Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

Οι έξι λόγοι που η Καλιφόρνια δεν μπορεί να κυβερνηθεί

των Τζέρι Ρόμπερτς και Φιλ Τρούνστιν
Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Λίγες ώρες αφού είχε ξεκαθαρίσει πως η «πρόταση 13» περί μείωσης του φόρου προστιθέμενης αξίας στο 1% είχε υπερψηφιστεί, στις 13 Ιουνίου 1978, στη σουίτα του στο ξενοδοχείο Μπίλτμορ του Λος 'Αντζελες, ο σουρωμένος κι έξαλλος από χαρά Χάουαρντ Ντζάρβις (Howard Jarvis) κατέβαζε τα παντελόνια του εμπρός σε μία ομάδα προνομιούχων παρευρισκόμενων δημοσιογράφων.
Ένας δημοσιογράφος τον είχε ρωτήσει γιατί κουτσαίνει και αντί απαντήσεως ο πολέμιος της φορολογίας αποφάσισε να επιδείξει σε κοινή θέα μία μεγάλη, άσχημη μελανιά που είχε αποκτήσει από μία πτώση του λίγες μέρες πριν, ακριβώς πάνω στο φαρδύ πισινό του. Φυσικά με την απρόσμενη αυτή χειρονομία, ο Τζάρβις ήθελε επίσης να δείξει τη βαθειά του περιφρόνηση προς τον τύπο και κατ' επέκταση το πολιτικό κατεστημένο, που είχε αντιταχθεί στην πρότασή του και είχε αντιμετωπίσει περιφρονητικά τον εμπνευστή της -δηλαδή τον ίδιο.
Τριάντα χρόνια αργότερα, το φάντασμα του Τζάρβις και της πρότασής του συνεχίζουν να προκαλούν στην κυβέρνηση και τους πολιτικούς ηγέτες της Καλιφόρνια δυσθυμία, περιφρόνηση και απόγνωση. Πόσο μάλλον που η έγκριση της «πρότασης 13» ήταν η πρώτη μόνο από μια σειρά αμφιλεγόμενων προτάσεων που εγκρίθηκαν σε δημοψηφίσματα τα τελευταία τριάντα χρόνια και κατέστησαν δυσλειτουργική τη διακυβέρνηση της πολιτείας.
Για να το πούμε καλύτερα, η Καλιφόρνια δεν είναι πλέον δυνατό να κυβερνηθεί.
Σήμερα οι πολιτειακοί και τοπικοί πολιτικοί ηγέτες αγωνίζονται να τιθασεύσουν την πελώρια δημοσιονομική κρίση της πολιτείας, έχοντας ως μόνο όπλο ένα κατεστραμμένο κρατικό μηχανισμό και μια δαιδαλώδη κυβερνητική δομή που δεν λογοδοτεί, ενθαρρύνει την αδυναμία λήψης αποφάσεων και μοιάζει με όχημα δίχως φρένο.
Πρόκειται για ένα σύστημα στο οποίο οι αιρετοί ηγέτες διαθέτουν μεν ευθύνη, αλλά όχι αρμοδιότητες για να εφαρμόσουν μακροπρόθεσμες πολιτικές για την αύξηση των δημόσιων πόρων ή την προστασία των δημοσίων αγαθών. Αυτό το πράγμα δεν είναι διακυβέρνηση -είναι απλά υποχρεωτική διαχείριση ενός status quo που «μπάζει από παντού»!
Ιδού οι έξι λόγοι που καθιστούν ανέφικτη τη διακυβέρνηση της Καλιφόρνια:
1. Η «πρόταση 13»: οι επιπτώσεις της έγκρισης της «πρότασης 13» στα δημοσιονομικά της Καλιφόρνια είναι μέρος μόνο των δεινών που προκάλεσε αυτή η ρύθμιση. Ακόμα χειρότερες ήταν οι πολιτικές της επιπτώσεις, που προκλήθηκαν όταν οι πολιτικοί προσπάθησαν να ρυθμίσουν τα δημοσιονομικά της πολιτείας σύμφωνα με τα νέα δεδομένα. Μετά την υπερψήφιση της «πρότασης 13», ο τότε Δημοκρατικός κυβερνήτης Τζέρι Μπράουν (Jerry Brown) και το -επίσης Δημοκρατικό- πολιτειακό κοινοβούλιο, αναδιοργάνωσαν («ανακάτεψαν» θα ήταν πιο εύστοχος όρος) τις σχέσεις μεταξύ πολιτείας και τοπικής αυτοδιοίκησης, συγκεντρώνοντας στην ουσία τον έλεγχο των πενιχρών πλέον φορολογικών εσόδων στην πρωτεύουσα Σακραμέντο.
Η κίνησή τους αυτή άλλαξε μεμιάς τις πολιτικές ισορροπίες της Καλιφόρνια, μεταφέροντας στο κέντρο την ισχύ και την πολιτική ευθύνη για την υγειονομική περίθαλψη, την παιδεία και πολλές ακόμα κοινωνικές υπηρεσίες που έως τότε βρίσκονταν στα χέρια των δημοτικών συμβουλίων, των σχολικών συμβουλίων και των τοπικών διευθυντών. Δημιουργήθηκε έτσι ένας κυκεώνας αλληλοκαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων, που υπονομεύει κάθε προσπάθεια για πολιτική δράση ή λογοδοσία.
2. Επιπλέον «λαϊκές» δημοσιονομικές προτάσεις: η «πρόταση 13» επίσης εγκαινίασε μια εποχή «λαϊκών» δημοσιονομικών προτάσεων και αντίστοιχων δημοψηφισμάτων που μετατράπηκαν σε ιδεώδες όπλο ποικιλώνυμων ειδικών συμφερόντων για να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τα δημόσια οικονομικά. Μετά την «πρόταση 13» εγκρίθηκαν επίσης μια σειρά προτάσεων (για τη διαχείριση των τυχερών παιγνίων, τη χρηματοδότηση των σχολείων στη βάση ενός πολύπλοκου μαθηματικού τύπου, τον περιορισμό της χρηματοδότησης διαφόρων κοινωνικών προγραμμάτων ψυχικής υγείας και υγειονομικής περίθαλψης) που μετέτρεψαν τη σύνταξη του πολιτειακού προϋπολογισμού σε πραγματικό γρίφο και στένεψαν απελπιστικά τα δημοσιονομικά περιθώρια κίνησης της όποιας κυβέρνησης.
3. Επανασχεδιασμός εκλογικών περιφερειών: ο ανά δεκαετία επανασχεδιασμός των εκλογικών περιφερειών ώστε να ταιριάζουν με τα στοιχεία της απογραφής του πληθυσμού, έπεσε θύμα του μικροπολιτικού κλίματος που κυριαρχεί στο πολιτειακό Καπιτώλιο. Αντί της προσαρμογής στα δημογραφικά δεδομένα, ο επανασχεδιασμός των εκλογικών περιφερειών μετατράπηκε σε προσπάθεια εξασφάλισης της επανεκλογής των γερουσιαστών και των βουλευτών, εκμηδενίζοντας σταδιακά τις αμφίρροπες εκλογικές περιφέρειες και αντικαθιστώντας τες με «κάστρα» του ενός ή του άλλου κόμματος.
Το γεγονός αυτό αύξησε καταλυτικά την πολιτική σημασία των εσωκομματικών εκλογών εις βάρος των γενικών εκλογών, που μεταβλήθηκαν σε τυπική εν πολλοίς διαδικασία. Καθώς όμως οι εσωκομματικές εκλογές αφορούν μόνο τους κομματικοποιημένους πολίτες, ευνοήθηκαν οι υποψήφιοι εκείνοι που υιοθετούσαν όσο το δυνατό πιο αδιάλλακτες και «σκληρές» κομματικές θέσεις -οι πιο συντηρητικοί Ρεπουμπλικάνοι και οι πιο αριστεροί Δημοκρατικοί. Η δυναμική αυτή οδήγησε σε όξυνση της πολιτικής πόλωσης στο Σακραμέντο, όπου τα κόμματα δείχνουν ελάχιστο ενδιαφέρον να παραγάγουν διακομματικούς συμβιβασμούς.
4. Περιορισμός του αριθμού των θητειών: σε αντίθεση με ότι διακήρυσσαν οι υποστηρικτές του μέτρου, ο περιορισμός των θητειών των αιρετών, που καθιερώθηκε το 1990, δεν απάλλαξε την πολιτική από τους επαγγελματίες πολιτικούς· απλά τους οδήγησε να αδιαφορούν περισσότερο για το αιρετό τους αξίωμα. Αντί να περνούν δεκαετίες ολόκληρες στο ίδιο αξίωμα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, σήμερα πρώτο μέλημα των πολιτικών, από τη στιγμή που καταφτάνουν στο Σακραμέντο, είναι να εξασφαλίσουν το επαγγελματικό τους μέλλον (βρίσκοντας το επόμενο αιρετό αξίωμα στο οποίο θα μεταπηδήσουν, ή το ειδικό συμφέρον που θα υπηρετήσουν ως λομπίστες). Το σύστημα τελικά ενθαρρύνει τις βραχυπρόθεσμες και υστερόβουλες πολιτικές επιλογές, εις βάρος των μακροπρόθεσμων πολιτικών υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Ο περιορισμός των θητειών επίσης καθιστά τους λομπίστες μόνους κατόχους της τεχνογνωσίας για τη λειτουργία του Καπιτωλίου· τέλος, οι λομπίστες βαραίνουν ακόμα περισσότερο στο πού κατευθύνεται το πολιτικό χρήμα, πράγμα που δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για την ανάπτυξη φαινομένων διαφθοράς.
5. Δημόσια έσοδα που ανεβοκατεβαίνουν ανάλογα με την πορεία της οικονομίας: μετά την «πρόταση 13» τα δημόσια έσοδα εξαρτώνται από ευμετάβλητες πηγές (τις πωλήσεις, την άμεση φορολογία φυσικών προσώπων ή επιχειρήσεων) πράγμα που εξαρτά υπερβολικά το ύψος των δημοσίων εσόδων με τους κύκλους της οικονομίας. Στις εποχές των «παχιών αγελάδων» (όπως κατά τη διάρκεια της «φούσκας» της νέας οικονομίας ή των ακινήτων) τα δημόσια έσοδα ανθούν μεν, αλλά δεν υπάρχουν κίνητρα για μακροπρόθεσμο σχεδιασμό -πράγμα που επιτείνεται από τον περιορισμό του αριθμού των θητειών των αιρετών. Αλλά και όταν τα έσοδα μειώνονται, το Καπιτώλιο διστάζει να προχωρήσει σε δημοσιονομικές περικοπές, προτιμώντας να περιμένει την επόμενη οικονομική άνθηση.
6. Ο κανόνας της αυξημένης πλειοψηφίας: η Καλιφόρνια είναι η μία από τις τρεις μόνο πολιτείες όπου απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 προκειμένου να ψηφιστεί ο πολιτειακός προϋπολογισμός, μία από τις δεκαέξι όπου απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 προκειμένου να ψηφιστεί οποιαδήποτε αύξηση της φορολογίας και η μόνη πολιτεία όπου απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία και για τα δύο. Σε ό,τι αφορά την ψήφιση του προϋπολογισμού, η απαίτηση για αυξημένη πλειοψηφία εντάχθηκε στο σύνταγμα από την εποχή του «νιου ντιλ»· σε ό,τι αφορά την αύξηση της φορολογίας, χρονολογείται από την υπερψήφιση της «πρότασης 13».
Με δεδομένη την πολιτική πόλωση που κυριαρχεί στο Σακραμέντο, η αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 μπορεί κάλλιστα να θεωρηθεί ως συνώνυμη με την παροχή δικαιώματος βέτο στο μειοψηφών κόμμα. Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν πρέπει να μας προκαλεί κατάπληξη πως η αδράνεια και η αδυναμία λήψης αποφάσεων έχει καταστεί κανόνας.
Ωραία και τι μπορεί να γίνει για όλα αυτά;
Τις επόμενες εβδομάδες, μία επιτροπή ειδημόνων θα ζητήσει την καθιέρωση θεμελιακών αλλαγών στο φορολογικό μας σύστημα με σκοπό να σταθεροποιηθούν τα πολιτειακά έσοδα.
Το περασμένο φθινόπωρο οι ψηφοφόροι υπερψήφισαν την «πρόταση 11» που αναθέτει στο σχεδιασμό κάθε είδους εκλογικής περιφέρειας σε μία ανεξάρτητη επιτροπή.
Το 2010, ταυτόχρονα με τις εκλογές για κυβερνήτη, οι Καλιφορνέζοι θα κληθούν να υπερψηφίσουν ένα σύστημα «ανοικτών εσωκομματικών εκλογών» με σκοπό να διευκολύνει την εκλογή μετριοπαθών υποψηφίων από τα δύο κόμματα, ενώ κατά πάσα πιθανότητα θα υποβληθούν τουλάχιστο μία πρόταση για την κατάργηση του κανόνα της αυξημένης πλειοψηφίας των 2/3.
Η διακομματική οργάνωση για τη βελτίωσης της διακυβέρνησης «εμπρός Καλιφόρνια», που χρηματοδοτείται από σημαντικά ιδρύματα, εκπονεί προτάσεις που να θέσουν τη διακυβέρνηση της πολιτείας στον αστερισμό της αποτελεσματικότητας και του σύγχρονου μάνατζμεντ.
Τέλος, η φιλοεπιχειρηματική οργάνωση «Μπέι Έρια κανσιλ» προωθεί την ιδέα μιας πολιτειακής συντακτικής συνέλευσης, της πρώτης μετά το 1879, ώστε να αλλάξει σελίδα η πολιτεία και να οικοδομηθεί μία νέα, ορθολογική πολιτειακή δομή.
«Η σοβαρότητα των προβλημάτων μας έφτασε στο απόγειό της...» δήλωσε σχετικά ο διευθύνων σύμβουλος του «Μπέι Έρια κάνσιλ»... «Το κοινό εξέφρασε δυνατά και καθαρά τις επιθυμίες του, και τώρα περιμένει πράξεις».

Ο Τύπος των ήλων, των φίλων και των σκύλων

Posted by ΚΙΜΠΙ

Φανταστείτε ότι μια μέρα, μετά το υπουργικό συμβούλιο ή την κυβερνητική επιτροπή, στη νεραντζιά του Μαξίμου δεν περιμένει κανείς εκτός από τους ενστόλους. Ούτε δημοσιογράφος, ούτε καμεραμάν, ούτε ηχολήπτης. Ότι στην καθημερινή ενημέρωση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος μιλάει σε κενή αίθουσα. Ότι στο περιστύλιο της Βουλής κανείς δεν κυνηγά «μούρες» για τα δελτία των 8. Ότι στις προγραμματισμένες συνεντεύξεις των υπουργών δεν πατάει ψυχή. Ότι ακόμη κι οι «ρουφιάνοι» και τα «παπαγαλάκια» των υπουργικών γραφείων δεν βρίσκουν κανέναν για να διοχετεύσουν τις ελεγχόμενες «διαρροές» τους. Δεν περιγράφω μια κατάσταση απεργίας. Αλλά ένα εμπάργκο στις επίσημες και ημιεπίσημες πηγές ενημέρωσης. Με τι θα γέμιζαν, άραγε, τα πρωτοσέλιδα, τα τηλεοπτικά δελτία, οι ραδιοφωνικές συχνότητες; Το πιθανότερο είναι ότι θα μεσολαβούσαν μερικά εικοσιτετράωρα αμηχανίας, αλλά σιγά σιγά η μαύρη τρύπα της πληροφόρησης θα γέμιζε από χίλιες δυο αποχρώσεις της αγνοημένης πραγματικότητας, η οποία δεν εξαντλείται στις μαυρόασπρες εικόνες της εξουσίας. Θα μαθαίναμε πράγματα που τώρα εκτοπίζονται από το ενημερωτικό μονοπώλιο: Άνθρωπος δάγκωσε σκύλο. Αλλά και ο σκύλος ανταπέδωσε. Στο ενημερωτικό μας σύμπαν έχουν σχεδόν αποκλειστεί αυτές οι δύο παραδοσιακές σχολές ειδησεογραφίας, που παραπέμπουν στην κανονικότητα της ζωής και στις ηχηρές αποκλίσεις της. Η ενημέρωση έχει εξελιχθεί σε μια σχεδόν αποκλειστική σχέση με την εξουσία. Καθώς η πολιτική συρρικνώνεται όλο και περισσότερο σε επικοινωνία του τίποτα, η δημοσιογραφία γίνεται μελαγχολική αντανάκλασή της. Αυτή, όμως, η αναπηρία της καταρρίπτει και τη βασική μυθολογία της εποχής για την ισχύ της λεγόμενης τέταρτης εξουσίας, που έχει αναχθεί σε πρώτη. Πρόκειται για θεμελιώδη αυταπάτη, που ενδεχομένως τρέφει τον ναρκισσισμό πολλών δημοσιογράφων, αλλά δεν έχει υπόσταση. Η εξουσία των ΜΜΕ είναι μια ετερόφωτη, υπερεκτιμημένη δύναμη. Η μιντιοκρατία έχει ισχύ μόνο στον βαθμό που αναπαράγει τις βασικές αξίες και κοινοτοπίες της ολιγαρχίας της πολιτικής και του χρήματος. Ένα εμπάργκο στα μονοπώλια της πληροφορίας θα μπορούσε να το αποδείξει και πρακτικά.
Φυσικά, δεν ελπίζω σε θαύματα. Χάρη σ’ αυτήν την αυταπάτη, εκτράφηκε και στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας η ενημερωτική φούσκα, της οποίας ζούμε την ηχηρή εξαέρωση. Μέσα σε μια εικοσαετία περάσαμε από το κρατικό μονοπώλιο της ενημέρωσης στην πλημμυρίδα της πληροφορίας. Γίναμε, με καθυστέρηση μισού αιώνα, ο νεοφώτιστος λαός της υπερπληροφόρησης. Κάθε μπακάλης, καραβοκύρης, εργολάβος οικοδομών και βιοτέχνης-προμηθευτής αναλωσίμων για δημόσιες υπηρεσίες αποφάσισε να γίνει μιντιάρχης. Όχι ντε και καλά για να βγάλει λεφτά από το ενημερωτικό προϊόν – παρ’ ότι ήρθαν κι αυτά, και δη σε αφθονία. Αλλά κυρίως για να αναβαθμίσει τις σχέσεις του με την πολιτική εξουσία, χάρη στην αίσθηση πως, ό,τι παίξει στο γυαλί, ό,τι ακουστεί στο ραδιόφωνο, ό,τι τυπωθεί -αλήθεια, ψέμα, δεν έχει σημασία- μπορεί να το χρησιμοποιήσει σαν διαπραγματευτικό χαρτί. Ο Τύπος των ήλων εξελίχθηκε σε Τύπο των φίλων (όταν τους γλείφουμε) ή των σκύλων (όταν τους δαγκώνουμε).
Φυσικά, παίζει ρόλο και η ψυχολογία. «Δια να απολαύσωμεν της εκτιμήσεως του πλήθους…». Το «μέσον» είναι για τον ιδιοκτήτη του πραγματικά το μήνυμα που τον εκτοξεύει από τον μικρόκοσμο της επιχειρηματικής ελίτ στη σκηνή της δημόσιας αναγνώρισης και επιρροής. Τελικά, στην εγχώρια φούσκα της επικοινωνίας προβλήθηκαν τρία παράλληλα και απολύτως συμπληρωματικά φαινόμενα: Το εύκολο χρήμα που εγγυήθηκε η εκρηκτικά αναδυθείσα διαφημιστική αγορά, το επίσης εύκολο χρήμα που εγγυήθηκε το κράτος και η πολιτική εξουσία είτε ως διαφημιστικό χρήμα ή ως εργοληπτική αντιπαροχή για τις επικοινωνιακές «υπηρεσίες» και η ματαιοδοξία του μέσου μιντιάρχη. Ίσχυσε και εδώ η καίρια ψυχολογική παρατήρηση του Άνταμ Σμιθ πως «για τους πλούσιους η κυριότερη λειτουργία του πλούτου τους έγκειται στην επίδειξή του». Και ένα «πριβέ» μέσο εξασφαλίζει τη λειτουργία αυτή.
Και πάλι, όμως, η ισχύς των μιντιοκρατών στην οποία έχουν αποδοθεί χαρακτηριστικά μεταφυσικά, δαιμονικά, είναι σχετική. Δεν είναι η φούσκα των ΜΜΕ που κατέλυσε την αυτονομία της πολιτικής και των πολιτικών, που τους κατέστησε ομήρους ενός ιδιόμορφου συνονθυλεύματος συμφερόντων και ευάλωτους στις δημόσιες και παρασκηνιακές πιέσεις του. Η αυτονομία αυτή έχει προ πολλού καταλυθεί, πολύ πριν η τηλεόραση μπει σε κάθε δωμάτιο του σπιτιού και καταλάβει κάθε περίσσευμα ελεύθερου χρόνου. Αυτό που σήμερα εικάζουμε ότι συντελείται μέσω του πολυσύνθετου μηχανισμού της επικοινωνίας -με την οθόνη των ομιλουσών κεφαλών, τη διαφήμιση, τις δημοσκοπήσεις, τη χειραγώγηση της κοινής γνώμης- πώς γινόταν πριν από τριάντα-σαράντα χρόνια; Με ραντεβού σε κλειστά γραφεία, με κινητοποιήσεις παρακρατικών μηχανισμών και μυστικών υπηρεσιών, με απευθείας χρηματικές συναλλαγές, με στεγνά πραξικοπήματα ή ωμές ξένες επεμβάσεις. Άρα, οι σχέσεις διαπλοκής της πολιτικής εξουσίας με την επιχειρηματική ελίτ, με την παρακρατική νομενκλατούρα ή τον ξένο παράγοντα προϋπάρχουν. Τα μέσα απλώς παρεμβάλλονται για να τις διαμεσολαβήσουν γλυκά, εύπεπτα, με μια πατίνα διαφάνειας και δημοκρατίας.
Αυτά για να εξισορροπήσουμε τους θεμελιώδεις μύθους της μιντιοκρατίας. Η οποία φαίνεται ότι περνά από τις εκρηκτικές εφηβικές ονειρώξεις στη δημιουργική καταστροφή της ωρίμανσης. Ξέσπασε, λοιπόν, η κρίση των ΜΜΕ. Καιρός ήταν, θα πουν αρκετοί. Αλλά, για ποια κρίση μιλάμε; Υπάρχει η προφανής κρίση της τεχνολογικής μετάβασης. Δεν είναι η πρώτη και, προφανώς, δεν θα είναι η τελευταία. Το ότι το έντυπο μέσο χάνει ιστορικά την αίγλη του θα ήταν βλακεία να μην το δει κανείς. Το νέο ψηφιακό σύμπαν «τρώει» κυκλοφορίες, ροκανίζει έσοδα. Αλλά, αυτό είναι απλώς οι ωδίνες ενός τοκετού που μετατρέπει το χαρτί σε οθόνη υπολογιστή ή εύχρηστο φορητό e-book. Υπάρχει η κρίση της συγκυρίας. Η ύφεση, που ρίχνει την κατανάλωση, μειώνει τις παραγγελίες και βάζει λουκέτα, θα ήταν παράδοξο να μην αποτυπωθεί ανάλογα στα ΜΜΕ. Και υπάρχει η θεσμική κρίση του κλάδου, το σχεδόν υπαρξιακό, διαρθρωτικό πρόβλημα των εγχώριων μιντιαρχών. Θα πρέπει ν’ αποφασίσουν με τι θ’ ασχοληθούν. Με τα καράβια ή με τα μελάνια; Με τις μπουλντόζες ή με τις κάμερες; Με τα κομπιούτερ ή με τα μικρόφωνα; Αν θυμηθούμε όλες τις μικρές και μεγάλες κρίσεις που έχει περάσει το ελληνικό μιντιακό σύμπαν, θα καταλάβουμε την υπαρξιακή διάσταση του προβλήματος (Ποιους αγοράζει σήμερα ο Κοσκωτάς; Πώς ήταν οι τελευταίες εξετάσεις του κυρ-Χρήστου; Ξύπνησε καλά σήμερα ο κυρ-Αριστείδης; Είχε τσαντίλες χθες ο κυρ-Γιώργος; Γιατί; Μήπως χτύπησε αρχαία κανένας εκσκαφέας; Βρε, μπας και τέλειωσε το χαρτζιλίκι της αυτοκράτειρας Γιάννας;).

