Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2010

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΘΕΣΗΣ, ΤΩΝ ΚΙΝΗΤΡΩΝ ΜΑΣ & ΤΗΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ.

Πηγή: ΣΟΛΩΝ

Η μη οικονομική όψη της κρίσης.

Όσο και αν φαίνεται παράδοξο, τώρα που υπάρχει η αυξανόμενη οικονομική και περιβαλλοντική κρίση, ακριβώς τώρα είναι η κατάλληλη ώρα για σκέψη και περισυλλογή.
Όμως παρά την –ιστορικά πια- αποδεδειγμένη ανεπάρκεια όλων των προτύπων, ο άνθρωπος ακόμη απαιτεί μανιωδώς κάτι που να του λύσει το πρόβλημα τώρα, άμεσα, χωρίς αυτός να χάσει ο,τιδήποτε κατέχει ήδη. Αρνείται και να σκεφθεί, όχι γιατί δεν μπορεί, αλλά γιατί η σκέψη του φαίνεται μία ανεξέλεγκτη περιπέτεια που θα του καταστρέψει τα είδωλά του. Όλα τα άλλα γι’ αυτόν είναι απλώς «θεωρίες» που δεν λύνουν προβλήματα. Φυσικά υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις θεωρητικών κατασκευών που να αποσυνδέουν τη σκέψη από την πραγματικότητα, με σκοπό είτε την καθυπόταξη των ανθρώπων σε μια κατάσταση εξουσίας είτε την υπαγωγή τους σε μία φαντασίωση για χάρη της ίδιας της φαντασίωσης.

Όμως η προσπάθεια για αυτογνωσία και επιλογή στόχων ζωής δεν είναι ούτε θεωρία ούτε έλλειψη πράξης. Είναι η πραγματικότητα. Η μέχρι τώρα πραξιακή δυναμική της κοινωνίας έδινε την ψευδαίσθηση της πράξης λόγω της αντικειμενικοποίησης των στόχων της π.χ. χρήμα, υλικά αγαθά, ενώ στην πραγματικότητα ήταν μία «θεωρία»-αυταπάτη που οδήγησε αποδεδειγμένα σε καταστροφική πράξη, άρα ήταν μία λανθασμένη εξαρχής θεωρία, ήταν μια απομίμηση θεωρίας, όπως η συνεχής οικονομική ανάπτυξη, το ασύδοτο της επιθυμίας και διάφορα άλλα. Δυστυχώς και εξ αντιθέτου θα μπορούσε και η «αυτογνωσία» να καταντήσει μία αυταπάτη, μία «φούσκα» που χρησιμοποιεί κάποιος για να ζήσει ανενόχλητος μέσα σε μία φαντασίωση μοναχικότητας και αυτάρκειας. Χωρίς εναρμόνιση με την ολότητα θα είναι μία απατηλή αυτογνωσία, ένας ναρκισσισμός. Θα είναι είδωλο αυτογνωσίας και όχι αληθινή αυτογνωσία.

Η απάντηση λοιπόν στη σημερινή κρίση είτε αυτή αφορά στην οικονομική κρίση της Ελλάδας είτε στην παγκόσμια οικονομική και οικολογική κρίση – γιατί αυτές οι δύο πάνε μαζί – δεν μπορεί να είναι απλά τεχνοκρατική. Ή μάλλον δεν μπορεί καθόλου να είναι τεχνοκρατική τώρα πια. Η πολυτέλεια της τεχνοκρατικότητας ως ειδίκευσης τομέων, όπως αυτού της οικονομίας, μπορεί να ισχύει για άλλους καιρούς, τότε που υπάρχει μία αφθονία πόρων (όχι μόνον οικονομικών) και πεδίου ανάπτυξης. Αλλά τελικά εκείνη η αφθονία στην οποία στηριζόταν η όλη ανάπτυξη των τελευταίων δεκαετιών ήταν πλασματική, επειδή δεν είχε υπολογισθεί μαζί με αυτήν ούτε η αύξηση της ανάπτυξης των μη αναπτυγμένων χωρών ούτε η επερχόμενη κλιματική αλλαγή και η λοιπή οικολογική καταστροφή. Η ανάπτυξη των χωρών αυτών πρόσθεσε ανταγωνιστές στο πεδίο της οικονομίας και αύξησε το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της παγκόσμιας οικονομίας.

Επίσης δεν είχαν υπολογισθεί ζητήματα που αφορούν στην κρίση της καθημερινότητας του ανθρώπου και των πολιτισμικών προτύπων, αν και γινόταν προσπάθεια να χειραγωγηθούν με «επιβολή» προτύπων συμβατών με τις ανάγκες της αγοράς. Η στενότητα όμως των πόρων καθιστά αδύνατη αυτή τη χειραγώγηση, επειδή είναι πολύ δύσκολο να έχουν όλοι αυτό που ποθούν και, ακόμη χειρότερα, δεν μπορούν πια να επιβιώσουν με κατάλληλο για την εποχή μας τρόπο. Η απληστία των αγορών δεν διακρίνεται για τη σύνεσή της ή τη σοφία της, αλλά για το τέχνασμα και την πανουργία της. Είναι δύο διαφορετικά πράγματα, και αυτή η υπόμνηση μπορεί στα μάτια των κυνικών να φαίνεται παιδαριώδης, όμως στα μάτια της ιστορίας φαίνεται καταλυτική.

Γι’ αυτό το λόγο το πρόβλημα στην ανθρώπινη κοινωνία είναι ότι σχεδόν ποτέ δεν λαμβάνονται τα πραγματικά κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση μιας κρίσης. Αυτό συνήθως δεν συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει λύση, αλλά επειδή οι άνθρωποι δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν όλο το τίμημα για τη λύση αυτή και ο καθένας εξαντλεί κάθε χρονικό περιθώριο για την πληρωμή του τιμήματος που του αναλογεί, για να προλάβει μέσα σε αυτό το χρόνο να αντλήσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο όφελος ή τουλάχιστον να χάσει όσο το δυνατόν λιγότερα. Αυτό σημαίνει ότι σε τελευταία ανάλυση ο καθένας ελπίζει ότι κάποιοι άλλοι θα σηκώσουν τα βάρη της απαιτούμενης αλλαγής και ότι αυτός θα εξαιρεθεί, αν και θα καρπωθεί τα αποτελέσματα της όποιας βελτίωσης. Αυτό οδηγεί στην εξάντληση του χρόνου μέσα στον οποίο μπορεί να γίνει η πρόληψη ή η ικανοποιητική αντιμετώπιση ενός αναδυθέντος προβλήματος. Αυτή η συμπεριφορά οδηγεί σε μακροχρόνια ποιοτική επιδείνωση της κρίσης. Και αυτοί οι άλλοι που τελικά θα την πληρώσουν είναι είτε άλλοι συνάνθρωποι είτε οι μελλοντικές γενιές. Και εδώ ακριβώς η «αγάπη» των γονέων και της κοινωνίας για τα παιδιά αποδεικνύεται σε κάθε περίπτωση -αν όχι ψεύτικη- οπωσδήποτε όμως ατελής, παραπλανητική και επιζήμια.

Βέβαια πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ένα μέρος αυτής της άρνησης για ανάληψη του βάρους οφείλεται στην (φαινομενικά δικαιολογημένη) έλλειψη εμπιστοσύνης ότι όλοι θα σηκώσουν αντίστοιχο βάρος. Στην πραγματικότητα όμως λίγοι από τους αρνητές αυτούς είναι πραγματικά δικαιολογημένοι, γιατί σχεδόν όλοι δεν έχουν καμμία πρόθεση να το σηκώσουν, αλλά αντιθέτως να το ρίξουν στους ώμους άλλων. Και θεμελιωδώς αυτό που κάνει τη διαφορά είναι η πρόθεση. Αυτή καθορίζει την πορεία των πραγμάτων ατομικά και συλλογικά.

Ήλθε προφανώς ο καιρός να αντιμετωπίσουμε όχι τους άλλους αλλά τον ίδιο τον εαυτό μας. Αλλά αυτό ήταν πάντοτε το πιο δύσκολο μέρος της προσπάθειάς μας, σε όλη την διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας. Μέχρι τώρα έφταιγαν μόνον οι άλλοι και ποτέ εμείς. Οι πολιτικοί βέβαια ήταν στην κορυφή της λίστας αυτών των «άλλων». Όχι ότι αυτό δεν ίσχυε, όμως δεν ήταν η μόνη αιτία. Όλοι περιμένουν ένα τέλειο περιβάλλον που να τους επιτρέπει να είναι, σύμφωνα με τη γενική αυταπάτη, «τέλειοι», απαιτούν ένα τέλειο σύστημα διακυβέρνησης, μία τέλεια οικονομία κ.ο.κ. Αλλά τέτοιο δεν υπάρχει ως κάτι έξω τους ανθρώπους. Ξεχνάνε να ομολογήσουν ότι θα ήταν «τέλειοι» χωρίς να έχουν ουσιωδώς χάσει τίποτε από τα κεκτημένα! Γι’ αυτό δεν τολμούν καν να θέσουν και να απαντήσουν σε δύο καίρια ερωτήματα συνείδησης: Πρώτον, πώς θα αντιμετώπιζαν σε μια τέτοια ουτοπική περίπτωση ενός τέλειου συστήματος την ούτως ή άλλως υπάρχουσα επιθυμία τους για αποκτήματα και υπεροχή και, δεύτερον, τι αυταξία θα είχε ένας άνθρωπος απόλυτα εξαρτημένος από το περιβάλλον του και χωρίς καμμία ικανότητα αντίστασης σε ερεθίσματα αντικοινωνικότητας; Αν θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει καμμία αυταξία του ανθρώπου, τότε η υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωμάτων δεν θα είχε ούτε νόημα ούτε στήριγμα. Το ίδιο πρέπει να αναρωτηθεί κανείς και για τα όντα γενικά.

Με αυτόν τον τρόπο το προβληματικό οικοδόμημα της ανθρώπινης κοινωνίας στηρίχθηκε στην αρνητική πλευρά των ανθρώπων, είναι δηλαδή κάτι που του επιτράπηκε στην κυριολεξία να αναπτυχθεί. Το επέτρεψαν όλοι (σχεδόν όλοι) οι άνθρωποι. Όπως για παράδειγμα πριν από την σημερινή οικονομική κρίση οι άνθρωποι ήταν ευχαριστημένοι όταν κέρδιζαν μεγάλα ποσά στα χρηματιστήρια, χωρίς να αναρωτιούνται για το οικονομικά όπως και το ηθικά ορθό αυτού του κέρδους. Επίσης κατανάλωναν ασύδοτα, χωρίς να αναρωτιούνται για το αν αυτό είναι συναφές με την εαυτότητα, αν και στο βάθος το βάρος της ανάγκης για προσδιορισμό της εαυτότητας είναι αυτό που τους ωθεί.
Ιστορικά οι αντιδράσεις των ανθρώπων στα κακώς κείμενα της κοινωνίας δεν είχαν το απαιτούμενο βάθος αυτογνωσίας και κινήτρου ή λογικής και ηθικής στάσης, αλλά εκπήγαζαν από την σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο δική τους δύσκολη θέση, όπως π.χ. τη φτώχεια τους. Αλλά αν η κατάστασή τους ήταν διαφορετική, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα υπήρχε ούτε διαμαρτυρία ούτε κατανόηση για τη φτώχεια των άλλων. Υπήρξαν φυσικά φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά αυτές ήταν πάντοτε ελάχιστες και αποτελούν την τιμή της ανθρωπότητας και παρέχουν τη βεβαιότητα ότι, εκτός από την αρνητική πλευρά, υπάρχει και η αντίθετη πλευρά μέσα στην ανθρώπινη φύση. Απλά περιμένει την επιλογή μας.

Έτσι φθάσαμε στη σημερινή κρίση και είναι φανερό τώρα πλέον το αδιέξοδο.

Για την Ελλάδα υπάρχει η ιδιαιτερότητα ότι η άσκηση της πολιτικής εξουσίας στη χώρα μας ήταν πάντοτε προβληματική, τόσο για τους παραπάνω λόγους που ισχύουν σε όλες τις κοινωνίες, αλλά επιπλέον και λόγω της μη κατανόησης και της μη αποδοχής της αξίας των θεσμών. Οι θεσμοί υφίσταντο παραβίαση όχι μόνον από τους πολιτικούς αλλά και από τους πολίτες. Γι’ αυτό η πολιτική-κοινωνική αποσάθρωση δεν υφίσταται μόνον στα υψηλά κλιμάκια εξουσίας αλλά και στα κατώτατα κλιμάκια της μικροκοινωνικής εξουσίας των ανώνυμων πολιτών. Υπήρξε δηλαδή σε όλη την κλίμακα μια απληστία απέναντι στους θεσμούς και μία πελατειακή ευχέρεια σπασίματος των κανόνων, παρά το γεγονός ότι στο σπάσιμο αυτό εκδηλωνόταν και η ανάγκη του ανθρώπου για μια ανθρωπιστική προσέγγιση προβλημάτων και αμοιβαία εξυπηρέτηση. Σε μία τέτοια δομή δεν μπορεί να στηριχθεί η αναγκαία αλλαγή προς αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, αλλά και καμμία άλλη σοβαρή αλλαγή.

Και φυσικά για το παγκόσμιο οικονομικό πρόβλημα (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας) γεννώνται ορισμένα ερωτήματα:
1.-Πόσο πραγματικά υπηρετούν το λαό οι πολιτικοί, τόσο οι ασκούντες κυβερνητική διαχείριση, όσο και αυτοί της αντιπολίτευσης, επειδή όλοι ασκούν εξουσία (μεγαλύτερη ή μικρότερη) και επιδιώκουν την εξουσία παρά τα όσα λένε για υπηρεσία προς τον λαό; Αξίζει να σημειώσουμε ότι και η ανθρωπιστική εξυπηρέτηση λειτουργεί προς όφελος της εξουσίας και της πελατειακής αλλοτρίωσης της κοινωνικής συνείδησης και οργάνωσης. Πρέπει όμως να παρατηρήσουμε ότι η θεσμοποίηση στα αναπτυγμένα κράτη έχει ουσιαστικά ελλείμματα ανθρωπισμού, τα οποία όμως δεν μπορούν και δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο μιας αποδεκτής ή μη διαφθοράς και πελατειακής εξυπηρέτησης. Στην εξέλιξη των κοινωνικών θεσμών και σχέσεων είναι αναγκαία η ολοκλήρωση της ανθρωπιστικής αμεσότητας. Θεσμικότητα και ανθρωπισμός πρέπει να συμπορεύονται, αλλοιώς προκύπτει χαοτικό ή εξουσιαστικό αποτέλεσμα.

2.- Πόσο αντιλαμβάνονται οι πολίτες την αξία των θεσμών πέραν των ατομικών τους συμφερόντων;

3.-Πόσες θυσίες οικονομικές αλλά και άλλες αντέχουν πολίτες και πολιτικοί να κάνουν στην παρούσα φάση;

4.-Πόσο διατεθειμένοι είναι οι πολίτες να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους οριστικά; Η οριστική αλλαγή είναι αναγκαία, γιατί η συνεχής ανάπτυξη με την επακόλουθη παράλογη κατανάλωση οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια τόσο στην επιβάρυνση του κλίματος του πλανήτη μας όσο και στα συνειδησιακά αδιέξοδα του σήμερα, εφόσον η κατανάλωση επικαλύπτει και συμπιέζει τις συνειδησιακές ανάγκες. Όσο η αλλαγή αυτή φαίνεται σαν αναγκαίο «κακό», τόσο δεν θα μπορεί να γίνει σωστά και ικανοποιητικά. Η ανάγκη αυτή για αλλαγή δείχνει όχι ένα γεγονός έξω από εμάς, αλλά αντιθέτως αποκαλύπτει τη βαθιά αστοχία του τρόπου της αντίληψής μας, άσχετα τελικά από την οικονομική στενότητα.

5.-Οι οικονομικές αξιολογήσεις των διαφόρων χωρών εκ μέρους διεθνών οίκων αξιολόγησης δεν θα πρέπει να αποτελέσουν το κεντρικό πεδίο προσπάθειας, επειδή οι οίκοι αυτοί είναι αναξιόπιστοι για τους εξής πιθανούς λόγους: Πρώτον, δεν προβλέψανε την οικονομική κρίση επειδή δεν μπόρεσαν, οπότε οι εκ μέρους τους αξιολογήσεις είναι γνωσιολογικά αναξιόπιστες. Ή δεύτερον, εγνώριζαν την επερχόμενη οικονομική κρίση, αλλά την απέκρυπταν για να μπορέσουν να προτρέψουν τους ανθρώπους να αγοράζουν στοιχεία των υπό πτώχευση μεγάλων εταιρειών και να επωμισθούν αυτοί άθελά τους τα βάρη αυτών των εταιρειών, οπότε αυτοί οι οίκοι θα είναι ηθικά αναξιόπιστοι. Έτσι επιδείνωσαν την κρίση. Ό,τι από τα δύο και να συμβαίνει, αρκεί για να τους θέσει εκτός πεδίου εγκυρότητας άποψης. Ωστόσο αποτελούν μία πραγματικότητα που επηρεάζει τις χώρες και τις κοινωνίες και δεν μπορούν να αγνοηθούν τελείως όσον αφορά την αρνητική επιρροή που ασκούν ή που μπορούν να ασκήσουν.

Στην πραγματικότητα αντιμετωπίζουμε από άποψη δυνάμεως την ανώτατη και την κατώτατη όψη της ιδιοτέλειας, αυτήν του απεριόριστου πλούτου και εκείνην της φτώχειας, με τις μεταξύ τους διαβαθμίσεις. Αυτό που αλλάζει είναι η εμβέλεια δράσης. Ωστόσο και η εμβέλεια δράσης της μαζικότητας είναι μεγάλη και είναι αυτή που στηρίζει όλη την παθογένεια του σήμερα μέσω της άκριτης και απεριόριστης επιθυμίας, έστω και ανεκπλήρωτης.

Ως κέντρο βάρους δηλαδή παραμένει ο επιλεγμένος τρόπος ζωής των ανθρώπων, η καθημερινή σφραγίδα της επιλογής τους, το αποτύπωμά της. Σε αυτό δεν μπορούν να κάνουν τίποτε οι αξιολογικοί οίκοι. Εξάλλου προκύπτει ως αναγκαία η επαναθεμελίωση του οικονομικού συστήματος με κριτική αξιολόγηση στα θεμέλιά του, με αναστοχασμό σχετικά με τις ανάγκες, τα μέσα και τους στόχους. Με βάση την εμπειρία ο αναστοχασμός αυτός θα συμπεριλάβει αξιολογητικά τη σημερινή και τις προηγούμενες κρίσεις και τα αίτιά τους, όπως και τη λογική ικανότητά μας για πρόληψη επανάληψης τέτοιων κρίσεων ή δημιουργίας άλλης τάξης κρίσεων.

