εργαζόμενους και όχι μόνο όσους δουλεύουν σε επιχειρήσεις που σχετίζονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με το δημόσιο. Τα χρήματα που πηγαίνουν για μίζες και δωροδοκίες πολιτικών, είναι χρήματα που προκύπτουν από την εργασία των εργαζομένων και γι’ αυτό θα πρέπει να τα (επανα)διεκδικήσουν και να τους ενδιαφέρει πώς επενδύονται. Τα χρήματα που πηγαίνουν για λαδώματα πολιτικών θα πρέπει να διεκδικούνται για παραγωγικές επενδύσεις, για ενίσχυση του κράτους πρόνοιας, της παιδείας, κλπ.


Επιπλέον, οι εργαζόμενοι θα πρέπει να διεκδικούν το δικαίωμά τους να γνωρίζουν τα οικονομικά της επιχείρησης στην οποία δουλεύουν αλλά και για την οικονομική πολιτική της κοινωνίας στην οποία ζουν. Για να πραγματοποιηθούν τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να περιμένουμε την έλευση μια «άλλης κοινωνίας». Το εργατικό κίνημα από τη δεκαετία του 1960 είχε διεκδικήσει και είχε καταφέρει να εκπροσωπείται στα διοικητικά συμβούλια των μεγάλων δημόσιων υπηρεσιών. Το ίδιο πρέπει να διεκδικηθεί σε κάθε οικονομική δραστηριότητα που αφορά τα δημόσια έργα, όπου συλλογικά το εργατικό κίνημα να έχει την επίβλεψη. Ωστόσο η απλή εκπροσώπηση δεν επαρκεί. Η εκπροσώπηση, παραδείγματος χάριν, των εργαζομένων στον ΟΤΕ δεν εμπόδισε την ιδιωτικοποίηση του και την επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων. Γι’ αυτό λοιπόν θα πρέπει να συνοδευτεί με δικαίωμα βέτο από τον εκπρόσωπο των εργαζομένων. Είναι ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος για να χτυπηθεί η διαφθορά.
Οι εργαζόμενοι είναι οι μόνοι που έχουν αντικειμενικό συμφέρον κατά της διαφθοράς. Όπως είδαμε, η διαφθορά για τους καπιταλιστές είναι business as usual, δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για αυτούς. Οι δε τεχνοκράτες των «εποπτικών επιτροπών» διαφθείρονται εξαιρετικά εύκολα.


Οι εργαζόμενες τάξεις θα πρέπει να αγωνίζονται εναντίον της «διαφθοράς», όχι για να εξασφαλίσουν μια «ηθική και νόμιμη» λειτουργία του καπιταλισμού, δηλαδή για να εξασφαλίσουν ότι η κοινωνία θα ρυθμίζεται από το «νόμο της αγοράς», αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: για να καταφέρουν να ανακόψουν μια πορεία που οδηγεί σε όλο και πιο έντονο προσδιορισμό της πολιτικής από τις ανάγκες της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Ο αγώνας των εργαζομένων ενάντια στη διαφθορά πρέπει να αποτελεί μια από τις πτυχές του αγώνα ενάντια στην καταλήστευση του δημόσιου πλούτου και ενάντια στον αυξανόμενο αυταρχισμό της πολιτικής ζωής.


Άγγελος Κ


Πηγές
[1] Σπύρου Λιναρδάτου, Από την εμφύλιο στη χούντα, τόμος Ε, σελ. 278-279 285, εκδόσεις Παπαζήση.
http://www.telegraph.co.uk/news/newstopics/politics/1583595/Bertie-Ahern-resigns-as-Irelands-Prime-Minister.html
http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=16/06/2009&s=to-anagnwstiko-ths-teleytaias-selidas
http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/6720459.stm
http://www.economist.com/world/displaystory.cfm?story_id=587107
http://archive.enet.gr/online/online_text/c=111,dt=11.05.2006,id=53336812
http://news.bbc.co.uk/2/hi/europe/1199032.stm
http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=481062
http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=71700
http://www.fromthewilderness.com/free/ciadrugs/bush-cheney-drugs.html
http://factsanddetails.com/japan.php?itemid=799&catid=22&subcatid=146