Η επιχειρηματικότητα των μίντια έχει τις αναπηρίες που περιγράψαμε. Τώρα τις λουζόμαστε και ως παραγωγοί του ενημερωτικού αγαθού και ως καταναλωτές του. Υπάρχει, βεβαίως, και το έσχατο επιχείρημα της επιχειρηματικής ελευθερίας. Είναι ζημιογόνος ο «Ελεύθερος Τύπος» και ο City, τι να κάνουμε; Δεν δικαιούται ο επιχειρηματίας να απαλλάσσεται από τα βαρίδια του; Η επιχειρηματική ελευθερία θα ήταν ένα βάσιμο επιχείρημα υπό δύο όρους: Πρώτον, αν ο επενδυτής προσερχόταν στο πεδίο των ΜΜΕ όχι από χόμπι, ούτε για να αντλήσει πολιτικές υπεραξίες για τις άλλες του δραστηριότητες. Και, δεύτερον, αν αυτή καθαυτή η ενασχόλησή του με τα μίντια δεν είχε επαφή με κρατικούς και κοινωνικούς πόρους. Η οικονομική δέσμευση έναντι της κοινωνίας είναι, λοιπόν, διπλή. Πρώτα γιατί τουλάχιστον το ένα τρίτο των διαφημιστικών εσόδων κάθε μέσου είναι καθαρό χρήμα των φορολογουμένων. Και έπειτα γιατί ο καταναλωτής της ενημέρωσης είναι ο άμεσος ή έμμεσος τελικός χρηματοδότης του, είτε όταν αγοράζει μια εφημερίδα είτε όταν διαλέγει ένα διαφημιζόμενο προϊόν από το ράφι του σούπερ μάρκετ. Επομένως, η ελευθερία να κλείνεις και ν’ ανοίγεις ένα μέσο κάμπτεται από τη νέα ανάγκη που αναδύει η κρίση. Την ανάγκη επιβολής ενός στοιχειώδους κοινωνικού ελέγχου σε όλες τις διαστάσεις της επιχειρηματικότητας των ΜΜΕ: στην κεφαλαιακή επάρκεια, στη διαχειριστική ικανότητα, στις πολυτελείς επιλογές, στη συντήρηση μιας ακριβής και εξαρτημένης επαγγελματικής αριστοκρατίας εις βάρος ενός άνεργου ή κακοπληρωμένου δημοσιογραφικού προλεταριάτου, στην ποιότητα και τη δεοντολογία του ενημερωτικού προϊόντος. Φτάσαμε στο όριο, πιάσαμε πάτο. Χωρίς αυτόν τον έλεγχο, αυτός ο δημόσιος χώρος της επικοινωνίας θα συνεχίσει να εξαρτάται από την κυκλοθυμία της αυτοκράτειρας, τα νεύρα του εθνικού εργολάβου, τα ντιλ του εθνικού διασκεδαστή, τις φιλοδοξίες του επόμενου τηλεστάρ που θα αποφασίσει (με τι χρήματα άραγε;) να προστεθεί στο πάνθεον της μιντιοκρατίας.

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

Καιρός για θάνατο!

Μετάφραση - Απόδοση - Σχολιασμός: ESOTERICA.gr

Αφιέρωμα: Jonestown, 30 χρόνια μετά
Jonestown, 18 Νοεμβρίου 1978

Α' ΜΕΡΟΣ: Η επίσημη ιστορία
Οι πρώτες αναφορές που έφτασαν για την Γουιάνα στις 18 Νοεμβρίου του 1978 έλεγαν ότι ο γερουσιαστής Leo J. Ryan και τέσσερα άλλα μέλη της συνοδείας του πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν καθώς προσπάθησαν να επιβιβαστούν σε αεροπλάνο στον μικρό αερολιμένα του Port Kaituma. Μέσα στις επόμενες ώρες έφτασε το τρομερό άγγελμα ότι 408 αμερικανοί πολίτες αυτοκτόνησαν σε ένα κοινοβιοτικό χωριό που είχαν χτίσει στη ζούγκλα της βορειοδυτικής Γουιάνα. Η κοινότητα είχε γίνει γνωστή με το όνομα 'Jonestown'. Οι νεκροί ήταν όλοι μέλη μιας ομάδας με το όνομα 'Ο Ναός των Ανθρώπων' (The People' s Temple) που είχε ως ηγέτη τον αιδεσιμότατο Jim Jones. Γρήγορα θα μαθευόταν ότι 913 από τους 1100 ανθρώπους που πιστεύεται πως βρισκόντουσαν στην Jonestown εκείνη την περίοδο, πέθαναν σε μια μαζική αυτοκτονία.

Σύμφωνα με την επίσημη αναφορά που υποβλήθηκε στην αμερικάνικη Βουλή στις 15 Μαΐου του 1979 η αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στο θάνατο του Leo Ryan στη Γουιάνα ξεκίνησε ένα χρόνο νωρίτερα, όταν ο γερουσιαστής είχε διαβάσει ένα άρθρο στην εφημερίδα San Francisco Examiner στις 13 Νοεμβρίου του 1977. Το άρθρο που είχε ως τίτλο το 'Φοβισμένος για πολύ Καιρό' (Scared Too Long) σχετιζόταν με το θάνατο του γιου του Sam Houston, του Bob, τον Οκτώβριο του 1976. Ο Houston είχε αποφασίσει να μιλήσει ανοιχτά για το θάνατο του γιου του γιατί πίστευε ότι ο λόγος που είχε πεθάνει, κάτω από τις ρόδες ενός τρένου, ήταν γιατί την προηγούμενη ημέρα είχε ανακοινώσει την απόφασή του να εγκαταλείψει την ομάδα του Ναού των Ανθρώπων. Ο Houston εξάλλου ανησυχούσε ότι οι δύο εγγονές του που είχαν πάει στη Νέα Υόρκη για διακοπές, είχαν καταλήξει στη Jonestown και δεν επέστρεψαν ποτέ.

Στους επόμενους έξι με οκτώ μήνες ο Ryan θα άκουγε περισσότερα σχετικά με τον Ναό των Ανθρώπων μέσα από άρθρα σε εφημερίδες και από άμεσες αιτήσεις για βοήθεια που προερχόντουσαν από οικογένειες που οι συγγενείς τους είχαν εξαφανιστεί μέσα στη ζούγκλα της Γουιάνα για να συμμετάσχουν στην κοινότητα της Jonestown. Υπήρχαν καταγγελίες για παραβιάσεις κοινωνικής ασφάλειας, παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων και για το ότι υπήρχαν άνθρωποι που κρατούνταν ενάντια στη θέλησή τους στην κοινότητα αυτή. Τον Ιούνιο του 1978 ο Ryan διάβασε αποσπάσματα από την ένορκη κατάθεση της Debbie Blakey που είχε ξεφύγει από την Jonestown, η οποία περιλάμβανε ισχυρισμούς πως η κοινότητα είχε κάνει κάποιες φορές πρόβα για μαζική αυτοκτονία. Μετά τη συνάντησή του με αρκετούς ανήσυχους συγγενείς το ενδιαφέρον του Ryan για το Ναό των Ανθρώπων έγινε ευρέως γνωστό και οι αναφορές για την ομάδα αυτή, θετικές και αρνητικές, άρχισαν να τον κατακλύζουν. Προσέλαβε έναν αντιπρόσωπο για να παίρνει συνεντεύξεις από πρώην μέλη του Ναού των Ανθρώπων και από συγγενείς μελών για να προσδιορίσει εάν είχαν υπάρξει παραβιάσεις των ομοσπονδιακών νόμων ή των νόμων της Καλιφόρνια από την ομάδα του Jones.

Το Σεπτέμβριο του 1978 ο Ryan συναντήθηκε με τον Viron P. Vaky και άλλους πολιτειακούς αξιωματούχους για να συζητήσουν την πιθανότητα να κάνει ο Ryan ένα ταξίδι στην Jonestown στη Γουιάνα. Το αίτημα κατατέθηκε επίσημα στις 4 του Οκτώβρη. Η άδεια εξασφαλίστηκε και το ταξίδι προγραμματίστηκε για τη βδομάδα 12 έως 18 του Νοέμβρη. Η πρόθεση του Ryan να επισκεφτεί τη Jonestown έγινε σύντομα ευρέως γνωστή και τα νούμερα όσων ήθελαν να τον συντροφέψουν σ' αυτό του το ταξίδι άρχισαν να αυξάνονται σημαντικά. Την ώρα της αναχώρησής του υπήρχαν 9 ακόμα δημοσιογράφοι και 18 αντιπρόσωποι από μια αποστολή εμπλεκόμενων συγγενών που θα πήγαιναν μαζί του με δικά τους έξοδα. Η επίσημη ομάδα, η Codel, απαρτίζονταν από τον Ryan, τον James Schollaert και την Jackie Speier, την βοηθό του Ryan.

Τις ημέρες της προετοιμασίας για την επίσκεψη στη Jonestown ο Ryan επικοινώνησε τηλεγραφικά με τον Jim Jones για να τον ενημερώσει για την πρόθεσή του να επισκεφτεί τον καταυλισμό. Από την αμερικανική πρεσβεία στη Γουιάνα ο Ryan πληροφορήθηκε ότι η συμφωνία για την επίσκεψη είχε κάποιους όρους. Ο Ryan θα έπρεπε να διαβεβαιώσει πως η ομάδα του δε θα ήταν προκατειλημμένη, δε θα υπήρχε δημοσιογραφική κάλυψη της επίσκεψης και ο Mark Lane που ήταν ο δικηγόρος του Ναού των Ανθρώπων θα έπρεπε να είναι επίσης παρόν. Στις 6 Νοεμβρίου ο Lane έγραψε στον Ryan και τον ενημέρωσε πως δε θα μπορούσε να έρθει τις μέρες που είχαν σκοπό να κάνουν την επίσκεψη και ισχυρίστηκε πως η ομάδα (η Codel) δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα κυνήγι μαγισσών εναντίον του Ναού των Ανθρώπων. Έγραψε μια επίσημη δήλωση των προθέσεών του να επισκεφτεί παρολαυτά τον καταυλισμό και πως θα έφευγε στις 14 του Νοέμβρη.

Τα προβλήματα ξεκίνησαν για την ομάδα μόλις έφτασαν στη Γουιάνα τα μεσάνυχτα. Ο Ron Javers, από την San Francisco Chronicle κρατήθηκε όλη τη νύχτα στο αεροδρόμιο καθώς δεν είχε βίζα εισόδου. Η ομάδα των εμπλεκόμενων συγγενών, παρόλο που είχαν κάνει κρατήσεις, έπρεπε να περάσουν τη νύχτα στον προθάλαμο του ξενοδοχείου Pegasus στη Georgetown, επειδή δεν υπήρχαν δωμάτια ελεύθερα γι' αυτούς. Στη διάρκεια των επόμενων δυόμισι ημερών ο Ryan συναντήθηκε με το προσωπικό της πρεσβείας και οργάνωσε μια συνάντηση με τον πρεσβευτή Burke και του εμπλεκόμενους συγγενείς. Αυτός και τα μέλη των οικογενειών επιχείρησαν να μιλήσουν με έναν εκπρόσωπο του Ναού των Ανθρώπων στο αρχηγείο τους στη Georgetown, αλλά δεν τους άφησαν να μπουν. Επιπρόσθετα, ο Ryan δεν μπόρεσε να διαπραγματευτεί επιτυχώς με τον Lane ή τον Gary, έναν άλλο νόμιμο εκπρόσωπο του Ναού των Ανθρώπων, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση της προκαθορισμένης πτήσης για την αποστολή μέχρι την Παρασκευή στις 17 του Νοέμβρη.

Οι διαπραγματεύσεις δεν είχαν ακόμα δείξει κάποια πρόοδο την Παρασκευή το πρωί κι έτσι ο Ryan ενημέρωσε τον Lane και τον Garry πως αυτός και η συντροφιά του θα αναχωρούσαν για τη Jonestown στις 2.30 το μεσημέρι. Υπήρχαν δύο θέσεις στο αεροπλάνο εάν ο Lane και ο Garry επιθυμούσαν να φύγουν μαζί τους. Το αεροπλάνο έφυγε όπως είχε προγραμματιστεί στις 2.30 το μεσημέρι εκείνης της ημέρας. Επιβάτες ήταν ο Ryan, η Speier, αναπληρώτρια αρχηγός της Αποστολής, ο Richard Dwyer, ο Lane και ο Garry, οι εννέα δημοσιογράφοι, τέσσερις εκπρόσωποι από την ομάδα των εμπλεκόμενων συγγενών και ο Neville Annibourne, εκπρόσωπος της κυβέρνησης της Γουιάνα.

Στον αερολιμένα του Port Kaituma ο δεκανέας Rudder, ο περιφερειακός αξιωματικός του βορειοδυτικού τμήματος της Γουιάνα, έφτασε στο αεροπλάνο. Οι οδηγίες που είχε από την Jonestown ήταν πως μονάχα ο Lane και ο Garry επιτρεπόταν να αφήσουν το σκάφος. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ryan και εκπροσώπων της κοινότητας που βρισκόντουσαν στον αερολιμένα, σχετικά με το σε ποιον θα επιτρεπόταν η είσοδος στην Jonestown. Στο τέλος συμφωνήθηκε πως θα μπορούσαν να έρθουν όλοι εκτός από έναν εκπρόσωπο του τύπου. Ο Gordon Lindsay που ήταν σύμβουλος του NBC στην ιστορία αυτή, δεν πήρε άδεια να έρθει εξαιτίας ενός άρθρου που είχε γράψει στο παρελθόν στο οποίο ασκούσε κριτική στο Ναό των Ανθρώπων.

Με την άφιξή τους στην Jonestown τους σερβιρίστηκε δείπνο και διασκέδασαν με μια μουσική παράσταση από μέλη του Ναού των Ανθρώπων. Καθώς το βράδυ εξελισσόταν οι δημοσιογράφοι πήραν συνέντευξη από τον Jim Jones ενώ ο Ryan και η Speier μίλησαν με μέλη της κοινότητας των οποίων τα ονόματα είχαν προμηθευτεί από συγγενείς τους στην Αμερική. Κατά την πορεία της βραδιάς ένα μέλος της Jonestown έδωσε ένα σημείωμα στον δημοσιογράφο του NBC, Don Harris, δηλώνοντας πως αυτός και η οικογένειά του ήθελαν να φύγουν από το μέρος αυτό. Ένα άλλο μέλος έκανε μια παρόμοια προφορική δήλωση στον Dwyer. Και οι δύο εκκλήσεις αναφέρθηκαν στον Ryan.

Στις 11:00 το βράδυ οι δημοσιογράφοι και οι εκπρόσωποι των συγγενών επέστρεψαν στον αερολιμένα καθώς ο Jim Jones είχε αρνηθεί να τους επιτρέψει να περάσουν τη νύχτα μέσα στο χώρο της κοινότητας. Οι Ryan, Dwyer, Annibourne, Lane και Garry ήταν οι μοναδικοί που πέρασαν τη νύχτα της Παρασκευής, 17 Νοέμβρη, στη Jonestown.

Πίσω στο Port Kaituma, κάτοικοι της Γουιάνα, μεταξύ των οποίων και ένας αστυνομικός που ανέφερε ιστορίες για ισχυρισμούς ότι υπήρξε βία στην Jonestown, πλησίασαν την αποστολή. Παραπονέθηκαν ότι οι αστυνομικοί της Γουιάνα δεν επιτρεπόταν να μπουν στον χώρο της κοινότητας και πως δεν είχαν καμιά δικαιοδοσία εκεί. Περιέγραψαν επίσης μια 'τρύπα βασανιστηρίων' στον περίβολο του οικισμού.

Οι δημοσιογράφοι και οι συγγενείς επέστρεψαν στον οικισμό στις 11:00 το πρωί της επόμενης ημέρας, αρκετές ώρες αργότερα από ότι είχαν σχεδιάσει. Ο Ryan από νωρίς το πρωί έπαιρνε συνεχώς συνεντεύξεις από τα μέλη, κατά τις οποίες πολλά άτομα του εξομολογήθηκαν τη διάθεσή τους να φύγουν. Στις 3:00 το μεσημέρι υπήρχαν συνολικά 15 μέλη του Ναού των Ανθρώπων που σκαρφάλωσαν στα φορτηγά της αποστολής για να πάνε στο αεροδρόμιο του Port Kaituma. Ο Ryan σκόπευε να μείνει αλλά του επιτέθηκε με ένα μαχαίρι ο Don Sly, που ήταν μέλος της κοινότητας. Δεν πληγώθηκε, αλλά ο Dwyer επέμενε να φύγει και ο Ryan μαζί τους. Ο Dwyer σχεδίαζε να επιστρέψει στην Jonestown αργότερα ώστε να επιλύσει μια φιλονικία με μια οικογένεια που είχε διχαστεί επάνω στο ζήτημα εάν θα εγκατέλειπαν τον οικισμό.