Συνήθως στο κατώφλι των κρίσεων οι άνθρωποι προσπαθούν να τις λύσουν εργαλειακά, δηλαδή ψάχνοντας τους τρόπους εκείνους που θα απομακρύνουν τα αδιέξοδα, χωρίς να αγγίξουν τη συνείδησή τους. Όμως η όλη ψυχική δομή του ανθρώπου στο βαθμό που την γνωρίζουμε τον οδηγεί σε ανταπόκριση στο περιβάλλον και σε συνάφεια με αυτό, όπως π.χ. με το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή της ευχαρίστησης που αποτελούν παράγοντες σχέσης. Έτσι η συνείδηση αναπόφευκτα αγγίζεται από τις περιστάσεις, αν και αυτό συνήθως γίνεται εξ ανάγκης και όχι αυτοβούλως. Μακροπρόθεσμα υπάρχει συνειδησιακή μετακίνηση, η οποία με τη σειρά της δημιουργεί νέα πρότυπα και πολιτισμούς. Ποτέ δεν υπήρχε για την πλειονότητα εκούσια προσπάθεια για αλλαγή χάριν της συνείδησης, αλλά αναγκαστική αλλαγή χάριν της φυσικής ή ψυχολογικής επιβίωσης. Όταν θεμελιωθεί όμως η αλλαγή, αφελώς εκ των υστέρων υπάρχει η εντύπωση στην πράξη ότι πάντοτε υπήρχε αυτή, πράγμα όμως που είναι μια αυταπάτη. Αυτό συμβαίνει ακόμη και όταν δεχόμαστε θεωρητικά την εξέλιξη, γιατί η διανοητική άποψη δεν είναι ικανή να επιλύσει αυτή την ψυχολογική αντίφαση. Έτσι δεν μπορεί η ανθρωπότητα να αντιληφθεί το ιστορικά προφανές, ότι δηλαδή οι ψυχολογικές διαθέσεις, οι επιθυμίες και όλα αλλάζουν αλλάζοντας σταδιακά και τον πολιτισμό. Ότι αυτά δεν είναι αναλλοίωτα και ότι περιμένουν είτε την επιβολή της ανάγκης είτε την εκούσια αυτοεπιβολή. Αυτό δε που φαίνεται στον άνθρωπο αδιανόητο είναι το δεύτερο.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

Η απάντηση περιέχει μία θετική και μία αρνητική όψη: Πρώτον, ο άνθρωπος ορθά αρνείται να δει τον εαυτό του ως κάτι τμηματικό και διασπασμένο, εξάλλου αυτό είναι και η έννοια της εαυτότητας. Δεύτερον όμως, παράλληλα αρνείται να αντικρύσει τον εαυτό ως εξελισσόμενη συνείδηση μιας οντότητας, που βρίσκεται έξω από το χώρο και το χρόνο. Αυτό είναι κατά βάση η άρνηση της αποδοχής του χρόνου στην αντίληψη της εαυτότητας και η έλλειψη κατανόησής του. Το αποτέλεσμα αυτής της αντίφασης είναι ότι τελικά προσπαθεί να διακρίνει την εαυτότητα ή την ύπαρξη σε είδωλα ακίνητα στο χρόνο και τον τόπο. Έτσι η μεν ενότητα του εαυτού γίνεται αυθεντία, δηλαδή θεωρείται ολότητα ήδη στο παρόν, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι δυνατότητες του μέλλοντος, η δε εξέλιξη γίνεται μια επαναλαμβανόμενη ομοιότητα, που εξυπηρετεί τη σταθερότητα του ειδώλου της εαυτότητας, γιατί ως είδωλο είναι γνωστή και μπορεί κατά την γνώμη του να την ελέγχει.

Όλο αυτό το σκεπτικό δεν φαίνεται εκ πρώτης όψεως σχετικό με την τωρινή κρίση, αλλά, αν ξεχάσουμε, για λίγο μόνον, την επιθυμία μας για άμεσα χειροπιαστά αποτελέσματα, μπορούμε σχετικά εύκολα να φθάσουμε στο ίδιο συμπέρασμα για την αληθινή μας ανάγκη και την ευθύνη μας, όσο αδύναμοι και αν είμαστε κοινωνικά. Φυσικά το σκεπτικό αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να αποβλέπουμε και σε χειροπιαστά αποτελέσματα. Το ποια όμως θα είναι τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα εξαρτάται απολύτως από την ψυχολογική μας στάση και επιλογή. Και αυτό είναι που θα κάνει τη διαφορά.

15 Ιανουαρίου 2010

Ιωάννα Μουτσοπούλου, δικηγόρος
Μέλος της γραμματείας της μκο Σόλων
ioanzisi@otenet.gr Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.

Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2010

Η μπούρκα είναι ένα πολύ πρόσφατο εφεύρημα

της Λεϊλά Μπελκαΐντ

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ενώ συνεχίζεται ο διάλογος για τη θέση των ενδυμάτων που καλύπτουν το πρόσωπο των γυναικών στη Γαλλία, η Λεϊλά Μπελκαΐντ (Leyla Belkaïd, LB), σχεδιάστρια μόδας ειδικευμένη στη μεσογειακή ενδυμασία, αναλύει τη θέση και την προέλευση της μπούρκας.

Ζιλί Σολνιέ (Julie Saulnier, JS) JS: Ποια είναι η θέση της μπούρκας στο ισλάμ; LB: Η ολόσωμη κάλυψη αντιστοιχεί μεν σε μια εμφατική δήλωση θρησκευτικής ταυτότητας, που όμως είναι τελείως πλανεμένη. Η μπούρκα, όπως τη βλέπουμε στη Γαλλία σήμερα, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ασιατική εκδοχή του ολόσωμου πέπλου. Πριν τις μέρες μας, κανείς ποτέ δεν είχε φορέσει μπούρκα στη Μεσόγειο ή το Μαγκρέμπ. Εξάλλου το ολόσωμο πέπλο δεν είναι καν ισλαμικό, οπότε η ένδυση με αυτό δεν αποτελεί καν «επιστροφή στις ρίζες», ό,τι κι αν νομίζουν οι μεν και οι δε. Η σύνδεση της μπούρκας με την ισλαμική ταυτότητα στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ πρόσφατο, πολύ μοντέρνο. JS: Μα πώς μπόρεσε να επιβληθεί η μπούρκα; LB: Το αμάλγαμα του ισλάμ με το ολόσωμο πέπλο προέκυψε από την επικοινωνία διαμέσου των εικόνων. Η μπούρκα είναι πολύ ισχυρή από εικονογραφική άποψη. Χάρη στα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, οι εξτρεμιστές αξιοποίησαν στο έπακρο την δύναμή της. Η εικόνα της καλυμμένης «από την κορυφή ως τα νύχια» γυναίκας συγκρούεται ευθέως με το δυτικό πρότυπο της γυναικείας ομορφιάς, πράγμα που αμέσως σοκάρει. Οι Ευρωπαίοι επιδεικνύουν μια εικόνα της γυναίκας δίχως ηλικία, πάντα τέλειας και σέξι και οι υποστηρικτές της μπούρκας προτείνουν την πλήρη εξαφάνιση του γυναικείου σώματος. Κατά τη γνώμη μου για τους εξτρεμιστές η μπούρκα έχει κυρίως επικοινωνιακή αξία: συγκεντρώνει πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας. Ας είμαστε ειλικρινείς: οι γυναίκες που φοράνε μπούρκα είναι ισχνή μειοψηφία και παρ' όλα αυτά βρίσκονται σε όλα τα πρωτοσέλιδα! Οπότε το ολόσωμο πέπλο δεν αφορά μια σύγκρουση μεταξύ δύο πολιτισμών, αλλά μεταξύ της δύσης και μιας μειοψηφίας μουσουλμάνων. JS: Πώς εξηγείτε το αμάλγαμα μεταξύ ισλάμ και μπούρκας; LB: Οι εξτρεμιστές κατορθώνουν να επιβάλουν αυτή την εικόνα του ισλάμ διότι οι μετριοπαθείς γυναίκες μουσουλμάνες, που είναι πολυάριθμες στη Γαλλία, δεν ξεχωρίζουν, δεν αντιστοιχούν σε μια ξεχωριστή εικόνα: αφού δεν εικονογραφούνται, δεν υπάρχουν. Είναι κοινωνικά ενταγμένες, χάνονται στη μάζα. Αυτή η παράδοξη εικονογραφία εξηγεί τη θέση που κατέλαβαν οι εξτρεμιστές. JS: Ποιοι είναι οι λόγοι που ορισμένες γυναίκες επιλέγουν την μπούρκα; LB: Οι ενδυματολογικές προτιμήσεις αντανακλούν πάντοτε κοινωνικές διεργασίες. Μέσω της ενδυμασίας εκφράζεται κάποια διαφοροποίηση. Οι καλυμμένες γυναίκες είναι πεπεισμένες πως έτσι αποδεικνύουν πως είναι καλές μουσουλμάνες. Πιστεύουν πως έτσι ντύνονταν οι γιαγιάδες τους κι ελπίζουν πως συντηρούν μια παλιά παράδοση. Αυτό που αγνοούν είναι πως στρέφονται σε τελετουργίες 100% κατασκευασμένες. JS: Τάσσεστε υπέρ μιας διάταξης που θα έθετε εκτός νόμου την ολόσωμη κάλυψη; LB: Αυτά τα πράγματα με κάνουν μάλλον να χαμογελάω... Πάντα υπήρχαν απόπειρες να επιβληθούν διάφοροι ενδυματολογικοί κώδικες στους ανθρώπους κι εκείνοι πάντοτε εύρισκαν τρόπους να παρακάμψουν τις νομικές επιταγές. Και τι θα συμβεί δηλαδή το χειμώνα; Οι γυναίκες δε θα μπορούν πια να καλύπτουν το πρόσωπο με τα κασκόλ τους για να προστατευτούν από το κρύο; Χρήσιμο είναι να υπογραμμίζεται η αντίθεση στην ολόσωμη κάλυψη των γυναικών, αλλά οι νόμοι δεν μπορούν να λύσουν κανένα πρόβλημα. Η όλη προσπάθεια μου φαίνεται μάλλον μάταιη. JS: Μα τότε ποια είναι η λύση; LB: Να σφυρηλατήσουμε ένα κοινό μέλλον. Να πάψουμε να ανακαλύπτουμε εσωτερικούς εχθρούς και να συνεχίσουμε στην πορεία ενοποίησης της Μεσογείου. Η ιστορία μας μάς διδάσκει πως οι ενδυματολογικές διαφορές ήταν πάντα συστατικό στοιχείο του πολιτισμού μας. Η λύση είναι να μελετήσουμε το παρελθόν, για να κατανοήσουμε και να συλλάβουμε το μέλλον.

Νομοσχέδιο για τους μετανάστες: ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση

της Μελίττας Γκουρτσογιάννη

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το νομοσχέδιο για τους μετανάστες που προτείνει η κυβέρνηση είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, για να εξαλειφθεί στην Ελλάδα το μεγάλο έλλειμμα στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να εξασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή. Βήμα που θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει αυτονόητο αλλά με τις υπάρχουσες κοινωνικές συνθήκες είναι μέχρι και θαρραλέο. Στις επί μέρους διατάξεις μπορεί φυσικά να κάνει κανείς πολλές παρατηρήσεις: Το θέμα των παιδιών είναι το σοβαρότερο απ' όλα. Είναι απαράδεκτο αυτό που συνέβαινε μέχρι τώρα: παιδιά γεννημένα η μεγαλωμένα εδώ, που δεν έχουν άλλη γλώσσα και πατρίδα να κινδυνεύουν με απέλαση μόλις κλείσουν τα 18! Από εκεί και πέρα υπάρχουν πολλά επόμενα βήματα για την ένταξη και την προστασία αυτών των παιδιών, όπως: · μαθήματα μητρικής γλώσσας, γενικότερα η εξασφάλιση μόρφωσης, ειδικά για τα κορίτσια μουσουλμανικών οικογενειών, · προστασία από κάθε είδους εκμετάλλευση και κακοποίηση όπως εργασιακή και σεξουαλική εκμετάλλευση, επιβολή μαντήλας στις ανήλικες, κλειτοριδεκτομή, υποχρεωτικοί γάμοι. Αλλά αυτά έπονται. Είναι ευτύχημα για την ελληνική κοινωνία που η μεγάλη πλειοψηφία των μεταναστών είναι Αλβανοί, χωρίς θρησκευτικές προκαταλήψεις και πρόθυμοι να ενταχθούν στην κοινωνία μας (δυστυχώς και στα άσχημά της!) Σε σχέση με την πολιτογράφηση: συμφωνώ ότι τα πέντε χρόνια παραμονής είναι αρκετά για να ενταχθεί κάποιος στην κοινωνία, φτάνει να υπάρχουν και συγκεκριμένες και συστηματικές δομές ένταξης, ιδιαίτερα για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Σχετικά με τέτοιες δομές υπάρχουν ακόμη τεράστιες ελλείψεις και προκαταλήψεις (πρόσφατο κρούσμα: η δικαστική δίωξη καθηγήτριας γιατί διέθετε σχολικές αίθουσες για να παραδίδονται δωρεάν μαθήματα ελληνικών σε αλλοδαπούς γονείς μαθητών και μαθήματα μητρικής γλώσσας σε αλλοδαπούς μαθητές! Εξωφρενικό! Αντί να της δοθεί βραβείο...) Η σχετική διατύπωση στο νομοσχέδιο είναι αόριστη και δεν διευκρινίζεται πως θα υλοποιηθούν και πως θα πιστοποιηθούν αυτά. Σε αυτόν τον τομέα πολύτιμη θα είναι η συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών και τις σχετικές μη-κυβερνητικές οργανώσεις. Επίσης σωστή είναι και η συμμετοχή στις εκλογές τοπικής αυτοδιοίκησης. Αρμόδιοι για να εκλέξουν τον τοπικό τους άρχοντα είναι οι μόνιμοι κάτοικοι μιας πόλης η κοινότητας. (Αυτό πρέπει να ισχύει και για τους Έλληνες!) Απαραίτητη γι' αυτό η γνώση της γλώσσας. Πρέπει να εξειδικευτούν μέτρα ώστε οι μετανάστες να μην πέφτουν θύματα πολιτικής εκμετάλλευσης (από ελληνικά κόμματα η /και από τους ίδιους τους ηγέτες των εθνικών τους κοινοτήτων) όπως δυστυχώς έχει γίνει συχνά στο παρελθόν με τους ρομά. Υπάρχει πολιτικό πρόβλημα: οι αντιδράσεις των άλλων κομμάτων, όπως φαίνεται και από το οργανωμένο μπαράζ εθνικιστικών και φασιστικών σχολίων στην σελίδα του υπουργείου εσωτερικών για τη δημόσια διαβούλευση. Φοβάμαι και την αντίδραση από «ελληναράδες» του βαθέως ΠΑΣΟΚ, και των «πατριωτών» του ΚΚΕ τύπου Κανέλλη. Αλλά και μεγάλο μέρος της ίδιας της κοινωνίας αντιδρά, όπως φάνηκε από τις δημοσκοπήσεις. Πάντως, αν και στο θέμα της πολιτογράφησης και συμμετοχής στις τοπικές εκλογές οι Έλληνες είναι διχασμένοι, είναι σημαντικό ότι το 65% συμφωνεί με τη χορήγηση ιθαγένειας στα παιδιά. Σε αυτές τις συνθήκες, αριστερίστικες κορώνες τύπου «νομιμοποίηση όλων των μεταναστών» και «όποιος έχει επιφυλάξεις είναι ρατσιστής» φέρνουν το αντίθετο αποτέλεσμα και συσπειρώνουν αμυντικά το ξενόφοβο κομμάτι της κοινωνίας. Για όλους αυτούς τους λόγους, νομίζω ότι όλοι οι δημοκράτες πρέπει να υποστηρίξουμε το νομοσχέδιο, ώστε η κυβέρνηση να μην υποχωρήσει στις πιέσεις και να μην το αποδυναμώσει. Και δυο λόγια για το δημοψήφισμα: δεν νοείται δημοψήφισμα με διακύβευμα τα ανθρώπινα δικαιώματα και μάλιστα άλλων.. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Καρατζαφέρης προβάλλει ως αιχμή του δόρατός του το αίτημα για δημοψήφισμα, ποντάροντας στην φαινομενική δημοκρατικότητα των δημοψηφισμάτων. Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δημοκρατικό αλλά διαστρέβλωση της δημοκρατίας. (όπως ακριβώς το ίδιο ίσχυε για την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες).