Η ομάδα έφτασε στο αεροδρόμιο περίπου στις 4:30 το απόγευμα αλλά τα δύο αεροπλάνα δεν είχαν φτάσει μέχρι τις 5:10. Η καθυστέρηση είχε προκληθεί από την μη αναμενόμενη αίτηση στην αμερικάνικη Πρεσβεία να φέρουν ένα δεύτερο αεροπλάνο για να μεταφέρει τους 15 επιπλέον επιβάτες. Σύντομα μετά από την άφιξή του, ένα εξαθέσιο Cessna φορτώθηκε και ήταν έτοιμο να αναχωρήσει. Καθώς άρχισε να πορεύεται προς την άλλη άκρη του αεροδιάδρομου, ένας από τους αποστάτες της Jonestown που βρισκόταν μέσα στο σκάφος άνοιξε πυρ εναντίον των άλλων επιβατών.

Την ίδια στιγμή, καθώς η συντροφιά του Ryan επιβιβαζόταν στο άλλο αεροπλάνο, ένα δικινητήριο Otter, οι επιβάτες ενός τρακτέρ και ενός τρέιλερ που άνηκαν στον Ναό των Ανθρώπων, άρχισαν να τους πυροβολούν. Ο Ryan, τρία μέλη από την ομάδα των δημοσιογράφων και ένας αποστάτης σκοτώθηκαν. Η Speier και πέντε άλλοι είχαν τραυματιστεί σοβαρά. Οι πυροβολισμοί κράτησαν 4 με 5 λεπτά και το μεγαλύτερο αεροπλάνο εξουδετερώθηκε. Το Cessna μπορούσε να απογειωθεί και ανέφερε τα νέα της επίθεσης σε ελεγκτές που βρισκόντουσαν στον πύργο της Georgetown. Εκείνοι με τη σειρά τους ειδοποίησαν την αστυνομία της Γουιάνα. Αυτοί που επιτέθηκαν απομακρύνθηκαν σύντομα από το μέρος, ενώ οι επιζώντες της επίθεσης αναζήτησαν κάλυψη και προστασία για τη νύχτα.

Σύμφωνα με την επίσημη αναφορά, η μαζική αυτοκτονία ξεκίνησε περίπου στις 5:00 το απόγευμα καθώς οι πυροβολισμοί άρχιζαν στο αεροδρόμιο. Περίπου στις 6:00 το απόγευμα, ο πρεσβευτής Burke είχε ενημερωθεί για την επίθεση. Ενημέρωσε με τη σειρά του τηλεγραφικά το αμερικάνικο υπουργείο στις 8:30. Επίσης, γύρω στις 7:40 το απόγευμα η αστυνομία της Γουιάνα ενημέρωσε τον Sherwin Harris, μέλος της ομάδας των εμπλεκόμενων συγγενών, ότι η πρώην γυναίκα του, Sharon Amos και τρία από τα παιδιά της είχαν βρεθεί νεκρά στα αρχηγεία του Ναού των Ανθρώπων, στη Georgetown.

Η είδηση για τους θανάτους στην Jonestown έφτασε στο Port Kaituma γύρω στις 2:00 τα ξημερώματα της Κυριακής, όταν έφτασαν εκεί οι επιζώντες Stanley Clayton και Odell Rhodes. Τα χαράματα της Κυριακής, 19 Νοεμβρίου, έφτασε στο αεροδρόμιο η πρώτη αντιπροσωπεία των ομάδων διάσωσης του στρατού της Γουιάνα. Περισσότεροι στρατιώτες άρχισαν να έρχονται ώρα με την ώρα. Η άφιξή τους αργότερα στην Jonestown επιβεβαίωσε προηγούμενες αναφορές για την ομαδική αυτοκτονία. Το πρώτο αεροσκάφος διάσωσης της Γουιάνα που έφτασε στις 10:00 το πρωί στον αερολιμένα του Port Kaituma δεν είχε ιατρικές προμήθειες και προσωπικό. Όλοι οι τραυματισμένοι και οι περισσότεροι επιζώντες απομακρύνθηκαν αεροπορικώς από τον αερολιμένα πριν να φτάσει η νύχτα και μεταφέρθηκαν σε ειδικό χώρο της αμερικάνικης αεροπορίας που βρισκόταν στην Georgetown.

O Jim Jones και ο 'Ναός των Ανθρώπων'
Β' ΜΕΡΟΣ: Καιρός για Θάνατο
Καθώς η αποστολή του Ryan προετοιμαζόταν να επιβιβαστεί στο αεροσκάφος ο Jim Jones συγκάλεσε την κοινότητα της Jonestown να συγκεντρωθούν. Τους εξήγησε, σα να ήταν περισσότερο ένα προαίσθημα παρά μια πρόβλεψη, πως κάποιος στο αεροπλάνο σκόπευε να σκοτώσει τον Ryan. Οι επιπτώσεις αυτής της πράξης θα ήταν πως αυτές οι πολιτικές δυνάμεις που προσπαθούσαν για χρόνια να καταστρέψουν τον Ναό των Ανθρώπων, θα επιτίθονταν στους ανθρώπους της κοινότητας. Ο ‘εχθρός’ θα έκανε επιδρομή εναντίον τους και θα τους σκότωναν χωρίς έλεος. Αυτό δεν ήταν κάποια καινούργια απειλή για την κοινότητα της Jonestown, είχαν ζήσει για πολλά χρόνια με τον φόβο για έναν άγνωστο εχθρό και καταστροφέα και η λύση που πρότεινε ο Jones δεν ήταν κάτι πρωτάκουστο γι’ αυτούς. Τους είχε προετοιμάσει εδώ και καιρό για εκείνο που αποκαλούσε ‘επαναστατική αυτοκτονία’. Είχαν ακόμα προβεί σε έναν αριθμό πρακτικών δοκιμών για την περίπτωση που ένα τέτοιο γεγονός θα γινόταν πραγματικότητα.

Μια μαγνητοσκόπηση της ομαδικής αυτοκτονίας αποκαλύπτει πως υπήρχε μικρή διαφωνία σχετικά με την απόφασή τους να πεθάνουν. Μια δυο γυναίκες που θεώρησαν πως τα παιδιά ίσως θα είχαν τη δυνατότητα να επιζήσουν διαμαρτυρήθηκαν, αλλά σύντομα καθησυχάστηκαν από εκείνους που τους υπενθύμισαν την εναλλακτική λύση ενός ατιμωτικού θανάτου στα χέρια του εχθρού, καθώς και από τις ηχηρές επιβεβαιώσεις της ομάδας. Το δηλητηριώδες ποτό έφτασε στην αίθουσα και μοιράστηκε. Τα μωρά και τα μικρά παιδιά, που ήταν πάνω από διακόσια, ήπιαν πρώτα, καθώς τους έβαζαν το δηλητήριο στο στόμα με σύριγγες. Καθώς οι γονείς έβλεπαν τα παιδιά τους να πεθαίνουν, κατάπιαν κι εκείνοι με τη σειρά τους το θανατηφόρο ποτό. Οι στιγμές πριν από την τελική απόφαση να πεθάνουν συνάντησε από κάποιους λίγους αντίσταση, αλλά οπλισμένοι φρουροί που βρισκόντουσαν γύρω από την αίθουσα σκότωσαν αρκετούς από αυτούς. Από τους κατά εκτίμηση 1100 ανθρώπους που πιστεύεται πως εκείνη την εποχή βρισκόντουσαν στην Jonestown, οι 913 πέθαναν συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του Jim Jones. Οι υπόλοιποι με κάποιον τρόπο κατόρθωσαν και ξέφυγαν μέσα στη ζούγκλα. Δεν είναι σίγουρο το εάν ο Jones αυτοπυροβολήθηκε ή εάν τον πυροβόλησε κάποιο άλλο, άγνωστο άτομο.

Η πιο αινιγματική ερώτηση που αναδύθηκε από την τραγωδία της Jonestown, ήταν το πώς ένας άνθρωπος κατόρθωσε να αποκτήσει τόσο μεγάλο έλεγχο σε μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων, στο σημείο που θα μπορούσαν να πεθάνουν οικειοθελώς εάν τους έδινε μια τέτοια εντολή. Θα ήταν εύκολο να υποθέσουμε πως η Jonestown ήταν μια σπάνια περίπτωση που θα μπορούσε να συμβεί μονάχα λόγω της δυναμικότητας και της χαρισματικής προσωπικότητας του Jim Jones σε συνδυασμό με την αδυναμία και την τρωτότητα των θυμάτων του. Μια τέτοια ερμηνεία πιθανώς θα μας καθησύχαζε, θα μας έκανε να σκεφτούμε πως κάτι τέτοιο δε θα μπορούσε ποτέ ξανά να συμβεί, αλλά απέχει πολύ από το να αποτελεί πραγματική κατανόηση του γεγονότος, αφήνοντάς μας έκθετους στον κίνδυνο περαιτέρω τραγωδιών, σαν αυτή που συνέβη στην Jonestown.

Για να καταλάβουμε επαρκώς την υπόθεση της Jonestown, είναι αναγκαίο να εξερευνήσουμε τις κοινωνικές και ψυχολογικές διαδικασίες που υπήρξαν και που εξασφάλισαν ότι μπορούσε να επιτευχθεί μια τόσο ακραία υποταγή της θέλησης και της συνείδησης των ανθρώπων. Τέτοιες διαδικασίες είναι κοινές σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, αλλά σε περιπτώσεις όπως αυτή του Ναού των Ανθρώπων, χρησιμοποιήθηκαν με ακραίο τρόπο με αντίστοιχα ακραία και τραγικά αποτελέσματα.

Τα μέλη του Ναού των Ανθρώπων είχαν εξασκηθεί για πολλά χρόνια ώστε να είναι έτοιμοι για την ομαδική αυτοκτονία που τελικά έγινε τον Νοέμβριο του 1978. Ο Jim Jones μοιράστηκε με τους οπαδούς του την παρανοϊκή του πεποίθηση ότι η αμερικανική κυβέρνηση σχεδίαζε να καταστρέψει οποιονδήποτε είχε εμπλακεί με τον Ναό των Ανθρώπων. Όσοι τον ακολουθούσαν ήταν συνηθισμένοι να αναζητούν σ' αυτόν τη σωτηρία. Στη διάρκεια των χρόνων, ο Jones είχε αναφέρει πολλές εξωτερικές 'απειλές' για την ασφάλεια των οπαδών του αλλά πάντα απομάκρυνε τον κίνδυνο από αυτούς. Ξανά και ξανά τους έσωζε από τις απειλές και είχανε μάθει να τον εμπιστεύονται και να τον αναγνωρίζουν ως 'Πατέρα'.

Ο Jones και οι οπαδοί του μετακόμισαν στην Jonestown με το όραμα να δημιουργήσουν μια πλήρως αυτόνομη κοινότητα που θα βασιζόταν στις ιδέες του σοσιαλισμού και της κοινοκτημοσύνης. Κάθε άτομο θα εργαζόταν για το κοινό καλό, θα προσκόμιζε τροφή, θα έφτιαχνε καταλύματα, ρούχα, θα φρόντιζε για την υγεία και την μόρφωση των ανθρώπων της κοινότητας. Σ΄ αυτήν την κοινότητα καθένας θα ήταν ίσος με τον άλλο και θα μπορούσε να ζήσει σε ειρήνη. Ήταν ένα μεγαλοπρεπές ιδεώδες. Ένα ιδεώδες, που όπως ο Jones φρόντιζε συνεχώς να τους θυμίζει, άξιζε για να πεθάνει κανείς γι' αυτό.

Μέχρι τον Νοέμβρη του 1978, οι άνθρωποι της Jonestown ήταν έτοιμοι να πεθάνουν. Μετά από πολλά χρόνια εισαγωγής πληροφοριών στο μυαλό τους, που είχε μεταμορφώσει μια τέτοια πράξη ως την ύψιστη φιλοδοξία, χωρίς καμιά είσοδο πληροφοριών αντίθετων με μια τέτοια πεποίθηση, τα μέλη του Ναού των Ανθρώπων θα έβλεπαν εύκολα τον θάνατό τους ως μια πράξη ευγένειας και αξιοπρέπειας.

Jim Jones
Γ' ΜΕΡΟΣ: Ο οραματιστής
Στα πάνω από είκοσι χρόνια που προηγήθηκαν του συμβάντος στην κοινότητα της Jonestown ο αριθμός των οπαδών του αιδεσιμότατου Jim Jones σε όλη την Αμερική είχε αυξηθεί σημαντικά, καθώς τραβούσε πάνω του τους απόκληρους της κοινωνίας μαζί με εκείνους που ήθελαν να βοηθήσουν τους καταπιεσμένους και να θέσουν τον εαυτό τους στην υπηρεσία όσων είχαν ανάγκη. Κατά τις αρχές του 1960 ο Jones κήρυττε την ανάγκη για φυλετική αδελφότητα και ενοποίηση, μια δοξασία που δεν ήταν δημοφιλής εκείνη την εποχή και που του κόστισε έντονη κριτική από την εκκλησιαστική ιεραρχία. Για να την αποκρούσει ο Jones ίδρυσε το 1963 τον ‘Ναό των Ανθρώπων’ όπου τόσο μαύροι όσο και λευκοί εκκλησιάζονταν δίπλα δίπλα. Οι φτωχοί και εκείνοι που η κοινωνία είχε θέσει στο περιθώριο καλωσορίστηκαν με ανοιχτές αγκάλες. Η εκκλησία του Jones εργαζόταν για να εξασφαλίσει τροφή στους φτωχούς, να βρει εργασία στους άνεργους και να βοηθήσει πρώην εγκληματίες και εθισμένους στα ναρκωτικά ώστε να μπορέσουν να φτιάξουν ξανά τη ζωή τους.

Καθώς η εκκλησία του μεγάλωνε, μεγάλωναν και οι απαιτήσεις που είχε από το ποίμνιό του. Μεγαλύτερες θυσίες και αφοσίωση απαιτούνταν για να είναι κανείς μέλος του Ναού των Ανθρώπων. Με την αύξηση της κριτικής στάσης που προερχόταν από μέλη της επίσημης εκκλησίας ο Jones μεταφέρθηκε το 1965 στη βόρεια Καλιφόρνια, ενώ τον ακολούθησαν και 100 από τους πιο αφοσιωμένους και πιστούς οπαδούς του. Με την μετακίνησή του στην Καλιφόρνια ο Ναός των Ανθρώπων μεγάλωσε σημαντικά μέχρι που δημιουργήθηκαν πολλές ομάδες που τα αρχηγεία τους είχαν ως βάση το San Francisco.

Για να προσελκύσει νέα μέλη στην 'εκκλησία' του ο Jones δημοσίευσε τις υπηρεσίες που πρόσφερε, υποσχόμενος θαυματουργές θεραπείες όπου καρκίνοι θα μπορούσαν να εξαφανιστούν και οι τυφλοί θα μπορούσαν να βλέπουν. Κατά την άφιξή του, οι πιθανοί οπαδοί του κυκλοφορούσαν μαρτυρίες για μια κοινωνία αδελφοσύνης και συντροφικότητας όπου ο κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτου κοινωνικής τάξης και χρώματος, αντιμετωπιζόταν με ίσο τρόπο. Κάθε νέο άτομο που είχε την πιθανότητα να γίνει μέλος καλωσοριζόταν με προσωπική ζεστασιά που σπανίως θα μπορούσε να συναντήσει κανείς στις πιο παραδοσιακές εκκλησίες. Τα μέλη του Ναού των Ανθρώπων ήταν εκείνα που θα στεκόντουσαν μπροστά στο πλήθος και θα απαριθμούσαν ιστορίες για ασθένειες από τις οποίες τους γιάτρεψε ο Jim Jones. Για να πείσει ακόμα περισσότερο το κοινό του αναφορικά με τις εξαιρετικά μεγάλες του δυνάμεις ο Jones έκανε προβλέψεις για γεγονότα που πάντα επρόκειτο να συμβούν και λάμβανε 'αποκαλύψεις' σχετικά με μέλη της κίνησής του ή με επισκέπτες για πράγματα που μονάχα εκείνοι θα μπορούσαν να γνωρίζουν. Μπροστά στα μάτια τους ο Jones θεράπευε ασθενείς με καρκίνο και μια μάζα από ιστό σε αποσύνθεση έπεφτε από το σώμα του ασθενούς.

Από τα νέα μέλη απαιτούνταν να περάσουν από μια αυστηρή μυητική διαδικασία ώστε να μπουν στην ομάδα, κάτι που έκανε την είσοδό τους σ' αυτήν ακόμα περισσότερο επιθυμητή. Κάτι που πρέπει να κατακτηθεί με δυσκολία αξιολογείται πολύ υψηλότερα από κάτι που μπορεί να το κατορθώσει κανείς ελεύθερα και άκοπα. Αυτή η τακτική είχε επίσης το αποτέλεσμα να δημιουργεί έναν πολύ υψηλότερο βαθμό δέσμευσης από τα μέλη που έμπαιναν στην ομάδα του Jones. Κάθε νέος βαθμός δέσμευσης που απαιτούνταν από το μέλος δικαιολογούνταν άμεσα από το γεγονός ότι ήδη είχε προβεί σε μεγάλες θυσίες. Για να απορρίψει τη νέα κατάσταση θα σήμαινε την παραδοχή πως οι προηγούμενες δράσεις και δεσμεύσεις του ήταν λανθασμένες. Αποτελεί ένα φυσιολογικό φαινόμενο το γεγονός ότι οι άνθρωποι τείνουν να διατηρήσουν μια προηγούμενη δέσμευσή τους, ακόμα και όταν είναι επίπονη γι' αυτούς, προτιμώντας την από το να παραδεχτούν ότι είχαν κάνει λάθος.

Οι αξιώσεις που υπήρχαν για ένα νέο μέλος ήταν πολύ μικρές και ο βαθμός επιλογής ήταν υψηλός. Η δέσμευση για περισσότερο χρόνο και ενέργεια που θα αποδιδόταν στην οργάνωση ήταν σταδιακή και η επιθυμία να γίνει κάτι τέτοιο αυξανόταν από την υπόσχεση της κατάκτησης ενός υψηλότερου ιδεώδους. Σε όλα τα μέλη λεγόταν πως η κατάκτηση του ιδεώδους απαιτούσε αυτοθυσία. Όσο μεγαλύτερες θυσίες έκαναν τόσο περισσότερο θα πλησίαζαν σ' αυτό. Τα νέα μέλη μάθαιναν προοδευτικά να βλέπουν τις μακρόχρονες συναντήσεις και τις πολλές ώρες εργασίας για την ομάδα ως αξιόλογο έργο και ως ένδειξη αυτοπραγμάτωσης. Ο Jones αύξανε τις απαιτήσεις που είχε από ένα μέλος σε μικρές δόσεις κάθε φορά. Σε κάθε νέο επίπεδο δέσμευσης κάθε υποχώρηση που είχε κάνει το άτομο μπορούσε εύκολα να αιτιολογηθεί και να δικαιολογηθεί. Όταν οι απαιτήσεις του Jones είχαν φτάσει σε υπερβολικό και καταπιεστικό σημείο τα μέλη είχαν προβεί σε τόσο υψηλή δέσμευση που το να μην ικανοποιήσουν οποιαδήποτε νέα απαίτηση θα απαιτούσε μια πλήρη άρνηση της ορθότητας όλων των προηγούμενων αποφάσεων και της προηγούμενης συμπεριφοράς τους.

Ακριβώς όπως οι απαιτήσεις ενός μέλους αυξανόντουσαν σταδιακά όσο χρόνο παρέμενε στην οργάνωση, έτσι αυξανόταν και ο βαθμός της οικονομικής του δέσμευσης σ' αυτήν. Τις πρώτες μέρες που ήταν κάποιος μέλος το να δίνει χρήματα ήταν κάτι απόλυτα εθελοντικό, αν και τα χρήματα που δινόντουσαν καταγραφόντουσαν δημόσια. Με την ανοιχτή και δημόσια αυτή καταγραφή των χρημάτων δημιουργούνταν μια σιωπηρή προσδοκία. Το νέο μέλος μπορούσε να επιλέξει να δώσει πολύ λίγα ή και τίποτε, άλλα ήξερε πως αυτή του η στάση προσμετρούταν. Μέσα σε μια χρονική περίοδο το επίπεδο της συνεισφοράς είχε αυξηθεί στο 25% από αυτό που έδινε το μέλος κατά την είσοδό του και η εισφορά δεν ήταν πλέον εθελοντική.

Ο υψηλότερος βαθμός αφοσίωσης που μπορούσε να επιδείξει κάποιος ήταν όταν ο ίδιος ή και η οικογένειά του επέλεγε να μείνει στις εγκαταστάσεις του Ναού των Ανθρώπων, αποδίδοντας όλη του την περιουσία και τις επιταγές κοινωνικής ασφάλισής του στον ναό. Το ιδεώδες ενός κοινοβίου αποτελούσε μια μεγάλη διάσταση της διδασκαλίας του Jones, καθώς θεωρούνταν πως ήταν το μόνο πραγματικά πνευματικό ιδεώδες. Ο εξωτερικός κόσμος του καπιταλισμού και του ατομικισμού παρουσιαζόταν απεχθής και ολέθριος. Δυνάμεις που προερχόντουσαν από αυτό το βέβηλο σύστημα θα έβλεπαν τα ιδεώδη και τις κατακτήσεις του Ναού των Ανθρώπων σαν μια απειλή στη δική τους σταθερότητα και έτσι θα ήθελαν να καταστρέψουν την οργάνωση. Μέσα από τέτοιες διδασκαλίες ο Jones μπορούσε να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση πως το μόνο μέρος ασφάλειας και άνεσης ήταν ο Ναός των Ανθρώπων. Το μέλος έβλεπε κάθε κριτική της οργάνωσης που προέρχονταν από τον έξω κόσμο ως αναξιόπιστη και επιπλέον ως μια απόδειξη των ισχυρισμών του Jones.

Από τα αρχικά στάδια της κατήχησής του κάθε μέλος διδασκόταν πως η επίτευξη μιας υψηλότερης πνευματικότητας θα απαιτούσε μια πάλη με τις προσωπικές του αδυναμίες. Κάθε υποψία αντίστασης που το μέλος προέβαλε εναντίον της οργάνωσης μπορούσε γρήγορα να κατασταλεί ως δείγμα έλλειψης πίστης και εμπιστοσύνης του ατόμου. Ο Jones έφερνε τακτικά επικριτές ενώπιον της συνάθροισης των οπαδών του και τους πάτασσε για την έλλειψη πίστη τους. Στη συνέχεια ζητούσε από άλλα μέλη της ομάδας να ορίσουν την αναγκαία τιμωρία. Γονείς έδερναν δημόσια τα παιδιά τους για καταστρατηγήσεις κανόνων, ενώ σύζυγοι έπρεπε να τιμωρήσουν ο ένας τον άλλο. Μ' αυτόν τον τρόπο κάθε άτομο γινόταν υπεύθυνο για την πράξη και έπρεπε να βρει έναν τρόπο να την αιτιολογήσει και να την δικαιολογήσει. Έτσι, ο Jones μπορούσε να γίνεται ολοένα και πιο στυγνός στις τιμωρίες που επέβαλλε καθώς κάθε μέλος είχε μάθει να δέχεται μέσα του πως τέτοιες τιμωρίες ήταν τόσο αναγκαίες όσο και δίκαιες.

Η επιθυμία να παραδώσουν όλο και μεγαλύτερο έλεγχο της ζωής τους στον Jones ενθαρρύνθηκε ακόμα περισσότερο από τη νεοαποκτηθείσα ηρεμία που απολάμβαναν τα μέλη στην προσωπική τους ζωή. Οι διαμάχες μέσα στις οικογένειες σταδιακά άρχισαν να ελαττώνονται. Δεν υπήρχε πλέον λόγος για διαφωνίες εφόσον οι κανόνες συμβίωσης είχαν τεθεί καθαρά από τον Jones. Το καθημερινό άγχος, ακόμα και οι θύελλες της καθημερινότητας που υπήρχαν στο παρελθόν από τη συνεχή ανάγκη να λαμβάνονται αποφάσεις και επιλογές είχε πλέον φύγει. Η ζωή ήταν ευκολότερη με λιγότερες επιλογές.

Οποιαδήποτε ιδέα για εγκατάλειψη του Ναού των Ανθρώπων απορρίπτονταν γρήγορα από τα άτομα για έναν αριθμό λόγων. Η πλήρης αφοσίωσή τους στην ομάδα συνήθως σήμαινε πως είχαν απομονώσει τον εαυτό τους από οικογένεια και φίλους, είτε λόγω έλλειψης επαφής μαζί τους είτε λόγω καθαρής εχθρότητας. Το να αφήσουν την αγκαλιά του ναού θα σήμαινε είτε την παραδοχή των λαθών τους στην οικογένεια και τους φίλους ή το να απομείνουν μόνοι χωρίς την υποστήριξη της ομάδας. Ακόμα, η αντίδραση της ομάδας καθώς και τα αντίποινα για άλλους που έχοντας φύγει τους είχαν θεωρήσει ως προδότες και εχθρούς, έκανε την αποχώρηση ακόμα πιο δύσκολη. Το να πάρουν την απόφαση να μπουν σε μια κατάσταση όπου οι σύντροφοί τους θα τους περιφρονούσαν ήταν ιδιαίτερα εκφοβιστική, ιδιαίτερα όταν για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα ο Ναός των Ανθρώπων θεωρούνταν από τους ίδιους ως το μόνο ασφαλές καταφύγιο μέσα σε έναν κακό και δαιμονικό κόσμο. Το τελευταίο σύνορο για την απόφαση απελευθέρωσης ήταν οικονομικής φύσεως. Κάθε άτομο είχε παραδώσει όλα τα υπάρχοντά του και το εισόδημά του στο Ναό των Ανθρώπων. Το να φύγει, σήμαινε το να εγκαταλείψει όλα όσα είχε, καθιστώντας τον εαυτό του άφραγκο και άστεγο. Το να παραμείνει ήταν κάτι που εύκολα μπορούσε να δικαιολογηθεί και οι συνέπειες μπορούσαν πιο εύκολα να γίνουν αποδεκτές από ότι οι δυσκολίες που θα συναντούσε στον έξω κόσμο.

Η απομόνωση των ατόμων από κάθε εξωτερική δύναμη σήμαινε πως ακόμα και όταν διαφωνούσαν με τις διδασκαλίες ή τις δράσεις της ομάδας, οι διαφωνίες αυτές δεν μπορούσαν πουθενά να επιβεβαιωθούν. Χωρίς υποστήριξη και συμφωνία από άλλη πηγή, το άτομο σύντομα θα κατέστειλε τις επιφυλάξεις του. Αυτή η διαδικασία είχε γίνει διπλά αποτελεσματική, καθώς κάθε άτομο έπρεπε να αναφέρει οποιεσδήποτε εκφράσεις διαφωνίας ή δυσαρέσκειας στον Jones. Τα παιδιά ανέφεραν τους γονείς τους, οι σύζυγοι τις συζύγους τους και οι γονείς τα ίδια τους τα παιδιά. Δεν ήταν ασφαλές να εμπιστευτείς σε κανέναν τα αρνητικά σου αισθήματα, γιατί με κάτι τέτοιο θα ρίσκαρες έναν δημόσιο εξευτελισμό και σοβαρές τιμωρίες που είχαν οριστεί για τέτοια 'αδικήματα'.

Στη Jonestown αυτή η απομόνωση ήταν ακόμα πιο ακραία. Η κοινότητα βρισκόταν στη μέση μιας ζούγκλας με οπλισμένους φρουρούς στους λίγους δρόμους που οδηγούσαν έξω στον πολιτισμό. Ακόμα και εάν κάποιος πετύχαινε να αφήσει το συγκρότημα, δεν είχε διαβατήριο, χαρτιά ή χρήματα για να μπορέσει να ξεφύγει. Όταν ο Ryan και η αποστολή του έφτασαν στην Jonestown, κάθε ένας που ήθελε να φύγει, είχε τη δυνατότητα να το κάνει χωρίς τις συνηθισμένες απειλές για την ασφάλειά του, ωστόσο μόνο δεκαπέντε επέλεξαν να το κάνουν. Αυτό είναι μια ισχυρή ένδειξη της αποτελεσματικότητας που είχε η κατήχηση του Jones.
Jim Jones

Δ' ΜΕΡΟΣ: Ο άνθρωπος που ονόμαζαν ‘Πατέρα’
Ο Jim Jones γεννήθηκε στο Lyn της Indiana το 1931 την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Καθώς οι γονείς του πάσχιζαν να τον κρατήσουν στη ζωή, ο Jones μπορούσε να εξερευνήσει τον κόσμο που τον περιτριγύριζε. Σε μικρή ηλικία συνάντησε μια συγκέντρωση της Εκκλησιάς της Πεντηκοστής, γνωστή ως το ‘Ευαγγέλιο του Μαρτυρίου’ (The Gospel Tabernacle), που απαρτίζονταν κυρίως από ανθρώπους που είχαν μετακομίσει στην περιοχή από το Kentucky και το Tennessee. Η εκκλησία και τα μέλη της ήταν στο περιθώριο της τοπικής κοινωνίας και ήταν γνωστοί ως ‘κυλιόμενοι άγιοι’ (μετάφραση του όρου ‘holy-rollers’ που σε ελεύθερη απόδοση ερμηνεύεται ως ‘άγιοι σε παράκρουση’) ή ‘άνθρωποι των γλωσσών’ (‘tongues people’ αντίστοιχα, που αναφέρεται στην γλωσσολαλία, δηλαδή την απαγγελία με ήχους που προσομοιάζουν στη γλώσσα και που σύμφωνα με τους οπαδούς της εκκλησίας της Πεντηκοστής αποτελούν αρχαίες γλώσσες, αν και έρευνες έχουν δείξει πως πρόκειται πιθανότατα για μίμηση γλώσσας χωρίς σημασιολογικό περιεχόμενο, κοινώς ονομαζόμενη ‘ζαργκόν’) από την πιο συντηρητική κοινωνία του Lyn.

Στις αρχές της εφηβείας του ο Jones έπαψε να ενδιαφέρεται για τις συνηθισμένες δραστηριότητες των άλλων αγοριών. Τον ενδιέφερε πολύ περισσότερο η συναισθηματική και θρησκευτική ζέση που συνάντησε στο Gospel Tabernacle. Εκεί έμαθε για τις πνευματικές θεραπείες και σύντομα άρχισε να λαμβάνει επαίνους για τις διδαχές του. Το 1947, σε ηλικία δεκαέξι ετών, ο Jones κήρυττε στις γωνίες των δρόμων σε γειτονιές λευκών και νέγρων, μοιράζοντας την σοφία και τη γνώση που πίστευε ότι κατείχε και που θεωρούσε πως ήταν αναγκασμένος να την μοιραστεί με άλλους. Πίστευε στην αδελφότητα των ανθρώπων, ανεξάρτητα από κοινωνική θέση και φυλή. Συμπαθούσε ιδιαίτερα τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους.

Ο Jones θεωρούσε τον εαυτό του ως ηγέτη ανάμεσα στους ομοίους του και κοίταζε αφ' υψηλού τη συμπεριφορά των άλλων αγοριών της ηλικίας του που τη θεωρούσε επιπόλαια και ανήθικη. Ωστόσο, φοβόταν έντονα την απόρριψη και θα εκδικούνταν με οργή οποιαδήποτε αντίθετη κριτική ή διαφωνία που την έβλεπε ως προδοσία. Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν όταν ο καλύτερος φίλος του επέλεξε να επιστρέψει σπίτι του παρά να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Jones. Καθώς ο φίλος του απομακρυνόταν, ο Jones άρπαξε το όπλο του πατέρα του και πυροβόλησε εναντίον στην γρήγορα απομακρυνόμενη φιγούρα του αγοριού.

Κατά τη διάρκεια των χρόνων που πήγαινε στις μεγαλύτερες τάξεις του σχολείου ο Jones ενδιαφέρθηκε αρχικά για τις ζωές των δυνατών και σημαντικών ανδρών, παρουσιάζοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Αδόλφο Χίτλερ και τον Τζόζεφ Στάλιν. Τον καιρό που γνώρισε τη μελλοντική του γυναίκα, την Marceline, στο τέλος της εφηβείας του, είχε ήδη αναπτύξει μια ενθουσιώδη γνώση και ενδιαφέρον για κοινωνικά ζητήματα και κοσμικά γεγονότα. Η Marceline ήταν εκπαιδευόμενη νοσηλεύτρια στο νοσοκομείο όπου ο ίδιος εργαζόταν με μειωμένο ωράριο. Παντρεύτηκαν μόλις ο Jones αποφοίτησε από το σχολείο με τιμητικές διακρίσεις και άρχισε να σπουδάζει στο κολέγιο. Τα πρώτα χρόνια του γάμου τους ήταν πολύ θυελλώδη. Ο Jones ήταν ανασφαλής και αυταρχικός. Ο μεγαλύτερός του φόβος, το να τον εγκαταλείψουν εκείνοι που τον ενδιέφεραν, τον έκαναν να είναι ζηλιάρης σε οποιαδήποτε προσοχή έδινε η Marceline σε οποιονδήποτε άλλο. Οι συνεχείς του συναισθηματικές εκρήξεις και τα λογύδρια που εξαπέλυε έκαναν πολύ δύσκολη τη ζωή της Marceline, αλλά η πίστη της πως ο γάμος αποτελούσε μια δια βίου δέσμευση την έκαναν να ανεχτεί την κατάσταση.

Στη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Jones ξεκίνησε να αμφισβητεί την πίστη του, βρίσκοντας δύσκολο το να συμβιβάσει την πεποίθησή του για έναν φιλεύσπλαχνο θεό αγάπης με την πραγματικότητα του πόνου και της ανέχειας που έβλεπε γύρω του. Διακήρυττε τώρα ότι δεν υπήρχε θεός. Περίμενε από την Marceline να μοιραστεί μαζί του αυτή τη νέα του σοφία και την απείλησε ότι θα αυτοκτονήσει εάν εκείνη συνέχιζε να προσεύχεται. Μετρίασε την οπτική του στο 1952 όταν οι Μεθοδιστές, το εκκλησιαστικό δόγμα το οποίο ακολουθούσε η Marceline, επέδειξαν ένα σύστημα αξιών που ερχόταν σε συμφωνία με τις δικές του πεποιθήσεις. Η εκκλησία ενστερνίστηκε τα δικαιώματα των μειονοτήτων και εργάστηκε για να βάλει ένα τέλος στην ανέχεια. Η αντίθεση των Μεθοδιστών στην ανεργία και η υποστήριξή τους στις συλλογικές διαπραγματεύσεις των εργατών και στην ασφάλεια των γηραιότερων ήταν αυτά που εντυπωσίασαν τον Jones.

Τον ίδιο χρόνο, ενώ συνέχιζε τις σπουδές του στο κολέγιο, ο Jones αποδέχτηκε τη θέση του φοιτητή πάστορα στην εκκλησία των Μεθοδιστών στο Somerset, σε μια όχι και τόσο εύπορη και κυρίως λευκή γειτονιά της νότιας Indianapolis. Μυστικά ο Jones επισκεπτόταν κάποιες αφροαμερικάνικες εκκλησίες της περιοχής και προσκαλούσε όσους συναντούσε εκεί στις δικές του υπηρεσίες και στο σπίτι του. Εκείνη την εποχή επιχείρησε να υιοθετήσει τον εξάδελφο της Marceline, που έμενε μαζί τους από τότε που τον διέσωσαν από ένα σπίτι στο δάσος. Το δωδεκάχρονο αγόρι δεν ήταν ιδιαίτερα ευτυχές με αυτή την απόφαση και αντιστάθηκε. Ο Jones του είπε πως οποιαδήποτε σκέψη για επιστροφή στη μητέρα του δεν είχε ελπίδα καθώς ήταν ανήμπορη και δεν τον αγαπούσε. Όταν την επισκέφτηκε το αγόρι είχε διαφορετική γνώμη. Σε μια συναισθηματική παραφορά ο Jones προσπάθησε να επιβάλλει τη θέλησή του στο αγόρι αλλά δεν μπορούσε να τον κλονίσει. Επέστρεψε για να ζήσει με τη μητέρα του και αρνήθηκε να δει τον Jones όταν ήρθε να τους επισκεφτεί.

Μέσα σε δύο χρόνια ο Jones κήρυττε με επιτυχία σε συναθροίσεις της Πεντηκοστής σε άλλες εκκλησίες, τραβώντας μεγάλα πλήθη με τις θεραπείες του και τα θαύματα. Αυτή η επιτυχία τον έκανε να αφήσει την εκκλησία των Μεθοδιστών του Somerset και να ξεκινήσει τη δική του εκκλησία. Μέχρι το 1956 μετέφερε το ποίμνιό του σε μεγαλύτερα κτίσματα και ξεκίνησε να ονομάζει τις δραστηριότητές του 'κίνηση' και την εκκλησία του 'Ναό των Ανθρώπων'. Το συναισθηματικό του ύφος και η διδασκαλία της ενότητας και ισότητας ήταν ασυνήθιστες αξίες για έναν λευκό ιεροκήρυκα την εποχή εκείνη και το ποίμνιο του Jones δεν μπορούσε να παρέχει την ισχυρή οικονομική υποστήριξη που χρειαζόταν για να ενισχυθεί η επιρροή του. Παρά την έλλειψη αριθμών η εκκλησία του Jones ίδρυσε μια κουζίνα με σούπα και τάχθηκε στο να δίνει άσυλο στους άπορους και να υιοθετεί παιδιά. Εκείνη την εποχή ο Jones και η Marceline υιοθέτησαν ένα μαύρο αγόρι και ένα ορφανό από την Κορέα, καθώς επίσης γέννησαν έναν γιο.

Η ένταση του Ψυχρού Πολέμου στα μέσα του 1950 ενέπνευσαν σημαντικά τον Jones που πίστευε ότι ο Κομμουνισμός θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί καλύτερα με τον Κοινοτισμό. Μπορούσε να εκχριστιανίσει τις ταχέως αυξανόμενες πολιτικές του πεποιθήσεις αναφερόμενος σε βιβλικά αποσπάσματα αναφορικά με ανθρώπους που πουλούσαν τα υπάρχοντά τους. Οι κόποι του και η πίστη του για τα κοινωνικά δικαιώματα γρήγορα ανταμείφθηκαν με τον διορισμό του ως επικεφαλή της Υπηρεσίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Indianapolis. Οι ριζοσπαστικές του πεποιθήσεις και δράσεις εκείνη την εποχή προκάλεσαν πολλές διαμαρτυρίες και κριτικές από τους συντηρητικούς τομείς της κοινωνίας. Ο Jones άρχισε να εξιστορεί σε τοπικές εφημερίδες ιστορίες για παρενοχλήσεις και απειλές για τη ζωή του, αν και κανένας από αυτούς τους ισχυρισμούς του δεν μπορούσε να τεκμηριωθεί από τις έρευνες της αστυνομίας.

Κατά σύμπτωση, όταν η κριτική για την πολιτική του κορυφωνόταν ο Jones είχε ένα 'όραμα' για μια πυρηνική επίθεση. Πιστεύοντας πως η Δύση ήταν ο πιο πιθανός στόχος για μια τέτοια επίθεση, ο Jones άρχισε να ψάχνει για ένα πιο 'ασφαλές' μέρος ώστε να μετακινήσει την ομάδα του. Αφήνοντάς την στα χέρια των βοηθών του έφυγε για να αναζητήσει την ιδανική τοποθεσία. Ταξίδευσε στη Χαβάη και ύστερα στη Βραζιλία όπου και έμεινε για δύο χρόνια, διδάσκοντας αγγλικά για να αυτοσυντηρηθεί. Στο ταξίδι του γυρισμού του από τη Βραζιλία ο Jones επισκέφτηκε για πρώτη φορά τη Γουιάνα όπου και εντυπωσιάστηκε από τις σοσιαλιστικές ιδέες της εκεί κυβέρνησης.

Το 1965, δύο χρόνια μετά από την επιστροφή του στην Indianapolis, ο Jones μετακόμισε με 140 οπαδούς του στο Ukiah στην περιοχή Mendocino της Καλιφόρνια, γιατί διάβασε στο περιοδικό Esquire πως η περιοχή θα ήταν ασφαλής στο ενδεχόμενο μιας πυρηνικής επίθεσης. Όταν εγκαταστάθηκαν ο Jones βρήκε μια δουλειά ημιαπασχόλησης ως δάσκαλος και η Marceline εργάστηκε σαν κοινωνική λειτουργός στο πολιτειακό νοσοκομείο του Mendocino.

Δεν πέρασε πολύς καιρός και η Marceline αποφάσισε ότι ήθελε να βάλει τέλος στο γάμο τους. Οι εξωσυζυγικές ερωτικές συνευρέσεις του Jones είχαν γίνει πιο συχνές από τότε που μετακόμισαν στην Καλιφόρνια και η λαγνεία του για δύναμη και έλεγχο είχαν αυξηθεί δραματικά. Ο γιος τους ο Stephan είχε ελάχιστο σεβασμό για τον πατέρα του εξαιτίας της υποκρισίας του. Έφτιαχνε κανόνες για να ικανοποιήσει τα δικά του καπρίτσια, ωστόσο δεν ακολουθούσε ο ίδιος κανέναν από τους κανόνες αυτούς. Ο Jones χρησιμοποιούσε μια ποικιλία από φάρμακα για να κρατήσει σε έλεγχο τις συναισθηματικές του εξάρσεις, μεταξύ των οποίων και Quaaludes (φάρμακο που χρησιμοποιήθηκε στις δεκαετίες 1960 και 1970 ως αγχολυτικό και που λόγω της ευφορίας που προκαλεί χρησιμοποιήθηκε και ως ναρκωτικό μέχρι που το 1984 αποσύρθηκε από την αγορά της Αμερικής), το οποίο χρησιμοποίησε και ο Stephan στην προσπάθειά του να αυτοκτονήσει.