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΓΕΝΙΕΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΟΣΥΝΘΕΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΗΛΙΚΙΩΝ_Α’ μέρος

του Roberto Assagioli

Πηγή: ΣΟΛΩΝ

Η σύγκρουση ανάμεσα στις γενιές έχει φθάσει σε ένα κρίσιμο και οξύ στάδιο. Τη σύγκρουση αυτή τη συναντάμε σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας με τόση συχνότητα, ώστε να είναι επείγουσα η ανάγκη μιας εξέτασης της πραγματικής της φύσης, των αιτιών που την προκαλούν καθώς και των μέσων που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τον περιορισμό της. Η γενική αυτή σύγκρουση εξειδικεύεται σε μια ποικιλία από δευτερεύουσες συγκρούσεις και διαμάχες, τις οποίες μπορούμε να κατατάξουμε σε δύο βασικές κατηγορίες που πρέπει καθαρά να διαφοροποιηθούν. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει η σύγκρουση η οποία δημιουργείται από την ένταση της καθημερινής ζωής.
Η σύγκρουση αυτή ανανεώνεται, σε κάθε γενιά, ανάμεσα στους μεγάλους και στους νέους και ειδικότερα ανάμεσα στους γονείς και στα παιδιά. Αυτή είναι μια φάση της ευρύτερης και συνεχούς πάλης ανάμεσα στον αυταρχισμό και στον έλεγχο από το ένα μέρος και στην ελευθερία και στην ανεξαρτησία από το άλλο. Οι συγκρούσεις της δεύτερης κατηγορίας αναφαίνονται κατά τη διάρκεια μιας γενικής κρίσης, ή όταν ένας ορισμένος πολιτισμός ή μια κουλτούρα οδηγούνται προς την παρακμή και ένας άλλος διαφορετικός πολιτισμός και μια άλλη διαφορετική κουλτούρα αρχίζουν να εμφανίζονται. Τις συγκρούσεις αυτές τις συναντάμε βέβαια και στο παρελθόν αλλά όχι στην έκταση που παρουσιάζονται σήμεραֺ ήταν δηλαδή περιορισμένες σε ορισμένες περιφέρειες ή ζώνες και σε ειδικούς τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας ενώ η έκταση τους περιορίζονταν σε μια ήπειρο. Αντίθετα η σημερινή κρίση περικλείει ολόκληρη την ανθρωπότητα, πράγμα που οφείλεται στην καθολική εξάπλωση των συγχρόνων μέσων επικοινωνίας. Κάθε κοινωνία αισθάνεται την πίεση, την επίμονη απαίτηση για ανανέωση και ειλικρινή απόρριψη του παρελθόντος. Σήμερα οι δύο αυτοί τύποι συγκρούσεων βρίσκονται στο μάξιμουμ πράγμα που εξηγεί την ένταση και τη σφοδρότητα που συνοδεύουν τις διάφορες εκδηλώσεις του. Ανεξάρτητα από το αν το επιθυμούμε ή όχι είμαστε παρόντες ή μάλλον συμμετέχουμε στη ραγδαία παρακμή και στο λυκόφως μιας εποχής καθώς και στην απότομη εμφάνιση μιας νέας. Μια δημιουργική λύση της παρούσης κρίσης και μια παραπέρα μετάβαση από την παλιά στη νέα εποχή, είναι απαραίτητη για να εξασθενίσει η πάλη ανάμεσα στους μεγάλους και στους νέους (της πρώτης κατηγορίας που αναφέραμε παραπάνω) και να καταβληθεί προσπάθεια για την εδραίωση αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας. Οι προσπάθειες αυτές αν και δύσκολες, είναι εφικτές. Θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω με συντομία τις κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να ακολουθήσουμε και τις μεθόδους που θα χρησιμοποιήσουμε για το σκοπό αυτό. Πρωταρχικό βήμα πρέπει να είναι η εδραίωση αρμονικών σχέσεων ανάμεσα στους αντιπροσώπους των δυο γενιών με τη βοήθεια του διαλόγου. Υπάρχει μια μέθοδος την οποία πάντοτε θεωρώ επιτυχή για την προαγωγή των αρμονικών σχέσεων με τους νέους. Η μέθοδος αυτή αρχίζει με τη συγγνώμη που ζητάμε για τον κόσμο μέσα στον οποίο βρέθηκαν οι νέοι, κόσμος που δημιουργήθηκε από τους μεγάλους και με την ειλικρινή αναγνώριση των πολλών και σοβαρών ελατωμμάτων. Απευθύνομαι στους νέους λέγοντάς τους «έχετε σοβαρούς λόγους να μην εμπιστεύεσθε τους μεγάλους και να αρνείσθε να υιοθετήσετε τις απόψεις και τις θέσεις τους». «Ο Paul Tournier, ένας από τους σκαπανείς της ανθρωπιστικής ιατρικής, διατύπωσε παρόμοιες απόψεις. Αφιέρωσε το βιβλίο του «Οι δυσαρμονίες της σύγχρονης ζωής» στα παιδιά του με τις λέξεις: «Στα δύο μου παιδιά και στη νεώτερη γενιά από τους οποίους η δική μας γενιά πρέπει να ζητήσει συγχώρηση γιατί τους κληρονόμησε ένα τόσο άρρωστο κόσμο». Αυτός ο αναπάντεχος τρόπος προσέγγισης βοηθάει να εξαφανιστούν ή τουλάχιστον να περιορισθούν οι εχθρικές διαθέσεις των νέων και ανοίγει το δρόμο για παραπέρα συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων. Στο σημείο αυτο ενήλικας πρέπει να βρει έναν τρόπο ανάλογο με την περίπτωση για να μεταφέρει τη σκέψη: «Ας εξετάσουμε, αν είναι δυνατόν να αντικαταστήσουμε τη σύγκρουση με τη συνεργασία, τουλάχιστον ως ένα σημείο. Κατόπιν ας προσπαθήσουμε για το συμφέρον όλων να σώσουμε την ανθρωπότητα από τους κινδύνους που παρεμποδίζουν τη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου, ενός νέου πολιτισμού και μιας νέας κουλτούρας, ενός κόσμου που θα ανταποκρίνεται στις νέες απαιτήσεις των νέων και στις νέες εξωτερικές συνθήκες που δημιούργησε η νέα τεχνολογία». Κατ’ αρχήν, αυτή η συνεργασία απαιτεί αμοιβαία καλή θέληση, και μια αμοιβαία κατανόησηֺ αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτή η συνεργασία θα πρέπει οι μεγάλοι εθελοντικά να πάρουν την πρωτοβουλία. Δεν φθάνει να προχωρήσουν οι μεγάλοι στο μισό δρόμο για να συναντήσουν τους νέους, όπως αυτό φαίνεται σωστό σε μια ορθολογιστική βάση. Πρέπει να προχωρήσουν τα δύο τρίτα ή τα τρία τέταρτα του δρόμου. Τούτο δεν αποτελεί μόνο μια ψυχολογική ανάγκη. Είναι η πλήρης αναγνώριση από τους μεγάλους ότι ο παλιός τρόπος του σκέπτεσθαι, οι παλιοί τύποι και οι παλιές δομές δεν ισχύουν πια, ότι δεν μπορούν πια να λειτουργήσουν και ότι επομένως πρέπει να αλλάζουν κι αν είναι ανάγκη να καταστραφούν-στα παραπάνω ανήκουν και οι θεσμοί εκείνοι που αν και ήταν καλοί στο παρελθόν, δεν προσαρμόζονται πια στις νέες συνθήκες. Όμως, είναι φανερό ότι μόνη η καταστροφή δεν μας ικανοποιεί. Δεν μπορούμε να ζήσουμε στην αναρχία και στην ανωμαλία. Είναι ανάγκη επομένως να αναζητήσουμε, να βρούμε και να δοκιμάσουμε νέες ιδέες, νέες αντιλήψεις και νέες μορφές πολιτιστικής ζωής που να μπορούν να αντικαταστήσουν τις παλιές. Αυτό είναι ανάγκη επιβεβλημένη σύμφωνα με την οποία και οι δύο παρατάξεις, ενήλικες και νέοι, μπορούν να αρχίσουν να συνεργάζονται. Ο ενήλικας πρέπει να είναι πρόθυμος να κάνει το πρώτο βήμα γι’ αυτή τη συνεργασία. Αυτό μπορεί να το πράξει με το να ερωτήσει το νέο: «Τι προτείνετε εσείς;». Η απάντηση είναι συχνά μια σιωπή αμηχανίας, ή συγκεχυμένες και αποδιοργανωμένες εκφράσεις. Αυτό μπορεί προοδευτικά να φανερώσει και στους δύο ότι αν και υπάρχουν δικαιολογημένα παράπονα, κανένας από αυτούς δεν θέλει να παρουσιάσει έγκυρα σχέδια και προγράμματα δημιουργικά και εφαρμόσιμα. Συμβαίνει κάποτε, και τούτο το γνωρίζω από την εμπειρία μου, η απάντηση να λαμβάνει τη μορφή ερωτήσεως προς τους μεγάλους: «Τι μπορούμε και τι πρέπει να κάνουμε;». Σ’ αυτό το σημείο ο μεγάλος πρέπει να αντισταθεί στο φυσικό και έντονο πειρασμό να προσφέρει μια γρήγορη συμβουλή. Πρέπει να περιορισθεί στο πνεύμα της πραγματικής συνεργασίας, αποφεύγοντας απευθείας μια απάντηση και επιμένοντας ότι είναι ανάγκη να αναζητήσουν από κοινού μια λύση. Αυτό όμως που μπορεί να υποδείξει ο μεγάλος είναι η μέθοδος που θα ακολουθήσουν για την από κοινού αναζήτηση της λύσης, τα κύρια σημεία της οποίας είναι: Διατυπώστε το πρόβλημα με σαφήνεια και ακρίβεια. Αναζητήστε τις δυνατές λύσεις, εφόσον υπάρχουν περισσότερες από μία. Εξετάστε κάθε δυνατή λύση, υπολογίστε τις συνέπειες της και έπειτα κατατάξτε την σε μια από τις παρακάτω κατηγορίες.1.Λύσεις άμεσες και επείγουσας φύσης, έστω και αν οι λύσεις αυτές δεν έχουν γενική εφαρμογή και είναι προσωρινής εφαρμογής. 2.Ενδιάμεσες λύσεις που θα εφαρμοστούν κλιμακωτά. 3.Λύσεις με οριστικά και καθολικά αποτελέσματα, τουλάχιστο για μια ορισμένη περίοδο.
Εάν ο νέος συμφωνήσει μ’ αυτή την υπόδειξη, νομίζω ότι και οι μεγάλοι και οι νέοι θα διαπιστώσουν ότι αυτή η μέθοδος μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα προβλήματα, αλλά κυρίως είναι κατάλληλη για τα σύνθετα προβλήματα που έχουν σχέση με το σχολείο και την εκπαίδευση γενικά. Στην τελική φάση πρέπει να πειραματιστούμε με τις διάφορες λύσεις, με αντιπροσωπευτικές ομάδες. Ο πειραματισμός αυτός είναι προτιμότερο, να γίνει με μικρές ανομοιογενείς ομάδες, αρχίζοντας με δύο τύπους ομάδων: ομάδες που θα αποτελούνται από νεαρά άτομα και ενήλικες που θα είναι ειδικοί (πεπειραμένοι) ή τεχνικοί και ομάδες από άτομα, τα οποία επειδή δεν θα έχουν ειδικές γνώσεις θα είναι ελεύθερα από προκαταλήψεις ή έμμονες ιδέες και ως εκ τούτου θα δέχονται ευκολότερα τις νεωτεριστικές ιδέες. Συνέβη συχνά άτομα χωρίς ειδική κατάρτιση να κάνουν πράγματα που οι ειδικοί είχαν χαρακτηρίσει ως αδύνατα. Μια φορά ένας ειδικός απέδειξε ότι σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής οι πεταλούδες δεν μπορούν να πετάξουν αλλά οι πεταλούδες που δεν γνώριζαν αυτό το νόμο συνέχισαν και συνεχίζουν να πετούν. Εάν σε διάφορα μέρη και σε διάφορες χώρες-θα έλεγε κανείς σε διάφορες ηπείρους-γίνουν παρόμοια πειράματα με βάση αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές τα πειράματα αυτά μπορούν να προσφέρουν πολύτιμη υπηρεσία με την ανταλλαγή των αποτελεσμάτων των συνομιλιών τους και κυρίως των πειραμάτων τους. Φωτό: wikimedia
Μια τέτοια εργασία παρακινεί τους μεγάλους στο εξαιρετικά δύσκολο έργο της αποδοχής του πνεύματος των νέων που επιτυγχάνεται με δύο τρόπους. Με το να γίνουν νέοι με τους νέους και με το να συνειδητοποιήσουν ότι ένας νέος κύκλος πολιτισμού και κουλτούρας πρόκειται να εμφανισθεί, που πρέπει να έχει αναγκαστικά από την αρχή ένα ξεχωριστό νέο χαρακτήρα. Και αυτό με φέρνει στο δεύτερο μέρος του θέματος μου, στην ψυχοσύνθεση των ηλικιών μιας ανθρώπινης ύπαρξης, που περιλαμβάνει τη διατήρηση ζωντανών συνειδητών και σε λειτουργία μέσα μας των καλύτερων φάσεων κάθε ηλικίας ή επιπέδων ανάπτυξης του παρελθόντος μας. Κάθε ηλικία από μόνη της δεν είναι κατώτερη ή ανώτερη από τις άλλες, αλλά έχει (η ηλικία) πλευρές που, χάριν ευκολίας, μπορούμε να τις καθορίσουμε ανώτερες ή κατώτερες, αρμονικές ή μη αρμονικές, δημιουργικές και εποικοδομητικές ή παθητικές, άγονες και ακόμη καταστρεπτικές. Αυτό φαίνεται καθαρά όταν εξετάσουμε τους κύκλους μιας ανθρώπινης ζωής, αν και στην περίπτωση αυτή πρέπει η εξέταση να περιορισθεί σε μια γενική περίληψη. Ο χώρος δεν επιτρέπει να επεκταθούμε περισσότερο, αλλά απλώς να αναφέρουμε, για παράδειγμα, τα πολυάριθμα διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά, που προέρχονται από ατομικές διαφορές, σωματικές και χαρακτηριολογικές και από την ποικιλία του οικογενειακού, κοινωνικού και εθνικού περιβάλλοντος που ζει και αναπτύσσεται κάθε άτομο. Αλλά ακόμη και μια τόσο ατελής και σχηματική εξέταση ενδέχεται να είναι αρκετή για μια αρχική τοποθέτηση αυτής της απαρτίωσης, της ψυχοσύνθεσης δηλ. των ανθρώπινων ηλικιών. Στο στάδιο της «Παιδικής Ηλικίας» βρίσκουμε την ιδέα του φυσικού παιδιού, που περιγράφει ο Ρουσσώ, αμόλυντο και αδιάφθορο, ένα παιδί που ανατράφηκε με την επίδραση των μεγάλων. Αλλά ακόμη και σε συνηθισμένα κοινωνικά περιβάλλοντα και χωρίς να λάβουμε υπόψη την ειδυλλιακή και συζητήσιμη τοποθέτηση του Ρουσσώ, είναι φανερό ότι τα παιδιά παρουσιάζουν πολύ θετικές ψυχολογικές πλευρές, που συχνά δεν αναγνωρίζονται και δεν εκτιμώνται. Τα θετικά ψυχολογικά χαρακτηριστικά της παιδικής ηλικίας περιλαμβάνουν την απλότητα, την ειλικρίνεια, την εμπιστοσύνη, την αυθόρμητη στοργή, το θαυμασμό, την περιέργεια, και τη χαρά. Στα αρνητικά χαρακτηριστικά εντοπίζουμε τις ασυγκράτητες ορμές, την έλλειψη πνευματικής οργάνωσης, ιδιοτροπίες και αστάθεια, όπως επίσης συχνές εκδηλώσεις ζηλοτυπίας, επιθετικότητας και ορισμένες μορφές σκληρότητας όπου είναι κατά ένα μεγάλο μέρος ασυνείδητες γιατί το παιδί δεν συνειδητοποιεί πόσο υποφέρουν τα ζώα που βασανίζει. Το στάδιο της προεφηβικής ηλικίας, που κατά προσέγγιση αρχίζει από το 8ο έτος της ηλικίας και τελειώνει το 14ο ονομάζεται η αγνώμων ηλικία. Χαρακτηρίζεται, κυρίως για τα αγόρια, από πράξεις αν όχι από λέξεις που δείχνουν την πρώτη «εκδήλωση για ανεξαρτησία». Τα παιδιά επαναστατούν κατά της αυταρχικότητας των γονέων και των δασκάλων, η ανάγκη δε που έχουν για δημιουργική εκτόνωση της ενεργητικότητας τους τα οδηγεί σε αυθόρμητες αγωνιστικές και επιθετικές εκδηλώσεις συμπεριφοράς. Οι συνθήκες ζωής στις πόλεις, που περιορίζουν ή τελείως εμποδίζουν τη φυσική και λογική διέξοδο της ζωτικότητάς τους καθιστούν τα προβλήματα αυτά δυσκολότερα. Αλλά αν τα παιδιά αυτά τοποθετηθούν σε ευνοϊκό περιβάλλον και καθοδηγούν κατάλληλα, μπορούν να φανερώσουν τις θετικές ιδιότητες της ηλικίας αυτής που είναι θάρρος, διάθεση για περιπέτεια, ικανότητα για αντοχή στις σωματικές ταλαιπωρίες και να αναπτύξουν συναισθήματα φιλίας και συνεργασίας με τις ομαδικές απασχολήσεις. Ο πρακτικός τρόπος να εκδηλώσουν τα παιδιά αυτές τις ιδιότητες είναι να απασχοληθούν σε συλλόγους νέων, (μουσικούς, αθλητικούς, καλλιτεχνικούς κλπ). Παρόμοιες ομαδικές απασχολήσεις υπάρχουν και για τα κορίτσια. Και στην εφηβική ηλικία συναντάμε ένα μίγμα από θετικά και αρνητικά στοιχεία, τα οποία όμως συχνά χαρακτηρίζονται από αυξημένη ένταση. Τα θετικά στοιχεία περιλαμβάνουν την αυτοσυνειδησία έναν ιδεαλισμό που συχνά είναι σε έξαρση και που διατηρείται πότε για λίγο και πότε για πολύ, τον πλατωνικό έρωτα, τα θρησκευτικά συναισθήματα, τον ενθουσιασμό και άλλες ανθρωπιστικές ιδιότητες, μια υπερβολική εριστική διάθεση που δημιουργεί την έλλειψη κατανόησης και εκτίμησης των δικαιωμάτων των άλλων, και μια πέρα του δέοντος υπερηφάνεια που αντικατοπτρίζει ένα συναίσθημα κατωτερότητας αβεβαιότητας, και απομάκρυνσης από την πραγματικότητα. Συχνά παρατηρείται μια ευδιάκριτη αμφιθυμία δηλαδή η εμφάνιση και σύγκρουση ανάμεσα σε αντίθετες τάσεις. Θα αναφέρω μερικές απ’ αυτές που μνημονεύει ο Στάνλευ Χώλλ, συγγραφέας ενός συνοπτικού και πολύτιμου βιβλίου «περί εφηβείας»: υπερδιέγερση-αδράνεια, χαρά-λύπη, αλτρουισμός-εγωισμός, περιέργεια-αδιαφορία, αγάπη για διάβασμα, υπερεπιθυμία για εξωτερικές δραστηριότητες, ευαισθησία στις αισθησιακές εντυπώσεις, μέριμνα για αφηρημένα προβλήματα και σ’ αυτά δύνανται να προστεθούν το ξύπνημα της σεξουαλικότητας και η ιδεαλιστική αγάπη. Κατά το στάδιο της νεότητας διαμορφώνεται και σταθεροποιείται η προσωπικότητα. Οι αμφιθυμίες που χαρακτήριζαν την εφηβική ηλικία εξαφανίζονται ή περιορίζονται. Τα κυριότερα χαρακτηριστικά αυτής της ηλικίας είναι το θάρρος, ο ενθουσιασμός, η διάθεση για αφοσίωση σε ένα σκοπό ή ένα ιδεώδες, το πνεύμα αυτοθυσίας, η αγάπη που εκδηλώνεται με διάφορες μορφές, το ομαδικό πνεύμα, η φιλία και η αλληλεγγύη. Τα βασικά αρνητικά χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής είναι η υπερβολή, η παραμόρφωση και η διαστροφή των υψηλότερων ιδεωδών που εκδηλώνονται με τη βία, την άσκοπη επαναστατικότητα, τον εξτρεμισμό, την έλλειψη ανεκτικότητας την άρνηση συμβιβασμού και του φανατισμού. Κατά το στάδιο της ενηλικίωσης οι θετικές ιδιότητες είναι η κοινή λογική γεννημένη από τις εμπειρίες της ζωής, μια περισσότερο ισορροπημένη και αντικειμενική κρίση, οργάνωση της προσωπικής ζωής και μια συναίσθηση ευθύνης κατά την αντιμετώπιση και εκτέλεση των καθηκόντων τους καθώς και την εδραίωση σχέσεων με μέλη μιας οικογένειας ή κοινωνίας. Στο στάδιο αυτό οι αρνητικές ιδιότητες αντικατοπτρίζουν ακριβώς την υπερβολή των θετικών ιδιοτήτων ή την μη κατάλληλη εφαρμογή τους. Από μια άποψη ευρίσκονται συγκεντρωμένες στην αστική νοοτροπία με τις επιθυμίες της για οικονομική ασφάλεια και καλή κοινωνική θέση, την τάση της να εγκαταλείψει τα νεανικά ιδεώδη που δεν τους εξυπηρετούν, με το συμβιβασμό της και την προτίμηση της για μια ήσυχη ζωή και σταθερότητα που εξασφαλίζουν την προσωπική ανάπτυξη και την ατομική και κοινωνική πρόοδο.
Απόσπασμα από το βιβλίο: "Η ΑΣΚΗΣΙΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ", του οποίου, η μετάφραση πραγματοποιήθηκε από τον κ.Τριαντάφυλλο Τριανταφύλλου. Τον ευχαριστούμε θερμά για την ευγενική παραχώρηση του αποσπάσματος, προς δημοσίευση.

Μεταφορά καθαρεύουσας σε δημοτική: Κολοκυθά Δήμητρα

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2010

Έρως και Πόλεμος

του Γιάννη Βελίκη

«Στον έρωτα και στον πόλεμο, όλα επιτρέπονται» …
Μία φράση γνωστή αν και αναληθής! Ο έρωτας με μία ανήλικη και η χρησιμοποίηση οποιουδήποτε μέσου για την κατάκτηση της, παραδείγματος χάριν, δεν επιτρέπεται. Το ίδιο και ο βασανισμός ή η εκτέλεση αιχμαλώτων πολέμου.
Η φράση «…όλα επιτρέπονται…» αναφέρεται στην κινηματογραφική εκδοχή της κατάκτησης μιας όμορφης βασιλοπούλας, από κάποιον γενναίο, πλην όμως φτωχό, ιππότη, και η επιμονή του να ξεπεράσει για χάρη της όλα τα εμπόδια που ορθώνει το οικογενειακό και κοινωνικό κατεστημένο. Επίσης, η κατάκτηση της ελευθερίας της πατρίδας από έναν κακό και άδικο εχθρό, δικαιολογεί τις πολεμικές πράξεις των αμυνόμενων.
Η αλήθεια είναι, ότι η φράση «…όλα επιτρέπονται…» υπάρχει, δεδομένου ότι τόσο στον έρωτα όσο και στον πόλεμο εκδηλώνεται η αδάμαστη, απολίτιστη και ζωώδης πλευρά των ανθρώπων, που δεν μπορεί να τιθασευτεί ούτε από νόμους ούτε από ηθικές αρχές. Η πλευρά αυτή ούτε επιτρέπεται να εκδηλωθεί σε άλλες κοινωνικές περιστάσεις, ούτε καν αναγνωρίζεται ότι υπάρχει στην καθημερινή ζωή των «πολιτισμένων» ανθρώπων. Έτσι και αλλιώς, οι άνθρωποι γενικώς πιστεύουν το μύθο ότι τα ζώα φέρονται και αυτά πολιτισμένα και δεν σκοτώνουν παρά μόνο για να επιβιώσουν.
Αυτό που ισχύε,ι ωστόσο, είναι ότι πολλά είδη ζώων σκοτώνουν για λόγους κυριαρχίας, το κυρίαρχο αρσενικό κρατάει τα θηλυκά για τον εαυτό του και σκοτώνει τα μικρά των θηλυκών ώστε να γεννήσουν μόνο τα δικά του κ.ο.κ. Αντίστοιχα οι άνθρωποι έχουν μία «ομαλή» σεξουαλική συμπεριφορά μπρος στα «μάτια της κοινωνίας» και κρατούν όλες τις «διαστροφές» τους για τη φαντασία, τους οίκους ανοχής, ή τις εξωτικές χώρες όπου μπορούν να κάνουν ελεύθερα ότι και αν επιθυμήσουν. Η διαστροφή σε αυτές τις χώρες φτάνει ως το βιασμό και το φόνο μικρών παιδιών.
Όσον αφορά στη συμπεριφορά των νικητών σε ένα πόλεμο, τα παραδείγματα ακροτήτων, γενοκτονιών, βασανισμών, μαζικών φόνων, ιατρικών πειραμάτων, στρατοπέδων συγκέντρωσης αιχμαλώτων, είναι γνωστά από την Ιστορία. Οι σφαγές στο Τιμόρ, στην Καμπότζη, στην Ρουάντα, στη Παλαιστίνη, στη Λωρίδα της Γάζας, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν κ.α. είναι μερικά από τα πιο πρόσφατα ντοκουμέντα.
Έτσι, τόσο ο Έρωτας όσο και ο Πόλεμος, έχουν εξοστρακιστεί από το δημόσιο λόγο και την κοινωνική ζωή. Ο μεν Έρωτας έχει περιοριστεί στα στενά πλαίσια των σπιτιών και των οίκων ανοχής, ο δε πόλεμος συμβαίνει κάπου μακριά και κανείς δε μαθαίνει το τι συμβαίνει εκεί. Η κοινωνία δείχνει να σοκάρεται όταν μία ερωτική συμπεριφορά γίνει δημόσιο θέμα π.χ. η «ροζ βίλα», το «πούρο του Κλίντον» κ.α., ή όταν εμφανιστούν φωτογραφίες με βασανισμούς αιχμαλώτων πολέμου όπως έγινε με τους Αμερικανούς και τους Άγγλους στρατιώτες στο Ιράκ.
Συνεπώς, η «δημοκρατία» που θέλει «ίσους πολίτες με ανθρώπινα δικαιώματα και πολιτισμένες συμπεριφορές» ισχύει μόνο για τους «εντός των τειχών», που έχουν συνομολογήσει και συμφωνήσει ότι τα σχετικά με τον Έρωτα και τον Πόλεμο δεν τα αναφέρουν και δεν τα συζητάνε ποτέ. Έτσι η ζωώδης φύση των Ανθρώπων παύει και να υπάρχει!

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

Η Ιστορία της Υλιστικής Φιλοσοφίας με λίγα λόγια (αρχαιότητα)

Αναρτήθηκε από Αθεος

Σαν όρος η λέξη «υλισμός» εμφανίζεται τον 17ο αιώνα, όμως οι πρώτοι υλιστές φιλόσοφοι (υλοζωιστές και φυσιοκράτες) εμφανίζονται στην Ελλάδα από τον 6ο αιώνα πριν τη νέα χρονολόγηση, όπου ο δημοκρατικός αέρας που δειλά-δειλά κάνει την εμφάνισή του στα πράγματα ευνοεί το φιλοσοφικό στοχασμό και τη συλλογική επιστημονική έρευνα. Ο φυσιοκρατικός υλισμός, σαν κοινωνικό φαινόμενο και αλληλένδετος με τη δημοκρατία, αποτελούσε πάντα την προοδευτικότερη κίνηση στο κοινωνικό γίγνεσθαι.
Αναμφισβήτητα θεμελιωτής του αρχαιοελληνικού υλισμού θεωρείται ο Θαλής ο Μιλήσιος (624-547) που ήταν ένας εκ των 7 σοφών της αραιότητας.
Την εποχή εκείνη δεν είχε τόσο σημασία αν έβρισκε κανείς την αδιαμφισβήτητη αλήθεια όσο ότι κατάφερε να βρει απαντήσεις ρωτώντας κατευθείαν τη φύση, παρατηρώντας και υπολογίζοντας με τη λογική και όχι απευθυνόμενος σε κάποιο μαντείο ή ιερατείο, όπως συνήθως γινόταν ως τότε. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος πατώντας γερά πάνω στη γη, τα μάτια του, η σκέψη του αλλά και ο νους του, μετρώντας και υπολογίζοντας, πετούσε στα άστρα! Να για παράδειγμα πώς κατάφερε ο Θαλής να μετρήσει το ύψος μιας πυραμίδας στην Αίγυπτο: κάρφωσε μία ράβδο ενός μέτρου στο έδαφος. Τη στιγμή που το μήκος της σκιάς του συνέπιπτε με το πραγματικό της ύψος, ο σοφός Θαλής ήταν βεβαιότατος ότι, και η σκιά της πυραμίδας θα συνέπιπτε με το πραγματικό της ύψος! Τόσο απλά!
Η έννοια της αρχής έχει τις ρίζες της στη σχολή της Μιλήτου. Σαν πρωταρχική αρχή, ήταν η ουσία από την οποία άρχιζαν τα πάντα να έχουν λόγο ύπαρξης. Θεωρούσε πρώτη αρχή (principium), σαν πρώτη ύλη του κόσμου δηλαδή, το νερό και γι’ αυτό θεώρησε τη γη να πλέει μέσα σε αυτό. Το νερό βέβαια του Θαλή είναι έμψυχο, περικλείει εντός του ζωή (υλοζωισμός). Η ψυχή είναι η δύναμη εκείνη που μορφώνει και κινεί οτιδήποτε βρίσκεται στο σύμπαν. Ύλη και Δύναμη αποτελούν μια αδιαίρετη φυσική οντότητα που δεν γίνεται να ξεχωρίσουμε.

Ο Αναξίμανδρος (610-540) ήταν ο δεύτερος Μιλήσιος φιλόσοφος, συγγενής, μαθητής και διάδοχος της φιλοσοφικής σχολής της Μιλήτου. Θεωρούσε σαν πρώτη ύλη του κόσμου το άπειρο, μια απροσδιόριστη ύλη αγέννητη, άφθαρτη και αθάνατη, που βρίσκεται σε αιώνια και αδιάκοπη κίνηση. Από αυτήν την ύλη αποσπώνται τα αντίθετα που δημιουργούν τα αντικείμενα και τα φαινόμενα του κόσμου. Αυτή η έννοια του απείρου μοιάζει με αυτό που σήμερα εννοούμε ενέργεια που για τον Αναξίμανδρο αποτελεί τη φυσική αρχή του κόσμου!
Ο Αναξιμένης (586-525) είναι ο τρίτος μεγάλος φιλόσοφος της Μιλήτου και μαθητής του Αναξίμανδρου που στη θέση του άπειρου βάζει τον αέρα. Όταν αραιώνεται γίνεται πυρ κι όταν συμπυκνώνεται γίνεται άνεμος, νερό, ύστερα σύννεφο, γη και πέτρα. Ο Αέρας του Αναξιμένη είναι ζωογόνος, όπως και το νερό του Θαλή.


Ο Ηράκλειτος (540-480) δέχεται τη συνεχή ροή στο Σύμπαν. Τα αντίθετα ταυτίζονται με την αμοιβαία διαδοχή και αλλαγή. Όλα αλλάζουν και ανανεώνονται ποτέ δεν είναι ίδια, «τα πάντα ρει». Μόνο ο «λόγος» είναι σταθερός. Είναι ο εσωτερικός ρυθμός του κόσμου, που μεταβάλλεται σύμφωνα με τον αιώνιο Λόγο. Αυτός είναι ένας εσωτερικός κανόνας που ο Ηράκλειτος πότε τον λέει Δία και πότε Ειμαρμένη. Την τάξη αυτή του κόσμου δεν την δημιούργησε ούτε ο θεός ούτε οι άνθρωποι, αλλά υπήρχε πάντα και θα υπάρχει σαν ένα αιώνιο ζωντανό πυρ που ανάβει και σβήνει σύμφωνα με ορισμένα μέτρα (νόμοι). Ο ήλιος θα συνεχίσει να κινείται όπως γνωρίζουμε, αλλιώς θα τον συλλάβουν οι Ερινύες για παράβαση του νόμου και της τάξης! Σαν πρωταρχικό συστατικό του κόσμου δέχεται τη φωτιά (πυροκρατική φυσική θεωρία) που την ταυτίζει με την ψυχή (αείζωον πυρ) και αλληλοϋποκαθίσταται μέσα στη συνεχή ανακύκλωση των πάντων.

Ο Αναξαγόρας (500-428) γεννήθηκε στις Κλαζομενές της Μ. Ασίας και γι’ αυτό διαμόρφωσε υλιστικές αντιλήψεις κάτω από την επίδραση της Ιωνικής σχολής. Ο Αναξαγόρας δέχεται ότι η αρχική κατάσταση του κόσμου ήταν μια άμορφη και ακίνητη μάζα, αποτελούμενη από αναρίθμητα και απειροελάχιστα, άφθαρτα σωματίδια που τα ονόμαζε σπέρματα ή χρήματα. Όλα αυτά τέθηκαν σε κίνηση (κοσμική δίνη) που προκάλεσε ο Νους. Με την περιστροφική επίδραση και μέσω της αρχής της σύνδεσης και αποσύνδεσης των στοιχείων, ταξινομήθηκαν και αποτέλεσαν την ουσία του υλικού κόσμου. Η υλιστική θεωρία του Αναξαγόρα δεν του επέτρεψε να δεχτεί το Νου σαν εξωκοσμική και υπερφυσική δύναμη. Ο υλικός κόσμος του ήταν έτσι οργανωμένος, ώστε από τη φύση του να σκέφτεται και να αυτοδημιουργείται. Η έννοια του σκοπού, του τέλους, που ο Αριστοτέλης θα διατυπώσει, μετά από έναν αιώνα σαν τελεολογική αντίληψη, είναι στηριγμένη στον Αναξαγόρα που πρώτος συνέλαβε. Κατηγορήθηκε σαν άθεος από τους πολιτικούς αντιπάλους του Περικλή, τους ολιγαρχικούς του Θουκυδίδη και συγκεκριμένα από τον Κλέωνα, γιατί πρόσβαλε τη θεότητα θεωρώντας τον ήλιο «διάπυρη πέτρα. Ο Αναξαγόρας εκτός από τον ήλιο δίδαξε ότι και η σελήνη δημιουργήθηκε από το ίδιο υλικό με τη γη και οι Γαλαξίες είναι πολλά αστέρια που τα περισσότερα δε φαίνονται. Οι βροντές, έλεγε, είναι σύγκρουση νεφών, και οι αστραπές βίαιη τριβή αυτών. Την πρόκληση των σεισμών την απέδιδε στην καταβύθιση του αέρα μέσα στη γη.


Ο Δημόκριτος (460-370) γεννήθηκε στα Άβδηρα της Θράκης, χρησιμοποιώντας τη γνώση των προκατόχων του επινόησε την ατομική του θεωρία. Τα αντικείμενα (η ύλη) αποτελούνται από πλήθος αόρατα μόρια-άτομα που είναι αιώνια, αμετάβλητα, άφθαρτα και αδιαίρετα (άτμητα), βρίσκονται σε διαρκή κίνηση και δημιουργούν στροβιλική κίνηση (κοσμογονική δίνη) μέσα στο σύμπαν. Αυτή την κοσμογονική δίνη την ονόμασε ανάγκη και την αναγκαιότητα της φύσης να συμπεριφέρεται πότε έτσι και πότε αλλιώς σήμερα την λέμε νομοτέλεια.
Οι αισθήσεις είναι το μοναδικό μέσο γνώσης έλεγε ο Πρωταγόρας και ο Δημόκριτος διακήρυττε ότι η συνείδηση είναι το αποτέλεσμα της επίδρασης των αντικειμένων πάνω στα αισθητήρια όργανα. Απέρριπτε την εκδοχή του τυχαίου με την έννοια του αναίτιου και ό,τι ξεφεύγει από την αισθητηριακή γνώση μπορεί να ανακαλυφθεί με τη λογική.
Δεν πίστευε στην αθανασία της ψυχής. Τέτοιες δεισιδαιμονίες διακήρυττε πλάθουν οι άνθρωποι στη διάρκεια της βασανισμένης και της ταλαιπωρημένης από φόβους ζωής τους. Ο Δημόκριτος έλεγε για το σύμπαν ότι είναι άπειρο και αδημιούργητο και οι κόσμοι του συνεχώς δημιουργούνται ενώ άλλοι καταστρέφονται. Άλλοι έχουν ζωή και άλλοι όχι. Ακόμα έλεγε ότι ορισμένοι κόσμοι έχουν έναν ή και δυο ήλιους και άλλοι κανέναν, που τους τοποθετούσε μακρύτερα από τους πλανήτες! Κάπως έτσι δημιουργήθηκε η ζωή και στο δικό μας πλανήτη, με τη βοήθεια της ζωοποιούς υγρασίας πράγμα που έκανε τον Λακτάντιο, απολογητή του χριστιανισμού 800 χρόνια αργότερα να φρίξει! Η βιολογία και η αστροβιολογία στις μέρες μας δικαίωσε το Δημόκριτο.


Ο Επίκουρος (341-270) ήταν Αθηναίος. Όπως και ο Δημόκριτος, δεχόταν ότι ο κόσμος αποτελείται από πολύ μικρές άτομες φύσεις, τα άτομα, που συνεχώς κινούνται και δε χάνονται ποτέ (είναι άφθαρτα) και έχουν διαφορετικό μέγεθος, βάρος και σχήμα.
Δεχόταν το κενό (αναφή φύση) γιατί χωρίς αυτό δε θα μπορούσε να υπάρχει κίνηση. Όπως και ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από το σύμπαν, ούτε γεννιέται κάτι από το τίποτα.
Η περιστροφική κίνηση των άστρων είναι νομοτέλεια (φυσική αναγκαιότητα) που προέκυψε από τη διαμόρφωση κατά τη γέννηση του κόσμου! Για τη μελέτη της φύσης, ο Επίκουρος ήταν κατηγορηματικός. Δε δεχόταν αντιεπιστημονικές υποθέσεις που δε στηρίζονταν πουθενά. Όλα τα φυσικά φαινόμενα στηρίζονται σε φυσικά αίτια, αν δεν τα αναγνωρίσουμε έτσι κινούμαστε μέσα στο ψεύδος και στην πλάνη. Αυτός ήταν και ο λόγος που ασχολήθηκε με τα μετέωρα προκειμένου να καταδείξει τις αιτίες των ουρανίων φαινομένων. Πίστευε ακόμα ότι και αυτά που σήμερα δεν μπορούμε να εξηγήσουμε η φυσική τους αιτία θα γνωσθεί στο μέλλον.
Απομυθοποίησε επίσης τα φαινόμενα από τη θεοποίηση που υπέστησαν, ώστε ο άνθρωπος να απαλλαγεί από τις δεισιδαιμονίες και το φόβο που τον προκαλούν η άγνοια και η αμάθεια και τον κρατά δέσμιο σε όλη του τη ζωή. Όταν κατανοήσει ότι το κάθε φαινόμενο οφείλεται σε κάποια φυσικά αίτια αποδεσμεύεται από τους φόβους του και διασφαλίζει την ιδανική κατάσταση της ζωής, την ψυχική γαλήνη (αταραξία). Κατανοώντας τη φύση, ο άνθρωπος ολοκληρώνεται, διαλύει το μύθο και λυτρώνεται από την άγνοια και την αμάθεια. Κατανοώντας τη φύση λοιπόν καταχτούμε τη θέση που μας αρμόζει μέσα στη φύση, αντιλαμβανόμαστε τι μας ενώνει, γινόμαστε ηθικότεροι. Αυτή είναι η φιλοσοφία του Επίκουρου, η τέχνη του ζην, γιατί και η ζωή είναι τέχνη.
Οι ιδέες αυτές θα υποστηριχθούν αργότερα (ύστερη αρχαιότητα) μόνο από τους Επικούρειους και θα ξεχαστούν και πάλι μέχρι να τους «ανακαλύψουν» ξανά οι φιλόσοφοι του 17ου και 18ου αιώνα, στις μέρες μας δηλαδή!