Το 1968, με την οικογένειά του να χωρίζεται και την οργάνωσή του να αριθμεί μόνο 68 μέλη, ο Jones έκανε αίτηση, η οποία έγινε δεκτή, για αναγνώριση από τους 'Μαθητές του Χριστού', ένα δόγμα που είχε ενάμιση εκατομμύριο μέλη. Με πολύ λίγη επίβλεψη από την διαχείριση της εκκλησίας ο Jones είχε τη δυνατότητα να αγνοήσει τις απαιτήσεις της για Ιερή Ένωση και βάπτιση. Αντίθετα, δίδασκε σοσιαλισμό και βάπτιζε νέα μέλη 'στο άγιο όνομα του σοσιαλισμού'.

Με το να είναι μέλος μιας αναγνωρισμένης εκκλησίας ο Jones είχε απαλλαγή από φόρους και έχαιρε μεγαλύτερης εκτίμησης. Η ομάδα του γρήγορα μεγάλωσε στα 300 μέλη. Ο Jones και οι οπαδοί του ξόδευαν πολύ από τον χρόνο τους για να προπαγανδίζουν την εκκλησία του και τα καλά της έργα, όχι μόνο στην τοπική κοινωνία αλλά και σε όλη τη χώρα. Πάνω από 300,000 αντίτυπα μιας μηνιαίας φυλλάδας αποστελλόταν σε όλη τη χώρα κάθε μήνα και ο Jones ξεκίνησε εκπομπές στο ραδιόφωνο, εξασφαλίζοντας πως οι καλές του πράξεις θα γινόντουσαν γνωστές σε όλους. Μέχρι το 1973 η οργάνωσή του αριθμούσε δυόμισι χιλιάδες μέλη και είχε διασπαρθεί στο San Francisco και στο Los Angeles όπου ο Jones άρχισε επίσης να κηρύττει.

Το 1974 εξασφάλισε την έγκριση από την κυβέρνηση της Γουιάνα για να ξεκινήσει να χτίζει μια κοινότητα σε ένα αγροτεμάχιο 121 εκταρίων που βρισκόταν σε απόσταση 140 μίλια από την Georgetown. Το συμβόλαιο υπογράφηκε και ο Jones ονόμασε την κοινότητα 'Jonestown'. Με κάποιους από τους οπαδούς του να έχουν ήδη μετακομίσει στο κτήμα ο Jones αποφάσισε να επισκεφτεί την Georgetown και να γίνει γνωστός εκεί. Μέλη του επιτελείου του πλησίασαν τον Πατέρα Andrew Morrison για να επιτύχουν άδεια για τον Jones ώστε να υπηρετήσει στην Ιερή Καθολική Εκκλησία. Έχοντας ενημερωθεί για τη φύση των κηρυγμάτων του Jones ο Πατέρας Morrison και άλλοι που τον επισκέφτηκαν τρομοκρατήθηκαν από τις ολοφάνερα ψεύτικες θεραπείες του και τα θαύματα που υποτίθεται ότι έκανε.

Απογοητευμένος, ο Jones επέστρεψε στην Καλιφόρνια όπου η υποδοχή των επί σκηνής θεατρινισμών του ήταν πολύ περισσότερο ευνοϊκή. Μέλη του επιτελείου του, συνήθως διανοούμενοι με μια έντονα μυστικιστική τάση, έσπευδαν στα σκουπίδια των μελών του ναού για να συλλέξουν πληροφορίες. Ο Jones μπορούσε να τις χρησιμοποιήσει για να υποκριθεί πως έχει αποκρυφιστικές δυνάμεις στις συναντήσεις που έκανε. Πιθανά μέλη της οργάνωσης που ήταν υπό ένταξη δεχόντουσαν προσκλήσεις για μικρές συγκεντρώσεις όπου εξεταζόντουσαν με μεγάλη προσοχή. Οποιοσδήποτε φαινόταν να είναι πολύ συντηρητικός πολιτικά αποκλειόταν από περαιτέρω εμπλοκή με την οργάνωση, ενώ εκείνοι που είχαν αντικαθεστωτικές τάσεις και συμπάθεια για τις υπηρεσίες του τύπου που προσέφεραν οι Πεντηκοστιανοί ήταν καλοδεχούμενοι. Αυτά τα κριτήρια σήμαιναν πως η πλειοψηφία των νεοσύλλεκτων ήταν κυρίως αφροαμερικάνοι, οι αμόρφωτοι και οι φτωχοί.

Ως απόκριση στις διδασκαλίες του Jones για Χριστιανικό Κοινοτισμό, τα μέλη του ναού μάζευαν τα εισοδήματά τους και έδιναν τα υπάρχοντά τους στο Ναό των Ανθρώπων για να πουληθούν και σε αντάλλαγμα τους δινόταν χώρος, σίτιση και ένα επίδομα δύο δολαρίων την εβδομάδα. Ο Jones δίδασκε πως μόνο μέσω του σοσιαλισμού θα μπορούσε κανείς να πετύχει την τέλεια ελευθερία, δικαιοσύνη και ισότητα. Σύμφωνα με τον Jones, ο σοσιαλισμός ήταν η εκδήλωση του Θεού. Τα θαύματά του, η θεραπεία των ασθενειών και η φροντίδα των φτωχών αποτελούσαν απόδειξη πως ο ίδιος ήταν ενσάρκωση του Χριστού. Έβλεπε τον εαυτό του σαν κοινωνικό επαναστάτη παρά το γεγονός ότι η δική του οργάνωση δεν είχε ουδεμία σχέση με τον σοσιαλισμό. Δεν υπήρχε συλλογική ηγεσία και το επιτελείο του, σχεδόν όλοι λευκοί, δεν είχαν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν τις ιδέες του. Υπήρχε μόνο μια πηγή εξουσίας, ο ίδιος ο Jim Jones.

Ο δυϊσμός και η υποκρισία του Jones αντανακλούνταν στις διδασκαλίες του σχετικά με τις σεξουαλικές σχέσεις. Πίστευε στην σεξουαλική απελευθέρωση, αλλά συνηγορούσε υπέρ του γάμου. Θεωρούσε πως ο γάμος δίχως σεξουαλική ελευθερία ήταν αντι-επαναστατικός και οποιοδήποτε μέλος αντιδρούσε με ζήλια στις σεξουαλικές απιστίες του συντρόφου του δεχόταν ανοιχτή επίθεση. Την ίδια στιγμή κήρυττε τις αρετές της αποχής από την ερωτική πράξη και η σεξουαλική δραστηριότητα όλων των μελών βρισκόταν υπό αυστηρή κριτική. Κάθε άτομο έπρεπε να εξομολογηθεί τις σεξουαλικές του συνήθειες και φαντασιώσεις, ενώ οι γυναίκες ήταν αναγκασμένες να αναφέρουν δημόσια όποια παράπονα είχαν για τον τρόπο που ο σύζυγός τους συμπεριφερόταν στην ερωτική πράξη. Ο Jones δήλωνε στην ομάδα του πως ήταν ο μόνος πραγματικά ετεροφυλόφιλος, αλλά στις ιδιωτικές του στιγμές είχε διαπράξει σοδομισμό σε έναν άνδρα, δικαιολογώντας τις πράξεις του σα να ήταν ο μόνος τρόπος για να αποδείξει σ' αυτόν τον άνδρα πως ήταν στην πραγματικότητα ομοφυλόφιλος. Το Δεκέμβρη του 1973 ο Jones συνελήφθη στο πάρκο MacArthur, ένα γνωστό μέρος συνάντησης για ομοφυλόφιλους και δηλώθηκε για ασελγή επαφή. Αν και οι κατηγορίες αποσύρθηκαν, ο Jones ήταν αναγκασμένος να υπογράψει ένα έγγραφο όπου παραδεχόταν πως υπήρχε πράγματι λόγος για την σύλληψή του.

Είχε ωστόσο τη δυνατότητα να κρατήσει μυστική τη σύλληψή του και συνέχισε να κερδίζει αποδοχή στην περιοχή του San Francisco. Αριστερά κινήματα τον καλοδεχόντουσαν για την υποστήριξή του στις προοδευτικές ιδέες και για τις διδασκαλίες του ενάντια στο κατεστημένο. Τα μέλη του ναού εργαζόντουσαν σε πολιτικές καμπάνιες του San Francisco και ο Jones καλλιεργούσε σχέσεις με μια ποικιλία ισχυρών πολιτικών προσώπων, χρησιμοποιώντας τη μεγάλη του ομάδα και τη συσσώρευση κεφαλαίου του Ναού των Ανθρώπων για να ισχυροποιήσει την επιρροή του.

Ενώ η εξωτερική του επιρροή μεγάλωνε και ο έλεγχος που ασκούσε στο ποίμνιό του ήταν σχεδόν αδιάσπαστος, ο Jones δεν ήταν σε θέση να σταματήσει όλη την αρνητική κριτική που κατευθυνόταν στον Ναό των Ανθρώπων, αν και έκανε προσπάθειες γι' αυτό. Είχε βάλει μέλη της ομάδας του να αναλάβουν δουλειές σε μερικές από τις μεγαλύτερες εφημερίδες της περιοχής ώστε να τον προειδοποιούν για οποιαδήποτε σχέδια που αφορούσαν σε αρνητικό υλικό σχετικά με το πρόσωπό του. Πριν να μπορέσουν οι εφημερίδες να πάρουν το υλικό για να το τυπώσουν, ο Jones ήταν έτοιμος να τους εκβιάσει με νομικό τρόπο. Οποιοσδήποτε από τους αντίθετούς του επέμενε στο να τον απαξιώνει, θα λάμβανε σύντομα ένα απειλητικό γράμμα και θα τον ξυπνούσαν στη μέση της νύχτας με τρομοκρατικά τηλεφωνήματα. Οι αποστάτες από την οργάνωση ήταν επίσης τρομοκρατημένοι για να αποκαλύψουν τις αρνητικές τους εμπειρίες με τον Jones, καθώς συνεχώς τους απειλούσαν με σκοτεινές τιμωρίες.

Έχοντας μια μεγάλη εμπειρία στις τιμωρίες του Jones και στον ανεξέλεγκτο θυμό του εναντίον σε όποιον τολμούσε να τον αφήσει, οι αποστάτες πίστευαν πως θα πραγματοποιούσε τις απειλές του εάν τον πίεζαν. Η Grace Stoen, σύζυγος του Tim Stoen που ήταν ο δικηγόρος του ναού, δοκίμασε από πρώτο χέρι την οργή του Jones όταν τόλμησε να εγκαταλείψει την κοινότητα εξαιτίας του βάναυσου ξυλοκοπήματος που υπέστη ένα μέλος όταν κριτίκαρε τον Jones. Ο Jones σοκαρίστηκε από την προδοσία της στο φως 'όλων όσων είχε κάνει για κείνη'. Με την υποστήριξη του Tim, ο Jones ξεκίνησε έναν μανιώδη αγώνα επιτήρησης στον γιο της, για τον οποίο διατεινόταν λανθασμένα πως ο ίδιος ήταν ο πατέρας του.

Ήταν αυτός ο αγώνας επιτήρησης, μαζί με έναν αυξανόμενο αριθμό από παράπονα που προέρχονταν από προηγούμενα μέλη και συγγενείς μελών, που προκάλεσαν ένα μεγάλο ζήτημα το οποίο τράβηξε τη δημόσια προσοχή στο Ναό των Ανθρώπων. Έχοντας ως βάση τις αρνητικές δημοσιεύσεις, η παράνοια του Jones έγινε ακόμα μεγαλύτερη και ξεκίνησε να προετοιμάζει το ποίμνιό του για την τελική μετακόμιση στη Γουιάνα.

Όταν πήγαν στη Γουιάνα, ο Jones μπορούσε να διατηρήσει τον έλεγχο στην κοινότητα των ακόλουθών του χωρίς αντίθετα στοιχεία που προερχόντουσαν από τον εξωτερικό κόσμο. Απομονωμένοι στην κοινότητα, χωρίς χρήματα ή διαβατήρια, ο Jones είχε την εγγύηση πως κανένας πλέον από τα μέλη της οργάνωσής του δε θα μπορούσε να τον εγκαταλείψει. Τώρα μπορούσε να έχει τον πλήρη έλεγχο των ανθρώπων του. Όταν αυτός ο έλεγχος απειλήθηκε ξανά με την αποχώρηση δεκαπέντε ατόμων που ακολούθησαν την επιτροπή του γερουσιαστή Leo Ryan, ο εκδικητικός φόνος που διέπραξε ο Jones στο αεροδρόμιο ήταν τυπική αντίδραση για την προσωπικότητά του. Η διαταγή για ομαδική αυτοκτονία ήταν το μέσο του για να αποκτήσει ολοκληρωτικό έλεγχο. Εάν δεν μπορούσε να έχει τον έλεγχο αυτό με τους ανθρώπους του εν ζωή, θα τον είχε στον θάνατο!
"Πιστεύω στον Jim Jones..."

Ε' ΜΕΡΟΣ: Ύποπτες διασυνδέσεις;
Αν και η επίσημη ερμηνεία για τα γεγονότα στην Jonestown είχε γίνει ευρέως αποδεκτή από τον αμερικάνικο λαό, υπάρχουν πολλοί που αμφισβητούν την αλήθεια της. Από τη στιγμή που ανακοινώθηκαν οι πρώτες αναφορές για το μακελειό άρχισαν να κυκλοφορούν διάφορες θεωρίες για τα πραγματικά γεγονότα που οδήγησαν στην τραγωδία. Η πιο διαδεδομένη από αυτές αναφερόταν σε μια ανάμειξη της CIA στην όλη ιστορία.
Σύμφωνα με μια από αυτές τις θεωρίες, η Jonestown αποτελούσε μια συνέχεια ενός προγράμματος για τον έλεγχο του νου που διεξήγαγε η CIA και που διείσδυσε σε σέκτες, όπως ο Ναός των Ανθρώπων, για να γίνουν τα απαιτούμενα πειράματα. Ερευνητές που ασχολούνται με την CIA ισχυρίζονται πως ο Jim Jones είχε πολλές περίεργες σχέσεις με τη CIA κατά τη διάρκεια των χρόνων που ίδρυε τον Ναό των Ανθρώπων. Η πιο σημαντική σχέση είναι η υποτιθέμενη φιλία του Jones με τον Dan Mitrione, που ξεκινάει από τα χρόνια της παιδικής τους ηλικίας. Ο Dan Mitrione ήταν ο τοπικός διευθυντής της αστυνομίας τα πρώτα χρόνια που ο Jones υπηρετούσε στην Indianapolis. Ο Mitrione μπήκε αργότερα στην Εθνική Αστυνομική Ακαδημία, που υποτίθεται πως είναι ένα προκάλυμμα που έχει η CIA για να εκπαιδεύει στην αντιτρομοκρατική δράση και σε τεχνικές βασανιστηρίων.
Συμπτωματικά, όταν ο Jones άφησε τη γυναίκα του για να ζήσει στη Βραζιλία, παρά τη φαινομενική του έλλειψη οικονομικών πόρων, ο Mitrione ήδη ζούσε εκεί. Διαδίδεται πως ο Jones έκανε διάφορες επισκέψεις στο Belo Horizonte όπου βρισκόταν η κατοικία του Mitrione αλλά και τα αρχηγεία της βραζιλιάνικης CIA. Οι ερευνητές που ασχολούνται με τη CIA αναφέρουν ότι οι γείτονες του Jones στη Βραζιλία δηλώνουν ότι ο Jones τους είχε πει πως είχε διοριστεί από το αμερικανικό γραφείο ναυτικών πληροφοριών που του παρείχε έξοδα μετακινήσεων, έξοδα διαβίωσης και ένα μεγάλο σπίτι στο οποίο 'ζούσε σαν πλούσιος'.
Σύντομα μετά την επιστροφή του στην Αμερική, με 10,000 δολάρια, ο Jones μετακίνησε το Ναό των Ανθρώπων στην Καλιφόρνια. Εκεί ξεκίνησε να χτίζει τις κοινοτικές εγκαταστάσεις του Ναού των Ανθρώπων και, χωρίς κάποιο εκπαιδευμένο ιατρικό προσωπικό ή τις συνήθεις άδειες, μπορούσε να λειτουργεί ένα νοσηλευτικό ίδρυμα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Jones λέγεται ότι υιοθέτησε 150 παιδιά, τα περισσότερα εκ των οποίων είχαν σταλεί στο Ναό των Ανθρώπων με δικαστική διαταγή. Ο Ναός είχε μια δυνατή διασύνδεση με τον οργανισμό World Vision, που πολλοί υπέρμαχοι των θεωριών συνωμοσίας πιστεύουν πως είναι ένα προπύργιο της CIA, και είχε ως σύμβουλο έναν μισθοφόρο του αντάρτικου στρατού UNITA (National Union for the Total Independence of Angola), που υποτίθεται ότι υποστηρίζεται από τη CIA.
Άλλες υποτιθέμενες διασυνδέσεις της Jonestown με τη CIA περιλαμβάνουν τους παρακάτω ισχυρισμούς:
Το όνομα του Richard Dwyer είχε εμφανιστεί στη δημοσίευση 'Who' s Who' της CIA.
Ο αμερικανός πρεσβευτής John Burke και ένας άλλος αξιωματικός της πρεσβείας, ο Richard McCoy, είχαν ισχυρούς δεσμούς με τη CIA.
Ο σταθμός της CIA στη Georgetown βρισκόταν στο κτήριο της αμερικάνικης πρεσβείας.
Ο Dan Webber, που στάλθηκε άμεσα στη Γουιάνα μετά το μακελειό, ήταν με τη CIA και ο Joseph Blatchford, ο επίσημα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος για τους επιζώντες της Jonestown, ήταν μπλεγμένος σε ένα σκάνδαλο που αφορούσε στη διείσδυση της CIA στην Peace Corps (διεθνής οργάνωση, εγκεκριμένη από το Κογκρέσο, που χρησιμοποιεί εθελοντές με σκοπό την ειρήνη και την αδελφότητα μεταξύ λαών).
Η ανάμειξη του Larry Layton στην ενέδρα που στήθηκε για τον Ryan και τη συντροφιά του, κινεί επίσης το ενδιαφέρον των θεωρητικών της CIA εξαιτίας του οικογενειακού του υπόβαθρου. Ο πατέρας του Layton ήταν ο Δρ. Laurence Laird Layton που είχε υπάρξει αρχηγός του τμήματος χημικών εχθροπραξιών του στρατού στη διάρκεια του 1950. Επίσης, ο κουνιάδος του Larry Layton ήταν ο σύνδεσμος με τη UNITA, που είχε διαπραγματευτεί με την κυβέρνηση της Γουιάνα για χάρη του Jones, για την ίδρυση της Jonestown.
Ένα άλλο σημείο που χρησιμοποιούν οι θεωρητικοί της CIA για να υποστηρίξουν τις πεποιθήσεις τους είναι το γεγονός ότι, παρά την ολοένα αυξανόμενη αμφισβήτηση που περιέβαλλε τον Ναό των Ανθρώπων, η μετακίνηση του Jones στη Jonestown είχε συνοδευτεί με πλήρη υποστήριξη από την αμερικάνικη πρεσβεία στη Γουιάνα.

Η δολοφονία του Leo Ryan θεωρείται από πολλούς ως πολύ πιο μοχθηρή από την υστερική συμπεριφορά ενός παρανοϊκού ανθρώπου. Ο Leo Ryan είχε υπάρξει ισχυρός επικριτής της CIA και ήταν ο συγγραφέας της τροποποίησης 'Hughes-Ryan', η οποία, εάν περνούσε, θα απαιτούσε από τη CIA να δίνει πλήρη αναφορά στο Κογκρέσο για όλες τις κρυφές της επιχειρήσεις πριν τις αρχίσει. Σύντομα μετά το θάνατο του Ryan, η τροποποίηση 'Hughes-Ryan' ακυρώθηκε στο Κογκρέσο. Η ερώτηση που θέτουν οι συνομωσιολόγοι είναι το εάν ο σκοπός της δολοφονίας του Ryan σχετίζεται με αυτές του τις δραστηριότητες και όλο το μακελειό στη Jonestown δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα παραπέτασμα ομίχλης που δημιουργήθηκε για να απομακρύνει την προσοχή από τη δολοφονία του Ryan.