Ο σκοταδισμός του Μεσαίωνα έκανε καλά τη δουλειά του για κάμποσους αιώνες. Σύνδεσε την αθεΐα με την Επικούρεια φιλοσοφία και στον υλισμό έδωσε άλλη έννοια. Για τους χριστιανούς ο υλισμός ήταν η αγάπη για την ευτελή ύλη που σκοπό είχε μόνο την ηδονή, τις απολαύσεις και γενικά την ακόλαστη ζωή.
Ό,τι ακριβώς αντίθετα όριζε η επικούρεια φιλοσοφία και με αποτροπιασμό καταδίκαζε! Όμως ποιος μπορούσε να αντισταθεί στον ιδεολογικό πόλεμο της κατασυκοφάντησης… όταν πίσω από την αντίρρηση κρυβόταν η δαμόκλειος σπάθα του συστήματος…
Όταν γιγαντώνεται η εξουσία και θεοποιείται το κράτος, η καταπίεση, η δυστυχία και η εκμηδένιση του ανθρώπου βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη.
Η ανθρωπότητα έζησε μέρες φρίκης, όσο θρησκεία και εξουσία, σαν τις δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος, είχαν έναν και μοναδικό σκοπό: την υποταγή στο σύστημα. Ο ένας εξαρτιόταν από τον άλλον. Απ’ τον Θεοδόσιο και τον Ιουστινιανό μέχρι τον Φερντινάντο Κορτέζ και από το Βυζάντιο μέχρι το Μεξικό, η εξουσιαστική δύναμη του χριστιανισμού έδειξε το αληθινό της πρόσωπο. Σήμερα το εκπαιδευτικό σύστημα δεν τολμά να καταπιαστεί με την ιστορία αυτή, παρά επιγραμματικά με βιασύνη προσπερνά!

Ο αναγεννησιακός ουμανισμός του 16ου αιώνα ήταν αυτός που ανάγκασε τον άνθρωπο να χειριστεί το νου και τη λογική σαν πραγματικά εργαλεία ώστε η ανθρωπότητα να βγει απ’ αυτό το σκοτεινό και μακρόχρονο τούνελ που καταρράκωσε την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Αναβιώνοντας τις ηθικές αξίες της αρχαίας Ελλάδας η ανθρωπότητα άνοιξε πανιά και πάλι για να οδηγηθεί στην κατάκτηση της φύσης και την κοινωνική πρόοδο.
Οι ανθρωπιστικές μελέτες (ουμανισμός) ήταν ο προάγγελος του Διαφωτισμού.
Ο δρόμος ήταν πια ανοιχτός… Μπορεί τα σκυλιά να μην ήταν δεμένα ακόμα, όμως όταν ο άνθρωπος κατάλαβε τη δύναμή του, κατάφερε να τα δέσει! Τα νέα επιστημονικά επιτεύγματα του ανθρώπου άλλαξαν την κοινωνία και την αντίληψη του γι αυτή. Μπορεί ο χριστιανισμός να κοίμισε την ανθρωπότητα για χίλια πεντακόσια χρόνια, όμως οι κοσμολογικές ιδέες του Πυθαγόρα και του Φιλόλαου ξύπνησαν ξανά στον εγκέφαλο του ανθρώπου. Δημόκριτος, Επίκουρος, Αρίσταρχος, και τόσοι άλλοι, γαντζωμένοι και πάλι στο νου του ανθρώπου. Η ελληνική υλιστική φιλοσοφία έλαμψε και το φως της διαχύθηκε παντού.
Το ρήγμα στη σχολαστική φιλοσοφία του Μεσαίωνα ήταν γεγονός και ο δρόμος δεν είχε γυρισμό.

Μεταρρυθμίσεις, εξεγέρσεις και επαναστάσεις δημιούργησαν κλίμα τεταμένο αναγκάζοντας πολλούς να βγάλουν τα μαχαίρια. Ο νους πλάνταζε και ζητούσε να απελευθερωθεί. Η σκέψη εξεγέρθη και θεσμοί αιώνων κατέρρευσαν μπροστά στον πλούτο των νέων φιλοσοφικών ιδεών και των επιστημονικών επιτευγμάτων που άλλαζαν τη ζωή του ανθρώπου και απαντούσαν στα αιώνια «αναπάντητα» ερωτήματα που η θρησκεία τόσο καιρό συγκάλυπτε ή αγνοούσε.
Ο άνθρωπος του μεσαίωνα, ζώντας το αιώνιο σκοτάδι μέσα στην πλατωνική του σπηλιά, με γυρισμένη την πλάτη στο φως και την αλήθεια, αγνοώντας τη φωτεινή πραγματικότητα για αιώνες, αποφάσισε να στρίψει πίσω και να την αντιμετωπίσει κατάματα, χωρίς τύψεις και φόβο, ανακαλύπτοντας τους νόμους που κινούσαν τις σκιές και θώπευαν τη λογική και τη συνείδησή του. Τα παιχνιδίσματα των σκιών στους τοίχους της σπηλιάς έγιναν νόμοι και αριθμοί που άλλαξαν την αντίληψη του ανθρώπου και την προοπτική του για το μέλλον του κόσμου. Τα ψέματα τελείωσαν!

Ο Μίκης απαντά στη Θάλεια Δραγώνα

Πηγή: ΡΕΣΑΛΤΟ

Με επιστολή της στο Μίκη Θεοδωράκη η κ. Θάλεια Δραγώνα διαμαρτύρεται για συκοφαντική δυσφήμιση εναντίον της.
Ο Μίκης, με δική του επιστολή, ξεκαθαρίζει τα πράγματα.

Η επιστολή της κ. Δραγώνα:
2 Ιανουαρίου 2010

Αγαπητέ Μίκη Θεοδωράκη,

Κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες στο διαδίκτυο επιστολή σας προς τον Στέφανο Ληναίο με πολύ απαξιωτικά σχόλια για το πρόσωπό μου και παραθέματα από το δημοσιευμένο έργο μου που είναι όλα παντελώς ψευδή και κατασκευασμένα.
Σας ενημερώνω ότι δεν είμαι ιστορικός και δεν γράφω ιστορικά βιβλία. Λόγος σαν «Η ελληνική ταυτότητα δεν υπήρχε πριν από το 19ο αιώνα. Δημιουργήθηκε έξωθεν σε μια εποχή εθνικισμού, αποικιοκρατίας και επεκτατικού ιμπεριαλισμού. Κοντολογίς κάποιοι από το εξωτερικό μας είπαν τον 19ο αιώνα ότι είμαστε Έλληνες κι εμείς το δεχθήκαμε για να κονομήσουμε (!!!) πουλώντας το παραμύθι ότι είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων», δεν βρίσκεται πουθενά στο δημοσιευμένο έργο μου και δεν χαρακτηρίζει την πανεπιστημιακή και κοινοβουλευτική μου πορεία. Τέτοιου είδους κατασκευάσματα είναι μιας συκοφαντικής εκστρατείας εναντίον μου.
Είμαι κοινωνική ψυχολόγος, ερευνώ και γράφω πάνω στις κοινωνικές ταυτότητες έχω δώσει μεγάλο μέρος της ζωής μου για την υπεράσπιση των αρχών της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης σε αυτόν τον τόπο.
Σας στέλνω μέρος των δημοσιεύσεων μου για να κρίνετε εάν όσα παρατίθενται στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Εάν διαπιστώσετε ότι είναι κατασκευασμένες φράσεις, σας παρακαλώ πολύ να βρείτε μια ευκαιρία να το δηλώσετε.
Σας γράφω επειδή θαυμάζω την αστείρευτη δημιουργικότητά σας και τους αγώνες σας για τη δημοκρατία και είμαι σίγουρη ότι η αναζήτηση της αλήθειας και η προάσπιση των δημοκρατικών αρχών έχει πρώτιστη σημασία για σας.
Με εκτίμηση
Θάλεια Δραγώνα

Σας επισυνάπτω και 2 πρόσφατες συνεντεύξεις μου όπου θα βρείτε και όλα τα παραποιημένα παραθέματα


Απάντηση Μίκη

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ
Επιφανους 1
117 42, Αθήνα
τηλ. 210-9214863
fax 210-9236325
e-mail: mikisthe@otenet.gr

Προς την κ. Θάλεια Δραγώνα
Καθηγήτρια Κοινωνικής Ψυχολογίας
Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην προσχολική ηλικία
του Εθνικού και Καποδστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
Ναυαρίνου 13, 10680 Αθήνα
Αθήνα, 10.1.2010

Αγαπητή κυρία Δραγώνα,

Έλαβα την επιστολή και τα βιβλία σας και σας ευχαριστώ. Διάβασα επίσης στο «Βήμα» και τα «Νέα» τις συνεντεύξεις σας, οι οποίες όμως κινούνται μονάχα γύρω από δυο-τρεις φράσεις που σας αποδόθηκαν εδώ και πολύ καιρό, για να διαψευσθούν ύστερα από μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Οι συνεντεύξεις αυτές και η μεγάλη προβολή τους (σε συνδυασμό με την φίμωση των αντιθέτων απόψεων) δεν πετυχαίνουν τίποτε άλλο παρά να αποκαλύπτουν στον ελληνικό λαό τους πανίσχυρους φίλους σας στα ΜΜΕ αποδεικνύοντας το εύρος και τα ερείσματα αλλά και τον συντονισμό της προσπάθειας που εξυφαίνεται με στόχο την αλλοίωση της εθνικής-ελληνικής μας ταυτότητας. Καθώς και τον τρόμο που δημιουργεί η αυξανόμενη παλλαϊκή αντίδραση στις απόψεις σας, που ακυρώνει την αρχική σας προσπάθεια να εκμεταλλευθείτε την αντίδραση του κ. Καρατζαφέρη βαφτίζοντας όσους διαφωνούν «ακροδεξιούς».

Τρόμος που φτάνει σε σημείο να προκαλεί συμπτώματα της «Λύσσας-Σόρος» σε υποταχτικούς κονδυλοφόρους όπως σʼ αυτόν τον δυστυχή κ. Χάρη σε σημερινό (9.1.10) ένθετο αθηναϊκής εφημερίδας.

Επειδή τυχαίνει να είμαι ένας από τους πρωτεργάτες αυτής της εκστρατείας για την ενημέρωση του ελληνικού λαού με ρίζες βαθειές στην αληθινή ελληνική Αριστερά από την εποχή του ΕΑΜ, θα ήμουν ο τελευταίος που θα επέτρεπα στον οποιονδήποτε να καπηλευτεί την λέξη και την έννοια «πατρίδα».

Το ΕΑΜ και το τότε ΚΚΕ κατέκτησε την εμπιστοσύνη του 70% του λαού μας για την πίστη του και τους αγώνες του για τη Λευτεριά της ελληνικής πατρίδας και την αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Με την πεποίθηση ότι υπηρετούμε τα ιδεώδη των Ελλήνων για την ελευθερία και την δημοκρατία από τα βάθη των αιώνων και φτάνοντας ως το «Ελευθερία ή θάνατος» του Κολοκοτρώνη, ορθώσαμε το ανάστημά μας και αναμετρηθήκαμε με το όπλο στο χέρι, με την πιο φονική δύναμη που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα: την χιτλερική Βέρμαχτ, τα ναζιστικά Ες-Ες και την Γκεστάπο, με αμέτρητες θυσίες σε αίμα, βασανισμούς και διώξεις. Ενώ παράλληλα και μέσα σ΄ εκείνες τις σκληρές συνθήκες τιμούσαμε και τρεφόμαστε με τον ελληνικό πολιτισμό για τον οποίο είμαστε περήφανοι και συγχρόνως οραματιζόμαστε τη μελλοντική κοινωνία της δικαιοσύνης, της αλληλεγγύης και της «πανανθρώπινης λευτεριάς».

Αυτή υπήρξε ως σήμερα η γνήσια και μοναδική Αριστερά, όπου οι λέξεις «έθνος» και «πατρίδα» ήταν για μας δόξα και τιμή και όχι ντροπή όπως τις κατάντησαν χτες και σήμερα ορισμένα γκρουπούσκουλα και ομάδες «διανοουμένων» που στο όνομα της Αριστεράς ντροπιάζουν με τις «ιδέες» και τα καμώματά τους, τους αγώνες και τις θυσίες μας, ενώ δηλητηριάζουν την ανύποπτη νεολαία μας, που η νικήτρια και θριαμβεύουσα ακόμα και σήμερα εθνικοφροσύνη κρατάει στα σκοτάδια, έχοντας καταδικάσει σε λήθη τη σύγχρονη ιστορία μας.

Όμως η ακτινοβολία εκείνων των ηρωικών χρόνων αψηφώντας όλα τα εμπόδια εξακολουθεί να εμπνέει το λαό μας, γιʼ αυτό και η αντίθεση στην συστηματική απόπειρα που επιχειρείται εδώ και καιρό με στόχο την ουσιαστική ανατροπή της ελληνικής ιστορίας, είναι καθολική και δεν συνδέεται με την α΄ ή την β΄ πολιτική παράταξη αλλά με το σύνολο των Ελλήνων, που γαλουχήθηκε με μια συγκεκριμένη και βαθειά ριζωμένη άποψη για το τι είναι πατρίδα, τι είναι Ελλάδα, τι είναι ιστορία, τι είναι ελληνικός λαός και ελληνικό έθνος.

Κι ακόμα γνωρίζει καλά -γιατί τα βιώνει, ποια είναι τα βασικά ιστορικά και πολιτισμικά στοιχεία που μας διέπλασαν από το ΄21 έως σήμερα.

Αρνούμενοι και κατεδαφίζοντας όλα αυτά που μας έκαναν αυτούς που είμαστε χτες, προχτές και σήμερα,με το πρόσχημα μιας δήθεν επιστημονικής αναθεώρησης της ιστορικής πραγματικότητας, όπως αποδεικνύεται σε κάθε σελίδα του βιβλίου σας «Τι είνʼ η Πατρίδα μας;» στην ουσία αμφισβητείτε ο,τιδήποτε θετικό έπραξε ο λαός αυτός σε όλους τους τομείς του εθνικού μας βίου κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων.

Με το βιβλίο σας αποδομείτε τις ιδέες, πεποιθήσεις, τα «πιστεύω», σε σχέση με το ελληνικό έθνος και τις ρίζες του, δηλαδή όλα αυτά που ενέπνευσαν και παρακίνησαν τον λαό μας. Όμως αν στις αρχές του 19ου αιώνα δεν υπήρχαν οι ιδέες για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους και όλα τα «πιστεύω» που εσείς σήμερα απορρίπτετε ως άνευ ουσιαστικού περιεχομένου και εκτός ιστορικής πραγματικότητας, τότε δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν η Επανάσταση του ΄21, το κίνημα του Φιλελληνισμού, το δημοκρατικό κίνημα του Μακρυγιάννη, η αποπομπή του Όθωνα, οι Βαλκανικοί πόλεμοι, η Εθνική Αντίσταση. Δεν θα υπήρχε ο Άρης Βελουχιώτης. Και όχι μονάχα αυτός, γιατί σύμφωνα με κείνα που επιχειρείτε να διδαχθούν τα παιδιά μας, δεν θα υπήρχε ούτε ένας αντάρτης, μιας και ΟΛΟΙ πήραν τα όπλα για την Ελλάδα και την Πατρίδα. Ενώ αν είχαν τα μυαλά τα δικά σας, δηλαδή εξέταζαν το «επιστημονικώς ορθόν», θα τα βρίσκανε μια χαρά με τους Γερμανούς που εξ άλλου το μόνο που ζητούσαν από μας ήταν να τους παραχωρήσουμε την άδεια χρήσης των λιμανιών και των αεροδρομίων μας.

Κατά τον ίδιο τρόπο δεν θα υπήρχαν οι δημοκρατικοί αγώνες και η Αντίσταση κατά της χούντας. Δεν θα υπήρχαν ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Καλομοίρης,ο Καζαντζάκης, o Σικελιανός, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Χατζιδάκις, ο Εγγονόπουλος,ο Κωνσταντίνος Δεσποτόπουλος, ο Παρθένης, ο Καμπανέλλης, ο Γεωργουσόπουλος, ο Κουν, ο Μινωτής, ο Κακογιάννης, ο Αγγελόπουλος. Όπως δεν θα υπήρχαν οι διανοητές, οι φιλόσοφοι, οι μεγάλοι πολιτικοί ηγέτες από τον Τρικούπη και τον Βενιζέλο ωε τον Καραμανλή και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Δεν θα υπήρχαν τα μεγάλα κινήματα όπως των δημοτικιστών και των φοιτητών. Δεν θα υπήρχε το κίνημα για την Κύπρο ούτε οι εκδηλώσεις αλληλεγγύης προς τα σημερινά θύματα του επιθετικού ιμπεριαλισμού, την Γιουγκοσλαυία, την Παλαιστίνη, το Αφγανιστάν και το Ιράκ. Και δεν θα συνέβαιναν προ παντός εκείνες οι πράξεις, που αποδεικνύουν την ιδιαιτερότητα του λαού μας, που τόσο επίμονα σαρκάζετε, όπως το ΟΧΙ το 1940 και η μάχη της Κρήτης, καθώς και το ότι ανάμεσα σε όλους τους ευρωπαίους, μονάχα η Ελλάδα αρνήθηκε να ντύσει τα παιδιά της με την στολή της Βέρμαχτ και να τα στείλει στο ανατολικό μέτωπο. Χάρη στις μοναδικές μέσα στην κατεχόμενη Ευρώπη παλλαϊκές διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας με χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες και εκτοπισμένους σε στρατόπεδα θανάτου.

Κι αυτό γιατί οι εθνικοί και δημοκρατικοί μας αγώνες, καθώς και τα πνευματικά έργα και οι πολιτικές πράξεις των προσώπων αυτών, διαπνέονταν από την πεποίθηση ότι η σύγχρονη Ελλάδα έχει επηρεαστεί βαθειά από μια βαρειά κληρονομιά, απέναντι στην οποία θα πρέπει να φανούμε δημιουργικά αντάξιοι.

Για όλα αυτά έχετε να πείτε μια μόνο λέξη: εθνοκεντρισμός, δηλαδή ότι είναι ασυγχώρητη υπερηφάνεια για ένα λαό να θαυμάζει τα επιτεύγματά του, φτάνοντας στο σημείο να προτείνετε να εκλείψει από τα σχολικά βιβλία, γιατί αυτό επιτάσσει η σύγχρονη επιστήμη για την αναθεώρηση της ιστορίας. Με άλλα λόγια επιχειρείτε έναν γενικευμένο ευνουχισμό σε ό,τι πολυτιμότερο και πιο ελληνικό πέτυχε ο λαός μας έως τώρα, με τελικό αποτέλεσμα την μετατροπή μας σε έναν άλλο λαό, προσαρμοσμένο στις συνταγές του καμουφλαρισμένου αφελληνισμού, που κοσμούν κάθε σελίδα του εν λόγω βιβλίου σας.