Μάρτυρες στο αεροδρόμιο όπου δολοφονήθηκε ο Ryan και τέσσερις ακόμα άνθρωποι περιέγραψαν τους οπλισμένους άντρες σα να είχαν 'γυάλινα μάτια', σα να ήταν 'μηχανικά κινούμενα ζόμπι' που ήταν 'κενά από αισθήματα'. Η ερώτηση που θα ήθελαν οι συνομωσιολόγοι της CIA να απαντηθεί, είναι, το ποιοι ήσαν αυτοί οι άνθρωποι; Η επίσημη αναφορά δήλωνε πως την εποχή του μακελειού υπήρχαν περίπου 1100 άνθρωποι στη Jonestown, όμως άλλες αναφορές ισχυρίζονται πως οι άνθρωποι πλησίαζαν τους 1200. Από αυτόν τον αριθμό βρέθηκαν 913 νεκρά σώματα και 167 επιζώντες. Είκοσι άτομα, εάν η τιμή των 1100 είναι σωστή, δεν έχουν προσμετρηθεί. Εάν αυτοί ήταν οι δολοφόνοι, που βρίσκονται τώρα; Επίσης δεν έχουν προσμετρηθεί και δεν έχουν αναφερθεί σε δημοσιογραφικές εκθέσεις, οι οπλισμένοι φρουροί που υπήρχαν στην Jonestown και που είχαν το ελεύθερο να έρχονται κα να φεύγουν από τον οικισμό. Ένας υπασπιστής της συγκλήτου πιθανότατα αναφέρθηκε σ' αυτούς σ' ένα απόσπασμα στην Associated Press: 'Υπάρχουν 120 λευκοί, δολοφόνοι που έχουν υποστεί πλύση εγκεφάλου, που προέρχονται από την Jonestown και περιμένουν τη λέξη σκανδάλη για να προβούν στο χτύπημά τους'.

Μια τέτοια πιθανότητα φαίνεται πως ισχυροποιείται για τους συνομωσιολόγους, από έναν αριθμό ασυνήθιστων θανάτων που συνέβησαν μετά το μακελειό της Jonestown. Ο πρώτος από αυτούς έγινε στα αρχηγεία του Ναού των Ανθρώπων στην Georgetown, την ίδια ώρα με την ομαδική αυτοκτονία που γινόταν στην Jonestown. Ο Charles Beikman, ένας οπαδός του Jones που τον ακολουθούσε από τις πρώτες περιόδους της οργάνωσής του και που είχε υιοθετηθεί από αυτόν, βρέθηκε ότι ήταν υπεύθυνος. Κατά τα φαινόμενα, ο Beikman άνηκε επίσης στις 'Πράσινες Μπερέτες', που 300 ακόμα μέλη της βρισκόντουσαν τις μέρες εκείνες στη Γουιάνα για 'εκπαιδευτικές ασκήσεις'.

Εννέα μέρες μετά τη Jonestown, σκοτώθηκαν ο δήμαρχος του San Francisco, George Moscone και ο επόπτης Harvey Milk. Και οι δύο άντρες είχαν δεχθεί οικονομική υποστήριξη από τον Jones την εποχή που βρισκόταν στο San Francisco και είχαν αναμειχθεί σε μια προοδευτική έρευνα σχετικά με τη συμμετοχή τους στην εξαφάνιση των πόρων του Ναού των Ανθρώπων. Ο Dan White, που περιγράφηκε σα να βρισκόταν σε 'κατάσταση ζόμπι' την ώρα των δολοφονιών, ήταν εκείνος που τους σκότωσε. Οι δικηγόροι του προσπάθησαν να τον υπερασπιστούν δηλώνοντας πως ο White ήταν περιοδικά παράφρον εξαιτίας του ότι έτρωγε μεγάλη ποσότητα ζάχαρης, μια υπεράσπιση που είναι γνωστή ως 'Υπεράσπιση Twinkie' (στη νομική επιστήμη, η υπεράσπιση Twinkie είναι ένας χλευαστικός προσδιορισμός που αφορά ισχυρισμούς εγκληματιών που σχετίζονται με ασυνήθιστους βιολογικούς παράγοντες οι οποίοι τους έβαλαν στη θέση του εγκληματία, χωρίς οι ίδιοι να είναι υπεύθυνοι για την πράξη τους αυτή. Ένας τέτοιος παράγοντας, θεωρείται από τους περισσότερους ανθρώπους πως δεν επαρκεί για να δικαιολογήσει μια εγκληματική πράξη, όπως η επίκληση αλλεργιών, καφεΐνης, νικοτίνης, ζάχαρης ή ακόμα και βιταμινών).

Λίγο καιρό αργότερα, ο Michael Prokes, πρώην μέλος του Ναού των Ανθρώπων, ενημέρωσε μια συνέντευξη τύπου που έγινε στο δωμάτιο του μοτέλ που έμενε, πως η CIA και το FBI κρατούσαν μυστικά μια μαγνητοφώνηση του μακελειού της Jonestown και πως ήταν πληροφοριοδότης του FBI. Αμέσως μετά την ανακοίνωση αυτή, ο Prokes πήγε στο μπάνιο και λέγεται ότι αυτοκτόνησε.

Η Jeanne και ο Alan Mills, μέλη του Ναού των Ανθρώπων που είχαν αποσκιρτήσει πριν την μετακόμιση στη Γουιάνα, βρέθηκαν δεμένοι και σκοτωμένοι στο σπίτι τους, σχεδόν ένα χρόνο μετά το μακελειό της Jonestown. Είχαν γράψει ένα βιβλίο για το Ναό των Ανθρώπων και είχαν εκφράσει την πεποίθησή τους ότι στο τέλος θα τους δολοφονούσαν. Επίσημες αναφορές δηλώνουν πως οι Mills πιθανότατα γνώριζαν τους δολοφόνους τους, καθώς δεν υπήρχαν σημάδια παραβίασης της εισόδου ή πάλης. Ο γιος τους βρισκόταν στο σπίτι την ώρα της δολοφονίας, αλλά με κάποιον τρόπο γλίτωσε το θάνατο. Η υπόθεση για πάνω από 20 χρόνια συνέχιζε να παραμένει ανεξιχνίαστη.

Το τελευταίο μπερδεμένο σημείο σχετικά με το μακελειό της Jonestown αφορά στην επίσημη απόφαση της Αμερικής στο να μην κάνει αυτοψίες στα θύματα. Ο λόγος που δόθηκε ήταν πως η αιτία των θανάτων ήταν άμεσα προφανής. Ωστόσο, τα αποτελέσματα των παθολογικών εξετάσεων που έγιναν από τον ανακριτή της Γουιάνα Leslie Mootoo, αποκάλυψαν την πεποίθησή του πως 700 από τα θύματα είχαν δολοφονηθεί και δεν επρόκειτο για αυτοκτονίες. Ο Mootoo ισχυρίζεται πως μέσα σε μια περίοδο 32 ωρών, εκείνος και οι βοηθοί του, εξέτασαν τα σώματα 127 θυμάτων. Είχαν όλα δεχτεί ένεση με κυανίδιο σε περιοχές του σώματός τους που δε θα μπορούσαν να τις φτάσουν με τα ίδια τους τα χέρια, όπως μεταξύ των ωμοπλατών, ενώ πολλά άλλα θύματα είχαν πυροβοληθεί. Ο Charles Huff, ένας από τα επτά μέλη των Πράσινων Μπερετών που ήταν οι πρώτες αμερικάνικες δυνάμεις στη σκηνή του μακελειού, ισχυρίστηκε ότι 'είδαμε πολλές πληγές από σφαίρες, όπως επίσης πληγές από βέλη'. Εκείνοι που πυροβολήθηκαν, φάνηκε πως προσπάθησαν να τρέξουν προς τη ζούγκλα, μακριά από τον καταυλισμό.

Η ασυμφωνία στον αριθμό των νεκρών στις πρώτες αναφορές και ο τελικός απολογισμός έκανε πολλούς να υποθέσουν πως περίπου πεντακόσιοι άνθρωποι είχαν αποδράσει στην πρώτη φάση από τους σκοτωμούς και είχαν καταφύγει στη ζούγκλα, αλλά μετά κυνηγήθηκαν και δολοφονήθηκαν. Η περιγραφή των μαρτύρων σχετικά με τη διάταξη των νεκρών σωμάτων, καθώς και το γεγονός ότι υπήρχαν φανερά σημάδια ότι πολλά από τα σώματα είχαν συρθεί στο τελικό σημείο ανάπαυσής τους, φαίνεται να αντιτίθεται στην 'επίσημη' ερμηνεία ότι στην αρχή τα πεντακόσια πτώματα δεν είχαν μετρηθεί γιατί κρυβόντουσαν κάτω από τα υπόλοιπα 408.

Jonestown, 18 Νοεμβρίου 1978
Επίλογος
Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε που συνέβη η τραγωδία στη Jonestown και ακόμα υπάρχουν πολλοί που αναρωτιούνται πως κατέληξαν έτσι τα πράγματα. Για πολλούς, η πιθανότητα ότι ένα άνθρωπος θα μπορούσε να χειραγωγήσει τόσους πολλούς ανθρώπους σε τόσο μεγάλο βαθμό είναι αδιανόητη. Ψάχνουν μια ποικιλία πηγών για να εξηγήσουν το φαινομενικά ανεξήγητο, σε μια μάταια προσπάθεια να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους για κατανόηση. Δυστυχώς, οι διαδικασίες που λειτούργησαν στο Ναό των Ανθρώπων για πολλά χρόνια, οδηγώντας τελικά στην μαζική αυτοκτονία και στις δολοφονίες 913 μελών της οργάνωσης, δεν είναι σπάνιες σε τέτοιου είδους ομάδες. Είμαστε κοινωνικά πλάσματα που θέλουμε να νιώθουμε ότι ανήκουμε σε κάτι μεγαλύτερο από εμάς και βασιζόμαστε σε μεγάλο βαθμό στην αποδοχή των άλλων για να μετρήσουμε την αξία μας. Μια τέτοια κατάσταση μας αφήνει ευάλωτους στους άλλους, αλλάζοντας γρήγορα τις οπτικές μας ώστε να ταιριάξουν με αυτές των γύρω μας, αρνούμενοι τις ίδιες τις ενστικτώδεις αξίες μας και πεποιθήσεις μας, όταν έρχονται αντιμέτωπες με τις συχνά αντίθετες οπτικές των άλλων. Άνθρωποι όπως ο Jim Jones, οδηγούμενοι από το ακόρεστο πάθος τους να γίνουν αποδεκτοί και αγαπητοί από τους άλλους, κατέχουν μια ενστικτώδη γνώση της αδυναμίας των άλλων και του πως μπορούν να τους χειραγωγήσουν για το δικό τους όφελος.
Το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό και δεν προσφέρεται για εύκολες ερμηνείες. Είναι επιπλέον ένα ζήτημα που αφορά όλους μας, εφόσον κάθε ένας από εμάς είμαστε άνθρωποι με ψυχολογικές ανάγκες και αδυναμίες που θα μπορούσαμε εύκολα να γίνουμε θύματα ψυχολογικών χειρισμών, ακόμα κι αν πιστεύουμε ακράδαντα πως ειδικά εμείς είμαστε δυνατοί και έξυπνοι και δύσκολα θα μπορούσαμε να την πατήσουμε. Όμως η ανάγκη μας να ανήκουμε κάπου, να είμαστε αποδεκτοί, ή ακόμα το να ξεχωρίζουμε με κάποιον τρόπο από τους άλλους, βρίσκεται στον πυρήνα της ύπαρξής μας. Μια ανάγκη, που μας βοηθάει τόσο στο να αγγίξουμε μεγάλα επιτεύγματα, αλλά και στο να πέσουμε θύματα των ίδιων των προσδοκιών μας, εάν δεν συγκρατήσουμε την ορμή μας και δεν βαδίσουμε με προσοχή στο μονοπάτι της αυτοπραγμάτωσης που κρύβει πολλές ωφέλειες, αλλά και πολλούς κινδύνους.
Στοχαζόμενοι επάνω στην προσωπικότητα και στο όραμα του Jim Jones, πολλές σκέψεις έρχονται στο νου: Ήταν ένας κακός άνθρωπος; Ήταν κακό το όραμα; Ήταν αφελείς οι άνθρωποι που τον πίστεψαν;
Είναι σίγουρα δύσκολο να θέσει κανείς μια γραμμή και να διαχωρίσει τον κακό από τον καλό, ή ακόμα το να χαρακτηριστούν οι πράξεις είτε κρίνοντας από τους σκοπούς, είτε κρίνοντας από τα αποτελέσματά τους. Πολλά εγκλήματα έχουν γίνει με καλό σκοπό, είναι άλλωστε γνωστή η ρήση: 'ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις'. Δεν πρέπει σίγουρα να κατακρίνουμε ούτε να δεχόμαστε αστόχαστα και εύκολα κάθε προσπάθεια που πάει κόντρα στο κατεστημένο και που δηλώνει ότι υποστηρίζεται από ένα μεγάλο όραμα. Όταν δε αποδεχόμαστε ένα τέτοιο όραμα δε θα πρέπει η αποδοχή μας αυτή να μας στερεί τη δυνατότητα να σκεφτούμε και μέσα στα πλαίσια ενός σκοπού να θυσιάζουμε με μακιαβελικό τρόπο την ίδια μας την κριτική ικανότητα.
Το κατά πόσον το συμβάν στη Jonestown ήταν το αποτέλεσμα ενός ειδεχθούς πειράματος επάνω στο νοητικό έλεγχο είτε όχι, δεν μπορεί να καθοριστεί πλήρως και να δοθεί το ένα ή το άλλο πόρισμα χωρίς να υπάρχουν πιο ισχυρές ενδείξεις, αλλά το νέφος του μυστηρίου θα συνεχίσει να κρέμεται επάνω από το γεγονός μέχρι να συγκεντρωθούν και αποκαλυφθούν όλα τα στοιχεία με τις έρευνες που διενεργήθηκαν και συνεχίζουν να διενεργούνται.

πηγές:
crimelibrary.com/serial4/jonestown/
en.wikipedia.org/wiki/Cult_suicide
en.wikipedia.org/wiki/Cult
skeptictank.org/hs/cprofile.htm
wikipedia.org/wiki/Narcissistic_personality_disorder

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

Χημεία: Η επιστήμη του έρωτα

Αναρτήθηκε από Blogημένος

Η Αμερικανίδα βιολόγος και ανθρωπολόγος Helen Fisher, έκανε μια πολυετή έρευνα για τη χημεία του σώματος και την σχέση της με τις ερωτικές επιλογές και με βάση αυτήν, δημιούργησε ένα τεστ προσωπικότητας. Υποστηρίζει ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η χημική ανάλυση του αίματός μας μπορεί να βοηθήσει στο βρούμε το κατάλληλο ταίρι.
Δοκίμασε τη θεωρία της στο site γνωριμιών Match.com και βρήκε ότι υπάρχουν φυσικά πρότυπα έλξης σε τύπους προσωπικοτήτων.
Αυτοί που έχουν υψηλή ντοπαμίνη τείνουν να ρισκάρουν στις επιλογές τους και να είναι αυθόρμητοι και άμεσοι για αυτούς και τους ονομάζει "εξερευνητές" (explorers). Αυτοί που έχουν υψηλή σεροτονίνη αναφέρονται ως "χτίστες" (builders). Είναι παραδοσιακοί, συνετοί, δεμένοι με την κοινότητά τους και σέβονται την εξουσία. Αυτοί οι δύο τύποι λέει η Fisher τείνουν να έλκονται μεταξύ τους.
Υπάρχουν, επίσης, οι "διευθυντές" (directors) που έχουν υψηλή τεστοστερόνη και είναι αναλυτικοί, ανταγωνιστικοί, ρεαλιστές, με ικανότητες προσανατολισμού. Και υπάρχουν και οι "διαπραγματευτές" (negotiators) με περισσότερα οιστρογόνα και οξυτοκίνες είναι διαισθητικοί, συμπονετικοί, εκφραστικοί, με ολιστική νοοτροπία. Οι "διευθυντές" και οι "διαπραγματευτές" είναι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους αλλά ταυτόχρονα και συμπληρωματικοί. Ο "διευθυντής" ζητάει τη ζεστασιά και τη συμπόνοια του "διαπραγματευτή", ενώ ο "διαπραγματευτής" χρειάζεται την αποφασιστικότητα των "διευθυντών".
Η Fisher ανακάλυψε ότι συχνά οι "χτίστες" και οι "διαπραγματευτές" έλκονται μεταξύ τους.
Με βάση αυτά τα συμπεράσματα δημιούργησε το "Match.com γαμήλιο τεστ προσωπικότητας" για να βοηθήσει τους ανθρώπους να... ζευγαρωθούν καλύτερα. Στο τεστ ζητούνται μεταξύ άλλων το μήκος των δακτύλων, το τι σχέδια κάνει κάποιος με το στυλό του όταν βαριέται και, επίσης, ζητείται να επιλέξεις την πιο επιθυμητή εικόνα, από μια σειρά εικόνων που σου παρουσιάζονται.
Λόγω της οικονομικής κρίσης αυξήθηκε ο αριθμός αυτών που επισκέπτονται το site επειδή ο φόβος και η απειλή κάνουν τους ανθρώπους να επιστρέφουν σε πιο σίγουρες και ασφαλείς μεθόδους επιλογών ζωής. Ο έρωτας φαίνεται να είναι, τελικά, μια επιλογή ασφαλείας μέσα σε εποχές οικονομικής ανασφάλειας.

Περισσότερα:
http://search.japantimes.co.jp/print/nn20090624f1.html

Μου φαίνεται ότι το σύνθημα των αναρχικών και αντιεξουσιαστών "Ελεύθερη, δωρεάν Χημεία" αποκτάει πλέον μια ευρύτερη διάσταση!
Ενδιαφέρον θα έχει να μελετήσουμε τη σχέση αυτών των 4 τύπων προσωπικότητας με την παραδοσιακή προσέγγιση των 4 ιδιοσυγκρασιών του Ιπποκράτη.

Γιατί θέλουμε όλα "να μας πάνε δεξιά";

Αναρτήθηκε από Blogημένος

Όλοι μας στο Δυτικό πολιτισμό γράφουμε και διαβάζουμε από τα αριστερά προς τα δεξιά. Αυτό είναι ένα τόσο συνηθισμένο φαινόμενο το οποίο, όμως, επηρεάζει θεμελιακά πολλές άλλες λειτουργίες της ανθρώπινης εμπειρίας.
Οι άνθρωποι, συνήθως, οραματίζονται το χρόνο να κυλάει από τα αριστερά προς τα δεξιά. Κοιτάζουν έναν πίνακα ζωγραφικής από τα αριστερά προς τα δεξιά. Φαντάζονται τους αριθμούς από το 1 προς το άπειρο να ξεκινούν από αριστερά και να συνεχίζουν προς τα δεξιά. Νεώτερες μελέτες μας δείχνουν ότι ακόμη και άνθρωποι ή αντικείμενα που μετακινούνται από τα αριστερά προς τα δεξιά μας φαίνονται να είναι βαρύτερα.
Κάποια παραδείγματα;
Τα γκολ που μπαίνουν όταν ο ποδοσφαιριστής κινείται από αριστερά προς τα δεξιά, μας φαίνονται δυνατότερα, ομορφότερα και γρηγορότερα από ό,τι τα γκολ που μπαίνουν με φορά του ποδοσφαιριστή από τα δεξιά προς τα αριστερά.
Κινηματογραφικές ταινίες θεωρούνται πιο βίαιες όταν οι γροθιές έρχονται από τα αριστερά προς τα δεξιά συγκρινόμενα με αυτές όπου οι γροθιές έρχονται από τα αριστερά.
Τα αυτοκίνητα που κινούνται από αριστερά προς τα δεξιά θεωρούνται από τους παρατηρητές πιο γρήγορα.
Παρατηρήσεις που κάνουμε σε κοινωνίες που έχουν διαφορετικό προσανατολισμό γραφής π.χ. οι Άραβες που γράφουν από τα δεξιά προς τα αριστερά, μας δείχνουν ότι για αυτούς όλα τα παραπάνω ισχύουν αλλά όταν η φορά κίνησης είναι από τα δεξιά προς τα αριστερά! Αυτό ενισχύει τη θεωρία που λέει ότι η φορά γραφής και ανάγνωσης καθορίζει και πολλά άλλα πεδία της ανθρώπινης εμπειρίας.
Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό; Μία θεωρία υποστηρίζει ότι αυτό συμβαίνει επειδή ακόμα και ο τρόπος που σκεπτόμαστε έχει να κάνει με τον τρόπο που γράφουμε και διαβάζουμε. Είναι πολύ σημαντικό να αντιληφθούμε ότι ο κυρίαρχος τρόπος σύνταξης της σκέψης μας και των λόγων μας είναι με την διαδοχή: Υποκείμενο - Ρήμα - Αντικείμενο (ενεργητική φωνή). Δηλαδή το Υποκείμενο μπαίνει πρώτο, η ενέργειά του στη μέση και στο τέλος το αντικείμενο της ενέργειας π.χ. "Εγώ βλέπω την οθόνη". Έτσι το σύστημα αντίληψής μας έχει μια φορά, μία κίνηση όπου η αρχή είναι το υποκείμενο και το τέλος το αντικείμενο και όπου το ρήμα συνδέει το υποκείμενο με το αντικείμενο.
Η καθηγήτρια Dr. Anne Maass και οι συνεργάτες της στο Πανεπιστήμιο της Padova στην Ιταλία έκαναν μια έρευνα στο Google για εικόνες του Αδάμ και της Εύας και διαπίστωσαν ότι στο 62% των περιπτώσεων ο Αδάμ ήταν στα αριστερά της εικόνας και η Εύα στα δεξιά, βάζοντας έτσι τον Αδάμ, σε ισχυρή θέση, να είναι η αρχή, το υποκείμενο και την Εύα στα αριστερά σε μια πιο αδύναμη θέση.
Άλλη έρευνα έδειξε ότι σε πίνακες ζωγραφικής όπου παρουσιάζονται επιστήμονες, υπάρχει μια διαφορά στον προσανατολισμό του προσώπου, ανάλογα με το θέμα του πίνακα. Όταν ο πίνακας, τους παρουσιάζει μόνο ως επιστήμονες παρουσιαζόταν σε πρώτο πλάνο η δεξιά πλευρά του προσώπου, δημιουργώντας στον παρατηρητή μια δυναμική οπτικής από τα αριστερά προς τα δεξιά. Αντίθετα όταν παρουσιάζονταν με την οικογένειά του, συνήθως, η αριστερή πλευρά του προσώπου ήταν σε πρώτο πλάνο, παρουσιάζοντάς τον έτσι πιο ευαίσθητο και προστατευτικό.