Κι αυτό γιατί διαφωνείτε με την ύπαρξη και την αξία των βασικών πυλώνων πάνω στους οποίους στηρίχθηκαν οι ιδέες, οι πράξεις, οι αγώνες, οι θυσίες και τα έργα, πνευματικά και άλλα.

Βαφτίζετε εθνοκεντρισμό την ξεχωριστή πίστη, ακόμα και θαυμασμό που μπορεί να έχει ένας λαός για την ιστορία και τον εαυτό του. Τις ξένες επεμβάσεις, που αλλοίωσαν την εθνική μας ζωή, τις θεωρείτε σχεδόν ανύπαρκτες και πρόσχημα για να καλύψουμε τις δικές μας -υπαρκτές βεβαίως- αδυναμίες.

Την ιδιαιτερότητα των αγώνων μας, ειδικά στον β΄ παγκόσμιο πόλεμο την αποκαλείτε σωβινισμό, πράξη εχθρική προς τους άλλους και την θεωρείτε γενεσιουργό αιτία ξενοφοβίας.

Την υπερηφάνεια μας για τα κατορθώματα των αρχαίων Ελλήνων την βαφτίζετε στείρο εθνικισμό και ιστορική αυταπάτη. Δηλαδή θέλετε σώνει και καλά να αποδείξετε ότι κακώς πιστεύαμε ως τώρα όσα πιστεύαμε για την καταγωγή, τις παραδόσεις, την ιστορία και τον πολιτισμό μας, πράξη που στην ιατρική επιστήμη ονομάζεται «ευνουχισμός». Και οχυρωμένη πίσω από ηχηρά ονόματα ξένων επιστημόνων βαλθήκατε με την βοήθεια ισχυρών πολιτικών και οικονομικών κύκλων, μιας και είναι πολύ δύσκολο να ευνουχίσετε έναν ολόκληρο λαό κατεδαφίζοντας τα σύμβολα και τους μύθους του, να ξεκινήσετε το θεάρεστο έργο σας από τα τρυφερά και ανύποπτα παιδιά μας.

Όπως το επιχείρησε χθες η φίλη σας κ. Ρεπούση -ανεπιτυχώς- ενώ σήμερα, με τον αέρα μάλιστα της κρατικής συμπαράστασης το επεκτείνετε εσείς με νέα έφοδο για τον ευνουχισμό της μαθητικής μας νεολαίας από κρατικό μάλιστα πόστο!

Γνωρίζετε κυρία Δραγώνα, ότι δεν έχω τίποτα προσωπικό μαζί σας, όπως γνωρίζετε ότι θα σας ήταν λίγο δύσκολο να με βαφτίσετε κι εμένα … ακροδεξιό. Προς το παρόν μπορείτε εσείς και οι φίλοι σας να με φιμώσετε. Όμως σʼ αυτό είμαι συνηθισμένος και μάλιστα θα σας έλεγα ότι όποιοι και όσοι στο παρελθόν κατά καιρούς επεχείρησαν να φιμώσουν τις ιδέες αλλά και την μουσική μου, είχαν … κακά γεράματα. Όπως ίσως ξέρετε ή θα έχετε ακούσει, η ζωή και το έργο μου στηρίχθηκε επάνω σε τρεις λέξεις: Ελλάδα, Πατρίδα, Ελευθερία. Και όλοι μου οι αγώνες έγιναν μόνο και μόνο για να τις υπερασπίσω με κάθε θυσία. Το ίδιο κάνω και τώρα.

Σήμερα εσείς και οι φίλοι σας, με διαφορετικό τρόπο απʼ ό,τι οι προηγούμενοι, επιχειρείτε να κατεδαφίσετε τις ιδέες, τις πράξεις και τα έργα που συμβολίζουν αυτές οι τρεις λέξεις, που όπως είπα, ενέπνευσαν και στήριξαν όλες τις γενιές των νεοελλήνων, για να γίνουμε αυτό που είμαστε σήμερα.

Μια κορυφαία στιγμή στην νεότερή μας ιστορία υπήρξε και η Εθνική μας Αντίσταση, τότε που έλαμψαν αυτές οι τρεις λέξεις οδηγώντας τα νιάτα εκείνης της εποχής σε ανυπέρβλητες θυσίες. Χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες τα θύματα. Τι μας οδηγούσε τότε; Όλα αυτά που καταδικάζονται σε κάθε σελίδα του βιβλίου σας, για να ανοίξει ο δρόμος σε μια γενικευμένη αλλοίωση του εθνικού μας χαρακτήρα ξεκινώντας με δήθεν επιστημονικό τρόπο από τα τρυφερά μας νιάτα.

Άλλωστε αυτή η προσπάθεια που γίνεται μέσα στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, έχει αφετηρία γνωστά σε όλους διεθνή κέντρα, που επιδιώκουν την διάλυση των εθνών-λαών με εθνικές ιδιαιτερότητες, συμφέροντα και «αρχές» που οδηγούν σε αντιστάσεις μπροστά στη λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης και γιʼ αυτό με τη διάλυση των εθνών επιδιώκουν την μετατροπή των ανθρώπων σε ανυπεράσπιστες μονάδες χωρίς μνήμη και ενοχλητικές ιδιαιτερότητες.

Eίναι δυνατόν να επιτραπεί να γίνει κάτι τέτοιο; Να γιατί με βρίσκετε και θα με βρίσκετε πάντοτε αντίθετο, γιατί πιστεύω ότι η γενιά η δική μου έχει αποδείξει στην πράξη, με έργα και όχι μόνο με λόγια, ότι σʼ αυτή τη γωνιά της γης κατοικούν άνθρωποι που είναι Έλληνες με όλη την ιστορική σημασία αυτής της λέξης και τίποτε -απολύτως τίποτε- δεν μπορεί να αμαυρώσει και πολύ περισσότερο να αλλοιώσει.

Τέλος οφείλω να σας πω ότι:

Από την ανάγνωση του βιβλίου σας «Τι είνʼ η Πατρίδα μας;» έχω συναγάγει ορισμένα συμπεράσματα, που πιστοποιούν θεμελιακές διαφορές από τις απόψεις σας. Θα αρκεστώ προς το παρόν σε μερικά παραδείγματα:

«Η κυρίαρχη αντίληψη για το έθνος και την εθνική ταυτότητα, με βάση την οποία οι πολιτικές εξουσίες στην Ευρώπη αλλά και έξω από αυτήν οργανώνουν το διαπαιδαγωγητικό ρόλο του σχολείου, είναι ακόμη σήμερα σε μεγάλο βαθμό η αντίληψη που κληρονόμησε ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την οποία το έθνος αποτελεί οικουμενική, «φυσική» οντότητα, ανεξάρτητη από το χρόνο και το χώρο, και η εθνική ταυτότητα, αυτονόητη και αναλλοίωτη αποτύπωση κοινωνικής ομοψυχίας και συνοχής. Οι εθνικές ιστοριογραφίες προέρχονται από αυτή την παράδοση και δίνουν έμφαση στη συνέχεια της ιστορίας και του πολιτισμού της εθνικής ομάδας, στις αντιστάσεις της απέναντι στις εξωτερικές επιβουλές, στην ομοιογένειά της. Στο σχολείο η ιστορία καλείται να διδάξει τα κατορθώματα των προγόνων και να σφυρηλατήσει την εθνική υπερηφάνεια και ενότητα, ενώ η γλώσσα και η γεωγραφία επιβεβαιώνουν την εθνική συνέχεια στο χρόνο και στο χώρο». (σελ. 31)
Είναι φανερό ότι θεωρείτε ότι το έθνος και η εθνική ταυτότητα είναι «κληρονομιά του ρομαντισμού του 19ου αιώνα [και δεν] αποτελεί «φυσική» οντότητα ανεξάρτητη από τον χρόνο και τον χώρο, αυτονόητη και αναλλοίωτη αποτύπωση εθνικής ομοψυχίας και συνοχής».

Φαίνεται ακόμη ότι δεν είσθε σύμφωνη με την έμφαση που δίνεται στο σχολείο «στη συνέχεια της ιστορίας και του πολιτισμού της εθνικής ομάδας, στις αντιστάσεις της απέναντι στις εξωτερικές επιβουλές, στην ομοιογένειά της». Καθώς και στο γεγονός ότι «η ιστορία καλείται να διδάξει τα κατορθώματα των προγόνων και να σφυρηλατήσει την εθνική υπερηφάνεια και ενότητα., ενώ η γλώσσα και η γεωγραφία επιβεβαιώνουν τη συνέχεια στο χρόνο και στον χώρο».

Θα ήθελα ειλικρινά να μου λέγατε, αν η παράγραφος αυτή αναφέρεται θετικά ή αρνητικά στον τρόπο που το σχολείο αντιμετωπίζει τα προβλήματα αυτά. Μιας και δεν το λέτε φανερά. Όμως αφήνετε να υπονοηθεί, ότι όλες αυτές οι ιδέες περί έθνους και εθνικής ταυτότητας αποτελούν σύμπτωμα που μας επιβλήθηκε από την «ρομαντική αντίληψη της ιστορίας στο τέλος του 19ου αιώνα. Άρα ξεπερασμένες και αντιεπιστημονικές σύμφωνα με την οπτική γωνία τη δική σας και των υπολοίπων συνεργατών σας που συμμετέχουν στην συγγραφή του εν λόγω βιβλίου.

Να όμως που τόσο εγώ όσο και οι γενιές των παππούδων μου αλλά και των συμμαχητών και συνοδοιπόρων μου στους δρόμους των εθνικών αγώνων και στις προσπάθειες για τη δημιουργία μιας ελληνικής τέχνης διαπνεόμεθα σε κάθε μας βήμα και προσπάθεια από αυτές ακριβώς τις ιδέες που καταγγέλλετε ως ξεπερασμένες και ευτελή ως φαίνεται προϊόντα μιας ξεπερασμένης πια ρομαντικής αντίληψης. Και μόνο μʼ αυτή την παράγραφο, μου ζητάτε να απαρνηθώ τον εαυτό μου, τη ζωή μου, τις ιδέες και το έργο μου. Και όχι μόνο από εμένα αλλά όπως αποδεικνύεται από τις πράξεις και τα έργα τους, ΟΛΟΥΣ σχεδόν τους νεοέλληνες, ανώνυμους και επώνυμους που από το 1821 έως σήμερα πίστεψαν ακριβώς σʼ αυτά που θεωρείτε ότι κακώς διδάσκονται σήμερα στο ελληνικό σχολείο. Άλλωστε αμέσως μετά διευκρινίσατε ότι «στις σύγχρονες κοινωνικές επιστήμες για το εθνικό φαινόμενο η ρομαντική αντίληψη για το έθνος έχει γίνει αντικείμενο κριτικής… Οι σύγχρονες θεωρήσεις (…) συγκλίνουν στην παραδοχή ότι η έννοια του έθνους είναι σχετικά πρόσφατη, αλλάζει μέσα στο χρόνο» και παρακάτω αποκαλείτε «φανταστική κοινότητα» του έθνους που στηρίζεται στη νέα νοηματοδότηση (ομολογώ πως δεν καταλαβαίνω τον όρο) υπαρκτών κοινών χαρακτηριστικών» και όλα αυτά τα προσφέρει «η εθνική ταυτότητα» (που ήρθε) «να αντικαταστήσει το κενό που δημιούργησε η κατάλυση των παραδοσιακών μορφών κοινωνικής οργάνωσης».

«Καθώς διευρύνεται το σχετικά πρόσφατο ενδιαφέρον των κοινωνικών επιστημών για το εθνικό φαινόμενο, η ρομαντική αντίληψη για το έθνος έχει γίνει αντικείμενο κριτικής τα τελευταία χρόνια. Οι σύγχρονες θεωρήσεις, παρά τις σημαντικές διαφορές τους ως προς την προέλευσή τους, συγκλίνουν στην παραδοχή ότι η έννοια του έθνους είναι σχετικά πρόσφατη, αλλάζει μέσα στο χρόνο και μπορούμε επομένως να κάνουμε την ιστορία της: πιο συγκεκριμένα η έννοια του έθνους όπως χρησιμοποιείται σήμερα διμορφώθηκε ιστορικά τα τελευταία διακόσια χρόνια και συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία των εθνών-κρατών (Noiriel 1991). Η εθνική ταυτότητα ήρθε να αντικαταστήσει το κενό που δημιούργησε η κατάλυση των παραδοσιακών μορφών κοινωνικής οργάνωσης και να προσφέρει στα μέλη των σύγχρονων κοινωνιών νέα βάση κοινωνικής συνοχής μέσα από τη δημιουργία της «φαντασιακής κοινότητας» του έθνους, που στηρίζεται στη νέα νοηματοδότηση υπαρκτών κοινών πολιτισμικών χαρακτηριστικών». (σελ. 31)

Γιατί τάχα πολύπλοκες εγκεφαλικές αναλύσεις για αυτονόητα γεγονότα, όπως είναι η συνεχής ανανέωση των μορφών της κοινωνικής συγκρότησης, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι το έθνος αποτελεί μια «φανταστική κοινότητα»; Αλήθεια, τι θα πει αυτό; Το έθνος σε σχέση με την κοινωνία είναι η ψυχή σε σχέση με το σώμα. Κι εδώ είναι πιστεύω, το λάθος της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης, που επαγγέλλεσθε. Γιατί επιχειρεί να αναλύσει και να εξηγήσει μορφές και λειτουργίες που αφορούν την κοινωνία-σώμα και όχι το έθνος-ψυχή. Που δεν αναλύεται ούτε εξηγείται, γιατί όπως και τα φαινόμενα της θρησκείας και της τέχνης, ανάγεται στην μεταφυσική και στην υπέρβαση. Στο υπερλογικό και ανεξήγητο.

Αν και για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους, πέραν του γεγονότος ότι για την παμψηφία θα έλεγα των νεοελλήνων -ανωνύμων και επωνύμων- δεν αποτελούσε και αποτελεί μόνο ένα είδος θρησκευτικής πίστης (άκρως αντιεπιστημονικής βεβαίως για σας) υπάρχουν απτές αποδείξεις ότι ορισμένοι βασικοί άξονες του πνευματικού κόσμου των αρχαίων Ελλήνων κατάφεραν να διατηρηθούν και να φτάσουν ως τις μέρες μας. Λ.χ. είναι πασίγνωστη η διάρκεια της ελληνικής γλώσσας. Δεν είναι όμως γνωστή η διάρκεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής μέσω των βασικών μουσικών κλιμάκων, που παρέμειναν αναλλοίωτες, καθώς οι αρχαίοι μουσικοί τρόποι πέρασαν ατόφιοι στη Βυζαντινή μουσική με το νέο όνομα «ήχοι» κι από κει δια μέσου της αραβικής μουσικής και με καινούριο όνομα, «δρόμοι», δημιούργησαν το ρεμπέτικο τραγούδι από το οποίο προήλθε τόσο η σύγχρονη λαϊκή μας μουσική όσο και η έντεχνη-λαϊκή μουσική, μέσα στην οποία συνενώθηκε η μουσική με την ποίηση. Δηλαδή το φαινόμενο που χαρακτήριζε την αρχαία μουσική, δεδομένου ότι τότε με τον όρο «μουσική» εννοούσαν αποκλειστικά την σύζευξη Μουσικής και Λόγου.

Ένα άλλο σημαντικό δημιούργημα των αρχαίων, υπήρξε ως γνωστόν και η Δημοκρατία και μάλιστα η άμεση Δημοκρατία. Μετά την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους και σχεδόν έως σήμερα στην Ευρώπη κυριάρχησαν συστήματα συγκεντρωτικά, βασιλείες αυτοκρατορίες, δικτατορίες, σοσιαλιστικές εξουσίες. Η χώρα μας κατακτήθηκε για τέσσερις αιώνες από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Εν τούτοις και κάτω από αυτές τις καταλυτικές συνθήκες οι ελληνικές κοινότητες, μέσα και έξω από τον γεωγραφικό μας χώρο, κυβερνήθηκαν με δημοκρατικό τρόπο. Οι κάτοικοι λ.χ. ενός χωριού εξέλεγαν τακτικά με καθολική ψηφοφορία την διοικητική και τη δικαστική τους εξουσία. Κι αυτό αντανακλάται στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, μέσα στο οποίο ρητώς αναφέρεται ότι απαγορεύονται οι «τίτλοι ευγενείας». Άλλωστε αυτό το δημοκρατικό φρόνημα μπορούμε να πούμε ότι παραμένει έως σήμερα βασικό γνώρισμα της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού.

Κι αυτό σε πείσμα των προσπαθειών των ξένων δυνάμεων να επιβάλουν τις γνωστές δυναστείες των Βαυαρών και των Γλύξμπουργκ. Γεγονός που αρνείσθε πεισματικά να παραδεχτείτε. Δηλαδή το γεγονός των συνεχών παρεμβάσεων των ξένων στην χώρα μας, που υπήρξαν πρόξενοι των μεγαλυτέρων εθνικών μας καταστροφών. Όπως της Μικρασιατικής, του Εμφυλίου, της Κύπρου και τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας.

Συμφωνώ μαζί σας στην παράγραφο της σελ. 33, ότι τα κριτήρια με τα οποία ορίζεται ένα έθνος είναι πολιτισμικού χαρακτήρα: καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία και παραδόσεις, μύθοι, ιστορίες, μνήμες.

«Όπως χαρακτηριστικά δείχνουν οι παραπάνω έρευνες, τα κριτήρια με τα οποία ορίζεται το έθνος είναι πολιτισμικού χαρακτήρα: καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία και παραδόσεις, μύθοι, ιστορικές μνήμες. Τα πολιτισμικά αυτά κριτήρια, που θεωρούνται κοινά, προσδιορίζουν τον συμβολικό και τον φυσικό χώρο του έθνους. Οτιδήποτε διαφορετικό θεωρείται ότι βρίσκεται έξω από το έθνος και συνήθως απορρίπτεται. Έτσι τα έθνη έχουν προσδιοριστεί ιστορικά κατά κύριο λόγο μέσα από τις διαφορές τους από και σε σύγκριση με άλλα έθνη. Αυτή τη συνεχής διαδικασία ετεροπροσδιορισμού συμβάλλει στην αέναη αναπαραγωγή της εθνικής ταυτότητας ως μοναδικής και ομοιογενούς και στηρίζει την τάση της να αρνείται τόσο τις ομοιότητες με καθετί έξω από αυτήν όσο και τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της».

Όμως διαφωνώ με την άποψή σας πως «ό,τι είναι διαφορετικό, θεωρείται ότι βρίσκεται έξω από το Έθνος, συνήθως απορρίπτεται». Και ακόμα ότι «η συνεχής διαδικασία ετεροπροσδιορισμού συμβάλλει στην αέναη αναπαραγωγή της εθνικής ταυτότητας ως μοναδικής και ομοιογενούς και στηρίζει την τάση της να αρνείται τόσο τις ομοιότητες με κάθε τι έξω από αυτήν όσο και τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της».