Περισσότερα: http://www.spring.org.uk/2009/06/why-left-to-right-punches-are-more-aggressive-powerful-and-shocking.php

Συνολικά αυτές οι μελέτες δείχνουν ότι η δεξιόστροφη κίνηση λόγω του τρόπου σκέψης και ομιλίας επηρεάζει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο, τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τους άλλους και, ίσως, και τον τρόπο, που βλέπουμε τον εαυτό μας.
Τώρα καταλαβαίνετε γιατί θέλουμε να μας πάνε όλα "δεξιά";

Έγκλημα και τιμωρία!

του ΝΖ

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Με το κλείσιμο του «ελεύθερου τύπου» (ΕΤ), κάποιοι ανακάλυψαν το «τέλος των εφημερίδων», λόγω «εισβολής του ίντερνετ»!
'Αρα φταίει η... κακούργα η τεχνολογία και το ίντερνετ που θα κλείσουν τις καημένες τις εφημερίδες, που είναι προϋπόθεση της δημοκρατίας κ.λπ. κ.λπ...
Σπάνια ακούστηκαν τόσες πολλές -και τόσο αληθοφανείς- ανοησίες μέσα σε τόσο λίγες αράδες!
Πρώτον, το πόσο είναι «εγγύηση» της δημοκρατίας ο σημερινός ελληνικός τύπος το καταλάβαμε πλέον, πέραν πάσης αμφιβολίας, την περασμένη Κυριακή. Όταν πληροφορηθήκαμε από τρεις μεγάλες (από τις μεγαλύτερες) και «έγκυρες» (τις «εγκυρότερες») εφημερίδες των Αθηνών πλήρες και λεπτομερειακό «ρεπορτάζ» για την «επίσκεψη» Ερντογάν (Erdoğan) στην Αθήνα και τη «συνάντηση» που είχε με τον Έλληνα πρωθυπουργό. Με τη μόνη διαφορά ότι ο κ. Ερντογάν δεν έφτασε ποτέ!
Δεν το έκανε ένα, το έκαναν τρία «ανταγωνιστικά» έντυπα. Κι αυτό πια δεν είναι «ανθρώπινο σφάλμα». Είναι έμπρακτη ομολογία ότι υπάρχει ένας μηχανισμός που «κατασκευάζει» και μοιράζει «ειδήσεις».
Με άλλα λόγια, στην Ελλάδα λειτουργεί σοβιετικό σύστημα πληροφόρησης! Κι αυτό, ασφαλώς, δεν είναι «προϋπόθεση δημοκρατίας»...
Δεύτερον, το ίντερνετ έχει, ασφαλώς, μεγάλη σχέση με την κρίση του παραδοσιακού τύπου στον υπόλοιπο κόσμο. Αλλά έχει ελάχιστη σχέση με την κρίση του τύπου στην Ελλάδα...
Γράφημα μημερήσια κυκλοφορίας εφημερίδων 1959-2008 (εφημερίδα «Εστία», 24/6/2009)
Σήμερα όλος η ημερήσιος ελληνικός τύπος πουλάει αθροιστικά όσο πούλαγε το 1990 μία μόνο από τις τότε μεγάλες εφημερίδες! Μέσα σε 17 χρόνια χάθηκαν 900 χιλιάδες καθημερινοί αναγνώστες (πάνω από το 75% του τότε συνολικού κοινού). Αυτοί δεν πέθαναν, δεν ξέχασαν να διαβάζουν, δεν αδιαφόρησαν για την επικαιρότητα. Και δεν μπήκαν στο ίντερνετ... Απλώς απέρριψαν τις ελληνικές ημερήσιες εφημερίδες! Γιατί είναι εξοργιστικά αναξιόπιστες και παιδαριώδεις σε περιεχόμενο, με απόλυτη περιφρόνηση στον αναγνώστη. Πουλάνε «περιτύλιγμα» χωρίς ουσία.
Έχουμε μεγάλες αστικές εφημερίδες που «συμπαθούν» την τρομοκρατία, αγαπάνε κάθε εξεζητημένη ακρότητα, λατρεύουν ό,τι παντού αλλού θεωρείται περιθωριακό. Πώς είναι δυνατόν να μη τα απορρίψει η κοινωνία -ανεξαρτήτως ίντερνετ;
Τρίτον, το διαδίκτυο δεν είναι η μόνη τεχνολογική επανάσταση που απείλησε τον τύπο. Όταν μπήκε το ραδιόφωνο στη ζωή των ανθρώπων (στις δεκαετίες του '30 και του '40) κι όταν εισέβαλε η τηλεόραση (στις δεκαετίες του '50 και του '60), η απειλή κατά των εφημερίδων ήταν πολύ μεγαλύτερη. Γιατί το ραδιόφωνο και τη τηλεόραση ήταν πολύ πιο απλά στη χρήση τους κι εύκολα στη διάδοσή τους. Δεν χρειάζονταν καμιά τεχνολογική εξοικείωση, όπως το ίντερνετ...
Κι όμως: όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν οι εφημερίδες τότε, αλλά άλλαξαν οι ίδιες και ανέβασαν μακροχρόνια τις κυκλοφορίες τους. Αφότου ολοκληρώθηκε η προσαρμογή τους, στις δεκαετίες του '70 και του '80, πουλούσαν πολύ περισσότερα φύλλα απ’ ότι πριν (σε απόλυτα νούμερα, αλλά και αναλογικά προς τον πληθυσμό).
Τέταρτον, σε ότι αφορά τον ΕΤ, πήραν τη μεγαλύτερη εφημερίδα της κεντροδεξιάς και τη μετέτρεψαν σε ένα ακόμα κεντροαριστερό ταμπλόιντ, την ώρα που τα κεντροαριστερά ταμπλόιντ ήδη έφθιναν!
Αντί να διεκδικήσουν τη μεγάλη δεξαμενή των ψηφοφόρων που είχε απορρίψει τα στερεότυπα του κεντροαριστερού-ελαφρολαϊκού τύπου, εγκατέλειψαν πλήρως το κοινό τους και διεκδίκησαν μερίδιο αλλού, σε μία «πίττα» που μίκραινε συνεχώς.
Κι ύστερα τους φταίει το ίντερνετ! Το οποίο βέβαια, θα τους αποτελειώσει. Όχι διότι είναι «αναπόφευκτος» ο θάνατος των εφημερίδων. Αλλά διότι οι περισσότερες από τις φυλλάδες που κυκλοφορούν παρ' ημίν έχουν πάψει, προ πολλού, να είναι εφημερίδες.
Η εφημερίδα του μέλλοντος θα είναι φθηνή, λιτή (όχι πάνω από 32 σελίδες) και θα έχει συγκεντρωμένη σφαιρική ειδησιογραφία -που δεν μπορεί να δώσει το ραδιόφωνο και η τηλεόραση και που θέλει πολύ χρόνο καθημερινά για να «ανακαλύψει» ο καθένας μας στο διαδίκτυο. Με εξειδικευμένη πολυφωνική ανάλυση (όχι κατευθυνόμενα προπαγανδιστικά πρωτόλεια) για να καταλάβουμε όλο αυτό τον όγκο πληροφοριών που μας κατακλύζει καθημερινά. Και θα βγαίνει από ανθρώπους που ξέρουν να διαβάζουν, ξέρουν να φιλτράρουν πληροφορίες, ξέρουν να συνθέτουν κάθε μέρα το πάζλ της είδησης, ξέρουν να αναλύουν, ξέρουν να εκλαϊκεύουν, ξέρουν να ανοίγουν διάλογο με το ευρύ κοινό και -το κυριότερο- σέβονται το κοινό τους.
Όσο μεγαλύτερη «διείσδυση» έχει το ίντερνετ στην κοινωνία, τόσο περισσότερο χρειάζεται κάποιος να μαζεύει, να ιεραρχεί, να προβάλει και να επεξηγεί τον όγκο των πληροφοριών. Τόσο περισσότερο χρειάζεται μια σύγχρονη, λιτή και αξιόπιστη εφημερίδα. Που απαιτεί πρωτίστως επαγγελματίες δημοσιογράφους, όχι στυλίστες, όχι γραφίστες, όχι «υλατζήδες», όχι δημοσιοσχεσίστες, όχι «παπαγάλους» και «παγώνια» και «λαγούς» και «νυφίτσες» και «τρωκτικά» και «πιράνχας» κι άλλα είδη του ζωικού βασιλείου.
Ο τύπος θα ξαναγεννηθεί όταν στηριχθεί ξανά στους αληθινούς δημοσιογράφους.
Οι οποίοι τα τελευταία χρόνια περιφρονήθηκαν, εκδιώχθηκαν και περιθωριοποιήθηκαν στον ελληνικό τύπο. Αντικαταστάθηκαν από κομματικούς αγράμματους αρχικά και αδίστακτα τσιράκια κρατικοδίαιτων νεόπλουτων στη συνέχεια...
Και σ' αυτό το «πογκρόμ» των δημοσιογράφων, που έγινε σιωπηλά και αδυσώπητα, δεν αντιστάθηκε κανείς. Δεν τους υπερασπίστηκε κανείς...
Αυτό πληρώνεται τώρα. Από αθώους και φταίχτες.

Όταν ξεχνιούνται οι άνθρωποι, εξαφανίζονται δισεκατομμύρια

του Γιαν Λε Γκαλές

Πηγή: ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο ανθρώπινος παράγοντας είναι συχνά ο μεγάλος ξεχασμένος των επιχειρηματικών εξαγορών και συγχωνεύσεων (Μ&Α). Σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξε η έκθεση της εταιρείας συμβούλων «Χιούιτ και συνεταίροι» (HEW) υπό τον τίτλο «επιτυχημένες Μ&Α: ο ρόλος-κλειδί του ανθρωπίνου κεφαλαίου». Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης (που εξέτασαν 96 μεγάλες επιχειρήσεις -συμπεριλαμβανομένων 40 ευρωπαϊκών- που τη διετία 2007-2008 πραγματοποίησαν εξαγορές και συγχωνεύσεις ύψους 568 δις δολαρίων -405 δις ευρώ), το 78% των επιχειρήσεων αναγνωρίζουν πως δεν πέτυχαν όλους τους βασικούς στόχους που είχαν θέσει πριν τις Μ&Α. Στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, η απογοήτευση φθάνει στο 83%.
Βασικό αίτιο για αυτή την αποτυχία είναι η παραμέληση του ανθρώπινου παράγοντα. Όπως φαίνεται, οι διοικήσεις των επιχειρήσεων δίνουν υπέρμετρη προτεραιότητα στις οικονομικές, νομικές και επιχειρησιακές διαστάσεις των Μ&Α, με αποτέλεσμα να παραμελούν την ανθρώπινη διάστασή τους. «Οι υπεύθυνοι διαχείρισης ανθρωπίνου δυναμικού δεν κατορθώνουν να επιβάλουν την παρουσία τους ως σημαντικοί παράγοντες στις Μ&Α. Δε "βαραίνουν" όσο πρέπει στις αποφάσεις των εταιρειών τους», εξηγεί ο Στέφαν Βάμος (Stephan Vamos) υπεύθυνος για την Ευρώπη του τομέα συγχωνεύσεων-εξαγορών και οργανωσιακών αναδομήσεων της HEW.
Κατά τη διάρκεια της φάσης της αξιολόγησης (της λεγόμενης «due diligence») που προηγείται της ολοκλήρωσης της Μ&Α, όπως και κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, οι υπεύθυνοι θεωρούν τους υπαλλήλους τους ως «αμελητέο παράγοντα» των επιχειρήσεών τους. Αυτή η παραμέληση είναι ιδιαίτερα έντονη στην Ευρώπη: μόνο το 7% των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων απευθύνονται συχνά στους υπευθύνους διαχείρισης ανθρωπίνου δυναμικού τους προκειμένου να επιλέξουν την επιχείρηση-εταίρο τους στη διαδικασία M&A, ενώ ο σχετικός παγκόσμιος μέσος όρος φθάνει το 36%.
Η ολιγωρία αυτή στοιχίζει ακριβά. Οι ζημιές εκδηλώνονται μετά την ολοκλήρωση της εξαγοράς ή της συγχώνευσης, με τη φυγή των χαρισματικών εργαζομένων. «Το κόστος της κακής διαχείρισης του ανθρωπίνου δυναμικού κατά τη διάρκεια μιας εξαγοράς ή συγχώνευσης μπορεί να φθάσει μεταξύ 5% και 15% του συνολικού κόστους της επιχείρησης», αναλύει ο Στέφαν Βάμος. Υπολογίζεται έτσι πως οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ζημιώθηκαν εξ αυτού και μόνο του λόγου σχεδόν κατά 12.5 δις ευρώ, το διάστημα 2007-2008.
Η κατάσταση πάντως αυτή φαίνεται πως αλλάζει σιγά-σιγά: «οι επιχειρήσεις με εμπειρία σε εξαγορές και συγχωνεύσεις συμπεριλαμβάνουν στους σχεδιασμούς τους πολύ περισσότερα δεδομένα», συνεχίζει ο Στέφαν Βάμος. «Πάντως και στον τομέα αυτόν, το μέγεθος της επιχείρησης παίζει καίριο ρόλο: οι μεγάλες εταιρείες που έχουν παγκόσμια παρουσία, προοδεύουν πολύ περισσότερο, καθώς διαμορφώνουν "κανόνες καλής συμπεριφοράς" τους στις M&A. Αντιθέτως στις μεσαίες επιχειρήσεις η σχετική τεχνογνωσία είναι συχνά υπόθεση ενός και μόνου στελέχους».
Για να πραγματοποιηθεί πραγματική πρόοδος, ο τομέας διαχείρισης ανθρωπίνου δυναμικού θα πρέπει να παίζει βασικό ρόλο στην διαδικασία M&A. «Είναι ζωτικής σημασίας να μπορούν οι υπεύθυνοι διαχείρισης ανθρωπίνου δυναμικού να διοχετεύουν στους οργανωσιακούς και διοικητικούς υπευθύνους τις όποιες πληροφορίες διαθέτουν για τους οργανωσιακούς κινδύνους ή το κόστος που ενδεχομένως φοβούνται από την M&A... Η βασική δυσκολία που έχουν να αντιμετωπίσουν οι υπεύθυνοι διαχείρισης ανθρωπίνου δυναμικού είναι να έχουν πρόσβαση και να αξιοποιούν σωστά τα μεθοδολογικά εργαλεία που τους επιτρέπουν να κοστολογήσουν την ικανότητα να κρατηθούν στην επιχείρηση οι ικανοί υπάλληλοι, τον εντοπισμό όσων διαθέτουν ηγετικά προσόντα, τη δυνατότητα να εμπνέονται οι ομάδες των εργαζομένων τους», καταλήγει ο Στέφαν Βάμος.

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Η ανατροφή νικά τα γονίδια

Ρεπορτάζ: Ζωή Λιάκα zliaka@dolnet.gr
Πηγή : ΤΑ ΝΕΑ
Αναρτήθηκε από hamomilaki

Οι δεξιότητες που καταγράφονται στο DΝΑ αναπτύσσονται μόνο στο κατάλληλο περιβάλλον
Ο γονέας χρειάζεται να παρατηρεί τη συμπεριφορά του παιδιού του ώστε να είναι σε θέση είτε να προωθήσει ένα χαρακτηριστικό είτε να αποτρέψει την ανάπτυξη ενός άλλου.
«Η κόρη μου είναι τεσσάρων ετών και για την ηλικία της ζωγραφίζει πάρα πολύ ωραία. Διέκρινα την τάση της όταν ήταν ακόμη μωρό κι έβλεπα ότι έπαιζε περισσότερο με στιλό ή μολύβια που έπεφταν στα χέρια της».
Η κ. Ευτυχία Αναγνώστου είναι μητέρα ενός τετράχρονου κοριτσιού. Εντόπισε από τη βρεφική ηλικία την κλίση του στη ζωγραφική. Όπως λέει, «ήταν πιο εύκολο για μένα να ασχοληθώ με την κόρη μου, αφού είχα σταματήσει να εργάζομαι, οπότε είχα χρόνο. Την ενθάρρυνα και της δημιουργούσα ερεθίσματα. Ήξερα ότι την ενθουσίαζε περισσότερο ένα μπλοκ ζωγραφικής απ΄ ό,τι μια κούκλα, για παράδειγμα, οπότε αυτά και της αγόραζα».
Υπάρχει αμοιβαία σχέση ανάμεσα στο γενετικό υπόστρωμα ενός παιδιού, στα γονίδια που έχει, και σε συγκεκριμένη συμπεριφορά που θα εκδηλώσει στο μέλλον, σύμφωνα με τον καθηγητή Βιοχημείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Θανάση Παπαβασιλείου.
«Το οικογενειακό περιβάλλον έχει τόση δύναμη, που μπορεί να επιδράσει με καθοριστικό τρόπο στην καθιέρωση αυτή της συμπεριφοράς ή στην αποτροπή της. Για παράδειγμα, ένα παιδί που έχει μια ιδιαίτερη κλίση στα μαθηματικά. Αυτό το στοιχείο είναι καταγεγραμμένο σε συγκεκριμένο γονίδιο. Όμως, μπορεί ποτέ να μην εκδηλωθεί αν δεν του έχουμε δώσει τα κατάλληλα ερεθίσματα. Τότε είναι σίγουρο ότι αυτό το ταλέντο θα μένει καταπιεσμένο και ανεκμετάλλευτο».
Το παιδί γεννιέται με συγκεκριμένα γενετικά χαρακτηριστικά που, αν δεν βρεθούν μέσα στο κατάλληλο υποστηρικτικό περιβάλλον, ίσως να μην εκδηλωθούν ποτέ, ή, αν εκδηλωθούν, να μην είναι στο μέγιστο της αποδοτικότητάς τους, επισημαίνει η οικογενειακή σύμβουλος Έφη Σαριγιαννίδου, θέτοντας ταυτόχρονα και το πλαίσιο για το κατάλληλο περιβάλλον.
Ο γονέας χρειάζεται να παρατηρεί τη συμπεριφορά του παιδιού του ώστε να είναι σε θέση είτε να προωθήσει ένα χαρακτηριστικό είτε να αποτρέψει την ανάπτυξη ενός άλλου, υποστηρίζει.
«Το παιδί από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του μαθαίνει τι είναι καλό και κακό, τι είναι αποδεκτό ή όχι. Ο γονιός το βοηθάει να μάθει να παίρνει πρωτοβουλίες, να αναλαμβάνει τις ευθύνες του, να αξιοποιεί τις δυνατότητές του, να ονειρεύεται και να πιστεύει στον εαυτό του, να μπορεί να εκφράζει τις απόψεις του, να έχει αξίες, να ελέγχει τον θυμό του, να σέβεται τον διπλανό του, να αγαπάει τη ζωή και να θέλει να την κερδίσει».
Σύμφωνα με την κ. Σαριγιαννίδου, ο γονιός για πολλά χρόνια αποτελεί πρότυπο για το παιδί. «Αν είναι άξιο και τι μπορεί να επιτύχει, αν είναι έξυπνο και δραστήριο, αν έχει ηγετικές ικανότητες, το γνωρίζει από το περιβάλλον του και μέσα σε αυτό μαθαίνει να τις εφαρμόζει».
Ο κύριος συντελεστής
Η πεποίθηση που επικρατεί σήμερα στον χώρο της γενετικής μπορεί να συνοψιστεί στο ότι κάθε συμπεριφορά είναι άμεσα εξαρτημένη από τα γονίδιά μας. Ωστόσο δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το γενετικό υλικό, όπως τονίζει η βιολόγος κ. Χρύσα Ευσταθιάδου.
«Εκτός από την καθοριστική επίδραση που τα γονίδια ασκούν σε όλες τις μορφές εκφράσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ο παράγοντας περιβάλλον διαδραματίζει έναν εξίσου σημαντικό ρόλο. Το περιβάλλον στο οποίο το άτομο αναπτύσσεται και εξελίσσεται καθορίζει ποιες και με ποιον τρόπο πληροφορίες που είναι γραμμένες στη γενετική του ταυτότητα θα εκφραστούν. Έτσι καθίσταται ο κύριος συντελεστής στη διαμόρφωση τρόπων συμπεριφοράς και σε συνεργασία με τα γενετικά δεδομένα ο διαμορφωτής της ολότητας που ονομάζουμε άνθρωπος».
Ένα παιδί που δεν έχει το γονιδιακό υπόστρωμα για να αναπτύξει ιδιαίτερες ικανότητες, αν ασχοληθούμε πραγματικά μαζί του, τότε θα παρουσιάσει πολύ καλά αποτελέσματα, επισημαίνει ο κ. Θανάσης Παπαβασιλείου. «Η ενασχόληση των γονιών με τα παιδιά δεν πρέπει να έχει ως προτεραιότητα μόνο τη γνώση. Το σημαντικό είναι να εντοπίσουν και να αναπτύξουν τα ιδιαίτερα χαρίσματά τους».
Η κ. Στέλλα Μπαντέκα είναι μητέρα ενός 17χρονου αγοριού και ενός 14χρονου κοριτσιού. Η ενασχόληση με το πρώτο παιδί έφερε αποτελέσματα: «Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι στον γιο μου άρεσαν όλες οι ασχολίες που είχαν σχέση με τη χειρωνακτική εργασία. Του άρεσε και του αρέσει ό,τι έχει να κάνει με μαστορέματα ή με δημιουργία. Τα παιχνίδια με τα οποία έπαιζε περισσότερο ήταν ό,τι είχε σχέση με κατασκευές. Ό,τι μπορούσε δηλαδή να δημιουργήσει ο ίδιος. Αυτή η κλίση του, η οποία υποβοηθήθηκε από εμάς κατά κάποιο τρόπο, του έδωσε επαγγελματικό προσανατολισμό. Το επάγγελμα που θέλει να ακολουθήσει είναι ηλεκτρολόγος».
Διάφορα προβλήματα που προέκυψαν στην πορεία δεν επέτρεψαν στην κ. Μπαντέκα να έχει αυτή την επαφή με το δεύτερο παιδί: «Η κόρη μου είναι 14 ετών και με τη δική υποστήριξή μας αναζητά τον δικό της δρόμο. Είμαστε κοντά της και αυτό της δίνει, νομίζω, πλεονέκτημα στο να βρεθεί εκεί που θέλει».
Τα παιδιά μαθαίνοντας αναπτύσσουν πρωτοβουλίες
Όλα τα ερευνητικά δεδομένα υποδηλώνουν μια σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ κληρονομικότητας και περιβάλλοντος υποστηρίζει η παιδοψυχολόγος Αλεξάνδρα Καππάτου. Τονίζει όμως ότι είναι πάρα πολύ σημαντική η επίδραση που μπορούν να ασκήσουν οι γονείς ως πηγή εμπειριών, ερεθισμάτων, συναισθηματικής στήριξης, ασφάλειας και αποδοχής του παιδιού.
Η μάθηση από πολύ νωρίς μπορεί να το βοηθήσει να αναπτύξει, αλλά και να διαμορφώσει τη συμπεριφορά του σε μικρή ηλικία και με τον κατάλληλο τρόπο.
Όπως τονίζει η κ. Καππάτου, «είναι πολύ σημαντικό οι γονείς εκτός από τη γνώση να βοηθούν το παιδί να αναπτύξει και τη συναισθηματική νοημοσύνη του, που είναι η απόκτηση ικανότητας του παιδιού να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, να αξιολογεί καταστάσεις και να μπορεί να διαχειρίζεται θέματα της καθημερινότητάς του».
Από ενός μηνός!
Ο Θανάσης Παπαβασιλείου υποστηρίζει ότι «ένα μωρό που μόλις γεννιέται είναι σε τέτοια εγρήγορση ώστε από ενός μηνός μπορεί πολύ εύκολα να μάθει να αντιλαμβάνεται λέξεις και προστάγματα σε τρεις έως τέσσερις διαφορετικές γλώσσες. Αυτό δεν έχει να κάνει με γονίδια, αλλά με τα ερεθίσματα που του δίνουμε από το περιβάλλον».

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

Το άδικο κοινωνικό σύστημα ή πώς μετατρέπουμε τη δύναμη σε δίκαιο και την υποταγή σε καθήκον

Από: Άθεος

(Από τον Ρουσσώ στον... Ρουσό-πουλο)
Στις μέρες μας είναι πολύ δύσκολο απόλυτα να απομονωθείς, από τα προβλήματα που απασχολούν τους ανθρώπους, όταν ζεις ανάμεσά τους. Όσα σίριαλ και να παρακολουθείς στην τηλεόραση, όσο και να σου αρέσει το ποδόσφαιρο και οι γκόμενες πίσω από τις οποίες σαν λαίμαργος τρέχεις, όσο και να εκκλησιάζεσαι τις Κυριακές και να κατηχείσαι καθημερινά… απέχοντας από τις υποθέσεις των ανθρώπων, δεν μπορεί… κάπου θα άκουσες ότι ο κόσμος υποφέρει… μαστίζεται από τη φτώχεια, την ανεργία και κάποιοι, ακόμα πιο άτυχοι από μας, λιμοκτονούν για ένα κομμάτι ψωμί, ή πεθαίνουν από τη δίψα! Πάνω από εκατό εκατομμύρια ανθρώπων ζουν σε απόλυτη ένδεια. Πολλά παιδιά, όχι παιχνίδια δεν γνώρισαν, αλλά πέθαναν χωρίς να γευτούν στο στόμα τους το γάλα! Λίγα μέτρα πιο κει άγρια όρνεα παραφυλάνε!
Μία χούφτα άνθρωποι κατέχουν τη μερίδα του λέοντος του παγκόσμιου πλούτου, δημιουργώντας φοβερές κοινωνικές αντιθέσεις, αλλά και μία μακάβρια εικόνα της αδικίας του συστήματος. Ενός συστήματος που θέλει το λαό να κοιμάται για να μπορούν όσοι έχουν τη δύναμη να τον εκμεταλλεύονται. Μαζί με τους πλούσιους και τους κακούς από κοντά και η εξουσία. Θρησκευτική και πολιτική. Η πρώτη σε αποκοιμίζει και η δεύτερη σε καταληστεύει. Τα λάφυρα τα μοιράζονται και οι δύο!
Κάποτε, όταν γιγαντώνονταν η εξουσία και θεοποιούταν το κράτος η καταπίεση, η δυστυχία και η εκμηδένιση του ανθρώπου, βρίσκονταν στην ημερήσια διάταξη. Σήμερα οι μηχανισμοί αυτοί, με την βοήθεια της αλλοτρίωσης, δουλεύουν αυτόματα και μηχανοποιημένα.
«Το ανθρώπινο γένος» έλεγε ο Ρουσσώ «είναι χωρισμένο σε κοπάδια κτήνη, που το καθένα έχει τον αρχηγό που το φυλάει… μέχρι να το καταβροχθίσει».
Μπορεί η δύναμη να μη δημιουργεί δίκαιο, όμως στην άδικη κοινωνία μας, όπως και την εποχή του Ρουσσώ (18ος αιώνας) δίκαιο είναι ο νόμος του ισχυρού!
Στις μέρες μας λοιπόν αποθρασύνθηκαν οι εξουσίες, έγιναν πανίσχυρες γιατί εμείς τους το επιτρέψαμε… με την ανοχή μας και τα κηρύγματα που αποπροσανατόλιζαν τον πιστό, αποξενώνοντάς τον από τον κόσμο στον οποίο ζει.
Έλληνες δεθείτε στο άρμα του Χριστού και μην σκιάζεστε από τις παγκόσμιες κρίσεις και τα επερχόμενα δεινά!
Ο ουρανός θα σας χαμογελάσει και πάλι...
χριστιανική προτροπή
Δεν υπάρχει χειρότερη προτροπή από αυτή.
Οδηγεί τον άνθρωπο στην αδράνεια, την ανοχή και την ταπείνωση. Τον συμβουλεύει να αδρανοποιείται απέναντι στην εκμετάλλευση, να ανέχεται την αφόρητη οικονομική καταπίεση που του επιβάλλουν οι οικονομικά ισχυροί και αγόγγυστα να υπομένει τις ταπεινώσεις των εκμεταλλευτών του. Η ταπεινωτική αυτή συμβουλή εξασθενίζει το νου, τον διαβρώνει και τον ουδετεροποιεί. Κάνει τον άνθρωπο αδύνατο, άβουλο και ανίκανο. Απελπισμένο σαν ναρκομανή!
Έτσι τον θέλει, κακόμοιρο και απελπισμένο για να του πλασάρει την ελπίδα ενός απατηλού κόσμου, αφήνοντας τους ίδιους ήσυχους να τρώνε με χρυσά κουτάλια!
Η Θρησκευτική Εξουσία πάντα έκλεβε το λαό, με τα παραθυράκια του νόμου και τις φορολογικές απαλλαγές που η πολιτική εξουσία θέσπιζε.
Η γελοιογραφία είναι του Ανδρέα Πετρουλάκη
Με πρόσχημα την ελεημοσύνη και με την κάλυψη της πολιτικής εξουσίας, εκκλησίες και μοναστήρια βρέθηκαν με αμύθητη περιουσία.
"Ο πλούσιος μπορεί να δικαιωθεί με την ελεημοσύνη, αλλά και ο φτωχός με την υπομονή"
Ιωάννης Χρυσόστομος
Το πρόσφατο θρησκευτικό σκάνδαλο του Βατοπεδίου, μέσω των χρυσόβουλων, συνδέει την απάτη του παρελθόντος με το σήμερα. Η περιφορά του «Ζωναριού της Παναγιάς» συνδέει το θαύμα με την κατεργαριά που… ως εκ θαύματος, από το ίδιο μοναστήρι και τον ίδιο ηγούμενο, πριν χρόνια, μεθοδεύτηκε!
Η Πολιτική Εξουσία ενορχηστρώνει την απάτη, καλύπτει τους αυτουργούς. Ξεπουλά κρατική περιουσία σε μία εποχή που ο κόσμος υποφέρει από τη φτώχεια, την πείνα, την εξαθλίωση και την έλλειψη ηθικής συμπαράστασης. Στη κοινωνική μας ζούγκλα, μόνος του ο λαός καλείται να αντιμετωπίσει τα οικονομικά θηρία, έχοντας φορτωμένα στην πλάτη του φόρους βαρείς, χαράτσια, ακρίβεια, ανεργία και μια μεγαλοπρεπή αδιαφορία. Ξεπουλώντας το κράτος, πλουτίζει μονές, ξεπλένει χρήμα που κανείς δεν γνωρίζει τον τελικό του αποδέκτη. Κάνει αυτό που κάνει και η παγκόσμια, ληστρική, οικονομική κοινότητα, ενισχύοντας την πλουτοκρατία και την αδικία.
Πουλώντας ομόλογα μαϊμού, χρεοκόπησαν εκατομμύρια μικροκαταθετών, «πτωχεύοντας» τράπεζες από τις οποίες, ληστοσυμμορίτες εγκέφαλοι με κρατική ανοχή απέσπασαν σεβαστά ποσά που μετέφεραν με ασφάλεια αλλού.
Ένα τρισεκατομμύριο δολάρια έχει διαθέσει μέχρι στιγμής η Fed, για χαρτιά χρεοκοπημένων με το πρόσχημα της σωτηρίας του παγκόσμιου πιστωτικού συστήματος. Ενίσχυσε αυτούς που τόσο καιρό μας έκλεβαν!
Μόνο το 5% των χρημάτων αυτών, αν είχαν δοθεί στην Αφρική, θα ήταν δυνατόν να αντιμετωπίσουν τη φτώχεια αποτελεσματικά! Όμως προτίμησαν να τα δώσουν αλλού! Τόσο τίμιο σύστημα, τόση ηθική!
Πού πήγαν τα λεφτά; Έγιναν βίλες, κότερα και καλοπέραση!Κανένας δεν διώχτηκε… αντίθετα μάλιστα, κυβερνήσεις που τσάκιζαν στη φορολογία τους μικρούς, δηλώνοντας πως στέρεψαν τα ταμεία τους, με περίσσεια υποκρισία, χωρίς αιδώ, ενίσχυσαν άλλες τράπεζες με πακτωλό εκατομμυρίων, προκαλώντας τους εργαζόμενους από τους οποίους απέκλειαν, λόγω λιτότητας, ακόμα και την αύξηση που δικαιούνταν! Τι σημασία έχει αν αυτά γίνονται στην Αμερική ενώ το Βατοπέδι είναι στην Ελλάδα; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα!Πατρίδα του κεφαλαιοκράτη είναι η χώρα που του επιτρέπει να κλέβει περισσότερα!
Τώρα καταλαβαίνω γιατί «ο θεός» ευλογεί αυτές τις χώρες… ή μάλλον γιατί κάποιοι πρόδωσαν τα αγνά όνειρα των πιστών… Σίγουρα, οι τελευταίοι, απεχθάνονται και διαγράφουν την εικόνα της διαστροφής. Δεν θα ήθελαν να δουν μια τέτοια μεταμόρφωση, που είμαι σίγουρος τους πληγώνει βαθιά!
Τι κάνουν όμως γι αυτό; Δένονται στο άρμα του Χριστού και χωρίς να σκιάζονται από την παγκόσμια κρίση περιμένουν να τους χαμογελάσει ο ουρανός;
Το κυνήγι της πλουτοκρατίας και της θησαυροποίησης μετέτρεψε το εμπόρευμα σε φετίχ. Το τελευταίο, σαν άψυχο αντικείμενο, σαν είδωλο δηλαδή, σύμφωνα με τις αντιλήψεις των πιστών και των πλουσίων, λατρεύεται λες και είναι προικισμένο με υπερφυσικές δυνάμεις! Το φετίχ διαδόθηκε από τις πρωτόγονες κοινωνίες, λατρεύτηκε σαν θεός. Σήμερα ο πλούσιος μετατρέπει το χρήμα σε φετίχ. Το λατρεύει σαν θεό, δίνοντάς του υπερφυσικές ιδιότητες! Υποκλίνεται σ’ αυτό και δεν διστάζει να κάνει του κόσμου τα εγκλήματα για να το υπερασπίσει! Παράλληλα, ο πλούσιος, ακράδαντα πιστεύει ότι έχει την εύνοια του θεού που τον προστατεύει.
in god we trust!
Με αυτές τις δυνάμεις, προσπάθησε να υποτάξει το λαό, μεταβάλλοντας τη δύναμή του σε δίκαιο και την υποταγή σε καθήκον!
Για το πρώτο χρειάστηκε την πολιτική και για το δεύτερο τη θρησκεία!
Περισσότερα για την αλλοτριωμένη μας κοινωνία εδώ.

Υ.Γ1. Σήμερα 29 Οκτώβρη 2008 η κυβέρνηση της Ν. Δημοκρατίας αποφάσισε να χορηγήσει βοήθεια για την αρωγή του τραπεζικού συστήματος με 28 δισεκατομμύρια Ευρώ!
Απίστευτο και όμως Αληθινό!
Κανένας δεν τους τα ζήτησε… ούτε ανάγκη τα είχαν… Οι ισολογισμοί τους αναφέρουν υπερκέρδη!
Αντίθετα ο λαός που ματώνει από τις αυξήσεις και το κόστος ζωής ή ακόμα και από την ασυδοσία του τραπεζικού συστήματος, χάνοντας πολλές φορές και το σπίτι του για ελάχιστα χρήματα, ΚΑΙ τα ζήτησε ΚΑΙ ανάγκη τα είχε!
Γι αυτούς η κυβέρνηση ετοιμάζει, μέσα στο μήνα που έρχεται, τα χαράτσια του φόρου ακίνητης περιουσίας με το πρόσχημα των άδειων ταμείων!
Όχι τίποτα άλλο… αλλά στο σχολειό, εκτός από το να είμαι ηθικός, μου είχαν μάθει ότι αρωγή είναι το κοινωνικό χρέος προς τους αναξιοπαθούντες!
Βρε πως ξεμπροστιάζεται το "έντιμο" κοινωνικό σύστημα των χριστιανών!

Υ.Γ.2 Προσθήκη της 24ης Νοεμβρίου 2008. Σήμερα κλήθηκε ο περιβόητος Εφραίμ ηγούμενος της μονής του Βατοπαιδίου (Άγιο Όρος) στην Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής για να καταθέσει (ως μάρτυρας παρακαλώ) για το μεγάλο οικονομικό σκάνδαλο. Μεταξύ άλλων δήλωσε ο ηγούμενος «Διδάσκω την Ακτημοσύνη».
Πριν λίγες μόνο ημέρες άνοιξαν τους λογαριασμούς των Offshore και Real Estate εταιρειών που ίδρυσε η πιο πάνω μονή και βρέθηκαν 50.000.000 Ευρώ από πώληση προς τρίτους προφανώς των Ολυμπιακών Ακινήτων και άλλων καπιταλιστικών αμαρτιών!
Γιατί να ντραπεί ο ηγούμενος να δηλώσει ότι διδάσκει την ακτημοσύνη, αφού από τους φτωχούς πιστούς του, παρά τους αβάσταχτους φόρους, εν μέσω οικονομικής κρίσης, κανένας δεν θα καταλάβει ότι τον δουλεύουν «ψιλό γαζί»;
Να γιατί κυβερνητικά στελέχη, για το 3% των ψηφοφόρων που έχασαν, πιστεύουν, όπως διαλαλούν, ότι «μπορούν να γυρίσουν το παιχνίδι»!
Ακριβώς ένα παιχνίδι είναι για αυτούς το σκάνδαλο και η φορομπηχτική τους πολιτική! Ας είναι καλά τα σίριαλς των τηλεοράσεων, που προσφέροντας θέαμα μπορούν να παρασέρνουν τους αφελείς. Για τους τελευταίους πέρα βρέχει! Αυτοί έχουν ιδεολογία που εκπορεύεται από το θεό… αυτά είναι ανθρώπινα!
Στις Μονές, στις Εκκλησίες και στα Πολιτικά Γραφεία τρίβουν τα χέρια τους!
Δοξάστε τους! Μήπως μπορείτε να μαντέψετε γιατί, τόσο ευτυχισμένοι πια, γελούν οι κύριοι…

Υ.Γ.3 Προσθήκη δυο μέρες μετά (26/11/2008). Είναι τόσο καταιγιστική η εξέλιξη της υπόθεσης του Βαττοπαιδίου που αναγκάζομαι να προσθέσω και αυτό για να κλείσω το θέμα. Όχι πως κλείνει αυτό, αλλά η ανάρτηση πρέπει κάποτε να κλείσει.
Μέτοχος της Rassadel, είναι ο κ. Άθως Κυρανίδης, οικονομικός σύμβουλος της Μονής. Μέσω αυτής της εταιρείας εισπράχτηκαν στην Κύπρο 50 εκατομμύρια ευρώ από τη Νoliden για το ολυμπιακό ακίνητο.
Ο τελικός δικαιούχος του χρηματιστηριακού λογαριασμού είναι η μονή Βαττοπαιδίου, που επένδυε και στο χρηματιστήριο...
Η Επιτροπή για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες εντόπισε μεταξύ άλλων και έναν τραπεζικό λογαριασμό των μοναχών της μονής Βαττοπαιδίου για χρηματιστηριακή χρήση, στον οποίο ήταν επενδυμένα άλλα 20 εκατομμύρια ευρώ σε μετοχές!
Ανοίχτηκαν και άλλοι λογαριασμοί που ξεχείλισαν εκατομμύρια!!! Φυσικά πρόκειται να ανοίξουν κι άλλοι που θα αποκαλύψουν οχετούς!
Εννοείται ότι πολλά δεν θα τα μάθουμε ποτέ, όπως και τόσα άλλα ποτέ δεν μαθεύτηκαν!
Συνεχίζετε να είστε ρομαντικοί;
Είστε άξιοι της μοίρας των παιδιών σας, που ξεδιάντροπα, τους αφήνετε τέτοια παρακαταθήκη!