Χωρίς ίσως να το θέλετε, φορτώνετε με αρνητικές ιδιότητες το Έθνος και την εθνική ταυτότητα, μιας και για να υπάρξουν κατά τη γνώμη σας, πρέπει πρώτον να ετεροπροσδιορισθούν και δεύτερον να «απορρίψουν» δηλαδή να κλειστούν στο καβούκι τους. Συμφωνούν άρα γε αυτές οι διαπιστώσεις με το ελληνικό έθνος; (Για να αρκεστούμε στη δική μας ιστορική εμπειρία). Γιατί όλα τείνουν να αποδείξουν ότι ο,τιδήποτε καλό και θετικό έγινε ως τώρα, οφείλεται στο γεγονός ότι είχαμε και έχουμε ανοιχτές θύρες (τουλάχιστον ως προς τον πολιτισμό) και προς Ανατολάς και προς Δυσμάς όπως και προς Βορρά. Έτσι ό,τι υπήρξε και ό,τι υπάρχει, αποτελεί δημιουργική πρόσμιξη διαφόρων ιδεών και πολιτισμών, ακόμα και τρόπων ζωής.

Ήμαστε πάντοτε ανοιχτοί κατά το παράδειγμα του Ρήγα Φεραίου, που ενώ σάλπιζε την επανάσταση των Ελλήνων, οραματιζόταν την μεγάλη οικογένεια των Βαλκανικών λαών. Το ίδιο που κάναμε κι εμείς στην Εθνική Αντίσταση, που αγωνιζόμαστε όχι μόνο για την δική μας ελευθερία αλλά και για την «πανανθρώπινη τη λευτεριά». Και μη μου πείτε ότι επηρεάστηκαν από την ρομαντική άποψη περί έθνους οι φουστανελάδες αγράμματοι ως επί το πλείστον Έλληνες επαναστάτες, όταν το Σύνταγμα της Επιδαύρου στα 1822 διακήρυσσε την ανασύσταση του ελληνικού έθνους αποτελώντας παράλληλα το δημοκρατικότερο Σύνταγμα όλων των εποχών, μιας και είχαν ανοιχτά τα μυαλά τους στις επιρροές της Γαλλικής και της Αμερικανικής ακόμα επανάστασης. Για να ετεροπροσδιοριστούμε θα πρέπει να είμαστε ανίκανοι να αυτοπροσδιοριζόμαστε κάθε στιγμή (ακόμα και σήμερα), ενώ η εθνική μας ταυτότητα υπήρξε και είναι τόσο ισχυρή, ώστε να μην έχουμε ούτε να θέλουμε να έχουμε εχθρούς, για να είμαστε αυτοί που είμαστε. Άλλωστε η βασική εξωτερική μας πολιτική ως τώρα υπήρξε και είναι αμυντική με εξαίρεση την τυχοδιωκτική εκστρατεία στην Τουρκία, που μας κόστισε τόσο ακριβά.
Και γιατί δεν ρωτάτε και μας (όσους επιζήσαμε), που περάσαμε μέσα από το καμίνι της ξένης κατοχής, να σας πούμε από πού αντλούσαμε τη δύναμη και το θάρρος να αναμετρηθούμε ίσος προς ίσον με την τερατώδη Χιτλερική μηχανή θανάτου; Μονάχα με την σκέψη ότι στο βάθος είμαστε ανώτεροι από αυτούς! (Εξ άλλου σʼ αυτό μας βοηθούσε η μετατροπή των εχθρών μας σε μια συμπαγή μάζα αιμοδιψών βαρβάρων). Γιατί; Γιατί ανήκαμε σε ένα Έθνος πολύ ανώτερο απʼ αυτούς στον πνευματικό και πολιτισμικό κυρίως χώρο από τον Αισχύλο και τον Πλάτωνα έως τον Σολομό, τον Παλαμά και τον Καβάφη. Και όσοι είμαστε μορφωμένοι, το ηθικό μας ανάστημα έπαιρνε συνειδητά δύναμη απʼ αυτούς. Όσο για τους αμόρφωτους αλλά γενναίους, αντλούσαν δύναμη όπως οι αγωνιστές του ΄21 από τα «μάρμαρα». Αν όλα αυτά είναι «παραμύθια», τότε ό,τι υπήρξε θετικό και ξεχωριστό ως τώρα, ας πούμε ότι ήταν και είναι «παραμύθι». Τότε για ποιον λόγο θέλετε να το κατεδαφίσετε; Δεν ξέρετε ότι έτσι σκοτώνετε την ψυχή μας; Χάρη στην οποία είσθε κι εσείς σήμερα ελεύθερη;

Όπως ασφαλώς καταλαβαίνετε, για μένα προσωπικά δεν υπάρχει καν ερώτημα «Τι είνʼ η πατρίδα μας;». Για όλους όσους αφιέρωσαν το έργο και κυρίως τη ζωή τους ολόκληρη σʼαυτή την πατρίδα -και είναι χιλιάδες, εκατομμύρια Έλληνες, επώνυμοι ή ανώνυμοι, νεκροί ή ζωντανοί, δεν υπάρχουν τέτοια ερωτήματα, γιατί αυτοί οι ίδιοι είναι η πατρίδα…

Γιʼ αυτό σας παρακαλώ και εύχομαι να λάβετε σοβαρά υπʼ όψιν την μαρτυρία ενός ελεύθερου Έλληνα και να σταματήσετε αυτή την εκστρατεία, που μόνο δεινά μπορεί να φέρει στον ήδη δοκιμαζόμενο λαό μας.

Σας χαιρετώ,

Μίκης Θεοδωράκης

ΥΓ. Επειδή θεωρώ ότι με την απάντησή μου αυτή μου δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξω ορισμένα ουσιαστικά επιχειρήματα στην προσπάθειά μου να διαφωτίσω όσο γίνεται πληρέστερα τον ελληνικό λαό για τα κίνητρά μου στον αγώνα που ξεκίνησα και συνεχίζω, είμαι υποχρεωμένος να την δημοσιεύσω στο διαδίκτυο, όπως έκανα έως τώρα, δεδομένου ότι τα ισχυρά ΜΜΕ προς το παρόν αποφεύγουν ακόμα και να αναφερθούν στις απόψεις μου καταφεύγοντας ως συνήθως σε ύβρεις…Αυτό θα πει ελευθερία τύπου!

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2010

Ώρα για μια μεγάλη πολιτική πρωτοβουλία στο "μεταναστευτικό"

του Νίκου Ράπτη

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Απαραίτητη πρωτοβουλία Η πιο ορατή ίσως αλλαγή που επισυνέβη στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία είκοσι χρόνια είναι η εισροή εκατοντάδων χιλιάδων μεταναστών στον ελλαδικό χώρο. Διαδοχικά μεταναστευτικά ρεύματα (οι Φιλιππινέζες της δεκαετίας του '80 -οι Πολωνοί πρώτα, οι Αλβανοί στη συνέχεια της δεκαετίας του '90 -οι Αφγανοί και Αφρικανοί της δεκαετίας του '00 κ.ο.κ) άλλαξαν, άλλοτε προς το χειρότερο και άλλοτε προς το καλύτερο, άρδην την καθημερινότητα στις πόλεις και τις γειτονιές της Ελλάδας (την αξία των περιουσιών, τα εισοδήματα, το κόστος ζωής, την εκπαίδευση, την ποιότητα ζωής, την ψυχαγωγία, το αίσθημα ασφάλειας κ.λπ). Η πολιτική τάξη συμπεριφέρθηκε κι εδώ ως ο τέλειος Επιμηθέας, με μόνιμη έγνοια να μην κάνει τη δουλειά της -που δεν είναι άλλη από το «να βγάζει τα κάστανα από τη φωτιά». Αρχικά δεν έβλεπε, δεν άκουε, δεν ήξερε τίποτα. Αργότερα έτρεχε ασθμαίνουσα πίσω από τις εξελίξεις, «μπαλώνοντας» τις πιο προφανείς τρύπες. En passant, «δια πράξεων ή παραλείψεών της», μετέτρεψε τη χώρα σε αχθοφόρο του βάρους της μετανάστευσης ολόκληρης την Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) υπογράφοντας την απαράδεκτη «συμφωνία του Δουβλίνου» (και μάλιστα -ανήκουστο!- επί ελληνικής προεδρίας! Το κείμενο αυτό φέρει υπερήφανα την υπογραφή του «προέδρου του συμβουλίου» Νίκου Χριστοδουλάκη!) Όλα τούτα για να ειπωθεί πως το ζήτημα της μετανάστευσης πρέπει να αντιμετωπίζεται πλέον με σοβαρότητα, τεκμηρίωση και μεσοπρόθεσμη προοπτική. Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει τη μετανάστευση. Η Ελλάδα προορίζεται στο μέλλον να δέχεται διαδοχικά μεταναστευτικά ρεύματα. Ο συνδυασμός «κλιματική αλλαγή και άνοδος της στάθμης της θάλασσας» συν «δημογραφική έκρηξη της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής» συν «γήρανση και δημογραφικός μαρασμός της Ελλάδας» «μιλάει» για τα μελλούμενα. Θα είμαστε τυχεροί αν το 2100 οι μισοί κάτοικοι του ελλαδικού γεωγραφικού χώρου κατάγονται από σημερινούς Έλληνες υπηκόους. Η εμβάθυνση και επιτάχυνση των διαδικασιών ένταξης/ενσωμάτωσης των μεταναστών σε ένα κυρίαρχο εθνικό/δημοκρατικό υπόδειγμα αποτελεί άρα εκ των ων ουκ άνευ όρο επιβίωσης της δημοκρατίας και της ελληνικότητας στον ελλαδικό γεωγραφικό χώρο. Δύσκολη συγκυρία Αυτή η κουβέντα όμως χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη της όλα τα συμφραζόμενα της συγκυρίας. Πρώτον, το «μεταναστευτικό» είναι ζήτημα πολύπλευρο και σύνθετο. Πιο ορατές του πλευρές: (α) Η εξασφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των λαθρομεταναστών: συνθήκες κράτησης και απονομής δικαιοσύνης, διευκόλυνση διαδικασιών μονιμοποίησης. Δίκαιη παροχή καθεστώτος πολιτικού ασύλου και καταπολέμηση της «εμπορίας ανθρώπων», δύο τομείς όπου η Ελλάδα διακρίνεται για την αναλγησία της και την παραβίαση των διεθνών συνθηκών. (β) Η επιτήρηση των συνόρων της χώρας: έλεγχος/ρύθμιση της εισόδου των μεταναστών, υλοποίηση πολιτικών «ποσοτικής επιλογής» (ποσόστωσης) σε εθνικό επίπεδο, καταγγελία της «συμφωνίας του Δουβλίνου», έλεγχος των συνόρων της ΕΕ από κατάλληλη ευρωπαϊκή συνοριακή δύναμη(γ) Η κοινωνικά δίκαιη κατανομή του κόστους της μετανάστευσης: συνδικαλιστική/εργασιακή ενδυνάμωση των μεταναστών, πολεοδομικές-εκπαιδευτικές-αστυνομικές παρεμβάσεις για την αποτροπή δημιουργίας «γκέτο», εξισωτικές/αναδιανεμητικές πολιτικές στην υγεία, την παιδεία, καταπολέμηση της εγκληματικότητας.(δ) Η βελτίωση των διαδικασιών ένταξης/ενσωμάτωσης των μεταναστώνΔεύτερον, το «μεταναστευτικό» εξ ανάγκης θα συζητηθεί σε ένα πλαίσιο οικονομικής κρίσης και οιονεί πτώχευσης της χώρας. Το σημείο αυτά είναι το Α και το Ω για κάθε απόπειρα χάραξης πολιτικής στην Ελλάδα την επόμενη ορατή ιστοριακά περίοδο. Η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια καλείται: να αποτρέψει την πτώχευση της χώρας, και μάλιστα διατηρώντας τη θέση της εντός της ευρωζώνης και της ΕΕ, και μάλιστα βελτιώνοντας καταλυτικά την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της, και μάλιστα σε κατεύθυνση βιώσιμης ή πράσινης ανάπτυξης, και μάλιστα με κοινωνική δικαιοσύνη και ενδυνάμωση των «ξεχασμένων της μεταπολίτευσης», των γυναικών και των νέων! Όλα αυτά σε ένα πλαίσιο στο οποίο η Ελλάδα είναι ο πιο αδύναμος κρίκος μιας παρακμάζουσας οικονομικά, δημογραφικά και πολιτιστικά Ευρώπης, που με τη σειρά της είναι ο αδύναμος κρίκος ενός «δυτικού κόσμου» που επίσης συρρικνώνεται δημογραφικά, οικονομικά και πολιτισμικά και καλείται να γίνει από κυρίαρχος, «ένας ακόμα πόλος» σε έναν πολυπολικό κόσμο, που με τη σειρά του βρίσκεται αντιμέτωπος με την «μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε η ανθρωπότητα στην ιστορία της», την κλιμάκωση δηλαδή της κλιματικής αλλαγής και την υπερθέρμανση του πλανήτη, κατά πάσα πιθανότητα άνω των 2οC! Μιλάμε δηλαδή για συνδυασμό ακροβασιών και σχοινοβασίας, όχι απλά χωρίς δίκτυ προστασίας, αλλά με ένα λάκο γεμάτο κροκοδείλους από κάτω! Ανάγκη για συναίνεση Είναι προφανές πως για να μπορέσει ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός να ξεπεράσει αυτό το κάβο, χρειάζονται δύο πράγματα: (α) Ριζική, μεταπολιτευτικού τύπου αλλαγή στις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές σταθερές του μεταπολιτευτικού συστήματος και (β) Ευρείες, ευρύτατες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις. Οι δυνάμεις που διαθέτει αυτή η χώρα, οικονομικά, πολιτικά, διανοητικά, επιστημονικά, δημογραφικά είναι συγκεκριμένες και πεπερασμένες και είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν επαρκούν για να αντεπεξέρθουμε στις τρέχουσες προκλήσεις. Οπότε το πνεύμα που πρέπει να μας διακατέχει είναι εκείνο της συσπείρωσης δυνάμεων και της προσήλωσης στα σημαντικά. Χρειαζόμαστε μια πολιτική τάξη που θα παίζει εντελώς άλλο παιχνίδι από αυτό που παιζόταν τα τελευταία πολλές δεκάδες χρόνια (και σίγουρα από το 1974 κι ύστερα). Μια πολιτική τάξη: · που θα προτάσσει το εθνικό όφελος εις βάρος του κομματικού, το μακροπρόθεσμο εις βάρος του βραχυπρόθεσμου, · που θα αναπτύξει με την πολιτική θυσιαστική, αντί για κερδοσκοπική σχέση, · που θα λέει αλήθειες και όχι συνθήματα, · που θα μελετά τα προβλήματα και δε θα προχειρολογεί, · που θα προσανατολίζεται σε λύσεις και όχι σε αναμασήματα ιδεοληπτικών «πρετ α πορτέ». Προσοχή: όλα αυτά ενώ ταυτόχρονα οι κυβερνήσεις θα είναι εξορισμού δύσκολο να προσφύγουν σε ενέσεις δημοφιλίας ή σε περαιτέρω αναβολή των δύσκολων αποφάσεων, ενώ δηλαδή θα είναι κραυγαλέος για τους πάσης φύσεως αντιπολιτευόμενους ο πειρασμός για «ξύλευση» της εκάστοτε κυβερνούσας «πεσούσης δρυός». «Ψύλλοι στ' άχυρα», θα μου πείτε: σωστά, αλλά αν δεν τους βρούμε, μας περιμένει βαριά μοίρα. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως αν το καθεστώς μεταπολιτευτικό σύστημα δεν ξεκινήσει/φέρει εις πέρας την «περεστρόικά» του, τη «νέα μεταπολίτευση», με τρόπο υπεύθυνο και συντεταγμένο, τότε μας περιμένει ένας κοινωνικός-πολιτικός «πόλεμος όλων έναντι όλων» που θα καταλήξει στον εκμηδενισμό όλων των θετικών της περιόδου 1974-20...: σε αυταρχικές-μεσσιανικές λύσεις, σε ενίσχυση των κοινωνικά ισχυρών και εξουθένωση των αδύναμων, σε μεγάλη γεωπολιτική μείωση της σημασίας της Ελλάδας (που θα αποτυπωθεί κατά πάσα πιθανότητα και γεωγραφικά). Αν δεν «αναβιώσει» το 1909, η Ελλάδα πιθανότατα θα ξαναζήσει τον εθνικό-πολιτιστικό της εκμηδενισμό, της περιόδου πολύ πριν το 1821... Στη συγκυρία αυτή, ο λαϊκισμός και οι «πόλεμοι αξιών» είναι «απαγορευμένοι καρποί». Ακριβώς διότι διαιρούν (προσφέροντας εύπεπτες και ελκυστικές ιδεολογικές «ταυτότητες» και -ευδιάκριτες αλλά απατηλές- «διαχωριστικές γραμμές»), ευνοούν τη συνθηματολογία, αποστρέφουν το βλέμμα από τα σύνθετα, τα δύσκολα, τα μπερδεμένα, τα σημαντικά. Είναι σίγουρα πιο ευχάριστο να βλέπεις ένα ματς από το να σχοινοβατείς χωρίς προστατευτικό δίκτυ· αλλά όταν σχοινοβατείς, δεν είναι πολύ σώφρων να χαζεύεις ταυτόχρονα το ματς! Τα ελλείμματα της κυβερνητικής πρωτοβουλίας Δυστυχώς, στο ζήτημα της κυβερνητικής πρωτοβουλίας περί «πολιτικής συμμετοχής ομογενών και αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα και μακροχρόνια στην Ελλάδα» κινδυνεύουμε να ξεστρατίσουμε στο δρόμο του «πολέμου αξιών», εγκαταλείποντας την οδό της «επίλυσης των προβλημάτων». Για το γεγονός αυτό ευθύνονται κυρίως: · οι ιμπρεσάριοι της λαθρομετανάστευσης, η άκρα δεξιά και η λαϊκιστική δεξιά, που είναι φανερό πως τρέφονται από τη λαθρομετανάστευση πολιτικά, ενώ ταυτόχρονα εκφράζουν πολιτικά τις κοινωνικές και οικονομικές εκείνες δυνάμεις που εκμεταλλεύονται εργασιακά την λαθρομετανάστευση και την παραοικονομία που οικοδομείται -στην κυριολεξία- πάνω στα σώματα και τις ζωές των μεταναστών,· η κυβέρνηση, που στην πρότασή της θέτει όρους και διαδικασίες πολιτογράφησης με εντελώς πρόχειρο και εν πολλοίς ακραίο τρόπο. Η διαδικασία της διαβούλευσης εξάλλου, ανέδειξε σοβαρά ελλείμματα και ασάφειες σε ορισμένες πλευρές των κυβερνητικών προτάσεων. Όπως σωστά περιγράφεται στην ισορροπημένη ανακοίνωση των «οικολόγων πράσινων» (ΟΠ) «ρυθμίσεις όπως ο απαραίτητος χρόνος διαμονής στη χώρα για το δικαίωμα πολιτογράφησης, η εξαίρεση των πολιτών άλλων χωρών της ΕΕ από την υποχρέωση ελάχιστου χρόνου παραμονής... η απαίτηση από τον ενδιαφερόμενο "να αποδεικνύει τη δυνατότητά του να συμμετάσχει ενεργά και ουσιαστικά στην πολιτική ζωή της χώρας" (είναι διατάξεις που) χρειάζονται περισσότερο διάλογο». Προς την ίδια κατεύθυνση, το «ευρωπαϊκό πράσινο κόμμα» σημειώνει πως «η διαδικασία της ισότιμης ένταξης είναι ένας διάλογος και όπως κάθε διάλογος έχει δύο διαλεγόμενα μέρη... Ο μετανάστης... πρέπει να προσαρμοστεί στην Ευρώπη... και η Ευρώπη να προσαρμοστεί με τον μετανάστη». Η κυβερνητική πρόταση ικανοποιεί άραγε τις προδιαγραφές αυτού του «διαλόγου»; Αποτέλεσε επίσης μέγα πολιτικό σφάλμα η πρόταξη του ζητήματος της απόδοσης της ελληνικής ιθαγένειας στους μετανάστες, που εντέλει απασχολεί λιγότερο τους ίδιους τους μετανάστες, σε σχέση τουλάχιστο με τις καυτές άλλες πλευρές του ζητήματος (εργασιακά δικαιώματα, διαδικασίες νομιμοποίησης, παροχή ασύλου, αποτροπή/αντιστροφή γκετοποίησης, αστυνόμευση/ασφάλεια, κτύπημα της παραοικονομίας κ.λπ). Το σημερινό πολιτικό διακύβευμα Πέραν όμως των κριτικών για το τι ή πώς συνέβη, σήμερα το πολιτικό διακύβευμα σε σχέση με την κυβερνητική πρωτοβουλία είναι:(α) να απομονωθούν οι «ιμπρεσάριοι της λαθρομετανάστευσης», το ΛΑΟΣ και η ακροδεξιά(β) να αποτυπωθεί ακόμα εντονότερα η «στροφή» του νομοθετικού μας συστήματος από το «δίκαιο του αίματος» στο «δίκαιο του εδάφους». Όλο το «ζουμί» της κυβερνητικής πρωτοβουλίας είναι η διάταξη που αναφέρεται στην απόδοση ιθαγένειας στα παιδιά που γεννιούνται στο ελληνικό έδαφος, για τα οποία αναφέρεται πως «τέκνο αλλοδαπών που γεννιέται στην Ελλάδα και ένας από τους γονείς του κατοικεί μόνιμα και νόμιμα στη χώρα επί πέντε συνεχή έτη, αποκτά από τη γέννησή του την ελληνική ιθαγένεια εφόσον οι γονείς του υποβάλουν κοινή σχετική δήλωση και αίτηση εγγραφής του τέκνου στο δημοτολόγιο του δήμου της μόνιμης κατοικίας του» (1Α§1). Δεν είναι τυχαίο που οι πάσης φύσεως υποστηρικτές του νομοσχεδίου επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στο άρθρο αυτό! Παράλληλα, στην «απορριπτική» του επιστολή για την τρέχουσα πρωτοβουλία της κυβέρνησης, ο πρόεδρος της ΝΔ Αντώνης Σαμαράς «έκλεισε το μάτι» στην κυβέρνηση για το ζήτημα της πολιτογράφησης των παιδιών των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, σημειώνοντας πως η ΝΔ θεωρεί πως «τα παιδιά των νόμιμων μεταναστών που γεννιούνται στην Ελλάδα... θα (πρέπει να) παίρνουν με αίτησή τους ιθαγένεια όταν ενηλικιώνονται κι εφ' όσον έχουν ολοκληρώσει τουλάχιστον την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση» (το ειρωνικό είναι πως στο σημείο αυτό η θέση της ΝΔ εμφανίζεται από μία άποψη πιο... προωθημένη από εκείνη του ΠΑΣΟΚ, αφού η αξιωματική αντιπολίτευση αποσιωπά την ανάγκη πενταετούς νόμιμης παραμονής του γονέα του παιδιού στην Ελλάδα!) Εξάλλου, με το Ν.3284/2004, η ΝΔ είχε ήδη ανοίξει ένα παράθυρο στο «δίκαιο του εδάφους», αποδίδοντας την ελληνική ιθαγένεια σε «αλλοδαπούς ενήλικες, με πολιτογράφηση, εφόσον διαμένουν νόμιμα στη χώρα δέκα χρόνια τουλάχιστον την τελευταία δωδεκαετία πριν από την υποβολή της αίτησης πολιτογράφησης (και) έχουν επαρκή γνώση της ελληνικής γλώσσας, της ελληνικής ιστορίας και στοιχείων του ελληνικού πολιτισμού». Δια ταύτα... Το συμπέρασμα είναι πως χρειάζεται τώρα εκείνες οι πολιτικές δυνάμεις που ενδιαφέρονται πραγματικά «να αλλάξει η πολιτική» και όχι να μετατρέψουν τη χώρα σε «αρένα για πολέμους αξιών», να αναλάβουν μια μεγάλη πολιτική πρωτοβουλία που θα κατοχυρώνει το μείζον της πρότασης του ΠΑΣΟΚ, θα λαμβάνει υπόψη της το πόρισμα της «ανοικτής διαβούλευσης» και θα διαμορφώνει ταυτόχρονα ευρείες συναινέσεις στο ζήτημα αυτό, απομονώνοντας τους «ιμπρεσάριους της λαθρομετανάστευσης» (την άκρα δεξιά) αλλά και τους «ιμπρεσάριους του εμφυλίου πολέμου» (την άκρα αριστερά). Θεωρούμε πως η κυβέρνηση, οι ΟΠ, η ΝΔ, η «ανανεωτική πτέρυγα» του ΣΥΝ οφείλουν να συσπειρωθούν σε μια πρόταση που:· θα αποδίδει την ελληνική ιθαγένεια στα παιδιά των μεταναστών που γεννήθηκαν επί ελληνικού εδάφους· θα αποδίδει στους μετανάστες το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι που υπαγορεύουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες που έχει προσυπογράψει η χώρα μας.Η υποβολή μιας τέτοιας, «μικρότερης-πυκνότερης» εκδοχής της πρότασης του ΠΑΣΟΚ περί απόδοσης ιθαγένειας στους μετανάστες:· Θα σφραγίσει μια «μεγάλη στροφή» στο ζήτημα της κατοχύρωσης του «δίκαιου του εδάφους» στη χώρα μας, αποδίδοντας σε χιλιάδες παιδιά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα τα νόμιμα δικαιώματά τους.· Θα μπορέσει να συσπειρώσει μια ευρεία δικομματική πλειοψηφία στη Βουλή (στην οποία θεωρούμε δεδομένο πως θα ενταχθούν και οι εκτός βουλής ΟΠ, ίσως και η «ανανεωτική πτέρυγα» του ΣΥΝ κ.ά), εκθέτοντας ως ακραία την... άκρα δεξιά.· Θα αποδείξει πως η κυβέρνηση λαμβάνει υπόψη της το θεσμό της δημόσιας διαβούλευσης, που η ίδια καθιέρωσε, και πως η καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων γίνεται για να λαμβάνονται σοφότερες-συναινετικότερες αποφάσεις, και όχι για τη... χαρά της καθυστέρησης αυτής καθ' εαυτήν!· Θα πιστώσει τις πολιτικές δυνάμεις που θα συμμετέχουν/θα αναλάβουν την πρωτοβουλία αυτή με εύσημα πολιτικής ευθύνης και συναινετικής προσέγγισης, απαραίτητα προσόντα για όποιον θέλει να συμβάλει θετικά στις μελλοντικές πολιτικές εξελίξεις.Ταυτόχρονα χρειάζεται να αναγνωρίσει η κυβέρνηση πως έθεσε με λανθασμένο τρόπο τις προτεραιότητές της στο μεταναστευτικό ζήτημα και να επανορθώσει έμπρακτα εισάγοντας προς διαβούλευση τις προτάσεις της για:· Την απόδοση πολιτικού ασύλου στους μετανάστες που διώκονται στις χώρες καταγωγής τους για τα φρονήματα, τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, το φύλο, τις σεξουαλικές τους προτιμήσεις. · Τη διευκόλυνση της νομιμοποίησης των λαθρομεταναστών και την εργασιακή τους ενδυνάμωση. · Την ισότιμη κατανομή του κόστους της μετανάστευσης σε όλους τους Έλληνες πολίτες, και μάλιστα αναλογικά. Να πάψει επιτέλους η σημερινή άθλια κατάσταση που επιβαρύνει με το κόστος της μετανάστευσης τους φτωχότερους-αδύναμους συμπατριώτες μας, ενώ επιμερίζει τα οφέλη της σκανδαλωδώς στους ισχυρούς του χρήματος, τους εργολάβους, τη μαφιοκρατία της «ψυχαγωγίας» και της εκπόρνευσης, τα ιδιωτικά σχολεία, τα ιδιωτικά νοσηλευτήρια, τις εταιρείες «security», τα προαστιακά πολυκαταστήματα κ.ο.κ. Για να μη βρεθούμε σε μια κατάσταση όπου, όπως θα έλεγε ο Φρανσουά Μιτεράν (François Mitterrand), οι μετανάστες θα βρίσκονται στις λαϊκές γειτονιές και οι αντι-ρατσιστές θα αποτελούμε... ενδημικά είδη της Εκάλης ή του Κολωνακίου (και θα τρέμουμε τα... δημοψηφίσματα όπως ο διάβολος το λιβάνι)!

Λευκορωσία: αγάπη και παράνοια

της Ναταλία Λετσένκο

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αιφνίδια εξαφάνιση ενός βιβλίου για την παράνοια: δύο μόλις ημέρες αφού εμφανίστηκε στα ράφια των βιβλιοπωλείων του Μινσκ και το διαδίκτυο της Λευκορωσίας, το βιβλίο έξαφνα εμφανίζεται «εξαντλημένο». Οι φιλοπερίεργοι αναγνώστες και οι ενοχλημένοι βιβλιοπώλες δε δικαιούνται περαιτέρω εξηγήσεων. Λες και το βιβλίο δεν υπήρξε ποτέ. Κι όμως υπήρξε, όπως μαρτυρούν τα πειρατικά ψηφιακά αντίτυπά του που πλανώνται, άπιαστα, στο διαδίκτυο. Το «παράνοια» (Паранойя) είναι ένα μυθιστόρημα για έναν έρωτα με φόντο μια δικτατορία. Η περιγραφή της αγάπης του άνδρα και της γυναίκας χαρακτηρίζεται από φρεσκάδα, φινέτσα, βάθος και χαρά. Σε δεύτερο πλάνο διακρίνεται ο σκοτεινός, βρώμικος κόσμος του αυταρχικού καθεστώτος, γεμάτος ανείπωτες αλήθειες, καταπιεσμένα συναισθήματα και μια διεστραμμένη αντίληψη της πραγματικότητας, που όμως είναι τόσο βαθιά ριζωμένος στα μυαλά των ανθρώπων, που πια ούτε κι οι ίδιοι δεν είναι σίγουροι ποιες σκέψεις και ποιοι φόβοι είναι πράγματι δικοί τους και ποιοι έχουν φυτευτεί στα μυαλά τους από την πανταχού παρούσα εξουσία. Στο βιβλίο, που πρωτοκυκλοφόρησε στη Μόσχα, δεν αναφέρεται ούτε μια φορά η λέξη «Λευκορωσία». Ο δικτάτορας δεν είναι καν πρόεδρος, αλλά υπουργός μυστικών υπηρεσιών, του οποίου ο χαρακτήρας έχει καταβληθεί κάθε προσπάθεια να μη θυμίζει σε τίποτα τον ηγέτη της Λευκορωσίας. Σαν να μην έφτανε αυτό, ο συγγραφέας σπεύδει από την πρώτη σελίδα να τονίσει πως «όλοι οι χαρακτήρες του είναι εντελώς φανταστικοί». Κι όμως, το Μινσκ είναι ευδιάκριτο σε αυτή την κοινωνική δυστοπία. Η νευρικότητα των αρχών της Λευκορωσίας είναι κατανοητή, για δύο τουλάχιστο λόγους: · Πρώτον, το καθεστώς που περιγράφεται στο βιβλίο είναι πολύ πιο βάναυσο από ότι είναι στην πραγματικότητα το καθεστώς του Μινσκ (επί παραδείγματι, αντί να αποβάλλουν ή να φυλακίζουν τους νεαρούς διαφωνούντες, οι μυστικές υπηρεσίες του καθεστώτος του βιβλίου τους σκοτώνουν απ' ευθείας). Κάτι τέτοιο πλήττει την γεμάτη ένταση προσπάθεια της Λευκορωσίας να περάσει στην Ευρώπη και τον κόσμο μια εικόνα «σταδιακής βελτίωσης» και να προσελκύσει εμπιστοσύνη και επενδύσεις. · Δεύτερον, η χώρα του βιβλίου κυριαρχείται από μια ωμή, τρομακτική και γεμάτη μοναξιά εξατομίκευση, που βρίσκεται στους αντίποδες του χαρούμενου κολεκτιβισμού που πασχίζουν να προβάλουν οι αρχές του Μινσκ. Αλλά τελικά αυτό που έβλαψε τις αρχές δεν ήταν τόσο το βιβλίο, όσο η «de facto» απαγόρευσή του. Το καθεστώς της Λευκορωσίας έγινε μπορετό να στηθεί και να επιβιώσει χάρη στην επιδέξια επιβολή μιας λαϊκίστικης-εθνικιστικής ιδεολογίας. Η σιωπηλή και ανεξήγητη εξαφάνιση της «παράνοιας» πλήττει εδώ καίρια την εικόνα της καλοκάγαθης εμπιστοσύνης στο λαό, που το καθεστώς φυλάσσει «ως κόρην οφθαλμού» και πασχίζει να επιβάλει χωρίς να φείδεται εξόδων. Η απαγόρευση ενός βιβλίου αντιβαίνει κατάφορα στην επίσημη καθεστωτική αφήγηση. Αφήνεται να εννοηθεί πως στην Λευκορωσία υπάρχουν πράγματα που μένουν κρυφά κι εξελίσσονται στο σκοτάδι, χωρίς να δίνονται εξηγήσεις σε κανένα. Η άποψη αυτή ενισχύεται από την σιωπή με την οποία αντιμετωπίζει το καθεστώς όλα τα ζητήματα διεθνών σχέσεων. Πίσω από αυτήν την επιπόλαια λογοκρισία, κρύβεται ο τρόμος του καθεστώτος για τον χωρίς σύνορα κόσμο του διαδικτύου και της παγκοσμιοποίησης. Είναι αλήθεια πως δεν είναι η πρώτη φορά που οι αρχές της Λευκορωσίας απαγορεύουν ένα βιβλίο. Αλλά η «παράνοια» είναι ένα μυθιστόρημα, και μάλιστα το πρώτο της χώρας που έχει κάποιες πιθανότητες να διαβαστεί αρκετά και εκτός συνόρων. Η ανεξήγητη και άγαρμπη συμπεριφορά του υποτίθεται φιλολαϊκού καθεστώτος προς ένα αξιοπρεπές λογοτεχνικό δημιούργημα, ίσως εν δυνάμει να του κοστίσει περισσότερο ακόμα και από την αδέξια διαχείριση της εθνικής οικονομίας. Διπλό δώρο Το πιο ισχυρό σημείο της «παράνοιας» είναι η αληθοφανής και μελαγχολική περιγραφή της αμφιλεγόμενης πραγματικότητας και των συγκεχυμένων συμπεριφορών που υποχρεούται να υφίσταται ένας λαός υπό το άγρυπνο βλέμμα ενός πατερναλιστικού αυταρχικού καθεστώτος. Επί κομμουνισμού οι διαφωνούντες μπορούσαν, εφόσον παράσταιναν δημοσίως τους υποστηρικτές του καθεστώτος, να εκφράζουν τουλάχιστο στον ιδιωτικό τους χώρο την άποψή τους για το καθεστώς. Επί δικτατορικής παράνοιας όμως, οι ατομικές και οι δημόσιες αλήθειες μπερδεύονται σε τέτοιο βαθμό, που ο κόσμος δεν εμπιστεύεται πια ούτε τον ίδιο του τον εαυτό· οι προσωπικές φοβίες μεγεθύνονται υπό την επιρροή των μυστικών υπηρεσιών, ώστε πια κανείς να μη γνωρίζει πού τελειώνει η προπαγάνδα και πού αρχίζει η πραγματικότητα. Το μυθιστόρημα αναπτύσσει με πειστικό τρόπο μια εντυπωσιακή και ελκυστική θέση, που σπάνια συναντάμε σε μυθιστορήματα πολιτικής φαντασίας: οι δικτατορίες δε στηρίζονται μόνο στην ισχύ των μυστικών τους υπηρεσιών ή στην κρατική καταστολή, αλλά στους ίδιους τους υπηκόους τους. Δείχνεται ανάγλυφα πως αναμειγνύονται πραγματικοί και φανταστικοί φόβοι, ούτως ώστε να υπονομεύεται η αυτόνομη κρίση και να καταπνίγεται η ελευθερία. Συμπεραίνεται πως η ανατροπή των καθεστώτων δεν ξεκινά από τις κάλπες, αλλά από τα μυαλά των ανθρώπων. Κι αυτή είναι μια πολύτιμη πνευματική συνεισφορά, που οι Λευκορώσοι μπορούν να προσφέρουν στον υπόλοιπο κόσμο, χάρη στα προσωπικά τους βιώματα. Τα πολιτιστικά προϊόντα κάθε χώρας αποτελούν αντανάκλαση και συνέπεια της κοινωνικής και πολιτικής του ζωής. Τι πιο λογικό από το να συγγράψει ένας Λευκορώσος συγγραφέας την ιστορία μιας δικτατορίας; O συγγραφέας ονομάζεται Βίκτορ Μαρτίνοβιτς (Victor Martinovich): είναι ένας γλυκομίλητος, εύστροφος φιλόλογος, που πλέον διδάσκει στο Βίλνιους. Μέχρι πρόσφατα εργαζόταν σα δημοσιογράφος στην πατρίδα του. Τα κείμενά του ξεχώριζαν για τη λεπτή τους ειρωνεία που εκνεύριζαν μεν τις αρχές, αλλά δεν τους έδιναν όπλα εναντίον του. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η Λευκορωσία παρήγαγε ένα πολιτιστικό αγαθό που μπορεί να απευθυνθεί με αξιώσεις στο παγκόσμιο κοινό. Απαγορεύοντας το βιβλίο, οι αρχές της Λευκορωσίας έχασαν μια μοναδική ευκαιρία. Αντ' αυτού θα έπρεπε να πιάσουν από τα μαλλιά αυτήν την ευκαιρία και να διαφημίσουν όσο μπορούσαν καλύτερα το βιβλίο. Αν και η λογοκρισία της ελκυστικής γραφής του Βίκτορ Μαρτίνοβιτς τελικά ίσως να διαφημίσει διεθνώς το βιβλίο όσο τίποτα άλλο. Η αδεξιότητα των αρχών μετέτρεψε ένα καλό βιβλίο σε μια πολιτική υπόθεση. Κι αυτό είναι διπλά καλό νέο για τους Λευκορώσους